Δήμος Λεμεσού ν. Νεόφυτου Πιριλλίδη, Αρ.Υπόθ. 14004/14, 25/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B146 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 14004/14 Ενώπιον Λ. Πασχαλίδη, Προσ.Ε.Δ Δήμος Λεμεσού Κατηγορούσα Αρχή - ν - Νεόφυτου Πιριλλίδη Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 25 Νοεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορ. Αρχή. κα. Μιχαηλίδου Κατηγορούμενος: Παρών - Εμφανίζεται αυτοπροσώπως ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος είναι δικηγόρος και χειρίστηκε προσωπικά την υπεράσπιση του, αντιμετωπίζει κατηγορία παρακώλυσης κυκλοφορίας κατά παράβαση του Καν. 16
(1)(η) των περί Τροχαίας Κίνησης Κανονισμών του Δήμου Λεμεσού του 2000 ΚΔΠ 260/
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Ο κατηγορούμενος στις 5/07/13 εντός των Δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού, ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΥΜ383, σε δρόμο, δηλαδή στην οδό Ελλάδος, στάθμευσε τούτο σε σημείο της ως άνω οδού κατά τέτοιο τρόπο ώστε παρακώλυε την κυκλοφορία.» Περαιτέρω σύμφωνα με τις ίδιες λεπτομέρειες αφού του επιδόθηκε η προβλεπόμενη «ειδοποίηση» παρέλειψε να πληρώσει το εκεί αναφερόμενο εξώδικο πρόστιμο εντός 30 ημερών εξ' ού και η παρούσα υπόθεση. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες, τον τροχονόμο αρ.13 Γ.Πίππιρο (ΜΚ1) και τον Π. Κωνσταντίνου, Επόπτη του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του Δήμου Λεμεσού (ΜΚ2). Ο ΜΚ1 στη μαρτυρία του ανέφερε ότι κατά την ημερομηνία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο, βρισκόταν σε απογευματινή βάρδια όταν παρατήρησε, περί τις 1815, στην οδό Ελλάδος, οδός εντός του τομέα ευθύνης του, πυκνή τροχαία κίνηση, ιδιαίτερα στο ένα ρεύμα κυκλοφορίας. Αφού σταμάτησε για να ελέγξει το χώρο, διαπίστωσε ότι η κυκλοφοριακή συμφόρηση οφειλόταν στο γεγονός ότι στην μια πλευρά του δρόμου, όπου το πρόβλημα ήταν εντονότερο, υπήρχε αριθμός σταθμευμένων αυτοκινήτων τα οποία εμπόδιζαν την ομαλή και κανονική διέλευση των οχημάτων. Όπως ανέφερε ο μάρτυρας, το κυκλοφοριακό πρόβλημα δημιουργήθηκε διότι, λόγω της παρουσίας των σταθμευμένων οχημάτων στην μια πλευρά του δρόμου, τα οχήματα που κινούνταν σε εκείνη την λωρίδα του δρόμου, αναγκάζονταν να σταματούν μέχρις ότου περάσουν τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη λωρίδα. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, για να επιλύσει το πρόβλημα, αναγκάστηκε να προβεί ο ίδιος σε ρυθμιστικές της τροχαίας κίνησης, ενέργειες και ταυτόχρονα προσπάθησε να αναζητήσει τους ιδιοκτήτες των σταθμευμένων οχημάτων χρησιμοποιώντας τη σφυρίχτρα του, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Μετά πάροδο 10 λεπτών περίπου και αφού οι ιδιοκτήτες δεν εντοπίστηκαν, προέβη σε καταγγελίες των οδηγών των οχημάτων για παρακώλυση της κυκλοφορίας, εκδίδοντας σχετικά εξώδικα για το ποσό των €50 τα οποία τοποθέτησε στους ανεμοθώρακες των παρανομούντων οχημάτων. Ένα από τα καταγγελθέντα οχήματα, σύμφωνα με τον μάρτυρα, ήταν και το όχημα του κατηγορούμενου με αρ. εγγραφής ΗΥΜ
- Το εξώδικο που εξέδωσε σε σχέση με το όχημα του κατηγορούμενου, το οποίο ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 1, δεν έχει μέχρι σήμερα πληρωθεί, εξ' ού και η παρούσα υπόθεση. Σύμφωνα με τον ΜΚ1, η εν λόγω οδός, είναι εξαιρετικά πολυσύχναστος δρόμος, συνιστά κύρια οδική αρτηρία που οδηγεί στο κέντρο της πόλης καθώς και δρομολόγιο αστικών λεωφορείων. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκμήριο 2, δέσμη φωτογραφιών που ο ίδιος έβγαλε λίγες μέρες πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στις οποίες, σύμφωνα με αυτόν, φαίνεται το επίμαχο σημείο στάθμευσης ως επίσης και ο τρόπος με τον οποίον επηρεάζεται η κυκλοφορία όταν υπάρχουν σταθμευμένα οχήματα στην άκρη του δρόμου, όπως ήταν σταθμευμένο το όχημα του κατηγορούμενου. Ο μάρτυρας ανέφερε περαιτέρω ότι σε κοντινή απόσταση από το σημείο που ήταν σταθμευμένος ο κατηγορούμενος, ο Δήμος, σε αντίθεση με το επίδικο σημείο, έκρινε ότι θα μπορούσαν να σταθμεύουν οχήματα χωρίς να εμποδίζουν την κυκλοφορία, οπόταν και είχε εγκαταστήσει, με την άδεια της αστυνομίας, παρκόμετρα για το σκοπό αυτό. Ο μάρτυρας περαιτέρω έκαμε αναφορά στις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν εκείνη τη μέρα αναφέροντας ότι, ήταν μήνας Ιούλιος χωρίς αέρα και με ήλιο. Ο μάρτυρας κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του αρχείου του Τμήματος Οδικών Μεταφορών (ΤΟΜ), σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του προαναφερόμενου οχήματος. Στο συμπέρασμα ότι ο οδηγός του επίμαχου οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ο κατηγορούμενος, ο ΜΚ1 ανέφερε ότι κατέληξε από τις μεταγενέστερα της καταγγελίας, παραστάσεις και συμπεριφορά του κατηγορούμενου στα γραφεία του Δήμου και στο Δικαστήριο. Ο ΜΚ1 αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο μόνο ως προς την τελευταία αυτή θέση του, ήτοι το συμπέρασμα του ότι είναι ο κατηγορούμενος που ήταν ο οδηγός του παρανομούντος οχήματος κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ο μάρτυρας επέμεινε στην αρχική του θέση επαναλαμβάνοντας τους λόγους που τον οδήγησαν στο προαναφερόμενο συμπέρασμα του. Ο δεύτερος μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής, Π. Κωνσταντίνου, Επόπτης του Τμήματος Οδικών Μεταφορών του Δήμου Λεμεσού, (ΜΚ2), κλήθηκε να καταθέσει και αυτός ότι ο κατηγορούμενος είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΥΜ383 και προσκόμισε προς απόδειξη τούτου πρόσφατη εκτύπωση του σχετικού αρχείου του ΤΟΜ ως Τεκμήριο
- Η μαρτυρία του ήταν καθαρά τυπική και μπορώ να πω αχρείαστη, εξ' ου και δεν αντεξετάστηκε από τον κατηγορούμενο ο οποίος να σημειωθεί ότι είχε δηλώσει από τα αρχικά στάδια της δίκης ότι είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίμαχου οχήματος. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος υπέβαλε εισήγηση ότι δεν είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του, εισήγηση η οποία βασίζετο σε δύο άξονες. Πρώτο ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι ήταν ο οδηγός του οχήματος την επίδικη ημερομηνία και ώρα και δεύτερο ότι δεν είχε προσκομισθεί επαρκής θετική μαρτυρία αναφορικά με το συστατικό στοιχείο της παρακώλυσης της κυκλοφορίας. Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι είχε αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία, ο οποίος αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, επέλεξε να δώσει ένορκη μαρτυρία. Στη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος παραδέχτηκε ότι ήταν αυτός που οδηγούσε και που στάθμευσε το όχημα του στο επίμαχο σημείο την συγκεκριμένη μέρα και ώρα. Όπως ο ίδιος δήλωσε, εκείνη την μέρα, ενόψει του ότι για τον ίδιο ήταν η τελευταία δικαστηριακή μέρα πριν την έναρξη των θερινών διακοπών, αποφάσισε, όπως συνήθιζε να κάνει κάθε χρόνο, να το γιορτάσει συναντώντας φίλους του για καφέ στην οδό Σαριπόλου. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, όταν έφτασε με το αυτοκίνητο του στο επίμαχο σημείο στην οδό Ελλάδος, περί τις 1800, στάθμευσε στην άκρια του δρόμου παρατηρώντας ότι 25-30 μέτρα μπροστά, υπήρχε ακόμη ένα αυτοκίνητο σταθμευμένο και το οποίο ήταν και το μοναδικό άλλο αυτοκίνητο που είχε σταθμεύσει στην εν λόγω οδό. Όπως ανέφερε ο κατηγορούμενος, στην εν λόγω οδό δεν υπήρχε καμία τροχαία κίνηση όταν στάθμευσε το όχημα του αλλά ούτε και μισή ώρα μετά που έφυγε εξ' ού και ξαφνιάστηκε όταν βρήκε ότι είχε καταγγελθεί για παρακώλυση της κυκλοφορίας. Εκείνο που ουσιαστικά αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος με τη μαρτυρία του ήταν τον ισχυρισμό της κατηγορούσας αρχής ότι το όχημα του, με τον τρόπο που ήταν σταθμευμένο, παρακώλυε την κυκλοφορία. Αναγνώρισε στο Τεκμήριο 2 το σημείο που είχε σταθμεύσει το όχημα του, πρόβαλε όμως τη θέση ότι, με δεδομένο το πλάτος του δρόμου στο συγκεκριμένο σημείο (7.20μ), τις διαστάσεις του οχήματος του (1.70μ Χ 4.50μ), την απόσταση που είχε το όχημα του από το πεζοδρόμιο (10-15εκ.) και την πλησιέστερη γωνία (14.2μ) ως επίσης και την ανυπαρξία τροχαίας κίνησης στην περιοχή, δεν παρακώλυε την κυκλοφορία. Για τις εν λόγω μετρήσεις του κατέθεσε ως Τεκμήριο 5, σχετικό σχεδιάγραμμα το οποίο ετοίμασε ο ίδιος. Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, με τον τρόπο που είχε σταθμεύσει το όχημα του, ακόμη και να έρχονταν αυτοκίνητα ή ακόμη και λεωφορεία και από τις δύο κατευθύνσεις, αυτά μπορούσαν να περάσουν. Απέδωσε την περί του αντιθέτου θέση του ΜΚ1 ως εκδήλωση υπέρμετρου ζήλου κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Ο κατηγορούμενος αντεξετάστηκε εφ' όλης της μαρτυρίας του και εκτενώς. Μεγάλο μέρος της αντεξέτασης του από τη συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αναλώθηκε στην αμφισβήτηση των μετρήσεων του, στο κατά πόσο η συγκεκριμένη οδός αποτελεί σημείο διέλευσης λεωφορείων και φορτηγών, στο είδος και την πυκνότητα της τροχαίας κίνησης τη δεδομένη ημέρα και ώρα ως επίσης και στη θέση του ότι παρά την στάθμευση του οχήματος του με τον τρόπο που αυτό έλαβε χώρα, μπορούσαν να περάσουν οχήματα διαφόρων τύπων ανενόχλητα. Ο κατηγορούμενος επέμεινε στις θέσεις του αν και δέχτηκε ότι κατά τον χρόνο της καταγγελίας και για την μισή ώρα που ήταν στο καφενείο με τους φίλους του, δεν μπορούσε να ξέρει τι είδους και πόση τροχαία κίνηση υπήρχε στο επίδικο σημείο. Υποστήριξε όμως την ορθότητα της εκτίμησης του περί ανυπαρξίας κίνησης στο συγκεκριμένο σημείο τη δεδομένη στιγμή, στη γενικότερη εικόνα που κατ' εκείνον παρουσίαζε η τροχαία κίνηση στην γύρω περιοχή, την οποία χαρακτήρισε ως ανύπαρκτη. Στις τελική αγόρευση της η πλευρά της κατηγορούσας αρχής υποστήριξε τη θέση ότι από την προσκομισθείσα μαρτυρία είχε αποδειχτεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η διάπραξη του αδικήματος της παρακώλυσης της κυκλοφορίας. Παρέπεμψε στην μαρτυρία του ΜΚ1 ως προς το γεγονός της παρακώλυσης, η οποία, σύμφωνα με τη θέση της, παρέμεινε αναντίλεκτη και κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο, σε αντίθεση με τους μάρτυρες κατηγορίας, αναξιόπιστο. Από τη πλευρά του ο κατηγορούμενος υποστήριξε το αντίθετο. Υποστήριξε ότι απουσιάζει παντελώς η αναγκαία θετική μαρτυρία από πλευράς κατηγορούσας αρχής που να αποδεικνύει ότι όντως προκλήθηκε παρακώλυση. Υπέβαλε προς τούτο, ότι ο ΜΚ1 θα έπρεπε να προσκομίσει στο Δικαστήριο φωτογραφίες του σημείου και του οχήματος του την επίδικη μέρα και ώρα, σχεδιάγραμμα του χώρου στο οποίο να φαίνονταν οι διαστάσεις του δρόμου σε αντιπαραβολή με τις διαστάσεις του οχήματος του ως επίσης και μαρτυρία ως προς την φορά και κατεύθυνση που είχε το όχημα του τη στιγμή της καταγγελίας, μαρτυρία δηλαδή, ως αυτή που ο ίδιος προσκόμισε στο Δικαστήριο. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν θέσεις και έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256).), προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία. Κατ' αρχή θα πρέπει να επισημάνω το γεγονός ότι μεγάλο μέρος της μαρτυρίας αφορούσε σε υποθετικά σενάρια και θεωρίες ως προς το πως θα μπορούσε να προκληθεί παρακώλυση κυκλοφορίας σε σχέση με το πλάτος του δρόμου, τις διαστάσεις οχημάτων που πιθανό να διέρχονταν από το συγκεκριμένο δρόμο και τον υποθετικό συνδυασμό τέτοιων οχημάτων π.χ. φορτηγό και saloon ταυτόχρονα, jeep και μοτοσυκλέτα, δύο φορτηγά μαζί ή τρία saloon κλπ. Την ίδια στιγμή, τέτοιου είδους σενάρια συνοδεύονταν από μαθηματικούς υπολογισμούς και εκτιμήσεις στη βάση των διαστάσεων του δρόμου, των διαστάσεων ενός μέσου οχήματος ή του οχήματος του κατηγορούμενου ή του μέσου λεωφορείου ή φορτηγού σε μια προσπάθεια να καταδειχθεί μαθηματικά πόσα και ποια οχήματα μπορούν, αν όντως μπορούν, να περάσουν από το επίδικο σημείο, ταυτόχρονα ή συνεχόμενα κλπ. Είχα την ευκαιρία πολύ πρόσφατα, εξετάζοντας παρόμοιο αδίκημα να προβώ σε σχόλια τα οποία κατά τη γνώμη μου τυγχάνουν εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση και τα οποία αφορούν την επίκληση στο Δικαστήριο των πιο πάνω υποθετικών σεναρίων (βλ. Δήμος Λεμεσού ν Σπύρου Αναστασιάδη, Αρ. Υπόθ. 22885/14 Ε.Δ. Λ/σου, απόφαση ημερομηνίας 17 Νοεμβρίου 2015.) Τα παραθέτω: «Από τον όγκο των υποθέσεων παρόμοιας φύσης που επιλαμβάνομαι καθημερινά, ήτοι τροχαίων παραβάσεων αναφορικά με τη στάθμευση οχημάτων σε δημόσιο δρόμο παράνομα, διαπιστώνω ότι τα πιο πάνω συνιστούν, για ανεξήγητο λόγο, προβληματισμούς τόσο της κατηγορούσας αρχής όσο και των κατηγορουμένων. Αποτέλεσμα αυτού είναι να αναλώνεται τεράστιος δικαστικός χρόνος στην προβολή και απόδειξη θεωριών και υποθετικών σεναρίων και συνάμα προσπάθεια αντίκρουσης τους με περαιτέρω θεωρίες και σενάρια. Ενδεικτικό αυτής της αχρείαστης σπατάλης χρόνου είναι το γεγονός ότι πολλές φορές, σε αδικήματα αυτής της φύσης, προσκομίζεται μαρτυρία και από τις δύο πλευρές, σχετικά με τις καιρικές συνθήκες που επικρατούσαν τη συγκεκριμένη ημέρα, τη δεξιότητα του μέσου οδηγού, η οποία στις πλείστες περιπτώσεις ανάγεται σε επίπεδο κασκαντέρ, τις διαστάσεις του μέσου οχήματος ή του μέσου φορτηγού οχήματος ή της μέσης μοτοσυκλέτας κλπ οι οποίες συνοδεύονται σχεδόν πάντα από ακραία μπορώ να πω σενάρια. Οι δε μάρτυρες των διαδίκων παρουσιάζονται να λαμβάνουν ρόλους ντέντεκτιβ, εμπειρογνωμόνων ακόμη και κατασκόπων ενώ σε κάποιες περιπτώσεις, όπως και στην παρούσα να επιχειρείται ζωντανή αναπαράσταση του συμβάντος με τη διάπραξη άλλων αδικημάτων απλά και μόνο για να ελεγχτούν οι εκατέρωθεν θεωρίες.... Με άλλα λόγια, αυτό που παρατηρείται είναι μία παρανόηση της πραγματικής αλλά και νομικής φύσης αυτών των αδικημάτων