ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΟΥΡΗΣ, Αρ. Υπόθεσης: 7770/13, 2/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B125 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ:N. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 7770/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα Αρχή ν. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΣΑΟΥΡΗΣ Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου, 2015 Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Γιασκούρη Ο Κατηγορούμενος εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η Η Κατηγορία Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία παρακώλυσης κυκλοφορίας κατά παράβαση των κ. 58
(10)(γ) και 72 των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 και το άρθρο 19 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου Ν. 86 του 1972, όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος όπως αυτές εκτίθενται στο κατηγορητήριο: «Ο κατηγορούμενος στις 23/3/12 στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ είχε τον έλεγχο του μηχανοκίνητου οχήματος με αρ. εγγραφής KΡΕ442 σε δρόμο, δηλαδή, στην οδό Ελευθερίας εγκατέλειψε τούτο στην πιο πάνω οδό κατά τρόπο που παρακώλυε αδικαιολόγητα την τροχαία ή άλλη κίνηση στην πιο πάνω οδό.» Η Μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε ένα μάρτυρα, τον Αστυφύλακα 4839, Νίκο Στυλιανού. Όπως ανέφερε, κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε στην Τροχαία Λεμεσού. Στις 23/3/2012 και ώρα 23:32 μετέβη με τον Ειδικό Αστυφύλακα Στέλιο Θεοτή στην οδό Ελευθερίας στη Λεμεσό μετά από παράπονα πολιτών ότι στον εν λόγω δρόμο είχαν σταθμεύσει παράνομα οχήματα. Η εν λόγω οδός όπως εξήγησε αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μία για κάθε κατεύθυνση. Κατήγγειλαν ακολούθως αριθμό ιδιοκτητών οχημάτων οι οποίοι είχαν σταθμεύσει τα οχήματά τους και στις δύο πλευρές της οδού δημιουργώντας κυκλοφοριακό πρόβλημα. Η τροχαία κίνηση εκείνο το βράδυ ήταν πυκνή. Λόγω της στάθμευσης των οχημάτων για να περάσουν τα διερχόμενα οχήματα έπρεπε να σταματήσουν τα οχήματα που διέρχονταν από την αντίθετη κατεύθυνση. Υποχρεώθηκαν μάλιστα να κάνουν όπισθεν με το περιπολικό ώστε να διέλθουν οχήματα πολιτών. Ως προς το όχημα του κατηγορουμένου διαπίστωσε ότι ήταν ο ιδιοκτήτης από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή όταν εξέδωσε το εξώδικο. Δεν θυμόταν σε ποια πλευρά του δρόμου ήταν σταθμευμένο το όχημα του κατηγορουμένου λόγω του χρονικού διαστήματος που διέρρευσε. Τοποθέτησε το εξώδικο στον ανεμοθώρακα του οχήματος. Το εξώδικο δεν διευθετήθηκε. Σε τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον κατηγορούμενο με την παρέλευση των τριάντα ημερών από την έκδοση του εξωδίκου ο κατηγορούμενος του είπε: «Δεν θα σας πω ποιος το οδηγούσε να έρθετε δικαστήριο να αποδείξετε ότι παρακώλυε την κυκλοφορία.» Αντεξεταζόμενος διευκρίνισε ότι τα οχήματα ήταν σταθμευμένα ακανόνιστα και στις δύο πλευρές του δρόμου. Αρνήθηκε υποβολή ότι ο δρόμος είχε παγκέτο. Το παγκέτο δημιουργήθηκε αργότερα όταν έγινε μονοδρομοποίηση του δρόμου πιο κάτω. Δεν θυμόταν αν το όχημα ΚΡΕ442 είχε σταθμευμένο όχημα πίσω του. Αν είχε θα καταγγέλοντο και οι δύο οδηγοί. Αρνήθηκε υποβολή ότι σε τέτοια περίπτωση ο λόγος που διερχόμενο όχημα θα έπρεπε να εισέλθει στην εξ αντιθέτου λωρίδα ήταν το πισινό όχημα και όχι το μπροστινό. Ευθύνονται και οι δύο είπε. Αρνήθηκε υποβολή ότι η κυκλοφορία δεν εμποδιζόταν. Η Μαρτυρία του Κατηγορουμένου Ο Κατηγορούμενος δέχθηκε ότι στάθμευσε το όχημα του στον εν λόγω δρόμο. Το στάθμευσε στην αριστερή πλευρά του δρόμου με ανατολική κατεύθυνση. Ο δρόμος είχε παγκέτο και το στάθμευσε επί του παγκέτου, μεταξύ του δρόμου και του πεζοδρομίου. Το όχημα δεν παρακώλυε σε καμία περίπτωση την κίνηση. Μπροστά και πίσω του ήταν σταθμευμένα και άλλα οχήματα. Η στάθμευση τους δεν ήταν ακανόνιστη. Ήταν στοιχισμένα, δηλαδή σε σειρά. Όταν είδε την κλήση στο όχημα του τη θεώρησε παράλογη. Δεν θυμόταν τη συνομιλία που είχε με τον ΜΚ1 αλλά δεν ήταν σε θέση να τον διαψεύσει. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι είχε σταθμεύσει το όχημά του στην εν λόγω οδό την ημερομηνία που κατηγορείτο. Το ζήτημα γι' αυτόν είναι το πώς στάθμευσε, αν παρακώλυε δηλαδή την κίνηση. Τα οχήματα που ήταν σταθμευμένα πριν και μετά το όχημά του ήταν όλα στο παγκέτο. Όταν έφυγε σίγουρα ήταν σταθμευμένα και άλλα οχήματα. Αντιλήφθηκε ότι και γι' αυτά εκδόθηκαν εξώδικα. Δεν αντιλήφθηκε να υπήρχε πρόβλημα στη διακίνηση των οχημάτων. Ήταν σίγουρος ότι υπήρχε χώρος για δύο οχήματα. Έτσι όπως ήταν σταθμευμένο δεν έβλεπε να υπάρχει πρόβλημα στη διέλευση των οχημάτων. Το πώς στάθμευσαν οι απέναντι δεν τον αφορούσε. Επέμεινε ότι δεν παρακώλυε την κίνηση και ότι υπήρχε παγκέτο. Οι Εισηγήσεις των δύο πλευρών Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι έχουν αποδειχθεί όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος εναντίον του Κατηγορουμένου. Με βάση το άρθρο 9
(3)[1] του περί Εξωδίκου Ρυθμίσεως Αδικημάτων Νόμο, Ν.47(Ι)/97, ο ιδιοκτήτης του οχήματος τεκμαίρεται ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα. Ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε τη στάθμευση του οχήματος αλλά το κατά πόσο παρακώλυε την κυκλοφορία. Επομένως είναι θέμα εξέτασης της αξιοπιστίας των μαρτύρων που κατέθεσαν. Ο Κατηγορούμενος εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε η υπόθεση εναντίον του. Ο ΜΚ 1 ήταν ασαφής αφού δεν θυμόταν πως ακριβώς ο Κατηγορούμενος είχε σταθμεύσει το όχημα του. Θυμόταν μόνο ότι υπήρχαν δεξιά και αριστερά της οδού οχήματα. Άλλο σημείο διαφωνίας ήταν η ύπαρξη ή όχι παγκέτου. Η θέση του ΜΚ1 για ακανόνιστη στάθμευση οχημάτων δεν αποδεικνύει ότι τα οχήματα και δη το όχημα του Κατηγορουμένου εμπόδιζε την κυκλοφορία. Θα έπρεπε η κυκλοφορία να είχε σταματήσει για να θεωρηθεί ότι εμποδίζεται. Στην προκειμένη περίπτωση οχήματα μπορούσαν να περάσουν από τη μία λωρίδα. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι λόγω αδικαιολόγητης καθυστέρησης της προώθησης της διαδικασίας θα πρέπει να αθωωθεί. Παρέπεμψε σχετικά στην Ευσταθίου ν Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294. Δέχθηκε ότι ο ίδιος δεν επηρεάστηκε δυσμενώς σε θέματα μαρτυρίας. Όπως ανέφερε, μια απλή υπόθεση εκδικάστηκε 3.5 έτη μετά την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη του αδικήματος οπότε αυτό είναι δυσμενής επηρεασμός. Καθυστέρηση Κρίνω σκόπιμο να εξετάσω το ζήτημα της καθυστέρησης που ήγειρε ο Κατηγορούμενος. Η διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου εντός ευλόγου χρόνου είναι δικαίωμα κατοχυρωμένο από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος και το αντίστοιχο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Οι αρχές που διέπουν το θέμα αναπτύχθηκαν από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου η οποία ταυτίζεται με εκείνη του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Πουμπουρής ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 1, Ευσταθίου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 294, Χριστόπουλου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 100, Χαραλαμπίδης ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 330 και Μενελάου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407). Στην Πουμπουρής ν. Αστυνομίας, ανωτέρω, στη σελ 8 - 9 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Οι παράγοντες οι οποίοι λαμβάνονται υπόψη προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσο χρόνος διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου ήταν εύλογος ή το αντίθετο σε αδρές γραμμές είναι (α) ο προσδιορισμός της ημερομηνίας από την οποία αρχίζει η μέτρηση του χρόνου. Ως τέτοια, θεωρείται η ημερομηνία που ο κατηγορούμενος πληροφορήθηκε επίσημα ότι λαμβάνονται εναντίον του μέτρα ποινικής δίωξης. Βλ. Emmerson and Ashworth, Human Rights and Criminal Justice, 1st Ed., 2001. (β) Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης προσμετρά για να κριθεί το εύλογο του χρόνου που απαιτείται για την εκδίκαση μιας υπόθεσης. Βλ. Μενελάου (ανωτέρω). (γ) Η συμπεριφορά των παραγόντων της δίκης δηλαδή, του Δικαστηρίου, της Κατηγορούσας Αρχής και του κατηγορουμένου, λαμβάνεται υπόψη για να κριθεί αν παραβιάστηκε το δικαίωμα της διάγνωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου μέσα σε εύλογο χρόνο. Στην προκείμενη περίπτωση η υπόθεση δεν ήταν πολύπλοκη και η συνολική διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας δεν ήταν υπερβολική ώστε να συνιστά παράβαση του κατοχυρωμένου δικαιώματος. Οι αναβολές που δόθηκαν ήταν δικαιολογημένες και εν πάση περιπτώσει ο εφεσείων δεν ισχυρίστηκε ότι έχει υποστεί οποιαδήποτε βλάβη εξαιτίας του χρόνου που διάρκεσε η δίκη. Το κατά πόσο μια δίκη είναι δίκαιη δεν κρίνεται με τρόπο αφηρημένο αλλά ο κατηγορούμενος πρέπει να αποδεικνύει σε κάθε περίπτωση ότι η θέση του πραγματικά επηρεάστηκε δυσμενώς. Στην υπό κρίση υπόθεση ούτε πρωτόδικα ούτε κατ' έφεση αποδείχθηκε δυσμενής επηρεασμός. Εξάλλου το θέμα δεν ηγέρθη κατά τη δίκη στο πρωτόδικο δικαστήριο. Η κατοχύρωση των εχεγγύων της δίκαιης δίκης εξετάζεται στα πλαίσια της ιδίας της δίκης και όχι έξω από αυτή εφόσον η απλή διαπίστωση καθυστέρησης δεν συνιστά από μόνη της στοιχείο αποφασιστικό για την αθώωση του κατηγορούμενου. Βλ. Αστυνομία ν. Φάντη κ.ά.
(1994)2 Α.Α.Δ. 160 και Δημοκρατία ν. Ford (Αρ. 2)
(1995)2 Α.Α.Δ. 232.» Στην προκειμένη περίπτωση το αδίκημα το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται ότι διέπραξε, διαπράχθηκε στις 23/3/
- Το κατηγορητήριο καταχωρίστηκε 5/4/2013 και ορίστηκε για απάντηση στις 25/7/
- Έκτοτε ορίστηκε 8 φορές για ακρόαση. Οι λόγοι αναβολής φαίνεται να ήταν όλοι λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου. Η έναρξη της διαδικασίας άρχισε στις 6/10/2015 και αφού μεσολάβησαν 3,5 χρόνια από την διάπραξη του αδικήματος και 2,5 χρόνια από την καταχώριση του κατηγορητηρίου. Από τα ενώπιον μου γεγονότα, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος, δεν κατέδειξε ότι έχει επηρεαστεί δυσμενώς καθ' οιονδήποτε τρόπο. Δεν επηρέασε καθόλου την μαρτυρία του, τη μνήμη του ή τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσής του. Δεν κρίνω ότι υπέστη υπό τις περιστάσεις οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό. Προχωρώ επομένως να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης. Το Αδίκημα της Παρακώλυσης της Τροχαίας Κίνησης Σύμφωνα με τον κ. 58
(10)(γ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984 (όπως τροποποιήθηκε από τους περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως (Τροποποιητικούς) Κανονισμούς του 2008, Κ.Δ.Π. 189/2008, 19/5/2008): 58-
(10)Πρόσωπο το οποίο οδηγεί ή έχει την ευθύνη ή τον έλεγχο μηχανοκίνητου οχήματος σε οποιοδήποτε δρόμο οφείλει να- ... (γ) μην εγκαταλείπει το όχημα χωρίς να λάβει προηγουμένως όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις κατά τρόπο ώστε αυτό να μη μπορεί να τεθεί σε κίνηση κατά την απουσία του και επιπρόσθετα να μην εγκαταλείπει σε δρόμο κατά τρόπο ώστε να εμποδίζει αδικαιολόγητα πεζούς ή την τροχαία κίνηση.» Η εν λόγω πρόνοια προσομοιάζει με τον Αγγλικό κ. 103 των Motor Vehicles (Construction and Use) Regulations 1986, S.I. 1986 No 1078[2], σύμφωνα με τον οποίο: «103. No person in charge of a motor vehicle or trailer shall cause or permit the vehicle to stand on a road so as to cause any unnecessary obstruction of the road.» Άντλησα καθοδήγηση από την Αγγλική νομολογία επί του θέματος. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences, 23th ed, 2007, στη σελ. 537, παρ. 6.206, η παρακώλυση της κυκλοφορίας μπορεί να προκληθεί από πραγματική παρακώλυση λωρίδας κυκλοφορίας, π.χ. καταλαμβάνοντας το μισό μέρος στενού, πολυσύχναστου δρόμου, έτσι ώστε να καθίσταται αναγκαία η χρήση μιας λωρίδας, ή μπορεί να είναι παράλογη η χρήση δικαιώματος στάσης ακόμη και αν υπάρχει χώρος διέλευσης της κυκλοφορίας[3]. Υφίσταται προφανώς αδίκημα όπου υπάρχει πραγματική παρακώλυση, παράλογη χρήση όμως του δρόμου με σκοπό την παρακώλυση και με ενδεχόμενο η κυκλοφορία να παρακωλυθεί, μπορεί να αρκέσει για καταδίκη χωρίς μαρτυρία ότι οποιοδήποτε πρόσωπο έχει όντως παρακωλυθεί (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, ανωτέρω, στη σελ. 538, παρ. 6.207[4]). Στην Nagy v Weston [1965] 1 All ER 78, ο Lord Parker CJ ανέφερε τα ακόλουθα[5]: «While there must be proof of unreasonable use, whether or not user amounting to an obstruction was or was not unreasonable use was a question of fact, depending on all the circumstances, including the length of time the obstruction continued, the place where it occurred, the purpose for which it was done and whether it caused an actual as opposed to a potential obstruction.» Σε ελεύθερη δική μου μετάφραση: «Αν και θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία για παράλογη χρήση, το κατά πόσο η χρήση αποτελούσε παρακώλυση ή όχι είναι ζήτημα γεγονότων, λαμβανομένων υπόψη όλων των παραγόντων, συμπεριλαμβανομένου του χρόνου διάρκειας της παρακώλυσης, του τόπου που έλαβε χώρα, τον σκοπό για τον οποίο προκλήθηκε και αν προκάλεσε πραγματική παρά πιθανή παρακώλυση.» Αν η παρακώλυση είναι παράλογη ή αδικαιολόγητη (unreasonable) τότε είναι άσκοπη (unnecessary) (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, ανωτέρω, στη σελ. 538, παρ. 6.207[6]). Παρακώλυση της τροχαίας κίνησης μπορεί να προκληθεί ακόμη και αν ο οδηγός οχήματος σταθμεύσει σε σειρά οχημάτων (βλ. Wilkinson's Road Traffic Offences, ανωτέρω, στη σελ. 540, παρ. 6.210[7] με αναφορά στη Solomon v Durbridge
(1956)120 J.P. 231). Αξιολόγηση και Ευρήματα Από την προσαχθείσα ενώπιον μου μαρτυρία διαφαίνεται ότι ο Κατηγορούμενος δεν αμφισβητεί ότι ήταν ο ιδιοκτήτης και ο οδηγός του οχήματος την συγκεκριμένη ημερομηνία, τόπο και χρόνο. Δέχθηκε ότι είχε σταθμεύσει στον εν λόγω δρόμο ότι έλαβε το εξώδικο και ότι ενοχλήθηκε από την έκδοση του αφού, σύμφωνα με τον ίδιο, εκδόθηκε αδικαιολόγητα. Αυτό που παραμένει προς εξέταση είναι κατά πόσο, σύμφωνα με την εκδοχή του ΜΚ 1, το όχημα του Κατηγορουμένου παρακώλυε αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση. Ο ΜΚ 1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση και τον δέχομαι ως αξιόπιστο μάρτυρα. Αντιλαμβάνομαι ότι το συγκεκριμένο βράδυ λόγω του μεγάλου αριθμού σταθμευμένων οχημάτων (και λόγω παρέλευσης του χρόνου) δεν συγκράτησε στη μνήμη του την ακριβή θέση του οχήματος του Κατηγορουμένου. Αυτό που συγκράτησε όμως, και είναι αυτό που έχει σημασία, ήταν ότι από τον τρόπο στάθμευσης των οχημάτων στο δρόμο, συμπεριλαμβανομένου του οχήματος του Κατηγορουμένου, ουσιαστικά ο δρόμος κατέστη δρόμος μονής κυκλοφορίας. Το αποτέλεσμα ήταν τα διερχόμενα οχήματα να εισέρχονται στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας ώστε να διακινηθούν. Εξέδωσε εξώδικα σε όλα τα σταθμευμένα οχήματα που διατάρασσαν την ομαλή κυκλοφορία της κίνησης. Δεν δέχομαι τον ισχυρισμό του Κατηγορουμένου ότι στάθμευσε σε παγκέτο. Ούτε δέχομαι τη θέση του ότι δεν εμποδιζόταν η κυκλοφορία επειδή υπήρχε τρόπος διέλευσης χρησιμοποιώντας τη μία λωρίδα από τις δύο. Αυτό δε συνιστά δικαιολογημένη στάση ή στάθμευση οχήματος. Μάλλον το αντίθετο καταδεικνύει. Τα όσα ανέφερε δε, περί στάθμευσης σε σειρά οχημάτων δεν τον απαλλάσσουν ευθύνης. Η παρακώλυση της κυκλοφορίας, όπως διαφαίνεται από τις νομικές αναφορές που ανέφερα πιο πάνω, μπορεί να προκληθεί από αριθμό παραγόντων. Αυτό που έχει σημασία στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι οι εκτιμήσεις του Κατηγορουμένου αλλά αν αντικειμενικά η στάθμευση του οχήματος του προκαλούσε αδικαιολόγητη παρακώλυση της τροχαίας κίνησης. Υπό τις περιστάσεις κρίνω ότι με την ενώπιον μου μαρτυρία η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος στάθμευσε το όχημά του με τέτοιο τρόπο ώστε παρακώλυε αδικαιολόγητα την τροχαία κίνηση. Κατάληξη Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Υπ.).................................................. Ν. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final/ Obstruction Αναφορά: Ποινική/ Τελική/ Παρακώλυση [1] 9
(3)Για τους σκοπούς του εδαφίου
(1), ο ιδιοκτήτης του οχήματος τεκμαίρεται ότι είναι το πρόσωπο που ενέχεται στο αδίκημα. [2] Προηγουμένως κ. 114 των Motor Vehicles (Construction and Use) Regulations 1973, S.I. 1973 No. 24, σύμφωνα με τον οποίο: «114. No person in charge of a motor vehicle or trailer shall cause or permit the motor vehicle or trailer to stand on a road so as to cause any unnecessary obstruction thereof.» [3] Obstruction can be caused by actual physical obstruction of an essential line of traffic, eg, taking up half of a narrow, busy road, so that single-line working has to be employed. Or it may be unreasonable use of the right of stopping even though there is plenty of room for other traffic to pass. [4] While there is obviously an offence if there is a serious obstruction in fact, unreasonable use of the highway calculated to obstruct and whereby persons might be obstructed may suffice for a conviction without evidence that anyone has actually been obstructed (Gill v Carson
(1917)81 JP 250). [5] Η αναφορά είναι από το σύγγραμμα Wilkinson's Road Traffic Offences πιο πάνω, παρ. 6.207, σελ. 538 και αφορούσε αδίκημα δυνάμει του s.121
(1)του Highways Act 1959: 'If a person, without lawful authority or excuse, in any way wilfully obstructs the free passage along a highway he shall be guilty of an offence and shall be liable in respect thereof to a fine not exceeding forty shillings'. [6] If the obstruction is `unreasonable' it would appear to be `unnecessary' within the meaning of reg 103. [7] A motorist parked his car in a line of cars in a street and left it there for five hours. He argued that, as he parked in a line of cars he was not causing an unnecessary obstruction. The High Court held that he clearly caused one (Solomon v Durbridge
(1956)120 J.P. 231). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο