← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Στέλλα Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 30177/12, 12/11/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Στέλλα Στυλιανού, Αρ. Υπόθεσης: 30177/12, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B136 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου Φούρναρη Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30177/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Στέλλα Στυλιανού Κατηγορούμενης ----------------------- Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. X"Κωνσταντίνου Για τον κατηγορούμενο: κα Μιτσίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες ως ακολούθως: 1) Την κατηγορία της αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των Άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80(Ι)/2000 ήτοι ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KXQ 192 στην οδό Πέτρου Τσίρου δεν κατέβαλλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. 2) Την κατηγορία της εγκατάλειψης τόπου ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, κατά παράβαση του Άρθρου 235Α

(2)
(3)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 όπως τροποποιήθηκε και Άρθρα 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων Νόμου 86/72 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 80(Ι)/2000 ήτοι ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμό εγγραφής KXQ 192 στην οδό Πέτρου Τσίρου και αφού ενεπλάκη σε ατύχημα το οποίο προκάλεσε ζημιά σε περιουσία δηλαδή στο όχημα με αρ. εγγραφής KUE 871, χωρίς την παροχή βοήθειας. Η κατηγορούμενη αρνήθηκε ενοχή στις κατηγορίες και έτσι η υπόθεση προχώρησε σε ακρόαση για αυτές τις κατηγορίες με την προσκόμιση μαρτυρίας και κατάθεση τεκμηρίων. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεσή της κάλεσε τρεις μάρτυρες, τον Αστυφ. 3165 Στέφανο Μαντοβάνη (Μ.Κ.1) την αυτόπτη μάρτυρα κα Χριστίνα Καλλή (Μ.Κ.2) και τον παραπονούμενο Σάββα Συμιανό (ΜΚ3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε στο Δικαστήριο από την Κατηγορούσα Αρχή, η κατηγορούμενη στις 20/02/2012 ενώ οδηγούσε το μηχανοκίνητο όχημα με αρ. εγγραφής KXQ 192 στην οδό Πέτρου Τσίρου δεν κατέβαλε την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή και προκάλεσε τροχαίο δυστύχημα. Ήταν δε η θέση της Κατηγορούσας Αρχής ότι στη συνέχεια η κατηγορούμενη συνέχισε την πορεία της, εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς να παράσχει βοήθεια στον παραπονούμενο. Η κατηγορούμενη, κλήθηκε σε απολογία με σχετική ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου και αφού της επεξηγήθηκαν τα δικαιώματά της, επέλεξε να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής. Δεν παρουσίασε οποιαδήποτε επιπρόσθετη μαρτυρία. Ολόκληρη η μαρτυρία που έχει προσφερθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχει καταγραφεί στα πρακτικά του Δικαστηρίου και δεν κρίνω απαραίτητο να αναφερθώ σε αυτή αυτολεξεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης. Θα αναφερθώ στα ουσιαστικότερα της μέρη στα πλαίσια της κατωτέρω αξιολόγησης όλων των μαρτύρων που κατέθεσαν για να διαφανεί και η λεπτομερής θέση τους. Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Διγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ο ΜΚ1 ήταν το πρόσωπο το οποίο μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος και παρουσίασε στο Δικαστήριο τα σχέδια της σκηνής του δυστυχήματος τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό (Τεκμ. 2 και 3). Ανέφερε τις ενέργειες που έκανε για να εντοπίσει το όχημα και τον οδηγό του εν λόγω οχήματος, το οποίο, κατ' ισχυρισμό απέκοψε την πορεία του οχήματος του παραπονούμενου. Τόσο η προφορική μαρτυρία του ΜΚ1 αλλά η γραπτή του κατάθεση, Τεκμ.1, αφορούν τις εξετάσεις τις οποίες ο ίδιος προέβηκε για τον εντοπισμό του ενεχόμενου οχήματος και οι οποίες αφορούν είτε το όχημα του οδηγού είτε τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το ατύχημα. Όταν ο ΜΚ1 μετέβηκε στη σκηνή, ο παραπονούμενος του περιέγραψε το όχημα που κατά τον ισχυρισμό του, του ανέκοψε την πορεία και ήταν σίγουρος μόνο για το χρώμα του. Στα σχεδιαγραφήματα της σκηνής του δυστυχήματος τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμ.2 και 3, απεικονίζεται η οδός Πέτρου Τσίρου η οποία αποτελείται από δύο λωρίδες κυκλοφορίας, μια για κάθε κατεύθυνση. Το πλάτος του δρόμου ήταν κατά τον επίδικο χρόνο 7,70μ. Η πιο πάνω απεικόνιση του δρόμου και οι μετρήσεις που εμφαίνονται στο σχέδιο, δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση του μάρτυρα ούτε έχει προκύψει οτιδήποτε που να δείχνει ότι είναι λανθασμένες. Πέραν τούτου, σημειώνεται με το γράμμα Χ το σημείο σύγκρουσης του οχήματος του παραπονούμενου με την πινακίδα, η οποία βρισκόταν στο σημείο Γ επί του σχεδιαγραφήματος και επί της οποίας επήλθε η ακινητοποίηση του οχήματος του. Το σημείο αυτό υποδείχθηκε από τον παραπονούμενο. Πέραν των πιο πάνω, στο τεκμήριο 3, σημειώνονται οι υποτιθέμενες πορείες των οχημάτων οι οποίες σημειώθηκαν από τις μαρτυρίες τις οποίες έλαβε ο ΜΚ
  1. Με το γράμμα Α σημειώνεται η πορεία του οχήματος σύμφωνα με την υπόδειξη του παραπονούμενου και της ΜΚ2 και αυτή είναι στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας με βόρεια κατεύθυνση. Με το γράμμα Β σημειώνεται η πορεία του οχήματος του παραπονούμενου σύμφωνα με υπόδειξη του ιδίου και αυτή βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας με νότια κατεύθυνση με ευθεία πορεία. Ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε στο Δικαστήριο ότι ο ίδιος δεν βρήκε οποιαδήποτε πραγματική μαρτυρία στη σκηνή του δυστυχήματος παρά μόνο την Μ.Κ.2 την αυτόπτη μάρτυρα η οποία έδωσε τη δική της μαρτυρία που επιβεβαιώνει ουσιαστικά τη μαρτυρία του παραπονούμενου. Ήταν η θέση του αρχικά ότι το όχημα το οποίο του αναφέρθηκε αρχικά είχε αριθμούς εγγραφής KKQ172 ή 182 ή 192 αλλά αργότερα την ίδια μέρα προσήλθε στον σταθμό της Τροχαίας ο παραπονούμενος και ανέφερε ότι θυμήθηκε τους αριθμούς εγγραφής και ότι αυτοί τελικά ήταν KXQ
  2. Ο Μ.Κ.1 ως εξεταστής της υπόθεσης ουδέποτε είδε το όχημα της Κατηγορούμενης για να είναι σε θέση να γνωρίζει αν όντως αυτό είναι μικρό και γκρίζο και ότι το εν λόγω όχημα δεν υποδείχθηκε από τον ίδιο σε κανένα από τους μάρτυρες για να το αναγνωρίσουν. Επιπλέον δε ούτε και στον παραπονούμενο δεν υποδείχθηκε το εν λόγω όχημα ούτως ώστε αυτό να αναγνωριστεί. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι αυτή του η αδυναμία να επιθεωρήσει ή να αναγνωρίσει το αυτοκίνητο της κατηγορούμενης δεν τον καθιστά ικανό πρόσωπο στο να προσφέρει αξιόπιστη μαρτυρία για το ποιος ήταν οδηγός του οχήματος τον επίδικο χρόνο. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει στην ορθότητα των πιο πάνω σημείων αξιολογώντας τη μαρτυρία του εμπλεκόμενου στο δυστύχημα οδηγού αφού είναι καθ' υπόδειξη του που σημειώθηκαν όλα τα σημεία επί του σχεδιαγραφήματος και τα οποία θα είναι βοηθητικά για το Δικαστήριο για την εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Πέραν, λοιπόν, κάποιων μικρών ανακριβειών δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Έχω, επίσης, ικανοποιηθεί ότι, με βάση την πείρα και την εκπαίδευση που είχε, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες προέβη και να αποτυπώσει τις μετρήσεις στα Τεκμήρια 2 και
  3. Θα πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματά του, ούτε οποιαδήποτε άλλη αναφορά του. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τι διαπίστωσε και τι του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1, (Τεκμήριο 3), αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
  1. Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει κατά τη μαρτυρία του ότι ο μάρτυρας αυτός είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονούμενου κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος ή ότι ήταν μεροληπτικός. Δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε γεγονότα, πέραν των γενικών θέσεων και υποβολών, ότι η εμπλοκή του μάρτυρα στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος αποσκοπούσε στη μη παρουσίαση στο Δικαστήριο των ορθών γεγονότων από πλευράς του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος εκτός των πιο πάνω σημείων που ανέφερα, η ορθότητα των οποίων θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και το γεγονός ότι μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα που σκοπό είχε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με τις πιο πάνω διευκρινίσεις που ανέφερα. Επίσης, στα μέρη της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού που αφορούν γεγονότα αναφορικά με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα και ενέργειες των οδηγών δεν θα δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα καθότι αυτός επαναλάμβανε τις θέσεις των εμπλεκομένων και δη του παραπονούμενου όπως του τις είχε αναφέρει. Η μαρτυρία της ΜΚ2, αφορά κυρίως τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα, όπως η ίδια τις αντιλήφθηκε βλέποντας από το παράθυρο της κουζίνας του σπιτιού της. Αναφορικά με την εμπλοκή της Κατηγορούμενης στο δυστύχημα δεν ήταν σε θέση να κατατοπίσει το Δικαστήριο, αφού όπως ανέφερε στην κατάθεση της (Τεκμ. 6) και στη διά ζώσης μαρτυρία της, δεν είδε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου αλλά ούτε και τον οδηγό. Το μόνο που μπορούσε να διακρίνει ήταν ένα μικρό γκρίζο αυτοκίνητο και τίποτα περισσότερο. Επί του προκειμένου ανέφερε περαιτέρω ότι ο παραπονούμενος της ανέφερε ότι πήρε τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου και ότι αυτό οδηγείτο από μια κοπέλα. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας υπόψη μου τον τρόπο που το έπραττε αλλά ειδικότερα το περιεχόμενο της μαρτυρίας της διαπιστώνω ότι υπάρχουν κάποιες αδυναμίες σε αυτήν σε ουσιαστικά της μέρη που αφορούν τον τρόπο πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος αλλά ιδιαίτερα με την ταυτότητα του οδηγού του οχήματος άμεσα. Η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του οδηγού του οχήματος αλλά μόνο ότι η οδηγός ήταν κοπέλα και ότι αυτή οδηγούσε ένα συγκεκριμένου τύπου αυτοκίνητο, παρόλο που στη μαρτυρία της διαφάνηκε ότι προσπαθούσε να προβεί σε μια λεπτομερή παρουσίαση των γεγονότων. Το γεγονός αυτό είναι σημαντικό και ουσιώδες σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα έχοντας υπόψη και τη θέση του κατηγορούμενου. Προκύπτει λοιπόν από προηγούμενες αναφορές της αλλά και από την κατάθεση της ότι κατά τον επίδικο χρόνο η ίδια βρισκόταν στην κουζίνα του σπιτιού της και έβλεπε από το παράθυρο. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή είδε ένα αυτοκίνητο μικρό χρώματος γκρίζου το οποίο οδηγείτο στην οδό Πέτρου Τσίρου με κατεύθυνση την εκκλησία της Παναγίας της Τριχερούσας. Μόλις το όχημα αυτό ήταν παρά την πρώτη πάροδο δεξιά μετά τα φώτα Μακεδονίας το γκρίζο αυτό αυτοκίνητο κινήθηκε δεξιότερα της πορείας του με αποτέλεσμα το όχημα το οποίο οδηγείτο εξ αντιθέτου με οδηγό τον ΜΚ3 για να αποφύγει το όχημα της βγήκε πάνω στο πεζοδρόμιο, κτύπησε σε μια πινακίδα και ακινητοποιήθηκε. Αυτές οι ενέργειες των δύο εμπλεκομένων έγιναν σύμφωνα με τη μάρτυρα όταν η κατηγορούμενη ελάττωσε απότομα ταχύτητα και ακολούθως έκανε προσπάθεια να στρίψει δεξιά. Οι πιο πάνω αναφορές της μάρτυρος σε σχέση με τον τρόπο που επεσυνέβη το επίδικο δυστύχημα παρέχουν ασφαλές έρεισμα για το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτών και να προβεί σε σχετικά ευρήματα γεγονότων. Ο ΜΚ3 κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τη θέση του όσο αφορά την εξέλιξη των γεγονότων τα οποία προκάλεσαν το δυστύχημα. Σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα ο ίδιος οδηγούσε το αυτοκίνητο του επί της οδού Πέτρου Τσίρου με Νότια κατεύθυνση σε κάποιο σημείο του δρόμου αυτοκίνητο χρώματος γκρίζου μάρκας golf ή vitz κινήθηκε δεξιότερα και έπιασε κλειστά τη στροφή για να μπει σε ανώνυμη πάροδο. Αυτή η ενέργεια του οδηγού του εν λόγω οχήματος είχε σαν αποτέλεσμα ο ίδιος να κινηθεί αριστερότερα σύμφωνα με την πορεία του, να βγει στο πεζοδρόμιο και ακινητοποιήσει το όχημα του επί της πινακίδας που υπήρχε στο συγκεκριμένο σημείο. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι από την κατάθεση του εν λόγω μάρτυρα σε συνδυασμό με τη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτουν τέτοιες αντιφάσεις οι οποίες θα πρέπει να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο να απορρίψει τη μαρτυρία του. Επισήμανε δε η υπεράσπιση τις αντιφάσεις οι οποίες είναι οι εξής: 1) Στην κατάθεση του ανέφερε ότι οδηγούσε το όχημα KUE 871 με συνοδηγό τον αδελφό του τον Πέτρο, ενώ κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ήταν μόνος του. Σε σχετική υπόδειξη αυτής της αντίφασης ο μάρτυρας το δικαιολόγησε λέγοντας ότι ο αδελφός του έπρεπε να φύγει για να πάει στη δουλειά. Περαιτέρω ανέφερε ότι το όχημα ήταν ιδιοκτησίας του αδελφού του. Ήταν η θέση της κας Μιτσίδου ότι μπορεί αυτή η αντίφαση να μην αφορά την αναγνώριση του ενεχόμενου οχήματος και του/της οδηγού αλλά είναι ένα στοιχείο που κλονίζει την αξιοπιστία του ΜΚ
  2. Επισήμανε δε ότι ακόμα και αν γίνει δεκτή η θέση του ότι έπρεπε να φύγει για να πάει στη δουλειά, δημιουργούνται τα εξής ερωτήματα: Γιατί δεν έδωσε κατάθεση από τη στιγμή μάλιστα που το όχημα που υπέστη ζημιά ήταν το δικό του; Γιατί ο ΜΚ1 δεν έλαβε κατάθεση από τον συνοδηγό και αδελφό του παραπονούμενου ο οποίος είδε και έζησε τη σκηνή αφού επρόκειτο για μια μαρτυρία η οποία θα ήταν εξαιρετικά βοηθητική για τη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος; 2) Ενώ κατά το στάδιο της εξέτασης και της αντεξέτασης ανέφερε ότι πρόλαβε και είδε τους αριθμούς εγγραφής και αυτό ανέφερε και στη ΜΚ2, στην κατάθεση του λίγο αργότερα στην Αστυνομία ανέφερε τρεις
(3)διαφορετικούς αριθμούς εγγραφής, ήτοι KKQ 172 ή 182 ή 192. Η δήλωση του ότι πρόλαβε και είδε τα νούμερα έρχεται σε αντίθεση και με την κατάθεση του και με τη μαρτυρία του αστυνομικού ότι όταν έφτασε στη σκηνή ο παραπονούμενος ήταν σίγουρος μόνο για το χρώμα του οχήματος. Ως προς τους αριθμούς εγγραφής KXQ 192 που αντιστοιχούν στο όχημα που οδηγούσε η Κατηγορούμενη, ανέφερε ότι για αυτά σιγουρεύτηκε όταν άκουσε ότι οι δύο αριθμοί δεν ήταν η μάρκα αυτοκινήτου που θυμόταν να ήταν. Στο σημείο αυτό προκύπτει αντίφαση με την αναφορά του ΜΚ1 ότι όταν ο παραπονούμενος προσήλθε στον σταθμό Τροχαίας για να αναφέρει τους αριθμούς εγγραφής KXQ 192 η απάντηση του ήταν αρνητική. 3) Σύμφωνα με τη μαρτυρία της ΜΚ2 ο παραπονούμενος της ανέφερε ότι το όχημα οδηγούσε κοπέλα και κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του ίδιου ανέφερε χαρακτηριστικά ότι ήταν ένα εκατομμύριο τοις εκατό σίγουρος ότι το οδηγούσε κοπέλα. Στην κατάθεση του όμως ανέφερε: «. νομίζω ότι το οδηγούσε μια κοπέλα.». Όταν του υποδείχθηκε η σχετική αντίφαση ανέφερε ότι χρησιμοποίησε λάθος λόγια. Τέλος, στην κατάθεση του ανέφερε ότι το όχημα ήταν μάρκα Polo ή Vitz αλλά κατά το στάδιο της εξέτασης και της αντεξέτασης ανέφερε ότι ήταν Polo ή Golf. Σε σχετική υπόδειξη ανέφερε ότι το είπε κατά λάθος στην κατάθεση του. Έχοντας υπόψη μου την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι πράγματι υπάρχουν κενά ως προς τη μαρτυρία του ΜΚ3 ο οποίος ήταν και ο παραπονούμενος της παρούσας υπόθεσης. Θα εξεταστεί στο στάδιο αυτό κατά πόσο με τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε έχει αποδείξει την υπόθεση της με τον προσδιορισμό των ακριβών συνθηκών πρόκλησης του επίδικου δυστυχήματος, σε ποιο μέρος του δρόμου τα δύο οχήματα κινούνταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και τον τρόπο που εν τέλει συγκρούστηκαν καθώς επίσης και το σημείο σύγκρουσης. Τα μόνα γεγονότα που έχουν προκύψει είναι αυτά που πηγάζουν από τη μαρτυρία η οποία έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Ευρήματα δε του Δικαστηρίου αποτελούν δε ότι κατά τις 20.2.2012 ο ΜΚ3 οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής KUE871 στην οδό Πέτρου Τσίρου με νότια κατεύθυνση. Σε κάποιο σημείο του δρόμου αυτοκίνητο το οποίο ερχόταν από απέναντι, ελάττωσε απότομα ταχύτητα για να στρίψει και να εισέλθει σε ανώνυμη πάροδο. Ο ΜΚ3 για να αποφύγει τη σύγκρουση κινήθηκε αριστερότερα της πορείας του με αποτέλεσμα να ανέβει επί του πεζοδρομίου και να ακινητοποιηθεί τελικά επί της πινακίδας ενώ το άλλο όχημα συνέχισε την πορεία του επί της ανώνυμης παρόδου. Το θέμα το οποίο θα πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο το όχημα το οποίο οδήγησε τον ΜΚ3 να προβεί σε αυτές τις ενέργειες ήταν το όχημα το οποίο οδηγούσε η κατηγορούμενη. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει τα ακόλουθα: «Πας όστις οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα επί τίνος οδού μη καταβάλλον την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή ή μη επιδεικνύων εύλογο μέριμνα για έτερα πρόσωπα, χρησιμοποιούντα την οδό, είναι ένοχος αδικήματος και υπόκειται εις φυλάκισιν δια διάστημα μη υπερβαίνον το εν έτος ή εις χρηματική ποινήν μη υπερβαίνουσαν τας χιλίας λίρας ή εις αμφότερας τας ποινάς της φυλακίσεως και της χρηματικής τοιαύτης». Στην Αναστάσης Παύλου ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68 αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ιδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και ποινικό δίκαιο, ό,τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως (βλ. Σωκράτης Σωκράτους ν. Αστυνομίας ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση αυτή: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». (βλ. επίσης Παλαιομυλίτης ν. Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, στη σελ. 37, Θεοφάνους ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Ioannis Charalambous v. Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokallides v. Police
(1987)2 C.L.R. 86). Όπως προκύπτει και από τη σχετική με το θέμα Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις (βλ. Κωνσταντίνου ν. Κατσούρη
(1975)1 C.L.R. 188). Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια ( βλ. Νικολαϊδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 και Ανδρέας Νεοφύτου v. Aστυνομίας, Π.Ε. Αρ. 217/09, Ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2011). Επίσης, αν το δυστύχημα συνδέεται ευθέως με απόφραξη του δρόμου και η απόφραξη αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το δυστύχημα τότε αποδίδεται ευθύνη για το αδίκημα της αμέλειας (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ 1696). Πέραν των πιο πάνω, σε σχέση τη δεύτερη κατηγορία, το άρθρο 235Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 αναφέρει τα ακόλουθα: «
(1)............................................
(2)Όποιος, αφού εμπλακεί σε ατύχημα το οποίο προκαλεί ζημιά σε περιουσία, εγκαταλείπει τον τόπο του ατυχήματος χωρίς παροχή βοήθειας, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός χρόνου ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.
(3)Εκτός αν το Δικαστήριο για ειδικούς λόγους διατάξει διαφορετικά, αφού λάβει υπόψη όλες τις συνθήκες της υπόθεσης, πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται δυνάμει του εδαφίου
(1)ή
(2)στερείται του δικαιώματος κατοχής άδειας οδηγού για περίοδο που δεν είναι μικρότερη του ενός χρόνου από της ημερομηνίας της καταδίκης, όπως το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο». Από τις πιο πάνω πρόνοιες του άρθρου 235 Α
(2)προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Α. Η εμπλοκή σε ατύχημα. Β. Η πρόκληση από το ατύχημα ζημιάς σε περιουσία. Γ. Η εγκατάλειψη του χώρου του ατυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας. Είναι φανερό από τα πιο πάνω ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί αμέλεια εκ μέρους του οδηγού για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Στην Abdalla El Sayed v. Αστυνομίας Ποιν. Έφεση Αρ. 210/2009, Ημερομηνίας 22/11/2011, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι δηλαδή σαφές ότι η ενοχή με βάση το άρθρο αυτό είναι ανεξάρτητη από το αν ο κατηγορούμενος ευθύνεται ή όχι στο ατύχημα στο ατύχημα το οποίο έχει εμπλακεί.» Πέραν των πιο πάνω, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η ένοχη σκέψη (mens rea) δηλαδή ο κατηγορούμενος θα πρέπει να έχει γνώση για την πρόκληση ατυχήματος. Η άγνοια του ατυχήματος αποτελεί υπεράσπιση (βλ. Harding v. Price
(1948)1 ALL ER. 283). Στην υπόθεση αυτή ο Lord Goddard ανέφερε ότι χρειάζεται ένοχη σκέψη (mens rea) σε αδικήματα που δεν απαγορεύουν συγκεκριμένη συμπεριφορά αλλά αντίθετα επιβάλλουν ειδικό καθήκον στον κατηγορούμενο με την επέλευση συγκεκριμένου συμβάντος. Επίσης, στην εν λόγω υπόθεση αναφέρεται ότι είναι περιορισμένος ο αριθμός των υποθέσεων όπου ο οδηγός ενός οχήματος δεν αντιλαμβάνεται ότι το όχημα του ενεπλάκη σε ατύχημα. Το στοιχείο όμως αυτό θα εξαρτηθεί από τα ξεχωριστά γεγονότα της κάθε υπόθεσης και το αποδεικτικό υλικό που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Επίσης, το άρθρο 235Α συνδυάζει την εγκατάλειψη της σκηνής του ατυχήματος με την παράλειψη παροχής βοήθειας. Η γνώση ή όχι του γεγονότος ότι υπάρχουν θύματα ή ζημιές από το ατύχημα δεν αποτελεί συστατικό στοιχείο αδικήματος. Θα πρέπει να εξεταστεί η σύνδεση της κατηγορούμενης με το αδίκημα της αμελούς οδήγησης. Είναι γεγονός ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει σαφής άμεση μαρτυρία που να συνδέει την κατηγορούμενη. Η καλύτερη μαρτυρία στην παρούσα περίπτωση είναι αυτή του ΜΚ3 . Η εν λόγω μαρτυρία από μόνη της δεν είναι ικανή να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα αποτελεί όμως, μέρος της περιστατικής μαρτυρίας που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Τόσο από την πιο πάνω μαρτυρία όσο και από τα ευρήματα και υπόλοιπη περιστατική μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου, και ειδικότερα από τη μαρτυρία της ΜΚ2 η οποία και πάλι αποτελεί μέρος της περιστατικής μαρτυρίας, θα πρέπει να εξεταστεί και να αποφασιστεί κατά πόσο είναι τέτοια που μονοδρομικά οδηγεί προς ένα τέτοιο συμπέρασμα και κατ' επέκταση να ενισχύει την υποψία του ΜΚ3 και να την καταλήγει σε βεβαιότητα. Θα πρέπει να αναφερθεί ότι η περιστατική μαρτυρία, δεν υπολείπεται σε δύναμη οποιασδήποτε άλλης μορφής μαρτυρίας. Εκείνο το οποίο απαιτείται όμως, είναι τα σκόρπια μέρη της να μπορεί να αποκτήσουν τέτοια συνεκτικότητα που να εδραιώνουν, με ακαταμάχητη πειστικότητα, την καταδίκη για ένα έγκλημα (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ.9, Παφίτης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444) και Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R.73). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής, η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το σύγγραμμα Τ. Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 26 -36). Περαιτέρω, σε σχέση με τη δεύτερη κατηγορία είναι γεγονός ότι δεν απαιτείται να αποδειχθεί αμέλεια ή ευθύνη για την πρόκληση του ατυχήματος από τον κατηγορούμενο. Τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η κατηγορούμενη ενεπλάκηκε σε δυστύχημα αλλά δεν αντιλήφθηκε την εμπλοκή της στο εν λόγω δυστύχημα. Σε κανένα σημείο της δίκης αμφισβητήθηκαν τα πιο πάνω γεγονότα. Εκείνο που θα πρέπει να αποφασιστεί είναι κατά πόσο εγκατέλειψε τη σκηνή του δυστυχήματος χωρίς να παράσχει βοήθεια στον άλλο εμπλεκόμενο στο δυστύχημα οδηγό. Όπως προκύπτει η εγκατάλειψη της σκηνής συνδυάζεται με την παράλειψη βοήθειας. Επομένως, απαιτείται η παρουσία ή παραμονή και του άλλου στο δυστύχημα οδηγού έτσι ώστε να χρειάζεται και να γεννάται η υποχρέωση του άλλου οδηγού να σταματήσει και να παράσχει βοήθεια. Στην απουσία του άλλου εμπλεκόμενου δεν υπάρχει πλέον και η ανάγκη για βοήθεια. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Έχοντας υπόψη μου τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη και τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο στοιχειοθετούνται τα εν λόγω αδικήματα ενόψει των πιο πάνω πραγματικών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχει προκύψει ότι η πρόκληση του εν λόγω δυστυχήματος έγινε συνεπεία της οδηγικής συμπεριφοράς, της ενέργειας ή παράλειψης της κατηγορουμένης. Δεν έχουν όμως άμεσα αποδειχθεί οι ακριβείς συνθήκες πρόκλησης του εν λόγω δυστυχήματος, και ο τρόπος με τον οποίο η κατηγορούμενη οδήγησε το όχημα της τη δεδομένη στιγμή. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θα πρέπει να είναι σε θέση να κρίνει την οδηγική της συμπεριφορά και κατά πόσο αυτή υπολειπόταν του μέσου συνετού οδηγού. Στην παρούσα περίπτωση έχουν προκύψει τα ακριβή γεγονότα που έλαβαν χώρα πριν ο ΜΚ3 να ακινητοποιήσει το όχημα του επί της πινακίδας στην οδό Πέτρου Τσίρου. Δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι κατά πόσο η κατηγορούμενη σταμάτησε το όχημα της πιο κοντά στη σκηνή του δυστυχήματος και σε ποια απόσταση αλλά και κατά πόσο αυτή ήταν εμφανής εκεί που σταμάτησε ή είχε γίνει αντιληπτή από τον κατηγορούμενο . Ελλείψει της πιο πάνω μαρτυρίας ή ευρημάτων του Δικαστηρίου αναφορικά με τις μετέπειτα ενέργειες της κατηγορούμενης δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη εγκατέλειψε τη σκηνή χωρίς την παροχή βοήθειας και στον απαιτούμενο μάλιστα βαθμό, όπως προβλέπεται από τη σχετική νομοθεσία αλλά και από τη Νομολογία. Έχοντας υπόψη μου όλα τα πιο πάνω, καταλήγω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της κατηγορούμενης μόνο όσο αφορά την 1η κατηγορία αυτή δηλαδή της αμελούς οδήγησης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε αυτήν. Όσον αφορά δε τη 2η κατηγορία που αφορά την εγκατάλειψη της σκηνής του δυστυχήματος χωρίς την παροχή βοήθειας θεωρώ ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ως ο νόμος αλλά και η Νομολογία επιτάσσει και ως εκ τούτου η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ........................................................... Π. Παπαπέτρου Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.