← Κύπρος

Σάββα Θρασυβούλου ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Τραχωνίου, Αρ.Υπόθ. 6/14, 11/11/2015

Σάββα Θρασυβούλου ν. Κοινοτικό Συμβούλιο Τραχωνίου, Αρ.Υπόθ. 6/14, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B133 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Αρ.Υπόθ. 6/14 Ενώπιον : Λ. Πασχαλίδη, Πρ.Ε.Δ Σάββα Θρασυβούλου Παραπονούμενος - ν - Κοινοτικό Συμβούλιο Τραχωνίου Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 11 Νοεμβρίου 2015 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Παραπονούμενη-Κατήγορο κ. Ζ. Νικολάου Για Κατηγορούμενους κα Νικολάου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η προδικαστική ένσταση που ήγειρε η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου Κοινοτικού Συμβουλίου, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, αναφορικά με την καθ' ύλη αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση. Η υπόθεση αφορά δεκαεννέα κατηγορίες, που καλύπτουν την περίοδο Ιουνίου 2012 - Δεκεμβρίου 2013 για μη πληρωμή μισθού στον παραπονούμενο, κατά παράβαση του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (N. 35(I)/2007). Σύμφωνα με την συνήγορο των κατηγορουμένων, το Επαρχιακό Δικαστήριο που ασκεί ποινική δικαιοδοσία δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση εφόσον τα θέματα στα οποία η υπόθεση αφορά εμπίπτουν, σύμφωνα πάντα με τη συνήγορο, στην σφαίρα του Δημόσιου Δικαίου και κατ' επέκταση στην αναθεωρητική δικαιοδοσία του Ανωτάτου Δικαστηρίου με βάση το Αρ.146 του Συντάγματος. Η παρούσα υπόθεση αφορά, σύμφωνα με τη κα. Νικολάου, σε παράλειψη από μέρους μιας Αρχής Τοπικής Αυτοδιοίκησης, ενός διοικητικού οργάνου δηλαδή, να εκπληρώσει καθήκον που επιβάλλει νόμος, ως επίσης και σε θέματα μισθοδοσίας εργοδοτουμένων της εν λόγω Αρχής. Σύμφωνα με τη θέση της συνηγόρου, τέτοια θέματα, εμπίπτουν στην εμβέλεια του Αρ.146Σ και συνεπώς εξετάζονται αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της αναθεωρητικής εξουσίας του. Καταλήγοντας, η συνήγορος υπέβαλε ότι η εδώ επίδικη διαφορά έχει όλα τα αναγκαία γνωρίσματα μιας εκτελεστής διοικητικής πράξης ή παράλειψης, γεγονός που την τοποθετεί εκτός της εμβέλειας του ιδιωτικού δικαίου. Προς υποστήριξη των θέσεων της, η συνήγορος παρέπεμψε σε νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου ως επίσης και σε συγγράμματα Διοικητικού Δικαίου. Εκ διαμέτρου αντίθετες ήταν οι θέσεις που πρόβαλε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονούμενου, ο οποίος, παρέπεμψε στη σχετική νομοθεσία, αντικείμενο των κατηγοριών, ήτοι το N. 35(I)/2007και ειδικότερα στο αρ.20 του εν λόγω Νόμου οι πρόνοιες του οποίου δημιουργούν το συγκεκριμένο ποινικό αδίκημα. Περαιτέρω, ο συνήγορος κάλεσε το Δικαστήριο να απορρίψει την ένσταση ως πρόωρη εφόσον ακόμη δεν έχει, όπως υπέβαλε, τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου το πραγματικό υπόβαθρο σε σχέση με την ισχυριζόμενη συμπεριφορά των κατηγορουμένων έτσι ώστε να καθίσταται δυνατή η διακρίβωση του κατά πόσο πρόκειται περί πράξης ή παράλειψης και μάλιστα εκτελεστής. Εξέτασα με προσοχή τις εκατέρωθεν ενδιαφέρουσες θέσεις και την επιχειρηματολογία που προβλήθηκε προς υποστήριξη τους. Κατ' αρχάς επισημαίνω το γεγονός ότι παρά την έρευνα στην οποία το Δικαστήριο προέβη δεν εντόπισα νομολογία επί της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας. Εξ' άλλου την απουσία σχετικής νομολογίας διαπίστωσαν και οι συνήγοροι. Πλούσια όμως είναι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με τη «διαχωριστική γραμμή μεταξύ του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα του δικαίου» (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ και άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα,

(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Κατ' αρχάς, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι Επαρχιακός Δικαστής που ασκεί ποινική δικαιοδοσία έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα να δικάζει κάθε ποινικό αδίκημα που τιμωρείται με φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τα 5 χρόνια και/ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις πεvήvτα χιλιάδες λίρες. (Αρ. 24 Ν.14(Ι)/1960). Το αδίκημα, αντικείμενο των προνοιών του αρ. 20 N. 35(I)/2007διαπράττεται από εργοδότη και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι
(6)μήνες ή με χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15000) ή και με τις δύο αυτές ποινές. Αναφορικά με το ποιος θεωρείται «εργοδότης» για σκοπούς του Νόμου, σχετικό είναι το αρ. 2 του Νόμου σύμφωνα με το οποίο στον όρο «εργοδότης» περιλαμβάνεται και η Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας σε σχέση με πρόσωπα που εργάζονται για λογαριασμό της «είτε δυνάμει σύμβασης εργασίας ή μαθητείας, είτε κάτω από τέτοιες περιστάσεις, από τις οποίες μπορεί να συναχθεί η ύπαρξη σχέσης εργοδότη εργοδοτούμενου». Επισημαίνω επίσης ότι η εν λόγω νομοθεσία βρίσκεται σε πλήρη ισχύ και δεν έχει κηρυχθεί μέχρι σήμερα αντισυνταγματική. Από την συνδυασμένη εφαρμογή των προνοιών του Αρ.24 Ν.14(Ι)/60και των αρ. 2 και 20 Ν.35(Ι)/07, προκύπτει, και αυτό στη βάση των όσων στο παρόν στάδιο έχω ενώπιον μου, ότι Επαρχιακός Δικαστής έχει καθ' ύλη αρμοδιότητα να εκδικάσει αδίκημα που διαπράττεται βάση του N. 35(I)/2007. Το γεγονός και μόνο ότι ο κατ' ισχυρισμό εργοδότης κατηγορούμενος είναι όργανο ή αρχή της Δημοκρατίας δεν δημιουργεί οποιοδήποτε κώλυμα. Επισημαίνω ότι στο παρόν στάδιο, το μόνο που έχω ενώπιον μου, είναι το κατηγορητήριο, οι λεπτομέρειες του οποίου αναφέρουν απλά ότι οι κατηγορούμενοι είναι δημόσια αρχή, ότι απέκοψαν συγκεκριμένο ποσό από τον μισθό του παραπονούμενου, ότι παραλείπουν μέχρι σήμερα να το καταβάλουν και ότι τέλος οτι δεν παραδέχτηκαν ενοχή. Οι περιπτώσεις που εμπίπτουν στην αποκλειστική δικαιοδοσία του αναθεωρητικού ελέγχου του Ανωτάτου Δικαστηρίου διακρίνονται και διαφέρουν από αυτές που εμπίπτουν στην εμβέλεια της αστικής όπως και της ποινικής δικαιοδοσίας των Επαρχιακών Δικαστηρίων. (βλ. ΑΓΡΟΚΤΗΜΑ ΛΑΝΙΤΗ ΛΤΔ & ΑΛΛΟΙ -ν - ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ 1991
(1)Α.Α.Δ. 225, ΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ -ν- ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
(1991)3 Α.Α.Δ. 493, ΗΛΙΑΣ ΑΔΑΜΟΥ ΗΛΙΑ - ν - ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΒΕΛΤΙΩΣΕΩΣ ΞΥΛΟΦΑΓΟΥ 1994
(2)Α.Α.Δ. 137, ΑΡΙΣΤΟΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ -ν- ΕΠΑΡΧΟΥ ΛΕΜΕΣΟΥ 2000
(2)Α.Α.Δ. 128, ΜΑΡΙΟΣ Ι. ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ κ.α. -ν- ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ 1999
(2)Α.Α.Δ 75, JAMES PETER -V- ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ 2001
(2)Α.Α.Δ)
  1. Αναφορικά με θέματα μισθοδοσίας αλλά και εργοδότησης γενικότερα των εργοδοτουμένων από Δημόσιες Αρχές, η νομολογία διακρίνει μεταξύ διαφορών που συνιστούν χρηματικές διαφορές και διαφορών που αφορούν στο νομικό δικαίωμα και/ή υποχρέωση για αποζημίωση του εργοδοτούμενου ή καθορισμό των αποδοχών του κατ' εφαρμογή των σχετικών νόμων. Στη μεν πρώτη περίπτωση, η διαφορά φαίνεται να είναι ιδιωτικής φύσεως ενώ στη δεύτερη διοικητικής. (βλ. Σπάταλος ν. Δημοκρατίας, Προσφ. Αρ. 566/97, 9.9.1998, Ανδρέας Σπάταλος, ν Κυπριακή Δημοκρατία, Συνεκ. Υπ Αρ.277/99, 278/99 και 279/99 ημερομηνίας 3.7.01, ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ
  2. ΑΡΧΗΓΟΥ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ,
  3. ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΤΑΞΗΣ, v. ΜΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΟΥ κ.α.
(2003)3 Α.Α.Δ 87, Λοΐζου Βαλιαντή κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας κ.α, Υπόθεση αρ. 144/98, ημερομηνίας 13/3/01, ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, κ.α Συνεκδικαζόμενες υποθ. αρ. 1480/2011, 1481/2011, 1482/2011, 1483/2011, 1484/2011,1591/2011,1625/2011, ημερ. 11 Ιουνίου, 2014, σύγγραμμα Α.Γ. Τσάτσος «Διοίκησις και Δίκαιον»
(1979)σελ. 189). Παράλληλα, σχέσεις εργοδότησης οι οποίες δημιουργούν δικαιώματα δυνάμει συγκεκριμένων νομοθετημάτων, έχουν κριθεί ως εμπίπτουσες αποκλειστικά στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου (βλ. Αβραάμ Αντιγόνη ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2008)3 Α.Α.Δ. 49 η οποία αφορούσε τα εργασιακά δικαιώματα εκτάκτων - συμβασιούχων στο δημόσιο με βάση τον Ν. 98(I)/2003). Άλλωστε, ο περί Κοινοτήτων Νόμος του 1999 (86(I)/1999) προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ «υπαλλήλων» μόνιμων ή μη και «εργατών» μόνιμων ή μη, αναλόγως του τρόπου και του σκοπού με τον οποίο τέτοια πρόσωπα εργοδοτούνται και αμείβονται από τα Κοινοτικά Συμβούλια. (βλ. αρ.2, 42, 49, 50, 52 Ν. (86(I)/1999). Αυτό που συνάγεται από την προαναφερόμενη νομολογία και γενικά στα όσα η εν λόγω νομολογία αναφέρεται, είναι ότι για τη διαπίστωση του ορθού δικαιοδοτικού πλαισίου, απαιτείται πρώτα η διακρίβωση του καθεστώτος της εργασιακής σχέσης παραπονούμενου - κατηγορουμένων ως επίσης και η αποκρυστάλλωση των γεγονότων που στοιχειοθετούν την επίδικη διαφορά. Κρίνω ότι στο παρόν στάδιο δεν έχω ενώπιο μου την αναγκαία μαρτυρία που απαιτείται για να μπορέσουν να αποφασιστούν τα θέματα που έχει θίξει με την ένσταση της η συνήγορος των κατηγορουμένων. Ούτε το καθεστώς της εργασιακής σχέσης έχει τεθεί ενώπιον μου σε όλο της το εύρος, ούτε η ακριβής διαφορά αλλά ούτε και η πλήρης έκταση της κατ' ισχυρισμό αξιόποινης συμπεριφοράς. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η προδικαστική ένσταση θα πρέπει να απορριφθεί ως πρόωρη και ως τέτοια απορρίπτεται. (Υπ.).................................... Λ. Πασχαλίδης Πρ. Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ Subject: Criminal/Interim Αναφορά: ΄Καθ''ύλη Αρμοδιότητα - Προστασία Μισθών cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.