← Κύπρος

H & K NERI'S COLL. LTD ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΓΑΘΟΥ, Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 17497/14, 12/11/2015

H & K NERI'S COLL. LTD ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΓΑΘΟΥ, Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 17497/14, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B135 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Ποιν. Υπόθ.: 17497/14 H & K NERI'S COLL. LTD ν. ΣΤΑΥΡΟΣ ΑΓΑΘΟΥ Κατηγορούμενου ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12 Νοεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κος. Λ. Λαζάρου Για τον Κατηγορούμενο: κα. Ανδρονίκου με κα. Γεωργίου Κατηγορούμενος : παρών Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί ενοχή στο αδίκημα της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α

(1)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των 2 κατηγοριών που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει, αυτός εξέδωσε τις αναφερόμενες στο κατηγορητήριο επιταγές για τα ποσά των €3,500,00= και €6.500,00= αντίστοιχα, οι οποίες κατά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν εξοφλήθηκαν λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και με την ένδειξη «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και παρέμειναν απλήρωτες για περίοδο 15 ημερών από της παρουσιάσεως τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονούμενων κατά την έκθεση των γεγονότων στις 06/11/2015 ανέφερε ότι τα γεγονότα αναφέρονται στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει οιονδήποτε ποσό για τις 2 επίδικες επιταγές και το συνολικά οφειλόμενο ποσό και των 2 επιταγών συνεχίζει να παραμένει στις €10.000=. Περαιτέρω ζήτησε όπως το Δικαστήριο καταδικάσει τον κατηγορούμενο και στην καταβολή των δικηγορικών εξόδων των παραπονούμενων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Στην αγόρευση του ευπαιδεύτου συνηγόρου δεν αναφέρθησαν οιεσδήποτε προηγούμενες καταδίκες. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου για σκοπούς μετριασμού της ποινής του κατέθεσε γραπτή αγόρευση, Έγγραφο Α, το περιεχόμενο του οποίου υιοθέτησε και προφορικά ανέπτυξε περαιτέρω τις θέσεις και εισηγήσεις του. Περαιτέρω υιοθέτησε πλήρως την έκθεση του τμήματος κοινωνικής Ευημερίας σχετικά με τις προσωπικές περιστάσεις του πελάτη του. Συνοπτικά τα όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου ανέφερε στην αγόρευση του πέραν της νομολογίας και των αρχών επί των οποίων βασίζεται η επιβολή της ποινής, αφορούν τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου, οικονομικά προβλήματα και ζητήματα υγείας, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων που εισηγήθηκε ότι ήταν η παροχή βοήθειας προς τον γιό του, την άμεση παραδοχή του, το λευκό του ποινικό μητρώο σε συνάρτηση με την ηλικία του, τον πρότερο έντιμο βίο του, το χρονικό διάστημα που διέρρευσε από την διάπραξη μέχρι σήμερα. Επιπλέον με τα πιο πάνω ο συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση επιβολής ποινής φυλάκισης η εκτέλεση της δύναται να ανασταλεί ενώ ζήτησε να ληφθεί υπόψη ότι ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα όπως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ληφθούν υπόψη κατά το στάδιο επιβολής ποινής στην Π.Υ. 1068/14 του Ε. Δ. Παραλιμνίου, αίτημα που απορρίφθηκε. Τα όσα αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι ανέλυσαν στις αγορεύσεις τους, έχουν σημειωθεί στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη και δεν χρειάζεται να αναφερθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα αδικήματα για τα οποία παραδέχτηκε ενοχή ο κατηγορούμενος είναι σοβαρά. Αυτό διαφαίνεται και από τη σοβαρότητα που προσδίδεται σε αυτά από το Νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής που προβλέπεται από το Νόμο. Συγκεκριμένα προβλέπεται ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια ή χρηματική ποινή μέχρι €10.000.- ή και οι δυο ποινές. Περαιτέρω η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση αδικημάτων που αφορούν την έκδοση επιταγών χωρίς αντίκρισμα έχει τονισθεί επανειλημμένα μέσα από σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Τέτοιας φύσης αδικήματα διαπράττονται με ανησυχητική συχνότητα, επηρεάζουν την οικονομική ζωή του τόπου και η έξαρση τους αποτελεί μάστιγα της οικονομικής δραστηριότητας της χώρας μας. Όλα αυτά συνηγορούν υπέρ της αντιμετώπισης των αδικημάτων αυτών με επιβολή αποτρεπτικών ποινών, πάντα σε σχέση φυσικά με τα συγκεκριμένα γεγονότα κάθε υπόθεσης. Ενδεικτικά των σκοπών που επιδιώκει η σχετική νομοθεσία αλλά και της σοβαρότητας των σχετικών αδικημάτων και της ανάγκης για επιβολή αποτρεπτικών ποινών είναι και τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση Ισιδώρου v. G.M. Christofi Enterprises Ltd κ.α.
(1999)2 Α.Α.Δ 60: «Ένα άλλο στοιχείο που λαμβάνουμε υπόψη είναι η φύση του αδικήματος. Επηρεάζει τις συναλλαγές και την ιδιοκτησία, η δε διάπραξή του είναι εύκολη. Υπονομεύει την κοινωνική, εμπορική και οικονομική ζωή του τόπου. Με βάση τον μεγάλο αριθμό παρόμοιων υποθέσεων που καταχωρούνται στα Επαρχιακά Δικαστήρια διαπιστώνουμε πως τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση. Η έκδοση ακάλυπτων επιταγών έχει προσλάβει ανησυχητικές διαστάσεις. Έχει ορθά χαρακτηρισθεί οικονομική μάστιγα. Η διάπραξη του αδικήματος, πρέπει να λεχθεί, οφείλεται και στην ευκολία με την οποία οι παραβάτες εξασφαλίζουν από τις τράπεζες βιβλιάρια επιταγών. Χωρίς οποιοδήποτε ηθικό περισπασμό ή αναστολή οι κάτοχοι των βιβλιαρίων επιταγών εκδίδουν κατά συρροή ακάλυπτες επιταγές. Εκμεταλλεύονται την εμπιστοσύνη που τους εναποθέτουν οι συμπολίτες τους και πολλές φορές την αφέλεια τους. Οι δοσοληψίες με τη χρήση επιταγών από μέσο για τη διευκόλυνση των συναλλαγών έχουν μετατραπεί σε εργαλείο οικονομικής εκμετάλλευσης, εξαπάτησης και ταλαιπωρίας των θυμάτων. Οι παράγοντες αυτοί αποτελούν κατά την κρίση μας επιβαρυντικούς παράγοντες. ................................................................................................................ Ενόψει λοιπόν της συχνότητας του αδικήματος και των επιπτώσεών του στην οικονομική ζωή του τόπου προβάλλει επιτακτική η ανάγκη για την πάταξη του αδικήματος. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή αποτρεπτικών ποινών (βλ. Αστυνομία ν Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ 117 και Ηλίας Λάζος Λτδ ν Πετεβιάν
(1994)2 Α.Α.Δ 61). Έχοντας υπόψη όλα τα πιο πάνω θεωρούμε ότι η αποτροπή μπορεί να επιτευχθεί μόνο με την επιβολή ποινής στερητικής της ελευθερίας. Οι ελαφρυντικοί παράγοντες που έχει επικαλεσθεί η εφεσίβλητη 2 δεν είναι ικανοί για να μετατρέψουν το είδος της ποινής. Τονίζουμε πως ενόψει της συχνότητας του αδικήματος η αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης εκτός εάν συντρέχουν πολύ εξαιρετικές περιστάσεις». Από την άλλη πλευρά και έχοντας πάντα κατά νου τις γενικές αρχές για την σοβαρότητα των αδικημάτων αυτών το Δικαστήριο κατά το έργο εξατομίκευσης της ποινής έχει ως καθήκον να λαμβάνει υπόψη του όλα τα ελαφρυντικά στοιχεία που έχουν παρουσιαστεί από την υπεράσπιση περιλαμβανομένων και των ατομικών συνθηκών του παραβάτη καθώς και εκείνων που πηγάζουν από τα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, για εξισορρόπηση της ποινής ούτως ώστε η ποινή να μη συνιστά απλώς τιμωρία αλλά να αρμόζει στο πρόσωπο του συγκεκριμένου παραβάτη (βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 224). Είναι βέβαια νομολογιακά καθιερωμένη η αρχή ότι η διαδικασία εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να συνεπάγεται και εξουδετέρωση είτε της σοβαρότητας του αδικήματος από την μια είτε του στοιχείου της αποτροπής από την άλλη, όταν συντρέχουν λόγοι για την απόδοση αποτρεπτικού χαρακτήρα στην ποινή. Η εξατομίκευση της ποινής επιτυγχάνεται μέσα και όχι έξω από το πλαίσιο των αρχών που διέπουν τον καθορισμό της ποινής (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ευαγόρου, Ποιν. Έφεση 7000, ημερ. 24.04.2001). Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα γεγονότα τα οποία περιβάλουν τη διάπραξη των αδικημάτων, όπως αυτά εκτέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο για την κατηγορούσα αρχή, καθώς και όλα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αλλά και όσα αναφέρονται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας η οποία έχει ετοιμαστεί και βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Για προσδιορισμό και εξατομίκευση της ποινής λαμβάνω υπόψη μου τη σοβαρότητα των αδικημάτων καθώς και την ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών, στα πλαίσια της προαναφερθείσας νομολογίας αλλά και λόγω του ότι τα αδικήματα αυτά βρίσκονται σε έξαρση, πράγμα για το οποίο λαμβάνω δικαστική γνώση από τις υποθέσεις, οι οποίες καταχωρούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Λαμβάνω υπόψη περαιτέρω ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος παρέλειψε να συμμορφωθεί, έστω και με την καταβολή οιουδήποτε ποσού ακόμα και μικρού ή με οιονδήποτε άλλο τρόπο. Κατά το στάδιο της αγόρευσης του συνηγόρου του κατηγορούμενου ζητήθηκε όπως ληφθεί υπόψη το ότι ο κατηγορούμενος για σκοπούς συμμόρφωσης προσέφερε στους παραπονούμενους το ποσό των €2.000= και εισηγήθηκε την υπογραφή γραμματίου για το υπόλοιπο ποσό των επιταγών εισήγηση που δεν έγινε αποδεκτή από τους παραπονούμενους. Η εισήγηση αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον ευπαίδευτο συνήγορο των παραπονούμενων ο οποίος διαφώνησε με το περιεχόμενο της αναφερθείσας πρότασης. Τα ενώπιον μου γεγονότα δείχνουν ότι οι οιεσδήποτε προσπάθειες έγιναν από τον κατηγορούμενο για συμμόρφωση με οιονδήποτε τρόπο δεν έχουν τελεσφορήσει με αποτέλεσμα σήμερα ο κατηγορούμενος να εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου μη συμμορφούμενος γεγονός που λαμβάνεται υπόψη. Το Δικαστήριο βέβαια λαμβάνει υπόψη του ότι ο κατηγορούμενος έστω και με αυτό τον τρόπο επέδειξε προσπάθεια συμμόρφωσης όμως εκ του αποτελέσματος της μη συμμόρφωσης έστω και μερικώς δεν δύναται να ληφθεί υπόψη ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας. Από την άλλη πλευρά προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τα κάτωθι: - Την παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου σε στάδιο πρώιμο πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. - To λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου. Ουδεμία προηγούμενη καταδίκη αναφέρθηκε από τον συνήγορο των παραπονούμενων ενώ μέσα από την αγόρευση του συνηγόρου των κατηγορουμένων προέκυψε ότι ο κατηγορούμενος εκτίει ήδη ποινή φυλάκισης που επιβλήθηκε σε άλλες 2 υποθέσεις. Μέσα από τα όσα ανέφερε ο συνήγορος του κατηγορούμενου, και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτει ότι οι ποινές επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο μετά που παραδέχθηκε ενοχή στην παρούσα υπόθεση και χρονικά όλα τα αδικήματα φαίνεται να διαπράχθηκαν την ίδια περίοδο, ως εκ τούτου και με δεδομένο ότι δεν έχει παρουσιαστεί ποινικό μητρώο με προηγούμενες καταδίκες, δεν δύναμαι να λάβω τα γεγονότα αυτά ως τέτοια και αποδέχομαι ότι ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου. - Την ηλικία του κατηγορούμενου. Σε συνάρτηση με το λευκό ποινικό μητρώο λαμβάνω υπόψη μου και την ηλικία του. Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 75 ετών συνταξιούχος. Κατά την διάρκεια της ζωής του ουδέν αδίκημα διέπραξε, αντίθετα μέσα από την έκθεση του γραφείου ευημερίας, φαίνεται ότι διήγαγε έντιμο βίο, όντας ένας επιχειρηματίας με δικό του εργοστάσιο ζαχαρωδών ειδών από το 1974 μέχρι το
  1. - Τις προσωπικές του συνθήκες. Ο κατηγορούμενος είναι πατέρας 3 ενήλικων τέκνων. Κατά το έτος 2009 η θυγατέρα του κατηγορούμενου απεβίωσε σε ηλικία 40 ετών αφήνοντας πίσω της 4 ανήλικα τέκνα εις την ανατροφή των οποίων ο κατηγορούμενος έχει ενεργό ρόλο. Το αδιαμφισβήτητα τραγικό γεγονός της απώλειας της θυγατέρας του, σύμφωνα με τον συνήγορο του αλλά και την έκθεση του γραφείου ευημερίας, οδήγησε τόσο τον ίδιο τον κατηγορούμενο όσο και την σύζυγο του σε πλήρη αποδιοργάνωση τόσο της επιχείρησης τους όσο και της ψυχικής και σωματικής της υγείας. - Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε τις αναφερόμενες εις το κατηγορητήριο επιταγές με σκοπό να βοηθήσει τον γιό του ο οποίος αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Σύμφωνα με την απόφαση στην Ποινική Έφεση με αρ. 6947, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μαρίας Γεωργίου Στυλιανού, ημερ.1/02/2001, 2 Α.Α.Δ 55, η διάπραξη του αδικήματος που σχετιζόταν με την προσφορά βοήθειας σε συγγενικό πρόσωπο αναγνωρίστηκε ως μετριαστικός παράγοντας. - Τα προβλήματα υγείας του κατηγορούμενου ως αυτά φαίνονται μέσα από τα πιστοποιητικά που παρουσιάστηκαν τόσο από τον συνήγορο του όσο και αυτών που περιλαμβάνονται στην σχετική έκθεση του γραφείου ευημερίας. - Τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος και τις προσπάθειες που καταβάλλει για την εξομάλυνση τους, τις οποίες διέκρινα μέσα από τις αποκοπές ποσών από την μηνιαία σύνταξη του προς εξόφληση διαφόρων χρεών. - Κάθε τι άλλο που αναφέρεται στην έκθεση του γραφείου ευημερίας και δύναται να ληφθεί υπόψη ως μετριαστικός παράγοντας και προς όφελος του κατηγορούμενου. - Περαιτέρω στοιχείο προς μετριασμό της ποινής του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου την εισήγηση ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί υπόψη κατά το στάδιο επιβολής ποινής στην Ποινική Υπόθεση με αρ.1068/2014 ενώπιον άλλου Επαρχιακού Δικαστηρίου η οποία αφορούσε διάπραξη ίδιων αδικημάτων με επιταγές συνολικού ποσού ύψους €14.000= και στην οποία επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 μηνών. Στο σημείο αυτό παραπέμπω στην απόφαση στην Ποινική Έφεση με αριθμό 99/2012, 23/01/2013, Δημήτρης Βέλιου ν. Αστυνομίας, όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «΄Οπως προκύπτει απο την σχετική νομολογία, εκεί όπου μια υπόθεση θα μπορούσε να είχε ληφθεί υπόψη και δεν λήφθηκε, αυτό δυνατό να αποτελέσει λόγο για μείωση της ποινής που επιβλήθηκε κατά τη μεταγενέστερη εκδίκαση του αδικήματος». - Λαμβάνω επιπλέον υπόψη μου προς όφελος του κατηγορούμενου, τον χρόνο ο οποίος παρήλθε απο την διάπραξη των αδικημάτων, σύμφωνα με το κατηγορητήριο απο τον Μάρτιο του 2013, ήτοι την πάροδο 20 και πλέον μηνών. Το Δικαστήριο πέραν των πιο πάνω γεγονότων και ελαφρυντικών στοιχείων, έχει καθήκον του να εφαρμόσει τον Νόμο και τις αρχές της Νομολογίας, που επιβάλλουν αντιμετώπιση του συγκεκριμένου αδικήματος με αυστηρότητα. Αποτελεί βεβαίως και δικαστική γνώση η έξαρση στην διάπραξη αδικημάτων τέτοιας φύσης και αυτό προκύπτει απο την πλειάδα των υποθέσεων που καταχωρούνται καθημερινά ενώπιον του Δικαστηρίου. Διαφορετική προσέγγιση θεωρώ θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα σε νέους επίδοξους παραβάτες και θα εκμηδένιζε το στοιχείο της αποτρεπτικότητας που οφείλουν να έχουν οι ποινές που επιβάλλονται σε τέτοια αδικήματα με ιδιαίτερη έξαρση στην διάπραξη και σοβαρότητα. Περαιτέρω πρέπει να αναφέρω ότι δεν μπορώ να παραβλέψω και τα δικαιώματα των παραπονουμένων οι οποίοι δεν έχουν μέχρι σήμερα αποζημιωθεί για μια οφειλή που εκκρεμεί απο τον Μάρτιο του
  2. Συνεκτιμώντας όλα τα δεδομένα που αφορούν την παρούσα υπόθεση και ιδιαίτερα την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων και με δεδομένο το στοιχείο της αποτροπής κρίνω ότι η μόνη αρμόζουσα ποινή σε σχέση με τον κατηγορούμενο είναι αυτή της φυλάκισης. Ως εκ τούτου επιβάλλεται στον κατηγορούμενο: - Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 1 (ενός) μηνός και - Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης ύψους 2 (δύο) μηνών. Οι ποινές που επιβλήθηκαν να συντρέχουν μεταξύ τους. Ενόψει της κατάληξής μου αυτής θα έλθω τώρα να εξετάσω εάν η ποινή αυτή θα πρέπει να οδηγήσει στην άμεση φυλάκιση του κατηγορουμένου ή δύναται να ανασταλεί, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του
  3. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε των πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται «το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη, Ποιν. Έφεση 7770, ημερ. 30.3.2005 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Περαιτέρω στη Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 663 η οποία αφορούσε έκδοση ακάλυπτης επιταγής, αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: «Η τροποποίηση της σχετικής νομοθεσίας ασφαλώς αποδεσμεύει το δικαστήριο από τους περιορισμούς της προηγούμενης νομοθεσίας και νομολογίας αλλά δεν συνεπάγεται ευχέρεια παροχής αναστολής, προκειμένου ομολογουμένως για αδίκημα μέτριας σοβαρότητας, οποτεδήποτε συντρέχουν παράγοντες όπως η έλλειψη προηγούμενων καταδικών και ενδείξεις μεταμέλειας σε συνδυασμό με επιπτώσεις στην οικογενειακή ή άλλη πτυχή της ζωής του παραβάτη.» Στην παρούσα υπόθεση είναι δεδομένη η σοβαρότητα των αδικημάτων που ο κατηγορούμενος διέπραξε με αποτέλεσμα να καθίσταται επιτακτική και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών. Το Δικαστήριο έχει καθήκον να δώσει μέσα απο τις επιβαλλόμενες ποινές μηνύματα ότι η διάπραξη τέτοιων αδικημάτων πρέπει να σταματήσουν να λαμβάνουν χώρα. Έχω προβληματιστεί σε μεγάλο βαθμό αναφορικά με το κατά πόσο θα πρέπει να ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει ο νόμος αλλά και οι νομολογιακά καθιερωμένες αρχές και να αναστείλω την εκτέλεση της ποινής φυλάκισης που επέβαλα. Συνεκτιμώντας όμως όλους τους παράγοντες και τα δεδομένα που ανέλυσα ανωτέρω κρίνω ότι δεν έχω το περιθώριο να ασκήσω αυτή μου την εξουσία. Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι τέτοια που η αναστολή της θα οδηγούσε στην απώλεια κάθε αποτρεπτικής έννοιας. Βεβαίως το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, οι τραγικές συγκυρίες της ζωής του με την απώλεια της θυγατέρας του στις οποίες η ανθρώπινη συμπόνοια και κατανόηση είναι δεδομένες, έχουν ήδη ληφθεί υπόψη και αποτέλεσαν σοβαρούς παράγοντες, μεταξύ άλλων, καθορισμού του ύψους των ποινών που επιβλήθηκαν. Από την άλλη όμως δεν έχει παρουσιαστεί ενώπιον μου οτιδήποτε που να καταδεικνύει ότι τα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος δεν δύναται να αντιμετωπιστούν κατάλληλα απο τις αρμόδιες αρχές κατά την έκτιση της ποινής του κατηγορούμενου. Ως εκ των ανωτέρω καταλήγω ότι η αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης δεν δικαιολογείται στην παρούσα υπόθεση με τα δεδομένα που ενώπιον μου τέθηκαν. Στο στάδιο όμως αυτό και προτού καταλήξω θα πρέπει να εξεταστεί και ένα άλλο σημείο που άπτεται του τρόπου έκτισης των ποινών που ανωτέρω επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Με βάση την σχετική εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου, θα πρέπει το Δικαστήριο να αποφασίσει κατά πόσο οι ποινές που επιβλήθηκαν θα συντρέχουν με τις ποινές που ήδη επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στις άλλες 2 υποθέσεις που αντιμετώπισε. Στην απόφαση της υπόθεσης Μιχάλης Παράρε ν. Αστυνομίας, Π.Ε.47/2013, ημερ. 20/02/2013 το Δικαστήριο ανέφερε τα κάτωθι σημαντικά: «Τα πιο πάνω, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η κύρια θέση του εφεσείοντος, διά του συνηγόρου του, ότι αν η υπόθεση καταχωρείτο έγκαιρα θα ήταν δυνατό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής από το Κακουργιοδικείο, είναι και εύλογη και ορθή. Έπεται ότι η διαδοχικότητα της έκτισης της ποινής που είναι η συνήθης διαταγή με βάση το άρθρο 117
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, (δέστε Pikis: Sentencing in Cyprus, 2η Έκδ. σελ. 93 και Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 443), πρέπει να ιδωθεί ως προς τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, την οποία το Δικαστήριο διατηρεί υπό το φως των καταληκτικών λέξεων του εδαφίου
(2), σε συνάρτηση με την αρχή της αναλογικότητας και της συνολικότητας της ποινής. Η αρχή αυτή λαμβάνει υπόψη το μη υπέρμετρο ή δυσανάλογο της ποινής ως προς τη συνολική ποινική ευθύνη ενός προσώπου, (Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας - ανωτέρω -, Θεοδώρου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 72/2010, ημερ. 19.9.2011 και Κέρκης ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 433). Και περαιτέρω δεν πρέπει φραστική και μόνο σημασία να αποδίδεται από το Δικαστήριο στην αποτίμηση και τη σημασία των όλων προσωπικών συνθηκών ενός κατηγορούμενου, ακόμη και για αδικήματα σχετιζόμενα με ναρκωτικές ουσίες, (Abe v. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 211). Όλα τα πιο πάνω στοιχεία και δεδομένα της υπόθεσης, (καθυστέρηση στην ποινική δίωξη, νεαρά ηλικία του εφεσείοντος, η ελάχιστη ποσότητα της ναρκωτικής ουσίας προορισμένης για δική του χρήση, η δυνατότητα να είχε η παρούσα υπόθεση ληφθεί υπόψη στην προηγηθείσα καταδίκη του από το Κακουργιοδικείο), δικαιολογούσαν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του πρωτόδικου Δικαστηρίου προς την αντίθετη κατεύθυνση, παρά τη διαφορετικότητα των αδικημάτων. Η άσκηση επιβολής ποινής εμπεριέχει ένα εύρος κινήσεων, ανάλογα με τα δεδομένα της κάθε υπόθεσης, άλλως θα αποτελούσε, όπως λέχθηκε στην Τσιάκκα κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. αρ. 42/10 και 43/10, ημερ. 14.7.2011, «μια μηχανιστική άσκηση, χωρίς περιθώριο ευλυγισίας.». Η έφεση επιτυγχάνει κατά τρόπο ώστε η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των δύο μηνών να συντρέχει με την επιβληθείσα ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών που είχε επιβληθεί από το Κακουργιοδικείο στην υπ΄ αρ. 3556/2011, υπόθεση.». Απο τα όσα αναφέρονται πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο οφείλει, στην μελέτη του ζητήματος αυτού, να εξετάσει το κατά πόσο εάν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης λαμβάνονταν υπόψη στην υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου Αμμοχώστου θα οδηγούσαν σε ουσιωδώς διαφορετική ποινή. Απο τα ενώπιον μου γεγονότα, τα οποία σημειώνω ότι δεν έχουν αμφισβητηθεί, προκύπτει ότι, οι υποθέσεις αφορούν ταυτόσημα αδικήματα, ο κατηγορούμενος εξέδωσε τόσο τις επίδικες επιταγές όσο και τις επιταγές στην άλλη ποινική υπόθεση τον Μάρτιο του 2013 υπό παρόμοιες αν όχι τις ίδιες συνθήκες, οι επιταγές της παρούσης αφορούν συνολικό ποσό ύψους €10.000= ενώ το συνολικό ποσό στην άλλη υπόθεση ήταν ύψους €14.000=. Επομένως καλούμαι να αποφασίσω εάν η επιβληθείσα ποινή των 2 μηνών που επιβλήθηκε απο το Δικαστήριο Αμμοχώστου θα ήτο αυξημένη ή αρκούντως αυξημένη εάν λαμβανόταν υπόψη και η παρούσα υπόθεση. Η απάντηση μου λαμβάνοντας τα όσα προανέφερα σε σχεση με την τις ιδιαίτερες συνθήκες της υπόθεσης αλλά και τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου είναι αρνητική. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η ποινή που επιβλήθηκε δεν θα ήταν ουσιωδώς διαφοροποιημένη ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί για την ενιαία παραβατική συμπεριφορά του να εκδώσει κατά τον ίδιο μήνα υπό τις ίδιες συνθήκες επιταγές χωρίς αντίκρυσμα. Σχετική στο σημείο αυτό είναι και η απόφαση στην υπόθεση Σάββας Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας, Π.Ε. με αρ.7685, 2 Α.Α.Δ 43, 20/07/2004 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Υποβάλλοντας λοιπόν στους εαυτούς μας το ερώτημα κατά πόσο η συνολική ποινή των τεσσεράμισι ετών που προκύπτει από τη διαδοχικότητα των ποινών είναι στο σύνολο της υπέρμετρη και δυσανάλογη προς τα εν λόγω αδικήματα, φρονούμε ότι η απάντηση πρέπει να είναι θετική. Με δεδομένη την ποινή των δυόμισι ετών ως το μέτρο που το Κακουργιοδικείο έκρινε ως ορθό (και η ποινή εκείνη δεν εφεσιβλήθη), το σύνολο της εγκληματικής συμπεριφοράς του Εφεσείοντα, έχοντας υπ' όψη όλους τους παράγοντες που υπεισέρχονται στο θέμα, δεν θα δικαιολογούσε την επιβολή ποινής τεσσεράμισι ετών. Ή, θέτοντας το κάπως διαφορετικά, αν η υπόθεση αυτή ήταν ενώπιον του Κακουργιοδικείου όταν επιβάλλετο ποινή στην 9399/03 και ελαμβάνετο υπόψη, αμφιβάλλουμε αν η ποινή που θα επέβαλλε το Κακουργιοδικείο, με δεδομένο πάντοτε το μέτρο των δυόμισι ετών που το ίδιο έκρινε ως ορθό, θα ήταν αισθητά διαφορετική από εκείνη που επεβλήθη. Υπό το φως του συνόλου των περιστάσεων όπως τις έχουμε αξιολογήσει πιο πάνω, και έχοντας το όφελος και της απόφασης του Κακουργιοδικείου η οποία ετέθη ενώπιον μας, δεν θα είμαστε βέβαιοι ότι η ποινή των δυόμισι ετών που είχε επιβληθεί στην 9399/03 θα ήταν αυξημένη, ή αρκούντως αυξημένη, αν είχε ληφθεί υπ' όψη τότε η υπόθεση αυτή, ώστε να δικαιολογούσε άλλη απόφαση μας παρά ότι οι συντρέχουσες ποινές που επεβλήθησαν στην υπόθεση αυτή θα πρέπει να συντρέχουν με την ήδη επιβληθείσα ποινή των δυόμισι ετών. Με την επιτυχία της έφεσης λοιπόν, η εφεσιβαλλόμενη απόφαση διαφοροποιείται ώστε οι επιβληθείσες ποινές να συντρέχουν με την επιβληθείσα από το Κακουργιοδικείο ποινή στην υπόθεση 9399/03 αντί να είναι συνεχόμενες αυτής.» Ενόψει των όσων ανωτέρω προσπάθησα να εξηγήσω οι ποινές φυλάκισης που επιβλήθηκαν να ξεκινούν από την ημέρα που ο Κατηγορούμενος παρέμεινε υπό κράτηση, ήτοι τις 06/11/2015 και να συντρέχουν με τις ήδη εκτιόμενες ποινές φυλάκισης που του επιβλήθηκαν στην υπόθεση με αρ. 1068/14 στις 23/10/2015 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου που συνεδριάζει στο Παραλίμνι καθώς και με την ήδη εκτιόμενη ποινή που του επιβλήθηκε στην Ποινική Υπόθεση με αρ.7947/14 Ε. Δ. Λευκωσίας. Τελειώνοντας και σε σχέση με τα έξοδα τα οποία ο συνήγορος των παραπονούμενων, υπέβαλε αίτημα όπως επιδικαστούν εναντίον του κατηγορούμενου έχω να αναφέρω τα ακόλουθα. Σύμφωνα με την Ποινική έφεση αρ.6550, Ανδρέας Μενελάου ν. Αστυνομίας, ημερ. 21 Ιουλίου, 1998, «2. Η διαταγή για την καταβολή των εξόδων της ποινικής δίκης είναι, χωρίς να αποκλείεται, ασύνηθες τιμωρητικό μέτρο, έστω και όπου η διάρκεια της ποινής είναι βραχεία, σε περιπτώσεις που επιβάλλεται ποινή φυλάκισης - (βλ. The Attorney-General v. Georghios Stavrou & Others
(1962)C.L.R. 274. Lambros Costa Nicolaou v. The Republic
(1966)2 C.L.R. 60. Koumas Georghiou Kouma v. The Police
(1967)2 C.L.R. 230. Costas Christou Christofakis v. The Police
(1963)1 C.L.R. 33). Καθοδηγητικό για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ως προς τα έξοδα της ποινικής δίκης, είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφασή μας στην Dias Yvan Katharina ν. Ευθυμίου κ.ά., Ποινική Έφεση 6332, 15/4/98: "Το Άρθρο 151 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου παρέχει διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να προβεί στην έκδοση διαταγής ως προς τα έξοδα. Η άσκηση γενικά της εξουσίας για την επιδίκαση εξόδων σε ποινικές υποθέσεις αποτέλεσε το αντικείμενο συζήτησης στην Pishorn v. Police
(1973)9 J.S.C. 1132. Διευκρινίζεται ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας για την παροχή εξόδων δεν ασκείται όπως και στις πολιτικές υποθέσεις, που, κατά κανόνα, ακολουθεί το αποτέλεσμα. Υπεισέρχονται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και όλοι οι άλλοι παράγοντες δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι αφορούν την έγερση ποινικής διαδικασίας."» Με βάση τα ανωτέρω προκύπτει ότι το ζήτημα των εξόδων σε μια ποινική υπόθεση δεν εξετάζεται με βάση τους κανόνες που ισχύουν στις πολιτικές υποθέσεις. Στην παρούσα υπόθεση η οποία σημειώνω ότι είναι ιδιωτικής φύσεως, παρά το ότι έχει επιβληθεί ποινή φυλάκισης, ουδέν έχει εγερθεί απο τον συνήγορο του κατηγορούμενου αναφορικά με τα έξοδα. Αντίθετα ο συνήγορος του κατηγορούμενου δήλωσε ότι ο πελάτης του συμφωνεί με την επιδίκαση και καταβολή εξόδων. Ως εκ τούτου και σε συνδυασμό με το ύψος της ποινής και τον τρόπο έκτισης της κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση διαφοροποιείται και η επιδίκαση εξόδων εναντίον του κατηγορούμενου δεν θα συνιστά ασύνηθες τιμωρητικό μέτρο κυρίως λόγω της αποδοχής της επιδίκασης από τον κατηγορούμενο. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη μου τα έξοδα με τα οποία επιβαρύνθηκαν οι παραπονούμενοι για προώθηση της παρούσας υπόθεσης. Ως εκ τούτου τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον του κατηγορούμενου ως θα υπολογισθούν απο τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα να καταβληθούν εντός τριών μηνών από την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου. (Υπ.) ............ Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.