η οποία οδηγεί σε χρονοβόρες, αχρείαστες και πολλές φορές παράλογες διαδικασίες. Όπως παρατηρώ πιο κάτω, υπάρχουν, σύμφωνα με τη Νομολογία και οι περιπτώσεις στις οποίες παρέχεται περιθώριο για τα πιο πάνω όμως αυτές διαχωρίζονται από τις περιπτώσεις όπως η παρούσα που ο ισχυρισμός αφορά την πρόκληση πραγματικής (actual) σε αντίθεση με την ενδεχόμενη (potential) παρακώλυση. Παράγοντες όπως ο καιρός, οι διαστάσεις του δρόμου, ο χρόνος αλλά και η συχνότητα της κίνησης μπορεί να είναι σχετικοί, νοουμένου βέβαια ότι αφορούν τα συγκεκριμένα περιστατικά και νοουμένου πάντοτε ότι παραμένουν στη σφαίρα της λογικής και της πραγματικότητας.» Επιστρέφοντας στην παρούσα υπόθεση παρατηρώ τα πιο κάτω: Τόσο από την προσκομισθείσα μαρτυρία όσο και από τις εκατέρωθεν τελικές αγορεύσεις των μερών και τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκαν οι δύο πλευρές, προκύπτει ξεκάθαρα το γεγονός της προαναφερόμενης παρανόησης. Ενδεικτικά αναφέρω τις προβαλλόμενες θέσεις περί δυνατότητας ή μη ταυτόχρονης συνύπαρξης τριών οχημάτων στο επίδικο σημείο, την αντιπαραβολή των διαστάσεων ενός VOLVO με ένα FIAT, την αντιπαραβολή των διαστάσεων ενός λεωφορείου με ένα jeep ή ένα νοσοκομειακό ή πυροσβεστικό όχημα, το σενάριο που συναντιούνται στο σημείο διάφοροι συνδυασμοί τέτοιων οχημάτων, το κατά πόσο ο συγκεκριμένος δρόμος «προσφέρεται» για λεωφορεία και φορτηγά και αν αυτά είναι τα μόνα «μεγάλα» οχήματα που κυκλοφορούν στους δρόμους μιας πόλης, τι συνιστά «πλατύ» και τι «στενό» δρόμο ως επίσης και τους διάφορους θεωρητικούς τρόπους που θα μπορούσαν να «περάσουν» τα διερχόμενα οχήματα με γνώμονα τις διαστάσεις του δρόμου, του οχήματος του κατηγορούμενου αλλά και τις πιθανές διαστάσεις των διερχόμενων οχημάτων. Η παρούσα υπόθεση αφορά στο αδίκημα της πραγματικής παρακώλυσης της κυκλοφορίας. Τόσο η μαρτυρία όσο και η επιχειρηματολογία των μερών η οποία αφορά σε σενάρια, θεωρίες και εκτιμήσεις στη βάση των οποίων θα μπορούσε θεωρητικά και μόνο να καταδειχτεί παρακώλυση ή μη, θα αγνοηθεί. Στην παρούσα υπόθεση συνιστά κοινό έδαφος ότι ο κατηγορούμενος είναι ιδιοκτήτης του οχήματος με αρ. εγγραφής ΗΥΜ383 και ότι κατά την επίδικη ημερομηνία, ήτοι στις 5/7/2013, στάθμευσε τούτο στην οδό Ελλάδος και εντός των δημοτικών ορίων του Δήμου Λεμεσού. Συνιστά επίσης κοινό έδαφος ότι μετά που στάθμευσε το όχημα του ο κατηγορούμενος, το εγκατέλειψε για μισή ώρα τουλάχιστο και ενόσω αυτός απουσίαζε έλαβε χώρα η καταγγελία του από τον ΜΚ1 για το αδίκημα της παρακώλησης της κυκλοφορίας με την έκδοση σχετικού εξωδίκου το οποίο μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί. Αδιαμφισβήτητο αλλά και αποδεκτό γεγονός είναι επίσης ότι στην εν λόγω οδό και σε κοντινή απόσταση από το σημείο της καταγγελίας υπήρχε δημόσιος χώρος στάθμευσης με παρκόμετρα. Για όλα τα πιο πάνω γεγονότα κάμνω ανάλογα ευρήματα. Όσον αφορά το μοναδικό αμφισβητούμενο θέμα ήτοι κατά πόσο ο κατηγορούμενος προκάλεσε με τη στάθμευση του οχήματος του στο συγκεκριμένο σημείο στην οδό Ελλάδος, παρακώληση της κυκλοφορίας, επισημαίνω τα πιο κάτω. Η μαρτυρία του ΜΚ1 αναφορικά με τα όσα ο ίδιος βίωσε και αντιλήφθηκε κατά τον ουσιώδη χρόνο και ειδικότερα η διαπίστωση του ότι στο συγκεκριμένο σημείο μεταξύ των ωρών 1815 - 1825 δημιουργήθηκε κυκλοφοριακή συμφόρηση συνεπεία οχημάτων που ήταν σταθμευμένα στην μια πλευρά του δρόμου, ένα εκ των οποίων και το όχημα του κατηγορούμενου, στην ουσία παρέμεινε αναντίλεκτη. Αναντίλεκτη παρέμεινε ουσιαστικά και η μαρτυρία του ως προς τον τρόπο που δημιουργήθηκε η παρακώλυση ήτοι ότι τα οχήματα που χρησιμοποιούσαν τη λωρίδα που ήταν σταθμευμένα τα προαναφερόμενα οχήματα, αναγκάζονταν να σταματούν μέχρις ότου περάσουν τα οχήματα που έρχονταν από την αντίθετη λωρίδα. Άλλωστε, ο ΜΚ1 ήταν και ο μόνος, από όλους τους μάρτυρες, που ήταν παρών στο συγκεκριμένο σημείο, την επίδικη μέρα μεταξύ των ωρών 1815-1825 και η μαρτυρία του συνάδει πλήρως με τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα τα οποία αποτέλεσαν και ευρήματα του Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι, η μοναδική θέση του ΜΚ1 η οποία αρχικά αμφισβητήθηκε από τον κατηγορούμενο κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ήταν το συμπέρασμα του τελευταίου ότι ο πρώτος ήταν ο οδηγός που στάθμευσε το επίμαχο όχημα την επίδικη ημερομηνία και ώρα, θέση την οποία όμως ο κατηγορούμενος αποδέχτηκε τελικά. Αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΚ1 ως αξιόπιστη στο σύνολο της και κάμνω ανάλογα ευρήματα. Το ίδιο αξιόπιστη κρίνω και τη μαρτυρία του ΜΚ2 ως προς το ότι το επίμαχο όχημα είναι ιδιοκτησία του κατηγορούμενου, γεγονός το οποίο εν πάση περιπτώσει δεν αμφισβητήθηκε και κατέστη από κοινού παραδεκτό. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του κατηγορούμενου χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω ότι ο κατηγορούμενος δεν φέρει οποιοδήποτε βάρος απόδειξης. Σημειώνω ενδεικτικά ότι η θέση του κατηγορούμενου ως προς το θέμα της παρακώλυσης, βασιζόταν αποκλειστικά, εφόσον ο ίδιος, όπως δέχτηκε κατά την αντεξέταση του, δεν ήταν παρών κατά τον ουσιώδη χρόνο στο συγκεκριμένο σημείο και δεν μπορούσε να ελέγξει την τροχαία κίνηση που υπήρχε εκεί, στις διάφορες εκτιμήσεις του, με γνώμονα την γενική εικόνα που ο ίδιος σχημάτισε, περί της τροχαίας κίνησης της γύρω περιοχής. Οι εν λόγω θέσεις του, αποσκοπούσαν να καταδείξουν περισσότερο ότι τα διερχόμενα οχήματα μπορούσαν, στη βάση των εκτιμήσεων του, αν χρειαζόταν, να «βολευτούν» να περάσουν, θέση που προβάλλει και στην τελική του αγόρευση, παρά ότι καμία παρακώλυση είχε όντως προκληθεί. Υποστήριξε ο κατηγορούμενος ότι ο ΜΚ1, ως επίσης και ο κάθε τροχονόμος που αποφασίζει να καταγγείλει ένα όχημα για το αδίκημα της παρακώλυσης θα πρέπει να βγάλει φωτογραφίες του συγκεκριμένου οχήματος τη δεδομένη στιγμή, να ετοιμάσει σχετικό σχεδιάγραμμα του δρόμου, να μετρήσει και καταγράψει τις διαστάσεις τόσο του δρόμου όσο και του παράνομα σταθμευμένου οχήματος κλπ. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά του κατηγορούμενου, αυτή η θέση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Θα ήταν εντελώς παράλογο να θεωρεί κανείς ότι, ο κάθε τροχονόμος στην καθημερινή περιπολία του, στα πλαίσια της οποίας ελέγχει πληθώρα δρόμων και οχημάτων, έχει υποχρέωση όπως για κάθε όχημα που καταγγέλλει, σταματά και συλλέγει όλα αυτά τα στοιχεία, απλά και μόνο διότι υπάρχει το ενδεχόμενο η καταγγελία του στο μέλλον να αμφισβητηθεί. Όπως παρατηρώ πιο κάτω, η υποχρέωση του τροχονόμου είναι να συλλέξει τα αναγκαία αυτά στοιχεία που αποδεικνύουν, σε περίπτωση αμφισβήτησης, τη διάπραξη του ισχυριζόμενου αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Δεν υπάρχει προκαθορισμένη ή εξαντλητική λίστα αυτών των στοιχείων, η δε επάρκεια τους κρίνεται πάντοτε με βάση τα συγκεκριμένα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Στη βάση των ανωτέρω δεν μπορώ να αποδεχτώ τη μαρτυρία του κατηγορούμενου, όσον αφορά τη θέση του περί μη πρόκλησης παρακώλησης της κυκλοφορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Τη νομική πτυχή του υπό εξέταση αδικήματος, όπως προανέφερα, είχα την ευκαιρία να την εξετάσω στην υπόθεση Αναστασιάδης, ανωτέρω. Επειδή οι σχετικές νομικές αρχές εξακολουθούν να παραμένουν οι ίδιες και τυγχάνουν κατά τη γνώμη μου εφαρμογής και στην παρούσα υπόθεση κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το σχετικό απόσπασμα αυτούσιο: «Χρήσιμη καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί επομένως και από την αγγλική νομολογία και συγγράμματα. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Motoring Offences του Paul H Niekirk Μ.Α, London, Butterworths, 1967 στη σελ 106 το κατά πόσο μια συγκεκριμένη πράξη αναλογεί σε αδικαιολόγητη παρακώλυση είναι θέμα πραγματικό και εξαρτάται από τα συγκεκριμένα γεγονότα. Ως εκ τούτου το νομολογιακό προηγούμενο είναι απλά καθοδηγητικής σημασίας και η κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται με τα δικά της περιστατικά. Από μελέτη των σχετικών αγγλικών συγγραμμάτων, Butterworths Road Traffic Service (ηλεκτρονική έκδοση - Division J Obstruction and Parking Offences - Par. 5 Unnecessary Obstruction by a Motor Vehicle - The ingredients of the offence), Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, σελ. 537, παρ. 6.206-6.210, καθώς και Motoring Offences του Paul H Niekirk Μ.Α, London, Butterworths, 1967 σελ 105-109, και της νομολογίας που τα εν λόγω συγγράμματα παραθέτουν, προκύπτουν οι εξής σχετικές αρχές. Α) Η παρακώλυση κυκλοφορίας προκαλείται από παράλογη ή αδικαιολόγητη χρήση του δρόμου Β) Το κατά πόσο η χρήση του δρόμου με συγκεκριμένο τρόπο αποτελεί παρακώλυση ή όχι είναι ζήτημα γεγονότων Γ) Οι παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη για σκοπούς εξακρίβωσης της παρακώλυσης είναι μεταξύ άλλων, οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα η στάθμευση, ο χρόνος που διήρκησε, ο τόπος ως επίσης και ο σκοπός για τον οποίο στάθμευσε το όχημα Δ)Ο κάθε παράγοντας δεν είναι από μόνος του καθοριστικής σημασίας. Μπορεί να υφίσταται παρακώλυση για πολύ μικρό χρονικό διάστημα (βλ. Wall v Williams 1966] Crim LR 50 - πενήντα δευτερόλεπτα), η παρακώλυση της κυκλοφορίας μπορεί να προκληθεί από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας, π.χ. καταλαμβάνοντας το μισό μέρος στενού, πολυσύχναστου δρόμου, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η χρήση μιας λωρίδας, ή μπορεί να είναι παράλογη η χρήση δικαιώματος στάσης ακόμη και αν υπάρχει χώρος διέλευσης της κυκλοφορίας. Παρακώλυση μπορεί να υπάρξει ακόμη και αν ο οδηγός οχήματος σταθμεύσει σε σειρά οχημάτων (βλ. Solomon v Durbridge
(1956)120 J.P. 231 ). Ο δε σκοπός της στάθμευσης, σύμφωνα με τη νομολογία, φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με την ύπαρξη κάποιας νόμιμης δικαιολογίας και όχι με το κίνητρο ή τον σκοπό αυτό καθ' εαυτό βλ. W R Anderson (Motors) Ltd v Hargreaves - [1962] 1 All ER 129) Ε)Τέλος θα πρέπει να διαχωρίζονται οι περιπτώσεις που αφορούν στάθμευση που προκαλεί πραγματική παρακώλυση από τις περιπτώσεις που αφορούν στάθμευση που ενδέχεται να προκαλέσει παρακώλυση. Στην τελευταία περίπτωση, αν και η παρακώλυση μπορεί να αποδειχτεί χωρίς μαρτυρία ότι όντως προκλήθηκε παρακώλυση, εντούτοις θα πρέπει να προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία ότι υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε να προκληθεί παρακώλυση. (π.χ. στάθμευση σε στάση λεωφορείου κατά τις ώρες λειτουργίας της γραμμής). Για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος ως επίσης και διάφορα παραδείγματα από τη νομολογία ως προς το τι θεωρήθηκε παρακώλυση και τι όχι παραπέμπω στο σύγγραμμα Butterworths Road Traffic Service ανωτέρω. Πρόσφατα ο αδελφός Δικαστής Ν. Γεωργιάδης, είχε την ευκαιρία να ασχοληθεί και αυτός με την ερμηνεία και εφαρμογή της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας, στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν Αλέξανδρος Σαουρής, Αρ. υπόθ. 7770/13, Ε.Δ. Λ/σου, ημερομηνίας 2/11/15. Παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση του, το οποίο με βρίσκει πλήρως σύμφωνο και το υιοθετώ: «Ούτε δέχομαι τη θέση του ότι δεν εμποδιζόταν η κυκλοφορία επειδή υπήρχε τρόπος διέλευσης χρησιμοποιώντας τη μία λωρίδα από τις δύο. Αυτό δε συνιστά δικαιολογημένη στάση ή στάθμευση οχήματος. Μάλλον το αντίθετο καταδεικνύει. Τα όσα ανέφερε δε, περί στάθμευσης σε σειρά οχημάτων δεν τον απαλλάσσουν ευθύνης. Η παρακώλυση της κυκλοφορίας, όπως διαφαίνεται από τις νομικές αναφορές που ανέφερα πιο πάνω, μπορεί να προκληθεί από αριθμό παραγόντων. Αυτό που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι οι εκτιμήσεις του Κατηγορουμένου αλλά αν αντικειμενικά η στάθμευση του οχήματος του προκαλούσε αδικαιολόγητη παρακώλυση της τροχαίας κίνησης.»» Στην παρούσα περίπτωση το ισχυριζόμενο αδίκημα αφορά πραγματική παρακώλυση κυκλοφορίας που προκλήθηκε από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας με τη στάθμευση οχήματος, σε σειρά άλλων οχημάτων (βλ. Solomon v Durbridge
(1956)120 J.P. 231) κατά τρόπο που εμπόδιζε την κανονική και απρόσκοπτη διέλευση οχημάτων στην εν λόγω λωρίδα αναγκάζοντας τη χρήση και της άλλης λωρίδας. (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, στη σελ. 537, παρ. 6.206 και Butterworths Road Traffic Service ανωτέρω παρ. 5.12). Στην προκειμένη περίπτωση έχω ήδη καταλήξει σε ευρήματα τόσο στη βάση των κοινά αποδεκτών γεγονότων όσο και στη βάση των όσων εκτέθηκαν από τον ΜΚ1, στα πλαίσια της μαρτυρίας του την οποία αφού έκρινα αξιόπιστη την αποδέχτηκα στο σύνολο της και ειδικότερα στο εύρημα ότι, με τη στάθμευση του οχήματος του, στην οδό Ελλάδος στο Δήμο Λεμεσού, την 5/7/13, ο κατηγορούμενος προκάλεσε κυκλοφοριακό πρόβλημα στα διερχόμενα οχήματα και κατ' επέκταση παρακώλυση της κυκλοφορίας. Το γεγονός ότι μπορεί να υπήρχε κάποιος χώρος ή δυνατότητα διέλευσης των οχημάτων είναι στοιχείο, άνευ ουσιαστικά σημασίας, όπως άλλωστε επιμαρτυρεί και η νομολογία στην οποία έχω αναφερθεί πιο πάνω, ιδιαίτερα αν ληφθεί υπόψη και το ότι χρειάστηκε η επέμβαση τροχονόμου για τον σκοπό αυτό. Στη βάση των ανωτέρω ευρημάτων μου κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή, στην παρούσα υπόθεση πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αντικείμενο του κατηγορητηρίου και συνεπώς την ενοχή του κατηγορούμενου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης Προσ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Final Αναφορά: Παρακώλυση Κυκλοφορίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο