← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ρώμος Κοτσώνης, Αρ. Υπόθεσης: 11234/12, 4/11/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ρώμος Κοτσώνης, Αρ. Υπόθεσης: 11234/12, 4/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B127 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11234/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον Ρώμος Κοτσώνης Κατηγορούμενος --------------------- Ημερομηνία: 4/11/15 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Χ"Κωνσταντίνου Για Κατηγορούμενο: κα Αδάμου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της αμελούς οδήγησης ότι δηλαδή στις 15/12/11 στη Λεμεσό ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα KWZ670 στη συμβολή των οδών Αγίας Ζώνης και Πλάτωνος δεν κατέβαλλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε δυστύχημα. Η κατηγορούσα αρχή για ν' αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας ενώ κατέθεσε 10 τεκμήρια. Ο ΜΚ1 ήταν ο Αστ. 1685 Κ. Χαραλάμπους και ΜΚ 2 ο παραπονούμενος Γεώργιος Οικονόμου. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κατέθεσε ενόρκως ενώ δεν προσκόμισε οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης, δεν θα την επαναλάβω, θα αναφερθώ εκεί και όπου θεωρώ απαραίτητο για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης . Έχω επίσης παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου

(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο Αστυφ. 1685 Χ. Ξενοφώντος ο οποίος ουσιαστικά ήταν και ο εξεταστής της υπόθεσης. Προχώρησε στην ετοιμασία του πρόχειρου και στη συνέχεια στην ετοιμασία του συμμετρικού σχεδιαγράμματος τα οποία κατατέθηκαν τεκμήρια 2 και 3 αντίστοιχα. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι μετέβη και διερεύνησε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος το οποίο επεσυνέβη τον επίδικο χρόνο, δηλ. στις 15.12.
  1. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά του από την σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Πέραν, λοιπόν, κάποιων μικρών ανακριβειών δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Έχω, επίσης, ικανοποιηθεί ότι, με βάση την πείρα και την εκπαίδευση που είχε, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες προέβη και να αποτυπώσει τις μετρήσεις στα Τεκμήρια 2 και
  2. Θα πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματά του, ούτε οποιαδήποτε άλλη αναφορά του. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τι διαπίστωσε και τι του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1, (Τεκμήριο 3), αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει κατά τη μαρτυρία του ότι ο μάρτυρας αυτός είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονούμενου κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος ή ήταν μεροληπτικός. Δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε γεγονότα, πέραν των γενικών θέσεων και υποβολών, ότι η εμπλοκή του μάρτυρα στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος αποσκοπούσε στη μη παρουσίαση στο Δικαστήριο των ορθών γεγονότων από πλευράς του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος εκτός των πιο πάνω σημείων που ανέφερα, η ορθότητα των οποίων θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και το γεγονός ότι μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα που σκοπό είχε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με τις πιο πάνω διευκρινήσεις που ανέφερα. Στη συνέχεια προσήλθε στο Δικαστήριο ως ΜΚ2 ο Γεώργιος Οικονόμου ο οποίος είναι ο παραπονούμενος στο παρόν δυστύχημα. Έδωσε τη δική του εκδοχή για τον τρόπο που επεσυνέβη το συγκεκριμένο δυστύχημα τόσο όσο αφορά τη δική του όσο και για την οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Αντεξετάστηκε επί μακρόν από τον συνήγορο του κατηγορούμενου τον κ. Αδάμου και η αντεξέταση του επικεντρώθηκε στον τρόπο που ο ίδιος οδηγούσε κατά τον επίδικο χρόνο και στον επίδικο χώρο, αλλά και ο τρόπος που ο ίδιος επέλεξε να εισέλθει εντός της παρόδου. Ο ίδιος ανέφερε ότι η ταχύτητα που οδηγούσε τον επίδικο χρόνο ήταν πολύ χαμηλή γιατί ακριβώς υπήρχε πυκνή τροχαία κίνηση στην εν λόγω οδό και δεν θα μπορούσε να αναπτύξει ταχύτητα σε αντίθεση όπως ανέφερε στο Δικαστήριο, με τον κατηγορούμενο ο οποίος οδηγούσε με μεγαλύτερη ταχύτητα από τον ίδιο. Ήταν η θέση του κ. Αδάμου ότι η ορατότητα στο εν λόγω σημείο που έγινε το δυστύχημα ήταν τέτοια που αν ο ΜΚ2 λάμβανε όλα τα μέτρα προτού αποφασίσει να εισέλθει στην πάροδο τότε δεν θα επεσυνέβαινε το τροχαίο δυστύχημα θέτοντας έτσι υπεύθυνο για την πρόκληση τροχαίου δυστυχήματος όχι τον κατηγορούμενο αλλά τον ΜΚ
  2. Όπως έχω αναφέρει προηγουμένως ο ΜΚ2 έχει αντεξεταστεί επί μακρόν σε σχέση τόσο με τις καταθέσεις τις οποίες έχει δώσει στην αστυνομία όσο και με το περιεχόμενο τους. Ο μάρτυρας αυτός έδωσε τους δικούς του ισχυρισμούς οι οποίοι περιλαμβάνονται στις καταθέσεις του και τους οποίους ανέφερε στο Δικαστήριο. Ήταν η θέση του την οποία επαναλάμβανε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος προτού αποφασίσει να εισέλθει εντός της παρόδου έλεγξε όλα τα καθρεφτάκια του οχήματος του, αφού υπήρχε αρκετή ορατότητα και δεν εντόπισε σε καμιά περίπτωση τον κατηγορούμενο να οδηγούσε επί της οδού Αγ. Ζώνης. Τον αντιλήφθηκε όταν κινήθηκε ελάχιστα προς τα δεξιά και η μοτοσικλέτα η οποία οδηγείτο με μεγάλη ταχύτητα ακούμπησε στο όχημα του. Μετά τη σύγκρουση η μοτοσικλέτα του παραπονούμενου σύρθηκε για περίπου 10 μέτρα επί του εδάφους. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας υπόψη μου τον τρόπο που το έπραττε αλλά ειδικότερα το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και το συμφέρον που ο ίδιος είχε για την έκβαση της υπόθεσης. Ο ΜΚ2 δεν μου έκαμε καλή εντύπωση. Απαντούσε εγωιστικά και υποτιμητικά προς τον συνήγορο του κατηγορούμενου θέλοντας πιστεύω να αποφύγει να δώσει την πραγματική εικόνα των πραγμάτων, επιμένοντας συνεχώς στην ίδια θέση. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος δεν έχει καμιά απολύτως ευθύνη για το δυστύχημα και ότι ο μόνος που έχει ευθύνη είναι ο κατηγορούμενος ο οποίος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα μεγάλου κυβισμού με μεγάλη ταχύτητα. Δεν ήταν ξεκάθαρος στις απαντήσεις του και θεωρώ ότι ο τρόπος που έδιδε τις απαντήσεις του ενώπιον του Δικαστηρίου ήταν τέτοιος που σε καμιά απολύτως περίπτωση δεν μου έδωσε την εντύπωση ότι ήταν μάρτυρας της αλήθειας ή εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι είπε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια για την πρόκληση του δυστυχήματος. Αν πράγματι ο δρόμος είχε τόση τροχαία κίνηση, ως ανέφερε ο ΜΚ2, αν πράγματι ο δρόμος είχε τόση ορατότητα η οποία δεν εμποδίζετο από κανένα εμπόδιο, όπως ανέφερε ο ΜΚ1 του οποίου τη μαρτυρία έχω αποδεχτεί, πώς είναι δυνατό ο ΜΚ2 να κοιτάξει στα καθρεφτάκια του, τόσο το κεντρικό όσο και τα δύο πλαϊνά, όπως επέμενε ο ίδιος καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης και να μην δει τη μοτοσικλέτα που οδηγείτο από τον κατηγορούμενο. Θεωρώ λοιπόν ότι αυτή του η αντίφαση είναι σημαντική και καίρια για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων από το Δικαστήριο. Δεν είναι λογικό ένας οδηγός ο οποίος, όπως ανέφερε, λαμβάνει όλα τα μέτρα για την ασφαλή οδήγηση του οχήματος του να ελέγχει από τα καθρεφτάκια του και να μην διαπιστώνει ότι οδηγός άλλου οχήματος χρησιμοποιεί τον ίδιο δρόμο με αυτόν και συγκεκριμένα να μην αντιλαμβάνεται την ύπαρξη της μοτοσικλέτας. Άρα λοιπόν είναι η θέση μου ότι ο ΜΚ2 δεν εξήλθε από τον κύριο δρόμο στην πάροδο με τον τρόπο που ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο αλλά εισήλθε κατά τρόπον εγωιστικό αποκόπτοντας έτσι την πορεία του κατηγορούμενου. Δεν αποδείχθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι ενέργειες που είχε κάμει ο ίδιος ο ΜΚ2 είναι αυτές που αναφέρθησαν από τον μάρτυρα όχι μόνο στην κατάθεση του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και στις καταθέσεις που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία. Η θέση του ΜΚ2 επίσης κατατέθηκε και στο Τεκμήριο 2 που αφορά το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής του δυστυχήματος. Θεωρώ λοιπόν ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό προκύπτει μέσα από τις αντιφάσεις της ίδιας της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου και της κατάθεσης που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης, αντιφάσεις και διαπιστώσεις οι οποίες έχουν ήδη επισημανθεί από το Δικαστήριο πιο πάνω. Δεν είναι δυνατόν ένας οδηγός ο οποίος ελέγχει όλα τα καθρεφτάκια του οχήματος του να μην αντιληφθεί την παρουσία του μοτοσικλετιστή. Δεν είναι επίσης λογικό ένας οδηγός ο οποίος επιθυμεί να στρίψει δεξιά να ελέγξει και το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος του. Είναι φανερό ότι αυτό ελέχθη από τον μάρτυρα ακριβώς για να δείξει στο Δικαστήριο ότι έκαμε όλες τις ενέργειες και τις λογικές και αναμενόμενες αλλά και τις μη. Απορρίπτω λοιπόν τη μαρτυρία του ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης για την κατηγορούσα αρχή ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία και ο ίδιος επέλεξε να καταθέσει ενόρκως, υιοθετώντας τη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία, ενώ δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία. Ήταν η θέση του ότι ο ίδιος είναι οδηγός μεγάλης μοτοσικλέτας για 15 χρόνια. Τον επίδικο χρόνο ο ίδιος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του επίσης οδού Αγ. Ζώνης στη Λεμεσό με χαμηλή ταχύτητα δηλ. περίπου 15 χλμ την ώρα. Ακριβώς επειδή υπήρχε τροχαία κίνηση αποφάσισε να προσπεράσει τα οχήματα τα οποία βρίσκονταν επί της οδού Αγ. Ζώνης με την ίδια ταχύτητα πάντοτε με αυτή που είχε πριν να αποφασίσει να προσπεράσει. Αρνήθηκε ότι η ταχύτητα του ήταν υπερβολική και ανέφερε επίσης ότι και η ταχύτητα του ΜΚ2 ήταν επίσης χαμηλή. Αποκόμισα θετική εικόνα για τον κατηγορούμενο κατά την προφορική του μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Αυτή συνάδει από απόλυτα με τη μαρτυρία την οποία ο ίδιος έδωσε στην Αστυνομία, χωρίς να διαπιστώνονται οποιεσδήποτε αντιφάσεις οι οποίες να κλονίζουν ουσιαστικά την αξιοπιστία του μάρτυρα. Δέχομαι τη μαρτυρία του στο σύνολο της. Ο κ. Αδάμου στις τελικές του αγορεύσεις αφού εισηγήθηκε ότι υιοθετεί αυτά που έχει αναφέρει στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ζήτησε από το Δικαστήριο όπως ο κατηγορούμενος απαλλαγεί από την κατηγορία που αντιμετωπίζει γιατί αυτή δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (΄Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από την σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Ευρήματα Ενόψει λοιπόν της μαρτυρίας την οποία έκανα αποδεκτή κρίνω ότι στις 15.12.2011 στην οδό Αγίας Ζώνης στη Λεμεσό ο κατηγορούμενος οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του με αρ. εγγραφής KWZ670. Την ίδια ώρα ο ΜΚ2 οδηγούσε το όχημα του με αρ. εγγραφής HKE892 επί της οδού Αγ. Ζώνης. Η κίνηση τον επίδικο χρόνο ήταν ιδιαίτερα πυκνή γι' αυτό και η ταχύτητα η οποία διατηρούσαν τα οχήματα ήταν ιδιαίτερα χαμηλή. Τη στιγμή που ΜΚ2 αποφάσισε να εισέλθει εντός της παρόδου και κάνοντας την ελαφρά κίνηση προς τα δεξιά του οχήματος του, η μοτοσικλέτα η οποία οδηγείτο από τον κατηγορούμενο προσέκρουσε στο όχημα του ΜΚ2 αρχικά και μετά σύρθηκε επί της ασφάλτου όπου και κτυπήθηκε από τον οδηγό του οχήματος το οποίο κινείτο εξ αντιθέτου. Ενόψει των αντιφάσεων που έχουν προκύψει από τη μαρτυρία και την εν τέλει απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ2 αλλά και την αποδοχή της θέσης του κατηγορουμένου θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί για να μπορεί να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με την οδική συμπεριφορά του κατηγορούμενου και αν ο ίδιος υπέπεσε σε κάποιο χρονικό σημείο από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού και ως εκ τούτου θεωρώ ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται. €180 έξοδα να πληρωθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.) ................ Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.