← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Ορόντης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27045/12, 17/11/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Μάριος Ορόντης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 27045/12, 17/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B139 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 27045/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και

  1. Μάριος Ορόντης
  2. Κλεάνθης Κοιλανιώτης
  3. Χρίστος Κρασάς Ημερομηνία: 17.11.
  4. Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για τους κατηγορούμενους 1 και 3: κα Μ. Νεοφύτου. Κατηγορούμενοι 1 και 3 παρόντες. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα, μετά την απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι 1 και 3 αντιμετωπίζουν μια κατηγορία επίθεσης προκαλούσας πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση των άρθρων 243 και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 1). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος οι κατηγορούμενοι, στις 22.4.12 στην Λεμεσό, διέπραξαν επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Όμηρο Κρεμμύδα. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει και κατηγορία κακόβουλης ζημιάς σε περιουσία, κατά παράβαση του άρθρου 324

(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος 3 κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο με την κατηγορία 1, εσκεμμένα και παράνομα προκάλεσε ζημιά στο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KJU119, ύψους €800, περιουσία του Όμηρου Κρεμμύδα. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 6 μάρτυρες. Περαιτέρω δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα: · Ο Γιώργος Βλάχος είναι ιδιοκτήτης γκαράζ αυτοκινήτων και εκτελεί εργασίες ισιώματα και μπογιατίσματα. Στις 22.4.12 και ώρα 23:15 κλήθηκε από την Αστυνομία και έλεγξε το αυτοκίνητο KJU119 μάρκας Honda. Από τον έλεγχο διαπίστωσε ότι αυτό είχε ζημίες στον πίσω προφυλακτήρα, στην πισινή πόρτα του καπό, στα πλαστικά των πορτών και στο γυαλί της αριστερής πόρτας. Η συνολική αξίας των ζημιών ανήλθε στα €800. · Ο ιατρός του Τ.Ε.Π.Α. Λεμεσού, Δρ. Β. Δημητρίου, στις 22.4.12 και ώρα 22:01 εξέτασε τον παραπονούμενο, ο οποίος ανέφερε ότι ήταν οδηγός αυτοκινήτου και ενώ καθόταν στο αυτοκίνητο του κάποιοι τον ξυλοκόπησαν, άγνωστοι προς αυτόν. Διαπιστώθηκε αυτός έφερε εκδορά στον αριστερό καρπό και πρήξιμο στη μύτη, επίσταξη. Παραπονείτο για πόνο στη μύτη και στον δεξιό αγκώνα. Οι ακτινογραφίες κεφαλής, ρινικού οστού, θώρακος, δεξιού αγκώνα που του έγιναν έδειξαν κάταγμα του χόνδρου της ρινός. Του έγινε καρδιογράφημα και αναλύσεις και κρατήθηκε για νοσηλεία από τον χειρουργό. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 3, στις ως άνω αναφερόμενες κατηγορίες και αφού τους εξηγήθηκαν τα δικαιώματα τους, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτοί επέλεξαν όπως καταθέσουν ενόρκως και δεν κάλεσαν μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε η Αστ.3362 Κυριακή Μιχαήλ, του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 22.4.12 πήρε γραπτό παράπονο από τον Πάρη Κωνσταντίνου, συνοδηγό στο όχημα που οδηγούσε ο Όμηρος Κρεμμύδας (στο εξής ο παραπονούμενος), σε σχέση με τα όσα έλαβαν χώραν προηγουμένως το ίδιο βράδυ. Στις 26.4.12 η μάρτυρας έλαβε γραπτή κατάθεση από τον παραπονούμενο και την ίδια ημέρα πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Κλεάνθη Κοιλανιώτη, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το όχημα με αρ. εγγραφής ΡΥ
  1. Στις 29.4.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3 (τεκμήριο 3). Στις 8.5.12 πήρε γραπτή κατάθεση από τον Πάρη Κωνσταντίνου, ο οποίος της ανέφερε ότι δεν είχε παράπονο και δεν επιθυμούσε την ποινική δίωξη οποιουδήποτε για την επίθεση που δέχτηκε. Στις 11.5.12 έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο 1 (τεκμήριο 2). Την ίδια ημέρα κατηγόρησε τον κατηγορούμενο 1 γραπτώς για το αδίκημα της επίθεσης που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον παραπονούμενο καθώς και για το αδίκημα της πρόκλησης κακόβουλης ζημιάς στο αυτοκίνητο του και εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 4). Στις 15.5.12 κατηγόρησε γραπτώς τον Κλεάνθη Κοιλανιώτη για τα προαναφερόμενα αδικήματα και εκείνος απάντησε «Δεν θέλω να πω τίποτε». Τέλος στις 19.5.12 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο 3 για τα ίδια αδικήματα και εκείνος απάντησε «Δεν παραδέχομαι» (τεκμήριο 5). Για την παρούσα υπόθεση δεν έγιναν αναγνωριστικές παρατάξεις. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο Αστ. 3464 Στέφανος Κορμόπουλος, επίσης του Τμήματος Μικροπαραβάσεων Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Στις 22.4.12 πήρε γραπτό παράπονο από τον παραπονούμενο, σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώραν προηγουμένως το ίδιο βράδυ. Στις 25.4.12 έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Δημήτρη Aσλανίδη, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας του επεισοδίου. Την ίδια ημέρα πήρε κατάθεση από τον Χριστόδουλο Χριστοδούλου και αργότερα την ίδια ημέρα πήρε συμπληρωματική κατάθεση από το ίδιο πρόσωπο. Περαιτέρω την ίδια ημέρα πήρε συμπληρωματική κατάθεση και από τον Δημήτρη Ασλανίδη και κατάθεση από τον Μάριο Ευθυμίου. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο παραπονούμενος, Όμηρος Κρεμμύδας, του οποίου η εκδοχή ήταν βασικά η ακόλουθη: Στις 22.4.12 πήγε με τον φίλο του τον Πάρη σ' ένα καφέ στην Ανεξαρτησίας. Γύρω στις 21:15 έφυγαν από εκεί. Λίγο αργότερα ενώ οδηγούσε το αυτοκίνητο του με συνοδηγό τον Πάρη, επί της Λεωφόρου Μακαρίου, από τον κυκλικό κόμβο Αγ. Νικολάου, κατευθυνόμενος δυτικά προς τα φώτα του Αριέλ, ένα αυτοκίνητο σκούρου χρώματος τετράπορτο με αρ. εγγραφής PY816 προσπάθησε να τον προσπεράσει. Ο παραπονούμενος ήχησε την κόρνα του αυτοκινήτου του γιατί φοβήθηκε. Όταν το άλλο αυτοκίνητο δεν κατάφερε να τον προσπεράσει οδηγήθηκε ακριβώς πίσω από αυτό του παραπονούμενου. Στην συνέχεια το εν λόγω αυτοκίνητο τον προσπέρασε και όταν σταματήσαν στα φώτα του Αριέλ, γιατί το φανάρι ήταν κόκκινο, το προαναφερόμενο αυτοκίνητο σταμάτησε στα δεξιά του παραπονούμενου, ο οποίος αφού άνοιξε το παράθυρο είπε στον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου «Χαζίρι να μας σκοτώσεις». Τότε εκείνος του είπε «Ντα μπου θέλεις ρε, σκάσε». Στο αυτοκίνητο αυτό επέβαιναν τέσσερα άτομα, τα οποία κατεβήκαν, πήγαν στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου και άρχισαν να το κλωτσούν. Την ίδια στιγμή κατέβηκαν από άλλο ένα αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KET556 και άλλα άτομα και πήγαν και αυτοί στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Τα τέσσερα πρώτα άτομα πέραν του ότι άρχισαν να κλωτσούν το αυτοκίνητο, το χτυπούσαν με τα χέρια τους ενώ κάποιος από αυτούς έσπασε το τζάμι της θέσης του συνοδηγού όπου βρισκόταν ο Πάρης. Στην συνέχεια χτυπούσαν το παραπονούμενο και τον Πάρη ενώ αυτοί βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο. Επειδή ο παραπονούμενος δεν μπορούσε να αμυνθεί, βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και τότε τον χτυπούσαν με τα χέρια και τα πόδια τους πιο δυνατά. Στην συνέχεια πήγαν στο μέρος και τα άλλα άτομα που προανέφερε δηλαδή πέντε ή έξι άτομα ακόμα. Δεν ξέρει όμως αν τα υπόλοιπα άτομα που ήρθαν μετά τον χτύπησαν ή όχι καθώς βρισκόταν στο έδαφος και είχε σοκαριστεί επειδή όλοι τον χτυπούσαν. Δεν γνωρίζει ποιος ακριβώς τον χτύπησε στη μύτη ή στα υπόλοιπα μέρη του σώματος του καθώς ήταν πολλοί. Ένα από τα πρόσωπα που φορούσε μπλε πουκάμισο ηλικίας περίπου 40 ετών ήρθε από το δεύτερο αυτοκίνητο. Οι υπόλοιποι που ήρθαν στην αρχή ήταν οι δυο με κίτρινες φανέλες εκ των οποίων ο ένας είχε και μια σάρπα στο χέρι του ενώ από τους άλλους δυο ο ένας φορούσε άσπρη μπλούζα και ο άλλος μαύρη μπλούζα. Μετά από λίγο ήρθαν άλλα άτομα και απώθησαν τους πιο πάνω, οι οποίοι έφυγαν από το μέρος ενώ λίγο πιο μετά έφθασε εκεί η Αστυνομία. Τα πιο πάνω πρόσωπα δεν τα είχε ξαναδεί. Στις 26.4.12 όταν πήγε στην Αστυνομία για να πάρει ένα φίλο του για να δώσει κατάθεση, στο παγκάκι έξω από το γραφείο παραπόνων των Μικροπαραβάσεων, είδε και αναγνώρισε τον οδηγό του αυτοκινήτου με PY
  2. Ανέφερε δε στο Δικαστήριο ότι το εν λόγω πρόσωπο δεν είναι κάποιος από τους κατηγορούμενους 1 και
  3. Αναγνώρισε στο Δικαστήριο τον κατηγορούμενο 1 ως το πρόσωπο που φορούσε μπλε πουκάμισο και τον κατηγορούμενο 3, ως ένα από τα πρόσωπα που χτυπούσαν τον ίδιο και που προκάλεσαν τις ζημιές στο αυτοκίνητο του. Όσον αφορά την ζημιά που προκλήθηκε στο αυτοκίνητο του είπε ότι αυτό το πήραν σε γκαράζ και το επιδιόρθωσαν και πλήρωσαν για το σκοπό αυτό €
  4. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Μάριος Ευθυμίου, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Στις 22.4.12 περί ώρα 21:00 βρισκόταν με τον Αχιλλέα και τον Δημήτρη στο περίπτερο που βρίσκεται στο Αριέλ. Ενώ καθόταν άκουσε φωνές και τσακωμούς και γύρισε και είδε τρία άτομα να δέρνουν ένα άλλο άτομο. Πήγε κοντά στον καβγά και είδε τρία άτομα να δέρνουν τον οδηγό ενός αυτοκινήτου Honda ενώ στην συνέχεια, ένας από τους τρεις πήγε στο παράθυρο του συνοδηγού, έσπασε το παράθυρο, έβγαλε τον συνοδηγό από το αυτοκίνητο και ακολούθως και οι τρεις χτυπούσαν και τον συνοδηγό. Τα εν λόγω πρόσωπα χτυπούσαν τόσο τον οδηγό όσο και τον συνοδηγό του Honda με τα χέρια τους δηλαδή τους έδιναν πάτσους και γροθιές. Μετά πήγε εκεί ένας άλλος άνθρωπος από ένα Mercedes και είπε στον οδηγό του Honda «Φύε γιατί θα σε σκοτώσουν» ενώ στην συνέχεια το πρόσωπο αυτό χτύπησε στο κεφάλι τον οδηγό του Honda με το χέρι του και συγκεκριμένα του έδινε πάτσους. Όσον αφορά το τι φορούσαν τα τρία πρόσωπα που χτύπησαν τον οδηγό και τον συνοδηγό, είπε ότι ο ένας φορούσε πουκάμισο και τζιν, ο άλλος σάκο σκούρου χρώματος και σάρπα της ΑΕΛ ενώ για τον τρίτο δεν θυμάται. Επίσης στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων αναγνώρισε τον οδηγό του Mercedes ως άλλο ένα άτομο που χτύπησε τον οδηγό του Honda. Περαιτέρω αναγνώρισε στην Αστυνομία τον οδηγό του ενός αυτοκινήτου που ήταν στον καβγά δηλαδή του PY816, ως ένα από τα τέσσερα πρόσωπα που χτύπησαν τους άλλους δύο. Δεν είδε πόσοι κατέβηκαν από το αυτοκίνητο PY816 ούτε ποιος έσπασε το γυαλί του άλλου αυτοκινήτου. Ο οδηγός του Honda τραυματίσθηκε βαριά. Στο Δικαστήριο αναγνώρισε τον κατηγορούμενο 1 ως τον προαναφερόμενο οδηγό του Mercedes. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Πάρης Κωνσταντίνου, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 22.4.12 βρισκόταν συνοδηγός στο αυτοκίνητο του φίλου του Όμηρου Κρεμμύδα. Γύρω στις 21:30 ενώ κατευθύνονταν στη Λεωφόρο Μακαρίου, παρά τα φώτα του Bodyline, αυτοκίνητο άσπρο, παλαιού τύπου, το οποίο βρισκόταν πίσω τους προσπάθησε να τους προσπεράσει. Λόγω του ότι υπήρχε πολλή κίνηση στο δρόμο δεν τα κατάφερε και ξαναεπιχείρησε σε λίγο. Ο Όμηρος ρώτησε τον οδηγό τι προσπαθεί να κάνει και μόλις σταμάτησαν στο κόκκινο φως στην μεσαία λωρίδα, ο συνοδηγός του άλλου αυτοκινήτου, το οποίο βρισκόταν στα δεξιά τους, κατέβηκε και άρχισε να χτυπά από το ανοικτό τζάμι του οδηγού τον Όμηρο. Ακολούθως κατέβηκαν από εν λόγω αυτοκίνητο και τα υπόλοιπα άτομα που επέβαιναν, νομίζει ήταν τέσσερα. Ο συνοδηγός πήγε προς την μεριά του και ενώ ο μάρτυρας καθόταν μέσα στο αυτοκίνητο με το τζάμι να είναι μισό ανοικτό, εκείνος κλώτσησε με το πόδι του το τζάμι, το έσπασε και προσπάθησε να χτυπήσει τον μάρτυρα με το πόδι του μέσα από το τζάμι ενώ ο μάρτυρας προσπάθησε να αμυνθεί με τα χέρια. Τα άλλα άτομα χτυπούσαν τον Όμηρο. Ο Όμηρος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και προσπαθούσε να μιλήσει μαζί τους αλλά εκείνοι συνέχισαν να τον χτυπούν. Ο Όμηρος δεν ανταπέδωσε τα χτυπήματα. Κατέβηκε και ο μάρτυρας και ο συνοδηγός του άλλου αυτοκινήτου συνέχισε να τον χτυπά με γροθιές και με τα πόδια και ο μάρτυρας προσπαθούσε να αμυνθεί χωρίς να τον χτυπήσει. Εκείνη την ώρα πήγε ακόμη ένα αυτοκίνητο Mercedes, δεν γνωρίζει με πόσα άτομα, νομίζει 1 με 2 αλλά δεν είδε αν χτύπησαν και αυτοί τον Όμηρο. Δεν γνωρίζει ακριβώς πόσα άτομα χτυπούσαν τον Όμηρο γιατί ο συνοδηγός του άλλου οχήματος πήγε απευθείας πάνω στον μάρτυρα και αυτός δεν έβλεπε μπροστά του, αλλά ήταν πολλά άτομα, μπορεί 3-
  5. Μετά πήγε εκεί ένα πρόσωπο, το οποίο ο μάρτυρας δεν γνωρίζει και τους χώρισε. Ακολούθως όλα τα άλλα πρόσωπα έφυγαν και πήγε στο μέρος η Αστυνομία. Ο μάρτυρας δεν είδε τους αριθμούς εγγραφής των δυο αυτοκινήτων που επέβαιναν τα πρόσωπα που τους χτύπησαν. Ο συνοδηγός που τον χτύπησε ήταν ψηλός και γεμάτος, με κοντά μαλλιά, καστανός. Τα πρόσωπα που τους επιτέθηκαν δεν τα γνώριζαν. Ο συνοδηγός του αυτοκινήτου που ανέφερε ότι κατέβηκε και τον χτύπησε δεν ήταν κανένας από τους κατηγορούμενους 1 και
  6. Δεν γνωρίζει δε τους κατηγορούμενους 1 και
  7. Ο Όμηρος ήταν χτυπημένος και έτρεχε αίμα από την μύτη του. Κάλεσαν αμέσως ασθενοφόρο και ο μάρτυρας πήγε μαζί του στο Νοσοκομείο. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο Χρίστος Χριστοδούλου, ο οποίος υιοθέτησε τις τρεις καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία και όπου ανέφερε τα εξής: Στην κατάθεση του ημερ. 22.4.12 (τεκμήριο 12) ότι: στις 22.4.12 περί ώρα 21:30 πήγε στο περίπτερο που βρίσκεται στα φώτα του ARIEΛ στην οδό Μακαρίου στη Λεμεσό για να αγοράσει τσιγάρα. Αφού αγόρασε τα τσιγάρα βγήκε από το περίπτερο. Όταν βγήκε έξω είδε ένα αυτοκίνητο χρώματος ασημί μάρκας HONDA, στο οποίο επέβαιναν 2 νεαρά άτομα, να σταματά στα φώτα αφού ήταν κόκκινο και μπροστά του να έχει σταματημένο ένα αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΕΤ536 μάρκας Mercedes χρώματος μαύρου, στο οποίο επέβαινε ένα άτομο και δίπλα από το HONDA, στα δεξιά του, σταματημένο ένα άλλο αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΡΥ816 χρώματος γκρίζου, στο οποίο επέβαιναν 3 νεαρά άτομα. Ξαφνικά άκουσε φωνές και τα 3 άτομα που ήταν μέσα στο ΡΥ816 κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, πήγαν προς το μέρος του νεαρού που βρισκόταν στο ασημί αυτοκίνητο, τον κατέβασαν από το αυτοκίνητο και άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε ο οδηγός του Mercedes κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε προς το μέρος τους για να τους χωρίσει. Εκείνοι αντί να σταματήσουν πήγαν στην πλευρά του συνοδηγού, έσπασαν το παράθυρο, τράβηξαν έξω και τον άλλο νεαρό και άρχισαν να τον χτυπούν και εκείνον. Δεν χτυπούσαν μόνο τα 2 άτομα αλλά χτυπούσαν και το αυτοκίνητο τους με αποτέλεσμα να του κάνουν πολλές ζημιές. Τότε ο μάρτυρας μαζί με άλλα άτομα που ήταν εκεί πήγαν κοντά τους για να τους χωρίσουν. Εκείνη τη στιγμή είδε να έρχονται προς το μέρος τους 4 περιπολικά και τότε τα άτομα αυτά σταμάτησαν να χτυπούν τους 2 νεαρούς, μπήκαν στο αυτοκίνητο τους και έφυγαν με κατεύθυνση από τα φώτα δεξιά. Αυτά είδε και τίποτα περισσότερο. Στην κατάθεση του ημερ. 25.4.12, η οποία λήφθηκε μεταξύ των ωρών 19:30-19:50 (τεκμήριο 13) ότι: ο συνοδηγός του PY816, ήταν ψηλός, γεροδεμένος, μελαχρινός, δεν είχε γένια, τα μαλλιά του ήταν κοντά και ήταν περίπου 25 ετών και όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο πήγε και χτύπησε με τα χέρια του τον οδηγό του Honda με μπουνιές στο πρόσωπο. Το άλλο άτομο που καθόταν στο πίσω κάθισμα του PY816, ήταν μελαχρινός μέτριου αναστήματος, είχε μουσούι και κοντά μαλλιά, ήταν περίπου 20 και χτύπησε και αυτός τον οδηγό του Honda δηλαδή με τα χέρια του τον χτυπούσε με μπουνιές στο πρόσωπο του. Ο μάρτυρας απώθησε αυτόν από το να συνεχίσει να χτυπά τον οδηγό του Honda. Τον οδηγό του PY816 επειδή ήταν νύχτα δεν μπορεί να τον αναγνωρίσει επειδή ήταν σκοτεινά. Τον εν λόγω οδηγό τον είδε να χτυπά τον οδηγό του Honda από απόσταση περίπου τριάντα μέτρων. Πίσω από το Honda είχε και ένα Mercedes μαύρο το οποίο είχε δυο άτομα μέσα πήγαν να χωρίσουν τα άτομα που τσακώνονταν, δεν μπορεί όμως να τους αναγνωρίσει. Ο άνθρωπος που είδε έξω από το γραφείο της Αστυνομίας να κάθεται δεν τον ξαναείδε ποτέ στη ζωή του και τον πληροφόρησε η Αστυνομία ότι είναι ο οδηγός του αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής PY
  8. Στην κατάθεση του ημερ. 25.4.12, η οποία λήφθηκε μεταξύ των ωρών 20:30-20:10 (τεκμήριο 14) ότι: ο οδηγός του Mercedes στην αρχή προσπάθησε να χωρίσει τον οδηγό του Honda από τα άλλα άτομα που τον χτυπούσαν αλλά στην συνέχεια του έδωσε τρεις πάτσους και μετά μια γονατιά στο κεφάλι του. Στην πρώτη κατάθεση του είπε ότι δεν τον χτύπησε γιατί ο οδηγός του Mercedes ήταν παρών στο γραφείο Μικροπαραβάσεων της Αστυνομίας και φοβήθηκε. Περαιτέρω όταν στην κυρίως εξέταση του ρωτήθηκε εάν βλέπει στο Δικαστήριο τον συνοδηγό του PY816 και τον οδηγό του Mercedes, είπε ότι δεν θυμάται πολύ καλά επειδή περάσαν και 3 χρόνια και ότι νομίζει ότι το ένα εκ των ατόμων αυτών το αναγνωρίζει, υποδεικνύοντας τον κατηγορούμενο 1 ως τον οδηγό Mercedes. Δεν είδε ποιος προκάλεσε το επεισόδιο. Προσέγγισε το χώρο όταν άκουσε φωνές. Ο οδηγός του Mercedes δεν χτύπησε καθόλου το αυτοκίνητο το Honda. Ο κατηγορούμενος 1 κατά την μαρτυρία του υιοθέτησε τις δύο καταθέσεις που έδωσε στην Αστυνομία στις 23.4.12 (τεκμήριο 16) και στις 11.5.12 (τεκμήριο 2) όπου ανέφερε ακόλουθα: Είναι διευθυντής στην εταιρεία Α & Ρ Paraskevaidis στην Λεμεσό. Η εταιρεία του έδωσε το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΚΕΤ536 για να διακινείται στην εργασία του. Στις 22.4.12 κατά τις 9 το βράδυ οδηγούσε στη οδό Μακαρίου για να πάει σπίτι του. Όταν έφτασε στα φώτα του ΑΡΙΕΛ με δυτική κατεύθυνση και βρισκόταν στην μεσαία λωρίδα για να πάει ευθεία, σταμάτησε στα φώτα γιατί άναψε κόκκινο. Ήταν το πρώτο αυτοκίνητο στη σειρά. Τότε σταμάτησε πίσω του ένα αυτοκίνητο χρώματος γκρίζου και δίπλα από αυτό, στην τρίτη λωρίδα που είχαν σκοπό να στρίψουν δεξιά, 2 άλλα αυτοκίνητα χρώματος άσπρου και το άλλο δεν θυμάται, τα οποία είχαν μέσα οπαδούς της ΑΕΛ. Τότε είδε να κατεβαίνουν από το άσπρο αυτοκίνητο και από αυτό που ήταν πίσω του, κάποια άτομα, δεν θυμάται πόσα και πήγαν προς το αυτοκίνητο που ήταν πίσω του και αφού έβγαλαν τον οδηγό του αυτοκίνητου, άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε αυτός κατέβηκε, πήγε προς το μέρος του οδηγού για να τους χωρίσει και είπε στον οδηγό να φύγει για να μην τον σκοτώσουν. Αυτοί δεν σταμάτησαν να χτυπούν τον οδηγό και πήγαν στην πλευρά του συνοδηγού και τον τράβηξαν έξω από το παράθυρο και άρχισαν να τον χτυπούν. Στο μέρος είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Τότε ο κατηγορούμενος 1 πήρε από το έδαφος ένα πλαστικό κάλυμμα που είχαν βγάλει από το αυτοκίνητο του νεαρού και αφού του το έριξε στο αυτοκίνητο του ξαναείπε να φύγει πριν τον σκοτώσουν και μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε από το μέρος. Δεν είδε τίποτα περισσότερο. Συμπληρωματικά της πιο πάνω κατάθεσης του ανέφερε ότι ουδέποτε επιτέθηκε είτε στον παραπονούμενο είτε στον Πάρη Κωσταντίνου και δεν τους προκάλεσε οποιαδήποτε πραγματική σωματική βλάβη. Ο λόγος που αναγκάστηκε να κατέβει από το αυτοκίνητο του εκείνη την μέρα ήταν επειδή είχε ανάψει το κόκκινο φως, έτυχε να είναι το πρώτο αυτοκίνητο στην σειρά και το επεισόδιο του καβγά έγινε ακριβώς πίσω του και τα γυαλιά από το γυαλί του πίσω αυτοκινήτου που έσπασε, πεταχτήκαν πάνω στο αυτοκίνητο του. Άκουσε το θόρυβο και ο μοναδικός του σκοπός ήταν να βοηθήσει την κατάσταση δηλ. τους ανθρώπους τους οποίους τα άλλα άτομα χτυπούσαν. Δεν προκάλεσε καμία ζημιά στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου. Αντιθέτως βρήκε ένα πλαστικό προφυλακτήρα, ο οποίος βγήκε από το εν λόγω αυτοκίνητο και τον τοποθέτησε στο πίσω κάθισμα αυτού καθώς τους παρότρυνε να φύγουν. Ο ίδιος φορούσε κίτρινη φανέλα της ΑΕΛ και επέβαινε μόνος του στο αυτοκίνητο. Έφυγε πρώτος από την σκηνή αφού η κατάσταση εκεί είχε τεθεί εκτός ελέγχου και μαζεύονταν όλο και περισσότερα άτομα. Όταν έφευγε άκουσε τον παραπονούμενο να παρακινεί τα περίπου 30 άτομα που μαζευτήκαν στην σκηνή «Χτυπάτε με χτυπάτε με για να βγάλω κι άλλα». Πέραν των όσων ανέφερε στις καταθέσεις του ανέφερε ότι κατά τον επίδικο χρόνο, κατέβηκε, πρώτα βεβαιώθηκε ότι το αυτοκίνητο του δεν είχε ζημιά, ήταν στην πλευρά του οδηγού και ουδέποτε πήγε στην πλευρά του συνοδηγού ή στο πίσω μέρος. Προσπαθούσε να τους αποτρέψει από το να χτυπούν τον οδηγό. Μετά προσπάθησε να προτρέψει τον οδηγό για να μπει στο αυτοκίνητο του για να προστατευθεί και να φύγει. Σε σχέση με αυτό το τελευταίο εξήγησε ότι ο οδηγός βρισκόταν έξω και δεχόταν ξυλοδαρμό και ο ίδιος τον προέτρεψε να μπει στο αυτοκίνητο του και να φύγει. Εκείνος στη σύγχυση δεν το έπραξε αλλά αντίθετα προκαλούσε αυτούς που τον χτυπούσαν να τον χτυπήσουν και άλλο. Συνειδητοποιώντας ότι η κατάσταση έβγαινε εκτός ελέγχου και αφού έβαλε ένα προφυλακτήρα στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου, μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Η παρουσία του εκεί ήταν πολύ σύντομη, 3-4 λεπτά. Ουδέποτε είδε Αστυνομία. Ποτέ δεν χτύπησε τον παραπονούμενο. Τέλος ο κατηγορούμενος 3, υιοθέτησε την κατάθεση του (τεκμήριο 3) όπου ανέφερε τα εξής: Στις 22.4.12 το βράδυ, γύρω στις 21:20 βρισκόταν ως συνοδηγός στο αυτοκίνητο του εξάδελφου του Κλεάνθη Κοιλανιώτη, με αριθμό εγγραφής ΡΥ
  9. Οδηγός ήταν ο Κλεάνθης. Κατευθύνονταν στην Λεωφόρο Μακαρίου Γ΄ με δυτική κατεύθυνση όταν παρά τα φώτα του ARIEL, σταμάτησαν στο κόκκινο φως της πορείας τους ενώ κρατούσαν την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας γιατί θα έστριβαν δεξιά, δηλ. βόρεια. Αντιλήφθηκαν ότι πίσω τους, περίπου σε απόσταση 4 αυτοκίνητα, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και γύρω από αυτό βρίσκονταν μαζεμένα τέσσερα άτομα, τα οποία φώναζαν. Κατέβηκαν και αυτοί και πήγαν να δουν τι έγινε. Δεν θυμάται τους αριθμούς του εν λόγω αυτοκινήτου που ήταν σταματημένο και ούτε μπορεί να το περιγράψει. Δεν υπήρχαν άτομα εντός αυτού όταν πήγαν εκεί ενώ είχαν μαζευτεί και γύρω στα 20 άλλα άτομα. Είδε κάποια άτομα να προσπαθούν να τραβούν προς τα πίσω ένα ψηλό με μακριά μαλλιά και κάποιον άλλο, κοντό να φωνάζει «Δώστε μου κι άλλες, δέρτε με». Δεν πρόσεξε αν αυτός ήταν τραυματισμένος ή οποιοσδήποτε άλλος. Δεν είδε να δέρνει κανείς οποιονδήποτε. Δεν μπορεί να αναγνωρίσει τα άτομα που ήταν εκεί. Φώναξε τόσο αυτός όσο και ο εξάδελφος του αόριστα «Φύγετε, φύγετε έννα σκοτωθείτε» και έφυγαν πριν διαλυθεί η φασαρία. Δεν είδε αν είχε προκληθεί ζημιά σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Είδε μόνο να βρίσκεται στο έδαφος στην πλευρά του οδηγού ένα πλαστικό, πιθανό μέρος του αυτοκινήτου. Υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα σταματημένα εκεί γύρω. Δεν θυμάται όμως ούτε μάρκες ούτε αριθμούς εγγραφής. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Τόσο η Μ.Κ.1 όσο και ο Μ.Κ.2 αναφέρθηκαν στις ενέργειες που ο καθένας τους έκανε κατά την διερεύνηση της υπόθεσης. Η μαρτυρία της Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση της ενώ ο Μ.Κ.2 δεν αντεξετάσθηκε καν. Ως εκ των άνω και των δύο η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.5 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά την μαρτυρία του περιέγραψε, με απλότητα και με βάση τα όσα θυμόταν, τα γεγονότα όπως τα βίωσε και τα αντιλήφθηκε ο ίδιος, χωρίς αυτά να αμφισβητηθούν κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο παραπονούμενος (Μ.Κ.3) από την άλλη θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να πείσει ότι τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 3 τον χτύπησαν κατά το επεισόδιο καθώς και ότι ο τελευταίος προκάλεσε ζημιές στο αυτοκίνητο του. Όμως η μαρτυρία του ως προς αυτά χαρακτηριζόταν από αντιφάσεις αλλά και από μια σκόπιμη γενικότητα. Όταν δε του ζητείτο να γίνει συγκεκριμένος απαντούσε με υπεκφυγές ως προς τις ενέργειες εκάστου των κατηγορουμένων και γενικά η εκδοχή του στερείται της απαιτούμενης πειστικότητας και βεβαιότητας ως προς το ουσιώδες αυτής ήτοι ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 ήταν έστω κάποια από τα άτομα που τον χτύπησαν και προκάλεσαν ζημιές στο αυτοκίνητο του. Συγκεκριμένα: Στην κατάθεση του τεκμήριο 8, την οποία υιοθέτησε στην κυρίως εξέταση του, είπε ουσιαστικά ότι όταν σταμάτησαν στα φώτα, το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής PY816 σταμάτησε στα δεξιά του και αυτός αφού άνοιξε το παράθυρο είπε στον οδηγό του άλλου αυτοκινήτου «Χαζίρι να μας σκοτώσεις». Τότε εκείνος του είπε «Ντα μπου θέλεις ρε, σκάσε». Στη συνέχεια κατέβηκαν όλοι οι επιβαίνοντες από το εν λόγω αυτοκίνητο, δηλ. 4 στο σύνολο και πήγαν στο αυτοκίνητο του και άρχισαν να το κλωτσούν. Από αυτούς οι 2 φορούσαν κίτρινες φανέλες, εκ των οποίων ο ένας είχε και μια σάρπα στο χέρι του ενώ από τους άλλους 2, ο ένας φορούσε άσπρη και ο άλλος μαύρη μπλούζα. Την ίδια στιγμή κατέβηκαν από ένα άλλο αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής KET556 και άλλα άτομα και πήγαν και αυτοί στο αυτοκίνητο του. Τα 4 άτομα που κατέβηκαν από το PY816 πέραν του ότι άρχισαν να κλωτσούν το αυτοκίνητο, το χτυπούσαν με τα χέρια τους ενώ κάποιος από αυτούς έσπασε το τζάμι της θέσης του συνοδηγού. Στην συνέχεια αυτοί χτυπούσαν τόσο τον ίδιο όσο και τον συνοδηγό του, ενώ βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο. Επειδή ο ίδιος δεν μπορούσε να αμυνθεί βγήκε έξω από το αυτοκίνητο και τότε τον χτυπούσαν με τα χέρια και τα πόδια τους πιο δυνατά. Στην συνέχεια πήγαν στο μέρος και τα άλλα άτομα που προανέφερε δηλαδή 5 ή 6 άτομα ακόμα. Δεν ξέρει όμως εάν τα υπόλοιπα άτομα που πήγαν τον χτύπησαν ή όχι, καθώς βρισκόταν στο έδαφος και είχε σοκαριστεί επειδή όλοι τον χτυπούσαν. Δεν γνωρίζει δε ποιος ακριβώς τον χτύπησε στη μύτη ή στα υπόλοιπα μέρη του σώματος του καθώς ήταν πολλοί. Είπε επίσης ότι ένα από τα πρόσωπα που ήλθαν από το δεύτερο αυτοκίνητο φορούσε μπλε πουκάμισο και ήταν ηλικίας περίπου 40 ετών. Κατά την μαρτυρία του στο Δικαστήριο στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι ο προαναφερόμενος οδηγός του PY816 δεν είναι κάποιος από τους κατηγορούμενους 1 και
  10. Αναγνώρισε όμως τον κατηγορούμενο 1, ως το πρόσωπο που φορούσε μπλε πουκάμισο και τον κατηγορούμενο 3, ως ένα από τα πρόσωπα που χτυπούσαν τον ίδιο και που προκάλεσαν τις ζημιές στο αυτοκίνητο του. Όταν όμως ρωτήθηκε τι ενέργειες έκανε ο κατηγορούμενος 1 εναντίον του, αποφεύγοντας ουσιαστικά να απαντήσει συγκεκριμένα και αναφερόμενος γενικά σε περισσότερα άτομα είπε ότι τον χτυπούσαν σε όλο το σώμα και του έσπασαν τη μύτη ενώ βρισκόταν στο έδαφος, χτυπούσαν το αυτοκίνητο του, με κλωτσιές και μπουνιές, του έσπασαν τα τζάμια, τον προφυλακτήρα στο πίσω μέρος και το καπό, στα πλαστικά τα τζάμια του συνοδηγού και του οδηγού. Όταν στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν ο κατηγορούμενος 1 ήταν με άλλα πρόσωπα απάντησε καταφατικά και είπε ότι ήταν με τον κατηγορούμενο 3 και άλλα πρόσωπα. Από τα όσα είπε στην κατάθεση του όμως, την οποία να σημειωθεί ότι έδωσε το ίδιο βράδυ με το επίδικο συμβάν, προκύπτει ότι δεν γνωρίζει κατά πόσο τα άτομα που κατέβηκαν από το δεύτερο αυτοκίνητο (δηλ. και ο κατηγορούμενος 1) τον χτύπησαν ή όχι. Ερωτώμενος δε για τις ενέργειες του κατηγορούμενου 3 είπε ότι αυτός τον χτυπούσε, χτυπούσε όταν βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο και στη συνέχεια αναφερόμενος και πάλι σε περισσότερα πρόσωπα είπε ότι έσπασαν το τζάμι, τα καλύμματα των τζαμιών και αμέσως τον έριξαν στο έδαφος και τον χτυπούσαν. Στην αντεξέταση του είπε δε, σε αντίθεση με την κατάθεση του, ότι όταν σταμάτησαν στα φώτα, κατέβηκαν πρώτα τα άτομα από το πρώτο αυτοκίνητο και πήγαν προς το αυτοκίνητο του και τότε αυτός τους είπε «Χαζίρι να με σκοτώσετε» οπόταν του απάντησε (αναφερόμενος σε ενικό αριθμό) «Ίνταμπου θέλεις ρε; Σκάσε.» και στη συνέχεια άρχισαν να χτυπούν το αυτοκίνητο του και να προκαλούν ζημιές σε αυτό και μετά χτυπούσαν αυτόν και τον συνοδηγό του ενώ ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και ότι μετά τους έβγαλαν έξω και τους χτυπούσαν στο έδαφος με κλωτσιές και χέρια. Ως όμως έχει προαναφερθεί, στην κατάθεση του είπε ότι κατέβηκε μόνος του από το αυτοκίνητο κάτι που επιβεβαίωσε στην συνέχεια αφού, όταν ρωτήθηκε πως τους έβγαλαν έξω, είπε ότι ενώ ήταν μέσα τον χτυπούσαν και τον τραβούσαν από την φανέλα και ότι ο ίδιος για να προστατεύσει το αυτοκίνητο του κατέβηκε κάτω. Όταν ρωτήθηκε εάν ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και 3 που του είπαν «Σκάσε», ενώ στην κυρίως εξέταση του είπε καθαρά ότι αυτό του το είπε ο οδηγός του άλλου αυτοκινήτου (τον οποίο αναγνώρισε αργότερα στις 26.4.12) και ότι τα άτομα από το άλλο αυτοκίνητο ήλθαν στη συνέχεια, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι τη συγκεκριμένη ώρα ήλθαν όλοι μαζί και δεν μπορούσε να αντιληφθεί ποιος του το είπε καθότι ήταν μπροστά του 5 άτομα, ενώ ως προαναφέρθηκε, με βάση τα όσα είπε στην κατάθεση του τα άτομα που πήγαν εκεί αρχικά δεν μπορούσε να είναι πάνω από
  11. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του είπε ότι στην κατάθεση του δεν διευκρίνισε ότι το πιο πάνω του το είπε ο οδηγός αλλά ότι του είπαν αυτά τα λόγια. Ανέφερε δε ότι το πρώτο άτομο που τον χτύπησε ήταν το πρόσωπο που αναγνώρισε στην Αστυνομία δηλ. ο οδηγός του PY
  12. Όταν δε του ζητήθηκε να διευκρινίσει πόσα άτομα κατέβηκαν από τα αυτοκίνητα είπε ότι κατέβηκαν 4 άτομα από το PY816 και ο κατηγορούμενος 1 από το άλλο αυτοκίνητο. Εδώ να σημειωθεί ότι στην κατάθεση του είπε ότι από το άλλο αυτοκίνητο κατέβηκαν «και άλλα άτομα» δηλ. περισσότερα από ένα και αυτά πήγαν στο μέρος διευκρινίζοντας ότι ήταν 5 ή 6 άτομα ακόμα. Στην αντεξέταση του είπε ότι εκεί εννοούσε ότι ήταν στο σύνολο 5-6 άτομα. Απέφυγε δε να απαντήσει πόσα άτομα ήταν μέσα στο αυτοκίνητο που επέβαινε ο κατηγορούμενος 1, λέγοντας ότι αναγνωρίζει μόνο αυτόν. Σε ερώτηση εάν είδε τον κατηγορούμενο 1 να καταφθάνει όταν ήδη είχαν αρχίσει να τον χτυπούν είπε ότι τον είδε να φθάνει όταν τον χτύπησε. Δέχθηκε δε τελικά μετά από αρκετές ερωτήσεις ότι ο κατηγορούμενος 1 κατέφθασε όταν ήδη τον χτυπούσαν οι άλλοι και βρισκόταν κάτω από το αυτοκίνητο και μετά που προκάλεσαν ζημιές σε αυτό. Είπε δε ότι όταν πήγε κοντά του τον χτυπούσαν όλοι. Όταν ρωτήθηκε ουσιαστικά εάν ο κατηγορούμενος 1 κατέβηκε χωρίς λόγο τον χτύπησε και έφυγε, απάντησε «Αφού ήταν φίλος τους, για να είσαι εσύ δικηγόρος και των δύο» εξάγοντας δηλ. συμπέρασμα εκ του ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 εκπροσωπούνται από την ίδια συνήγορο. Όταν περαιτέρω ρωτήθηκε πως τον χτυπούσε ο κατηγορούμενος 1 και πάλι αποφεύγοντας να αναφερθεί σε αυτόν είπε ότι τον χτυπούσαν όλοι μαζί με χέρια και κλωτσιές. Είπε δε ότι ενώ βρίσκονταν μέσα στο αυτοκίνητο, αυτόν τον χτυπούσαν 3 άτομα και τον συνοδηγό του 2 άτομα και ότι ο κατηγορούμενος 1 ήλθε μετά. Ως έχει όμως προαναφερθεί ο ίδιος είπε ότι από το πρώτο αυτοκίνητο είχαν κατεβεί 4 άτομα και άρα δεν μπορούσαν αρχικά να τους χτυπούν 5 άτομα. Σε άλλο δε σημείο δέχθηκε ότι κάποιοι χτυπούσαν το αυτοκίνητο, άλλοι τον ίδιο και άλλοι τον συνοδηγό. Περαιτέρω στην αντεξέταση όταν ρωτήθηκε τι ρόλο έπαιξε ο κατηγορούμενος 3 είπε αρχικά ότι ήταν εκεί στο συμβάν. Είπε δε ότι ήταν ο συνοδηγός του PY
  13. Εδώ να σημειωθεί ότι από την μαρτυρία του συνοδηγού του δηλ. του Μ.Κ.5 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 3 δεν ήταν ο συνοδηγός του εν λόγω οχήματος. Όταν ρωτήθηκε στη συνέχεια τι έκανε αυτός είπε και πάλι αποφεύγοντας να απαντήσει συγκεκριμένα ότι άρχισε να τους χτυπά. Όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει εάν δηλ. χτυπούσε και τους δύο είπε ότι δεν είπε συγκεκριμένα ποιοι χτύπησαν ποιον αλλά ότι πήγαν εκεί και τους χτυπούσαν και στη συνέχεια όταν τους κατέβασαν τους χτυπούσαν όλοι. Αυτό όμως λογικά δεν αποκλείει το ενδεχόμενο, εάν ο κατηγορούμενος 3 χτύπησε κάποιον, να χτύπησε τον συνοδηγό και όχι τον παραπονούμενο. Όταν μάλιστα ρωτήθηκε σχετικά είπε και πάλι υπεκφεύγοντας ότι τους χτυπούσαν όταν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Μάλιστα στη συνέχεια ερωτώμενος εάν είδε τον κατηγορούμενο 3 να τον χτυπά είπε ότι τον είδε να χτυπά τον αυτοκίνητο του και συνέχισε και πάλι αποφεύγοντας να μιλήσει συγκεκριμένα και χρησιμοποιώντας πληθυντικό αριθμό, ότι έσπασαν τα τζάμια, τα προφυλακτικά και στη συνέχεια όταν βγήκαν αυτός και ο συνοδηγός έξω τους έριξαν στο έδαφος και τους χτυπούσαν. Στη συνέχεια είπε δε ότι ο κατηγορούμενος 3 τον χτύπησε αλλά όταν του ζητήθηκε να καθορίσει σε ποιο χρονικό σημείο, είπε ότι δεν μπορεί να πει γιατί ήταν όλοι που τον χτυπούσαν, πράγμα που δεν μπορεί να ευσταθεί καθότι ο ίδιος ισχυρίσθηκε ότι κάποιοι χτυπούσαν τον συνοδηγό του. Όταν μάλιστα στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είναι λάθος να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος 3 χτυπούσε τον συνοδηγό του, είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει και ότι ξέρει ότι τους χτυπούσαν όταν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο. Ζητώντας του και πάλι να διευκρινίσει εάν δηλ. ο κατηγορούμενος 3 τον χτυπούσε ενώ βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο είπε πάλι αόριστα ότι «χτυπούσαν στα τζάμια και έσπασε το τζάμι του συνοδηγού, έσπασαν τα προφυλακτικά του αυτοκινήτου». Σε άλλο δε σημείο είπε ότι το εν λόγω τζάμι έσπασε μετά από κλωτσιά που δέχθηκε αλλά δεν είδε από ποιον. Ως προς τον προφυλακτήρα είπε επίσης ότι δεν είδε ποιος τον έσπασε, διερωτώμενος πως μπορούσε να δει πίσω ενώ ήταν μέσα και τους χτυπούσαν. Είπε δε μάλιστα ότι ταυτόχρονα χτυπούσαν τον ίδιο και τον προφυλακτήρα. Στη συνέχεια, ενώ πριν μιλούσε γενικά και αόριστα, είπε ότι είδε τον κατηγορούμενο 3 που χτυπούσε στα προφυλακτικά του αυτοκινήτου στο παράθυρο της δικής του θέσης. Όταν δε του τέθηκε πολύ λογικά ότι άρα εκείνη την ώρα ο κατηγορούμενος 3 δεν τους χτύπησε διότι χτυπούσε τον προφυλακτήρα στο παράθυρο, απάντησε ότι δεν είπε ότι δεν τους χτυπούσαν και ότι το παράθυρο ήταν ανοικτό και τους χτυπούσαν (χωρίς να καθορίσει και πάλι ποιον) και μετά έσπασε το προφυλακτικό. Ανέφερε από την άλλη ότι το περιστατικό διήρκησε 5-10 λεπτά και ότι πρώτη φορά έβλεπε τους κατηγορούμενους 1 και
  14. Δέχθηκε δε ότι με βάση τα όσα γίνονταν ήταν σε κατάσταση έντασης και άγχους, να προστατέψει την περιουσία του, τον φίλο του και τον εαυτό του και ότι σε κατάσταση σοκ από το ότι τον χτυπούσαν. Επέμενε δε ότι θυμάται τα πρόσωπα των κατηγορουμένων γιατί τους είδε. Ερωτώμενος όμως που τους είδε είπε ότι τους είδε που κατέβηκαν ενώ αυτός ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και επειδή το αυτοκίνητο που τον προσπέρασε δηλ. το PY816, είδε ένα περίπου. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο παραπονούμενος δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Όσον αφορά τον Μ.Κ.4 θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτός δεν εμπλέκει με την μαρτυρία του τον κατηγορούμενο 3 εφόσον ανέφερε ότι θυμάται μόνο τον κατηγορούμενο
  15. Το θέμα δε που τίθεται σχετικά δεν είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος 1 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο ο οδηγός του Μερσεντές. Αυτό άλλωστε το δέχθηκε και ο ίδιος. Το θέμα είναι κατά πόσο ήταν ο οδηγός του Μερσεντές που χτύπησε τον παραπονούμενο με τον τρόπο που ανέφερε ο μάρτυρας. Στο ερώτημα λοιπόν εάν η σχετική μαρτυρία του Μ.Κ.4 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αξιόπιστη σε βαθμό που το Δικαστήριο να μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν, η απάντηση είναι αρνητική. Και εξηγώ: Κατ' αρχήν στην κυρίως εξέταση όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τι είδε κατά το επίδικο βράδυ είπε ουσιαστικά ότι θα πει όσα θυμάται καθότι, λόγω του ότι τελευταία πήγε σε απεξάρτηση, δεν θυμάται. Στη συνέχεια στην κυρίως εξέταση του είπε σχετικά ότι ενώ βρισκόταν με φίλους του στον επίδικο χώρο είδε πολλά αυτοκίνητα σταματημένα και τρία άτομα που έδερναν έναν οδηγό του Χόντα και μετά πήγαν πάνω στον συνοδηγό. Μετά από λίγα λεπτά ήρθε ένας τύπος με το Mercedes και είπε του οδηγού «Φύγε γιατί θα σε σκοτώσουν, γιατί θα σε δέρουν» και επειδή δεν έφυγε τον χτύπησε και εκείνος. Είπε επίσης ότι μετά που πήγαν στην Αστυνομία πήγε εκεί και ο οδηγός του Mercedes για κατάθεση. Υπέδειξε δε στο Δικαστήριο, ως το πρόσωπο που περιγράφει στην κατάθεση του ότι φορούσε πουκάμισο και jean και ήταν κάτοχος του Mercedes, τον κατηγορούμενο
  16. Είπε επίσης ότι θυμάται αυτόν που πήγε στην Αστυνομία ενώ τους άλλους τρεις δεν τους θυμάται καλά επειδή τους είδε νύχτα και τώρα λόγω της απεξάρτησης θυμάται μόνο τον κατηγορούμενο
  17. Φαίνεται δε από την μαρτυρία του ότι η θέση του ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν το άτομο που είδε κατά τον επίδικο χρόνο να χτυπά τον παραπονούμενο εδράζεται στο ότι τον είδε αργότερα το ίδιο βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό. Από τα όσα όμως θα εκτεθούν κατωτέρω προκύπτει ότι η μαρτυρία του επί τούτου κάθε άλλο παρά από βεβαιότητα μπορεί να χαρακτηρισθεί ενώ τα όσα ανέφερε σε σχέση με το πότε και υπό ποιες περιστάσεις είδε τον κατηγορούμενο 1 στην Αστυνομία δεν μπορούν να ισχύουν. Συγκεκριμένα: Στην αντεξέταση του ανέφερε ότι εκείνο το βράδυ, την ώρα του καβγά είδε τον κατηγορούμενο 1 ούτε για 10 λεπτά. Τον είδε δε αργότερα το ίδιο βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό μετά από δύο ώρες. Είπε δε ότι όταν πήγε για κατάθεση είδε τον οδηγό του Mercedes, του είπε και ο Χρίστος «Είναι αυτός» και ο ίδιος είπε στον φίλο του «Αυτός πρέπει να είναι ο τύπος με το Mercedes». Σε επόμενη ερώτηση εάν του το επιβεβαίωσε ο φίλος του είπε ότι βασικά τον είδαν, δεν ήταν σίγουροι και μετά που τον είδαν καλά, ήταν εκείνος. Με άλλα λόγια ακόμη και όταν τον είδε στην Αστυνομία λίγο μετά, όπως ισχυρίζεται, δεν ήταν βέβαιος και ήταν μαζί με άλλο άτομο που το συζήτησαν και ουσιαστικά «επιβεβαίωσε» ο ένας τον άλλο. Δεν τον ξαναείδε από τότε. Σε υποβολή ότι δεν είναι σε θέση να αναγνωρίσει τον κατηγορούμενο 1 είπε ότι τον τύπο του Mercedes τον θυμάται και εξήγησε ότι μόλις τον είδε στο Δικαστήριο τον θυμήθηκε από το πρόσωπο του. Είπε δε μάλιστα, κάτι που προφανώς επιβεβαιώνει το ότι συνέδεσε τον κατηγορούμενο 1 εκ του ότι τον είδε στην Αστυνομία, ότι τους άλλους τρεις δεν τους θυμάται επειδή εκείνο το βράδυ που πήγε στην Αστυνομία δεν τους είδε. Πέραν όμως αυτών ανέφερε ότι το ίδιο βράδυ στην Αστυνομία είδε και τον παραπονούμενο, ο οποίος αναγνώρισε τον κατηγορούμενο
  18. Ισχυρίσθηκε δε ότι ο παραπονούμενος του είπε «Εν ο τύπος που το Mercedes που με χτύπησε» και ο μάρτυρας του είπε «Εν νομίζω να είναι αυτός» και μετά από λίγο που τον έβλεπε είπε «Αυτός είναι». Είπε επίσης ότι ήταν παρών στην Αστυνομία όταν ειδοποίησαν από το τηλέφωνο τον οδηγό του Mercedes να πάει εκεί. Πέραν όμως και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω από τα οποία προκύπτει ότι η μαρτυρία του Μ.Κ.4 κάθε άλλο παρά από βεβαιότητα χαρακτηρίζεται, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν προέκυψε από την μαρτυρία ότι αυτός έδωσε την κατάθεση του το ίδιο το επίδικο βράδυ. Αντίθετα η κατάθεση του φέρει ημερομηνία 25.4.12 δηλ. 3 μέρες αργότερα. Περαιτέρω ο παραπονούμενος έδωσε μεν κατάθεση το ίδιο βράδυ μετά το επεισόδιο αλλά αυτό δεν έγινε στην Αστυνομία αλλά στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου βρισκόταν. Ο δε κατηγορούμενος 1 έδωσε κατάθεση στις 23.4.12 μεταξύ των ωρών 00:30 και 00:
  19. Ήταν επίσης η θέση του Μ.Κ.4 ότι εκεί στον Αστυνομικό Σταθμό ήταν με τον Χρίστο και υποστήριξε ότι και ο Χρίστος έδωσε κατάθεση την ημέρα του επεισοδίου. Η μόνη ημερομηνία όμως που θα μπορούσε να είχε δώσει κατάθεση με τον Χρίστο, που προφανώς ήταν ο Μ.Κ.6, ήταν η 25.4.12, κατά την οποία ο Μ.Κ.6 έδωσε τις 2 τελευταίες καταθέσεις του. Όταν δε υποβλήθηκε στον Μ.Κ.4 ότι έδωσε κατάθεση άλλη ημέρα δεν το δέχθηκε και επέμενε ότι ήταν την ίδια ημέρα που έγινε το επεισόδιο. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω η μαρτυρία του Μ.Κ.4 δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Όπως και ο Μ.Κ.4, ο Μ.Κ.6 δεν εμπλέκει με την μαρτυρία του τον κατηγορούμενο 3 αλλά μόνο τον κατηγορούμενο
  20. Απομένει λοιπόν να εξετασθεί κατά πόσο η μαρτυρία αυτού ως προς την εμπλοκή του κατηγορούμενου 1 μπορεί να χαρακτηρισθεί ως αξιόπιστη. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του ως προς το γιατί δεν ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 χτύπησε τον παραπονούμενο στις πρώτες δύο καταθέσεις του δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και στερείται της απαιτούμενης πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Στην πρώτη του κατάθεση ημερ. 22.4.12 (τεκμήριο 12) ανέφερε ουσιαστικά ότι ο κατηγορούμενος 1, που ήταν ο οδηγός του Mercedes, κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε προς το μέρος των άλλων προσώπων που χτυπούσαν τον παραπονούμενο για να τους χωρίσει αλλά εκείνοι συνέχισαν. Δεν ανέφερε λοιπόν ότι ο κατηγορούμενος 1 χτύπησε τον παραπονούμενο. Στην δεύτερη κατάθεση του ημερ. 25.4.12, την οποία έδωσε μεταξύ των ωρών 19:30-19:50 (τεκμήριο 13) είπε ότι στο Mercedes επέβαιναν δύο άτομα, τα οποία πήγαν να χωρίσουν τα άτομα που τσακώνονταν και τα οποία δεν μπορεί όμως να αναγνωρίσει. Στην τρίτη του κατάθεση ημερ. 25.4.12 που έδωσε μεταξύ των ωρών 20:30-20:10 (τεκμήριο 14) δηλ. αμέσως μετά την δεύτερη είπε ότι ο οδηγός του Mercedes στην αρχή προσπάθησε να χωρίσει τον οδηγό του Honda από τα άλλα άτομα που τον χτυπούσαν αλλά στην συνέχεια του έδωσε τρεις πάτσους και μετά μια γονατιά στο κεφάλι του και ότι στην πρώτη κατάθεση του είπε ότι δεν τον χτύπησε γιατί ο οδηγός του Mercedes ήταν παρών στο γραφείο Μικροπαραβάσεων της Αστυνομίας και φοβήθηκε. Στην αντεξέταση του όμως έδωσε αρχικά άλλο λόγο. Συγκεκριμένα είπε ότι δεν το ανέφερε στην πρώτη του κατάθεση καθότι οι φίλοι του του είπαν να μην ασχοληθεί καθόλου με την υπόθεση και αυτός τους είπε εντάξει. Μετά όμως επειδή λυπήθηκε τον παραπονούμενο αποφάσισε να ξαναπάει. Έτσι πήγε στις 25.4.
  21. Ενώ όμως είπε ότι είχε αποφασίσει από το πρωί της εν λόγω ημέρας να πάει και να αναφέρει ότι και ο οδηγός του Mercedes χτύπησε τον παραπονούμενο, στην δεύτερη του κατάθεση που έδωσε εκείνη την ημέρα και πάλι δεν το ανέφερε. Όταν ρωτήθηκε γιατί, είπε ότι δεν το έκανε γιατί ο κατηγορούμενος 1 ήταν μπροστά του στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού. Αυτό όμως δεν ισχύει καθότι ο κατηγορούμενος 1 είχε πάει εκεί για κατάθεση το βράδυ του επίδικου επεισοδίου, κάτι που δέχθηκε και ο ίδιος στην συνέχεια. Ερωτώμενος λοιπόν γιατί δεν το ανέφερε στην δεύτερη του κατάθεση και το ανέφερε στην τρίτη, την οποία έδωσε 10 περίπου λεπτά μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης, είπε ότι συζητούσε με τον αστυνομικό εκεί, ο αστυνομικός έγραψε μια κατάθεση με αυτά που του είπε ο μάρτυρας και μετά ο μάρτυρας του είπε ότι τελικά θέλει να αλλάξει την κατάθεση του και στην συνέχεια έδωσε την τρίτη κατάθεση του. Όταν όμως ρωτήθηκε γιατί δεν τα είπε αυτά στον αστυνομικό από την αρχή είπε ότι ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν έχει κάποιον εκεί που ήταν στο συμβάν για να μην έχουν επεισόδια. Αυτό όμως δεν είναι λογικό γιατί, ως ο ίδιος είπε, όταν άρχισε την δεύτερη κατάθεση του δεν είδε κάποιον εκεί. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε γιατί τότε δεν τα ανέφερε στον αστυνομικό επανέλαβε μη πειστικά, ότι ήθελε να βεβαιωθεί ότι δεν υπάρχει κάποιος εκεί ή ότι θα έρθει και για να πείσει προς τούτο πρόσθεσε ότι ρώτησε τον αστυνομικό αν θα έρθει κάποιος εκεί και εκείνος του είπε όχι, ότι μπορεί να καταθέσει ελεύθερα και έτσι έδωσε την σύντομη συμπληρωματική κατάθεση. Αυτό όμως δεν είναι πειστικό εφόσον, με δεδομένο ότι πήγε αποφασισμένος να το κάνει, την προαναφερόμενη ερώτηση στον αστυνομικό μπορούσε κάλλιστα να την κάνει πριν αρχίσει την δεύτερη του κατάθεση. Πέραν των ανωτέρω όταν ρωτήθηκε για την πρώτη του κατάθεση δηλ. το βράδυ του επεισοδίου είπε ότι όταν πήγε στον Σταθμό ο οδηγός του Mercedes, ο ίδιος ήταν μέσα στο Γραφείο Μικροπαραβάσεων και οι υπόλοιποι ήταν έξω. Εκείνη την ώρα μπήκε στο γραφείο ο οδηγός του Mercedes, χωρίς να κάτσει κοντά του και ο αστυνομικός ρώτησε τον μάρτυρα «Εν τούτος;» οπόταν ο μάρτυρας απάντησε καταφατικά. Είπε επίσης ότι μετά που τελείωσε την κατάθεση του και βγήκε έξω, ο οδηγός του Mercedes πήγε για κατάθεση ή έφευγε και δεν ήλθε σε οποιαδήποτε επαφή μαζί του. Δεν είναι όμως λογικό να είπε τα πιο πάνω στον αστυνομικό και εκείνος να μην το κατέγραψε. Δεν είναι δε πειστική η εξήγηση που έδωσε προς τούτο ο μάρτυρας ότι δηλ. δεν το έκανε γιατί ο κατηγορούμενος 1 ήταν εκεί στην Αστυνομία και δεν μπορούσε να του πει ότι θα πάει εναντίον του. Πέραν δε των ανωτέρω θα πρέπει να σημειωθεί ως προς την εκδοχή του μάρτυρα για τα γεγονότα ότι ενώ στην δεύτερη του κατάθεση είπε ότι στο Mercedes είχε δύο άτομα τα οποία πήγαν να χωρίσουν αυτούς που τσακώνονταν, στην αντεξέταση επέμενε ότι στην κατάθεση του είπε ότι ένα άτομο κατέβηκε από το εν λόγω όχημα καθώς και ότι ένα άτομο είδε μέσα στο αυτοκίνητο και το λέει. Δέχθηκε δε από την άλλη ότι κατά το επεισόδιο στον χώρο υπήρχαν πάνω από 10 άτομα και ότι ήταν σκοτεινά. Ως εκ των άνω ούτε του Μ.Κ.6 η μαρτυρία μπορεί να γίνει δεκτή. Ο δε κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Η όλη εκδοχή του ως προς τα γεγονότα χαρακτηριζόταν από ουσιώδεις αντιφάσεις, οι δε θέσεις του δεν ήταν σταθερές, κάποιες εξ αυτών δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική ενώ άλλες στερούνται πειστικότητας. Η δε μνήμη του παρουσιαζόταν εμφανώς επιλεκτική εφόσον ενώ για κάποια θέματα ήταν καλή για άλλα εξίσου ή πιο ουσιώδη ανέφερε ότι δεν θυμόταν. Συγκεκριμένα: Στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι όταν σταμάτησε στο κόκκινο φανάρι στα φώτα σταμάτησε πίσω του ένα αυτοκίνητο γκρίζο και δίπλα από αυτό 2 άσπρα αυτοκίνητα, που είχαν οπαδούς της ΑΕΛ και ότι τότε είδε να κατεβαίνουν από τα 2 άσπρα αυτοκίνητα κάποια άτομα, χωρίς να θυμάται πόσα και πήγαν προς το γκρίζο αυτοκίνητο και αφού έβγαλαν τον οδηγό άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε κατέβηκε και αυτός και πήγε προς το μέρος του οδηγού για να τους χωρίσει και είπε στον οδηγό να φύγει για να μην τον σκοτώσουν. Όμως στην δεύτερη του κατάθεση που ήταν ανακριτική και του λήφθηκε 18 μέρες αργότερα, ανέφερε ότι ήταν το πρώτο αυτοκίνητο στη σειρά στα φώτα και ότι ουσιαστικά αναγκάστηκε να κατεβεί από αυτό γιατί το επεισόδιο του καβγά έγινε ακριβώς πίσω του και τα γυαλιά από το γυαλί του πίσω αυτοκινήτου που έσπασε, πεταχτήκαν πάνω στο αυτοκίνητο του. Είπε ότι άκουσε το θόρυβο και ο μοναδικός του σκοπός ήταν να βοηθήσει την κατάσταση δηλ. τους ανθρώπους τους οποίους τα άλλα άτομα χτυπούσαν. Εδώ να σημειωθεί ότι στην πρώτη του κατάθεση μέχρι το σημείο που ο ίδιος κατέβηκε ανέφερε ότι τα άλλα άτομα χτυπούσαν μόνο τον οδηγό. Στην κυρίως εξέταση του, προφανώς για να πείσει για τον λόγο που κατέβηκε, πρόσθεσε ότι πρώτα βεβαιώθηκε εάν το αυτοκίνητο του είχε ζημιά και μετά προσπάθησε να αποτρέψει τα άλλα άτομα από του να χτυπούν τον οδηγό. Στην αντεξέταση του για πρώτη φορά είπε ότι όταν σταμάτησε άκουσε φασαρία και φωνές και ότι είδε από το καθρεφτάκι ότι στο πίσω αυτοκίνητο είχε κοσμοσυρροή. Είπε δε ότι είδε επίσης τα 2 αυτοκίνητα στη δεξιά του πλευρά ότι ήταν κενά ενώ στην πρώτη κατάθεση του είπε ότι είδε να κατεβαίνουν από αυτά κάποια άτομα και μάλιστα οπαδοί της ΑΕΛ. Είπε επίσης ότι άκουσε να σπάζουν γυαλιά. Όσον αφορά τον χρόνο που έγιναν τα πιο πάνω από τη στιγμή που σταμάτησε, είπε μη πειστικά ότι ταυτόχρονα είδε κόσμο πίσω του, κενά αυτοκίνητα δεξιά του και άκουσε γυαλιά να σπάνε. Όσον αφορά τις φωνές που άκουσε και ενώ τα άλλα τα θυμόταν, είπε ότι δεν μπορεί να τις περιγράψει αφού πέρασαν χρόνια και ουσιαστικά τις «μετέτρεψε» σε φασαρία. Η αλλαγή αυτή στην θέση του περί του ότι τα άλλα αυτοκίνητα ήταν κενά προφανώς είχε να κάνει με το ότι δεν ήθελε να αναφερθεί στον κατηγορούμενο 3, ο οποίος επίσης βρισκόταν στον χώρο και επέβαινε ενός εκ των αυτοκινήτων, κάτι που φαίνεται και από το ότι σε υποβολή ότι από το αυτοκίνητο που ήταν δίπλα του κατέβηκαν τρία πρόσωπα περιλαμβανομένου του κατηγορούμενου 3, είπε ότι δεν είδε ποια άτομα ήταν μέσα αφού τα αυτοκίνητα τα είδε κενά ενώ επίσης ήταν νύχτα και ο κόσμος πολύς. Σε άλλο σημείο δε της αντεξέτασης του, όταν ρωτήθηκε πώς αντιλήφθηκε ότι γυαλιά από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου έσπασαν και πετάχτηκαν στο δικό του, είπε ότι άκουσε να σπάζουν γυαλιά και φοβήθηκε μήπως χτυπήσουν στο αυτοκίνητο του, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την δεύτερη του κατάθεση. Όταν του τέθηκε αυτό έδωσε την μη πειστική εξήγηση ότι από το θόρυβο το δυνατό υπέθεσε ότι χτύπησαν στο αυτοκίνητο του, προφανώς για να στηρίξει την θέση του ότι κατέβηκε αναγκαστικά για να ελέγξει το αυτοκίνητου του. Στην πρώτη του κατάθεση σε σχέση με το τι έκαναν τα άλλα πρόσωπα είπε ότι όταν κατέβηκαν από τα αυτοκίνητα πήγαν προς το αυτοκίνητο που ήταν πίσω του και αφού έβγαλαν τον οδηγό του αυτοκίνητου, άρχισαν να τον χτυπούν. Τότε κατέβηκε αυτός, πήγε προς το μέρος του οδηγού για να τους χωρίσει και είπε στον οδηγό να φύγει για να μην τον σκοτώσουν. Τα άλλα πρόσωπα όμως δεν σταμάτησαν να χτυπούν τον οδηγό και πήγαν στην πλευρά του συνοδηγού και τον τράβηξαν έξω από το παράθυρο και άρχισαν να τον χτυπούν και εκείνο. Στην αντεξέταση του ως προς το πώς αντιλήφθηκε ότι τα άλλα πρόσωπα χτυπούσαν τον οδηγό του πίσω αυτοκινήτου, είπε, προφανώς για να πείσει προς τούτο, ότι το αντιλήφθηκε γιατί ήταν ακριβώς έξω με ανοιχτή την πόρτα από το αυτοκίνητο. Όταν εύλογα ρωτήθηκε πως το αντιλήφθηκε αυτό ενώ εκεί υπήρχε κοσμοσυρροή, ως ο ίδιος είπε, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι έτσι κατάλαβε. Όταν δε του υποδείχθηκε ότι στην πρώτη κατάθεση του δεν ανέφερε ότι η πόρτα ήταν ανοιχτή, είπε και πάλι μη πειστικά ότι πέρασαν 3-4 χρόνια, είπε ό,τι θυμάται, κάποια θυμάται και κάποια όχι. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του για το ίδιο θέμα είπε ότι δεν θυμάται ακριβώς εάν η πόρτα του οδηγού ήταν ανοικτή ή κλειστή όταν ο παραπονούμενος δεχόταν επίθεση και ότι σε κάποια φάση όταν ο ίδιος κόντεψε και τον παρότρυνε ήταν ανοιχτή αλλά δεν θυμάται αν ήταν κλειστή ή άνοιξε εκείνη την ώρα. Ανέφερε επίσης ότι την ώρα που ο ίδιος κατέβηκε βρίσκονταν γύρω από το πίσω αυτοκίνητο, τουλάχιστον 15 άτομα και κάποιοι εξ αυτών χτυπούσαν τον οδηγό και για πρώτη φορά ότι άλλοι χτυπούσαν το αυτοκίνητο. Και πάλι όμως δεν πρόσεξε αν το αυτοκίνητο το χτυπούσαν από την πλευρά του συνοδηγού. Στη συνέχεια είπε ότι βρίσκονταν άτομα γύρω από το αυτοκίνητο και δεν πρόσεξε πόσα απ' αυτά και τι ακριβώς χτυπούσαν. Προσπάθησε δε να πείσει ότι εκείνο που πρόσεξε καλά ήταν ότι χτυπούσαν πολύ τον παραπονούμενο που βρισκόταν στην πλευρά του. Όταν όμως ρωτήθηκε πώς τον χτυπούσαν, απάντησε και πάλι ότι δεν θυμάται, ότι δεν πρόσεξε ενώ στη συνέχεια είπε ότι ήταν με χέρια, πόδια. Όταν δε ρωτήθηκε αν έβγαλαν τον παραπονούμενο διά της βίας από το αυτοκίνητο, είπε ότι δεν πρόσεξε κάτι τέτοιο ενώ όταν του τέθηκε το τι ανέφερε αντίθετα στην πρώτη του κατάθεση, έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι για να είναι ο παραπονούμενος έξω από το αυτοκίνητο σημαίνει ότι κάποιοι τον έβγαλαν. Ανέφερε επίσης στην αντεξέταση του, σε αντίθεση με την πρώτη του κατάθεση, ότι δεν πρόσεξε, λόγω της κοσμοσυρροής, πού βρισκόταν ο συνοδηγός του πισινού αυτοκινήτου. Όταν δε του τέθηκε ουσιαστικά τα όσα είπε για τον συνοδηγό στην πρώτη του κατάθεση, έδωσε την μη πειστική εξήγηση ότι 15 άτομα ήταν γύρω από το αυτοκίνητο και χτυπούσαν το αυτοκίνητο, πέρασαν 4 χρόνια και δεν θυμάται πόσοι χτυπούσαν και ποιον. Ως προς το τι έκανε ο ίδιος όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο του, στην πρώτη του κατάθεση είπε ότι πήγε προς το μέρος του οδηγού για να τους χωρίσει και είπε στον οδηγό να φύγει για να μην τον σκοτώσουν. Αυτοί δεν σταμάτησαν να χτυπούν τον οδηγό και πήγαν στην πλευρά του συνοδηγού και τον τράβηξαν έξω από το παράθυρο και άρχισαν να τον χτυπούν και εκείνο. Στο μέρος είχε μαζευτεί πολύς κόσμος. Τότε ο ίδιος πήρε από το έδαφος ένα πλαστικό κάλυμμα που είχαν βγάλει από το αυτοκίνητο του νεαρού και αφού του το έριξε στο αυτοκίνητο του ξαναείπε να φύγει πριν τον σκοτώσουν και μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε από το μέρος. Στην δεύτερη του κατάθεση ανέφερε ότι όταν βρήκε τον πλαστικό προφυλακτήρα, ο οποίος βγήκε από το αυτοκίνητο (του παραπονουμένου) τον τοποθέτησε στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου καθώς τους παρότρυνε να φύγουν. Έφυγε πρώτος από την σκηνή αφού η κατάσταση εκεί είχε τεθεί εκτός ελέγχου και μαζεύονταν όλο και περισσότερα άτομα. Πρόσθεσε δε ότι όταν έφευγε άκουσε τον παραπονούμενο να παρακινεί τα περίπου 30 άτομα που μαζευτήκαν στην σκηνή «Χτυπάτε με χτυπάτε με για να βγάλω κι άλλα». Στην αντεξέταση του είπε σχετικά ότι όταν κατέβηκε, βρισκόταν πάντα στην πλευρά του οδηγού, ήδη ο οδηγός ήταν έξω και τον χτυπούσαν και ο ίδιος προέτρεψε τον οδηγό να μπει στο αυτοκίνητο του για να γλυτώσει, έβαλε το πλαστικό στο πίσω κάθισμα του αυτοκινήτου και έφυγε. Όταν ρωτήθηκε, πολύ λογικά, εάν ενώ είδε κάποιους να χτυπούν τον παραπονούμενο, αντί ο ίδιος να τραβήξει πίσω έναν από αυτούς, απλά πήρε τον προφυλακτήρα, είπε για πρώτη φορά ότι ο ίδιος προέτρεψε τα άλλα άτομα λέγοντας τους «Σταματάτε, θα τον σκοτώσετε» αλλά δεν ήλθε σε επαφή μαζί τους γιατί φοβήθηκε για την ασφάλεια του. Προφανώς δε ανέφερε τα πιο πάνω για να πείσει σε σχέση με το όλο παράλογο της θέσης του. Για αυτό και πρόσθεσε ότι πρώτα προέτρεψε τους άλλους και μετά τον παραπονούμενο να φύγει, όταν έβαλε τον προφυλακτήρα. Όταν επίσης πολύ εύλογα ερωτήθηκε πώς μπόρεσε να πάρει τον προφυλακτήρα και να τον βάλει στο αυτοκίνητο ενώ αυτό ήταν περικυκλωμένο, είπε ότι ήταν ένα πλαστικό ενός μέτρου, βρισκόταν ακριβώς δίπλα από τον παραπονούμενο, ο ίδιος το είδε αφού ήταν μπροστά στα πόδια του, το πήρε, άνοιξε την πόρτα και το έβαλε. Ισχυρίστηκε δε μη πειστικά, εάν ληφθεί υπόψην το ότι ο ίδιος ανέφερε ότι το αυτοκίνητο ήταν περικυκλωμένο από άτομα που χτυπούσαν τον παραπονούμενο και το αυτοκίνητο, ότι τα άτομα που βρίσκονταν γύρω από το αυτοκίνητο δεν ήταν εμπόδιο για τον ίδιο να τοποθετήσει τον προφυλακτήρα εντός αυτού. Όταν ερωτήθηκε γιατί στη δεύτερη κατάθεση του είπε ότι τον προφυλακτήρα τον έβγαλαν από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου, είπε ουσιαστικά ότι το υπέθεσε ενόψει του ότι χτυπούσαν τον παραπονούμενο και το πλαστικό ήταν δίπλα και άρα ότι το έβγαλαν τα άτομα που τον χτυπούσαν. Στη συνέχεια και πάλι σε εύλογη ερώτηση γιατί εφόσον φοβήθηκε δεν έφυγε, είπε ότι φοβήθηκε να έρθει σε επαφή με τα άτομα που χτυπούσαν τον παραπονούμενο γι' αυτό απλά τους παρότρυνε και αμέσως μετά έφυγε. Τέλος σε ερώτηση αν συμφωνεί ότι όταν είπε στον παραπονούμενο να φύγει, εκείνος δεν μπορούσε να το πράξει γιατί βρισκόταν μπροστά του το αυτοκίνητο του ιδίου, είπε ότι είπε στον παραπονούμενο να φύγει με την προϋπόθεση ότι θα έφευγε και ο ίδιος και θα του έκανε χώρο. Ούτε αυτό όμως είναι λογικό. Σε σχέση με το ότι άκουσε τον παραπονούμενο να προκαλεί τα άλλα πρόσωπα που τον χτυπούσαν να τον χτυπήσουν και άλλο, θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν είναι λογικό ο παραπονούμενος να ανέφερε αυτό καθώς τον χτυπούσαν αρκετά πρόσωπα και ο κατηγορούμενος να μην το ανέφερε εξ αρχής στην πρώτη του κατάθεση αλλά 18 ημέρες μετά όταν πλέον γνώριζε ότι ήταν ύποπτος για την επίθεση εναντίον του παραπονούμενου. Αποτελεί προφανώς εκ των υστέρων σκέψη του. Στην αντεξέταση του σε σχέση με το αν άκουσε κάτι εκεί ή αν λέχθηκε κάτι, είπε ότι ο ίδιος προέτρεψε τον οδηγό να μπει στο αυτοκίνητο για να γλυτώσει, άκουγε φωνές και βρισιές από τους άλλους και ο οδηγός να φωνάζει «Δέρτε με τζιαι άλλο να βγάλω πολλά λεφτά». Όταν αμέσως μετά του τέθηκε εύλογα το ερώτημα αν δηλ. ενώ ο παραπονούμενος ήταν περικυκλωμένος από άτομα που τον χτυπούσαν τους προκαλούσε περαιτέρω, υπεκφεύγοντας απάντησε ότι ο παραπονούμενος ήταν μπροστά από την πόρτα του οδηγού, ο ίδιος πήρε το πλαστικό, πήγε πίσω του και το έβαλε στην πίσω θέση, οπότε είχε την ευκαιρία να είναι δίπλα στον παραπονούμενο και να τον παροτρύνει να φύγει. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Τέλος ο κατηγορούμενος 3 δεν μου έκανε καθόλου καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά την μαρτυρία του να πείσει ότι αυτός κατέβηκε με τον ξάδελφο του από περιέργεια και δεν είδε ουσιαστικά τίποτα συγκεκριμένο, ούτε να χτυπούν οποιοδήποτε κατά το επεισόδιο, αφού έφθασε κοντά όταν ουσιαστικά αυτό είχε τελειώσει. Η όλη εκδοχή του όμως διαψεύδεται από άλλη μαρτυρία που έγινε δεκτή, ενώ περαιτέρω στερείται έστω της στοιχειώδους λογικής και πειστικότητας και δείχνει εμφανώς την πρόθεση του να μην αναφέρει την αλήθεια αποστασιοποιώντας όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τον ξάδελφο του από τα όσα έλαβαν χώραν κατά τον επίδικο χρόνο. Συγκεκριμένα: Στην κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι ενώ επέβαινε ως συνοδηγός στο αυτοκίνητο του ξάδελφου του με αριθμό εγγραφής ΡΥ816 στα φώτα του ARIEL, σταμάτησαν στο κόκκινο φως της πορείας τους ενώ κρατούσαν την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και αντιλήφθηκαν ότι πίσω τους, περίπου σε απόσταση 4 αυτοκίνητα, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο και γύρω από αυτό βρίσκονταν μαζεμένα 4 άτομα, τα οποία φώναζαν. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας που ήταν παρόντες στον επίδικο χώρο, ανέφεραν και δεν έχει αμφισβητηθεί, ότι το προαναφερόμενο αυτοκίνητο, δεν απείχε 4 αυτοκίνητα από το αυτοκίνητο του παραπονούμενου ούτε και ήταν μπροστά από αυτό, αλλά σταμάτησε στα δεξιά του και πολύ κοντά του. Είναι λοιπόν προφανές ότι ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε τα πιο πάνω για να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του και τον ξάδελφο του από το όλο επεισόδιο και για να πείσει για την θέση του ότι μέχρι που να πάνε κοντά στο αυτοκίνητο του παραπονούμενου, δεν είδαν κανένα να χτυπάει κάποιον άλλο. Αυτό όμως λόγω της μικρής απόστασης στην οποία πραγματικά βρίσκονταν το ένα όχημα από το άλλο αλλά και εκ του ότι από το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας προκύπτει ότι το όλο περιστατικό διήρκησε μερικά λεπτά, δεν μπορεί να ευσταθεί. Για να πείσει δε για την απόσταση στην αντεξέταση του είπε ότι αυτή ήταν περίπου 15, 20 μέτρα ενώ όσον αφορά τον χρόνο είπε ουσιαστικά ότι πήγε κοντά στο τέλος του επεισοδίου και δεν παρατήρησε οτιδήποτε, μένοντας εκεί συνολικά 3-4 λεπτά, σε αντίθεση με την κατάθεση του όπου ανέφερε ότι έφυγαν πριν διαλυθεί η φασαρία. Ενώ στην κυρίως εξέταση του αναφέρθηκε σε 4 άτομα που φώναζαν, στην αντεξέταση του είπε ότι όταν σταμάτησαν στο φανάρι αντιλήφθηκαν πίσω τους να υπάρχουν 4-5 άτομα σε ένα αυτοκίνητο και να διαπληκτίζονταν. Όταν ρωτήθηκε σχετικά είπε ότι θεωρεί ότι τα εν λόγω άτομα κατέβηκαν από διπλανό αυτοκίνητο. Ανέφερε επίσης στην αντεξέταση του ότι ο λόγος που κατέβηκαν από το αυτοκίνητο αυτός και ο ξάδελφος του ήταν καθαρά από περιέργεια, για να δουν τι γινόταν. Δεν είναι όμως λογικό αυτοί να βρίσκονταν 4 αυτοκίνητα πιο μπροστά και μάλιστα να εμπόδιζαν την κυκλοφορία όταν το φανάρι θα άναβε πράσινο, όπως άλλωστε παραδέχθηκε, και εντούτοις να κατέβηκαν απλά από περιέργεια. Όταν ρωτήθηκε εάν κατέβηκε μαζί του και ο ξάδελφος του αφού αρχικά σκέφτηκε, απάντησε καταφατικά. Όταν ρωτήθηκε γιατί σκέφτεται και εάν δεν θυμάται, απάντησε αρνητικά και πρόσθεσε μη πειστικά ότι «θεωρεί» ότι ο ξάδελφος του κατέβηκε μαζί του. Όσον αφορά το τι έγινε στην συνέχεια, στην κυρίως εξέταση του είπε ότι είδε ότι δεν υπήρχαν άτομα εντός του αυτοκινήτου όταν πήγαν εκεί ενώ είχαν μαζευτεί και γύρω στα 20 άλλα άτομα. Είδε δε κάποια άτομα να προσπαθούν να τραβούν προς τα πίσω ένα ψηλό με μακριά μαλλιά και κάποιον άλλο κοντό να φωνάζει «Δώστε μου κι άλλες, δέρτε με». Δεν πρόσεξε όμως εάν αυτός ήταν τραυματισμένος ή οποιοσδήποτε άλλος. Δεν είδε να δέρνει κανείς οποιονδήποτε. Φώναξε τόσο αυτός όσο και ο ξάδελφος του αόριστα «Φύγετε, φύγετε έννα σκοτωθείτε» και έφυγαν πριν διαλυθεί η φασαρία εκεί. Δεν είδε αν είχε προκληθεί ζημιά σε οποιοδήποτε αυτοκίνητο. Το μόνο που είδε να βρίσκεται στο έδαφος στην πλευρά του οδηγού ήταν ένα πλαστικό, πιθανό μέρος του αυτοκινήτου. Στην αντεξέταση του όμως ανέφερε ότι όταν αυτός έφθασε κοντά 3-4 μέτρα είχε άτομα που προσπαθούσαν να χωρίσουν, προφανώς αυτούς που τσακώνονταν και κάποιοι άλλοι απλά παρατηρούσαν. Δεν θυμόταν όμως να πει πόσα άτομα προσπαθούσαν να χωρίσουν τους άλλους. Όσον αφορά το από πού ήλθαν τα άλλα 16 άτομα που επίσης μαζεύτηκαν εκεί, είπε αρχικά ότι πιστεύει ότι ήλθαν από άλλα αυτοκίνητα, αμέσως μετά απέκλεισε να ήλθαν από τα γύρω καταστήματα ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν γνωρίζει από πού ήλθαν. Δεν είδε όμως όταν έφτασε εκεί να τσακώνονται κάποιοι. Όταν δε ρωτήθηκε εάν τσακώνονταν μετά, είπε ότι δεν γνωρίζει. Δεν είναι δε λογικό, ως ο ίδιος ανέφερε, να κατέβηκαν από περιέργεια και ενώ δεν ήξερε τι γινόταν, να μην ρωτήσει κάποιον εκεί ούτε και να μιλήσουν με κανένα. Ούτε και με τον ξάδελφο του συζήτησαν κάτι για το τι συνέβαινε και πρόσθεσε ότι από την στιγμή που δεν υπήρχε κάποιος γνωστός τους έφυγαν. Ανέφερε δε για πρώτη φορά ότι κάποια άτομα εκεί τους φωνάζανε «Σταματάτε, δεν υπάρχει λόγος να τσακώνεστε». Όταν δε ρωτήθηκε εύλογα γιατί εφόσον αυτό που αντιλήφθηκε ήταν μια φασαρία στην κατάθεση του ανέφερε ότι αυτός και ο ξάδελφος του φώναξαν αόριστα «Φύγετε, φύγετε θα σκοτωθείτε;» είπε ότι το θεώρησε σωστό να φωνάξει να σταματήσουν να τσακώνονται. Αυτό όμως δεν είναι λογικό εφόσον, ως ο ίδιος ανέφερε, δεν είδε τσακωμό, ούτε πρόσωπα να χτυπιούνται. Για να δικαιολογήσει αυτήν του την λογική ασυνέπεια είπε στη συνέχεια ότι είδε να χωρίζουν κάποια άτομα και απλά τους φώναξε κάτι άλλο ήτοι «Σταματήστε για να μην κτυπήσετε». Όταν δε ρωτήθηκε για ποιο λόγο λοιπόν τους είπε να φύγουν να μην σκοτωθούν έδωσε την μη πειστική απάντηση ότι προσπάθησε και αυτός με το να φωνάξει να τους παροτρύνει να σταματήσουν και να μην τσακωθούν. Η όλη δε εκδοχή του ως προς το ότι δεν είδε κάποιον να χτυπάει κάποιον άλλο διαψεύδεται και από την μαρτυρία του Μ.Κ.5, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, και από την οποία προκύπτει ότι στο όχημα που επέβαινε ο κατηγορούμενος 3 επέβαιναν, πέραν του ξάδελφου του, και άλλα άτομα και ότι ο συνοδηγός του οχήματος κατέβηκε και χτύπησε όχι μόνο τον παραπονούμενο αλλά και τον Μ.Κ.5, κάτι που ο κατηγορούμενος 1 δεν μπορεί να μην είδε. Υποστήριξε δε ότι δεν είχε δει τον παραπονούμενο είτε να είναι μέσα στο αυτοκίνητο του είτε να τον χτυπούν ούτε και να είναι τραυματισμένος. Είπε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν ήταν εκεί εκείνη την ημέρα κάτι που ασφαλώς δεν αληθεύει. Παρόλα αυτά είχε προσέξει ένα πλαστικό μέρος αυτοκινήτου. Όταν ρωτήθηκε πως έπεσε η προσοχή του σε αυτό με τον κόσμο μαζεμένο και πάλι μη πειστικά, ενώ δεν είδε άλλα πιο σημαντικά γεγονότα, είπε ότι απλά το είδε. Ως εκ των άνω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος 3 είπε ψέματα στο Δικαστήριο και συνεπώς και αυτού η μαρτυρία απορρίπτεται. Κατάληξη Στην παρούσα από τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου και έχουν γίνει δεκτά, κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι κατά τον επίδικο χρόνο έγινε ένα επεισόδιο κατά το οποίο ο παραπονούμενος χτυπήθηκε από άλλα πρόσωπα και υπέστη τους τραυματισμούς που φαίνονται στα παραδεκτά γεγονότα καθώς και ότι στο αυτοκίνητο του προκλήθηκαν ζημιές ύψους €
  22. Έχει αποδειχθεί περαιτέρω ότι τόσο ο κατηγορούμενος 1 όσο και ο κατηγορούμενος 3 ήταν παρόντες κατά το επεισόδιο. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα έπρεπε να αποδειχθεί και ότι οι εν λόγω κατηγορούμενοι έλαβαν μέρος στο επεισόδιο και έπραξαν τα όσα τους αποδίδονται. Ως προαναφέρθηκε η μαρτυρία των κατηγορουμένων 1 και 3 δεν έγινε δεκτή. Κάτι τέτοιο όμως δεν οδηγεί από μόνο του σε αποδοχή της εκδοχής της άλλης πλευράς και σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής τους. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της ως προς τις ενέργειες των κατηγορουμένων 1 και 3 στην μαρτυρία του παραπονούμενου και των Μ.Κ.4, Μ.Κ.5 και Μ.Κ.
  23. Η μαρτυρία του Μ.Κ.5 έγινε μεν δεκτή αλλά το Δικαστήριο δεν μπορεί με βάση αυτή να οδηγηθεί σε συμπέρασμα ότι ήταν οι κατηγορούμενοι 1 και 3, οι οποίοι διέπραξαν ή έλαβαν μέρος στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων. Η δε μαρτυρία του παραπονούμενου αλλά και των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.6, για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτήν ώστε να καταλήξει σε περαιτέρω ασφαλή και αναμφίβολα ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και στη συνέχεια σε σχετικά συμπεράσματα. Αυτό όμως στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ των κατηγορουμένων 1 και
  24. Ενόψει των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία τις κατηγορίες 1 και
  25. Συνεπώς ο κατηγορούμενος 1 αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία 1 και ο κατηγορούμενος 3 αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
  26. (Υπ.) ......................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση με πραγματική σωματική βλάβη - Κακόβουλη ζημιά) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.