Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. MIJAL DANIEL MIHAI, Αρ. Υπόθεσης: 30102/12, 12/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B137 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 30102/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού Εναντίον MIJAL DANIEL MIHAI Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Κ. Χ"Κωνσταντίνου Για τον Κατηγορούμενο: κα Ηλία για Λ. Παπαφιλίππου & Σια ΔΕΠΕ Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της Αμελούς οδήγησης, κατά παράβαση των Άρθρων 8, 19 και 20Α του Περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72, όπως τροποποιήθηκε από τους Νόμους 166/87 και 80
(1)/2000. Η Κατηγορούσα Αρχή για να αποδείξει την υπόθεση της κάλεσε δύο μάρτυρες κατηγορίας και κατάθεσε επτά τεκμήρια. Ο ΜΚ1 ήταν ο Αστ. 3428 Κ. Χαραλάμπους και ΜΚ2 ο παραπονούμενος Ilivan Pavlov. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης τον Μιχάλη Χαραλάμπους ο οποίος έλαβε φωτογραφίες από τη σκηνή του δυστυχήματος. Η μαρτυρία όλων των μαρτύρων κατηγορίας βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης, δεν θα την επαναλάβω, θα αναφερθώ εκεί και όπου θεωρώ απαραίτητο για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης . Έχω επίσης παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους λαμβάνοντας υπόψη τις αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία (βλ. Πελεκάνου v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ., Αυξεντίου v. Δίγκλη
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1367, Χάρης Χρίστου v. Ευγενείας Khoreva
(2002), 1A A.A.Δ. 454, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173). Ως ΜΚ1 προσήλθε ο Αστ. Κ. Χαραλάμπους ο οποίος ήταν και ο εξεταστής του δυστυχήματος, παρουσίασε στο Δικαστήριο σας τα σχέδια που ετοίμασε (Τεκμ. 2 και 3) και απεικονίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε το δυστύχημα και ανέφερε τις ενέργειες που έκανε στη σκηνή του δυστυχήματος. Ο μάρτυρας ανάφερε ότι στις 13.3.1012 και περί ώρα 1650 επισκέφθηκε σκηνή τροχαίου δυστυχήματος στη συμβολή των οδών Αλεβίζου Τάσου και Σύρου με ενεχόμενα τα αυτοκίνητα EKM 994 το οποίο οδηγείτο από τον κατηγορούμενο και τη μοτοσυκλέτα με αρ. εγγραφής HBP459 η οποία οδηγείτο από τον παραπονούμενο ΜΚ2 Iliyan Pavlov. Στη συνέχεια ο μάρτυρας ανάφερε ότι προέβη στη λήψη μέτρων από τη σκηνή του δυστυχήματος τα οποία αποτύπωσε επί του προχείρου σχεδιαγραφήματος και στη συνέχεια τα μετέφερε επί του συμμετρικού, τα οποία κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμ. 2 και 3 αντίστοιχα. Ο μάρτυρας ανάλυσε τις ενέργειες τις οποίες έκανε στη σκηνή του δυστυχήματος αναλύοντας ταυτόχρονα και όλες τις μετρήσεις που φαίνονται στα σχεδιαγραφήματα. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι ο δρόμος στον οποίο έγινε το δυστύχημα είναι διπλής κατεύθυνσης χωρίς να παρουσιάζεται ως τέτοιος στο Τεκμ.2 και 3, γεγονός όμως που παραδέχθηκε ο ίδιος κατά την αντεξέταση του. Προκύπτει δε ξεκάθαρα ότι η σύγκρουση έγινε στη λωρίδα που ο Κατηγορούμενος εισήλθε και στη λωρίδα που όφειλε να οδηγεί. Δέχθηκε δε ότι ο μάρτυρας δηλ. ο παραπονούμενος δεν οδηγούσε τη μοτοσικλέτα του στην αριστερή λωρίδα, ως όφειλε, αλλά την οδηγούσε στη λωρίδα που όφειλε να οδηγεί και να τηρεί ο Κατηγορούμενος, ακόμα και πριν από τη σύγκρουση. Κατάλληλο είναι και το στάδιο να αναφέρω ότι και ο ίδιος ο παραπονούμενος παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε την αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας τόσο πριν όσο και κατά τον επίδικο χρόνο. Από την υπόλοιπη μαρτυρία του ΜΚ1, αναφορικά με τη διερεύνηση του δυστυχήματος, προκύπτουν τα εξής στοιχεία τα οποία θα πρέπει να αναφερθούν στο σημείο αυτό. Ο ΜΚ1 δεν ήταν σε θέση να αναφέρει στο Δικαστήριο σε σχέση με την ορατότητα που υπήρχε την ώρα του δυστυχήματος αλλά αυτή μετρήθηκε εκ των υστέρων και ότι ήταν περί τα 200 μέτρα. Αξίζει να σημειωθεί επίσης ότι η ορατότητα δεν εξακριβώθηκε με ακρίβεια αφού ο κατηγορούμενος εισερχόταν από πάροδο σε κύριο δρόμο και όχι σε ευθεία πορεία. Στην υποβολή της Υπεράσπισης σε σχέση με την ταχύτητα που είχε η μοτοσυκλέτα ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν ήταν σε θέση να τη γνωρίζει αφού στην Τροχαία δεν υπάρχει οτιδήποτε που να βοηθά τις αρχές να μετρούν την ταχύτητα και δεν ήταν σε θέση να επιβεβαιώσει αλλά ούτε και απορρίψει τη θέση που προέβαλε από την αρχή ο κατηγορούμενος. Σε σχετική ερώτηση αν με βάση τα ίχνη τροχοπέδησης μπορεί να υπολογιστεί η ταχύτητα της μοτοσικλέτας απάντησε ότι μόνο στα αυτοκίνητα αυτή μπορεί να υπολογιστεί. Δέχθηκε στη συνέχεια ότι ο κατηγορούμενος οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα εισερχόμενος στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας και ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα η σύγκρουση να αποφεύγετο αν ο παραπονούμενος οδηγούσε στη δική του λωρίδα κυκλοφορίας. Συγκεκριμένα ο μάρτυρας ανάφερε ότι αν το όχημα κατηγορούμενου δεν ήταν ακινητοποιημένο, σίγουρα θα πήγαινε με πάρα πολύ χαμηλή ταχύτητα Για το αν το οδόστρωμα τον επίδικο χρόνο δεν ήταν ομαλό που να αναγκάσει τον παραπονούμενο να οδηγεί στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας ο μάρτυρας δεν ανάφερε οτιδήποτε που να δικαιολογεί τη θέση την οποία προέβαλε ο παραπονούμενος. Επίσης ο μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να αναφέρει αν το Β1 είναι πράγματι το σημείο εκείνο κατά το οποίο ξεκίνησαν να γράφουν ίχνη οι τροχοί της μοτοσυκλέτας του ΜΚ2 και αν πράγματι αυτά που καταγράφονται είναι τα ίχνη τροχοπέδησης της. Ο Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά καλή εντύπωση. Πέραν κάποιων σημείων για τα οποία θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε με θετικό και σαφή τρόπο και μετέφερε, ως εξεταστής της υπόθεσης, με συνέπεια τα ευρήματά του από τη σκηνή του δυστυχήματος, ως και τις ενέργειες στις οποίες προέβη. Πέραν, λοιπόν, κάποιων μικρών ανακριβειών δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθετε είτε σε αυτά που είπε, από το οποίο να προκύπτει ότι αυτός ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Έχω, επίσης, ικανοποιηθεί ότι, με βάση την πείρα και την εκπαίδευση που είχε, ο Μ.Κ.1 ήταν σε θέση να προβεί στις μετρήσεις και διαπιστώσεις στις οποίες προέβη και να αποτυπώσει τις μετρήσεις στα Τεκμήρια 2 και 3. Θα πρέπει, ασφαλώς, να σημειωθεί ότι, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση τα αντικειμενικά ευρήματά του, ούτε οποιαδήποτε άλλη αναφορά του. Συνεπώς, με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Κ.1 ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα σε σχέση με τις ενέργειες και τα αντικειμενικά ευρήματα στα οποία προέβη, το τι διαπίστωσε και τι του ελέχθη κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το συμμετρικό σχέδιο που κατατέθηκε από τον Μ.Κ.1, (Τεκμήριο 3), αποτελεί την πραγματική μαρτυρία, η σημασία της οποίας έχει αποτελέσει αντικείμενο νομολογίας. Όπως έχει, λοιπόν, σχετικώς νομολογηθεί, το σχέδιο αποτελεί στοιχείο κρίσης της αξιοπιστίας των μαρτύρων και του ελέγχου των λεπτομερειών της μαρτυρίας. Αποτελεί, δε σταθερό οδηγό για τον καθορισμό των γεγονότων που συνέτειναν στην πρόκληση του δυστυχήματος. Βλ., μεταξύ άλλων, Σωτηρίου ν. Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 307 και Knell ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ.
- Περαιτέρω, δεν έχω διαπιστώσει κατά τη μαρτυρία του ότι ο μάρτυρας αυτός είχε σκοπό να βοηθήσει την εκδοχή του παραπονούμενου κατά την εξέταση του επίδικου δυστυχήματος ή ήταν μεροληπτικός. Δεν έχουν προκύψει οποιαδήποτε γεγονότα, πέραν των γενικών θέσεων και υποβολών, ότι η εμπλοκή του μάρτυρα στη διερεύνηση του επίδικου δυστυχήματος αποσκοπούσε στη μη παρουσίαση στο Δικαστήριο των ορθών γεγονότων από πλευράς του. Έχοντας υπόψη μου τα πιο πάνω, αποδέχομαι τόσο το πρόχειρο όσο και το συμμετρικό σχέδιο της σκηνής του δυστυχήματος εκτός των πιο πάνω σημείων που ανέφερα, η ορθότητα των οποίων θα πρέπει να ανευρεθεί από την υπόλοιπη μαρτυρία. Έχοντας υπόψη μου το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα αυτού σε συνδυασμό με τον τρόπο που απαντούσε τις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν και το γεγονός ότι μου έχει δημιουργήσει την εντύπωση ενός ειλικρινούς και ανεξάρτητου μάρτυρα που σκοπό είχε να βοηθήσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα, αποδέχομαι τη μαρτυρία του στην ολότητα της με τις πιο πάνω διευκρινίσεις που ανέφερα. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε ο Iliyan Pavlov ο οποίος ήταν και ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση και ο οδηγός της μοτοσυκλέτας με αρ. εγγραφής HBP
- Ο μάρτυρας στη κατάθεση του στην Αστυνομία την οποία και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ανάφερε ότι τον επίδικο χρόνο οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του επί της οδού Αλεβίζου Τάσου δυτικά και φορούσε το κράνος του. Ήταν η θέση του ότι η ταχύτητα του ήταν 50χλμ. την ώρα και οδηγούσε προς στιγμής στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας γιατί στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας υπήρχαν ανωμαλίες στο οδόστρωμα και προσπαθούσε να τις αποφύγει. Παραδέχθηκε ότι οδηγούσε στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Την οδηγική συμπεριφορά του αυτή την απέδωσε στο ότι στην αριστερή πλευρά του δρόμου υπήρχαν ανωμαλίες και συγκεκριμένα «μεγάλες τρύπες» σε ολόκληρη την επιφάνεια του δρόμου. Ανέφερε ότι ο ίδιος ακολουθεί την ίδια τακτική για περίοδο ενός έτους, δηλ. να οδηγεί στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας λόγω αυτής της κατάστασης του δρόμου. Ήταν η θέση του ότι όταν ο ίδιος οδηγούσε τον επίδικο χρόνο την μοτοσυκλέτα του είδε απότομα το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και γι' αυτό χρησιμοποίησε τα φρένα του για να σταματήσει. Πράγματι αυτή του η μαρτυρία συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΚ1 αλλά στην προκειμένη περίπτωση δεν δικαιολογήθηκε από τον ΜΚ1 αν η μοτοσυκλέτα έπεσε στο έδαφος ή αν εκτινάχθηκε και κατέληξε στη συνέχεια στο όχημα του κατηγορούμενου. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο παραπονούμενος στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία ανάφερε ότι η πρώτη φορά που είδε τον κατηγορούμενο ήταν όταν ο ίδιος ο κατηγορούμενος έβγαινε από την πάροδο και εισερχόταν στον δρόμο ενώ στη μαρτυρία του ενώπιον του Δικαστηρίου, επιδεικνύοντας το σχεδιαγράφημα, ανάφερε ότι τον κατηγορούμενο τον είδε ενώ ο τελευταίος ήταν εντός της λωρίδας του και οδηγούσε το αυτοκίνητο του και ο ίδιος τη μοτοσυκλέτα του. Ήταν επίσης η θέση του παραπονούμενου ότι δεν μπορούσε να κάνει οτιδήποτε για να αποφύγει τον κατηγορούμενο γιατί τον είδε μπροστά του ξαφνικά. Έχω παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή το μάρτυρα αυτό κατά την ώρα που κατέθετε από το εδώλιο του μάρτυρα και έχοντας υπόψη μου τον τρόπο που το έπραττε αλλά ειδικότερα το περιεχόμενο της μαρτυρίας του και το συμφέρον που ο ίδιος είχε για την έκβαση της υπόθεσης. Θεωρώ ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια και αυτό προκύπτει μέσα από τις αντιφάσεις της ίδιας της μαρτυρίας του ενώπιον του Δικαστηρίου και της κατάθεσης που έδωσε ο ίδιος στην Αστυνομία κατά την διερεύνηση της υπόθεσης από την Αστυνομία, αντιφάσεις και διαπιστώσεις οι οποίες έχουν ήδη επισημανθεί από το Δικαστήριο πιο πάνω. Απορρίπτω λοιπόν τη μαρτυρία του ως μη ανταποκρινόμενη στην αλήθεια. Όταν ο κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία κάλεσε τον ΜΥ1 ως πρώτο μάρτυρα υπεράσπισης τον Μιχάλη Χριστοφόρου ο οποίος ανάφερε ότι κλήθηκε να μεταβεί σε σκηνή δυστυχήματος στις οδούς Αλεβίζου Τάσου και Σύρου και όταν ο ίδιος μετέβη στη σκηνή του δυστυχήματος έβγαλε φωτογραφίες που αποτύπωνε τη σκηνή του δυστυχήματος αλλά και την κατάσταση του δρόμου και οι οποίες κατατέθηκαν στο Δικαστήριο ως τεκμήριο
- Ό μάρτυρας αυτός δεν αντεξετάστηκε, το μόνο που αυτός ρωτήθηκε ήταν αν υπάρχουν και άλλες φωτογραφίες από το δυστύχημα ήταν δε η θέση του μάρτυρα ότι μπορεί να υπάρχουν στην ασφάλεια άλλες φωτογραφίες. Επιθεωρώντας το τεκμ. 8 φαίνεται ότι τον επίδικο χρόνο στο εν λόγω σημείο του δρόμου δεν υπήρχαν «μεγάλες τρύπες» όπως ήταν η θέση του παραπονούμενου. Το οδόστρωμα του δρόμου δεν παρουσιάζει καμία «τρύπα» και σε κάθε περίπτωση ο παραπονούμενος μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιεί τη σωστή λωρίδα του δρόμου αφού οι ανωμαλίες που φαίνεται να υπήρχαν ήταν πολύ μικρής έκτασης και καλύπτουν μέρος της αριστερής λωρίδας και όχι ολόκληρη τη λωρίδα. Ακόμα και εάν οδηγούσε στο αριστερό άκρο της λωρίδας που φαίνεται να υπήρχαν κάποιες ανωμαλίες, κανένας κίνδυνος ανατροπής του δεν υπήρχε, νοουμένου βέβαια ότι οδηγούσε εντός του επιτρεπόμενου ορίου ταχύτητας. Ο παραπονούμενος όμως επέλεξε να οδηγεί με τέτοια ταχύτητα, στη δεξιά πλευρά του δρόμου, που ήταν πιο επίπεδη, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ακινητοποιήσει το όχημα του όταν εμφανίστηκε ο κίνδυνος και να προκληθεί η σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων. Ως προς το πότε είδε τον Κατηγορούμενο στον δρόμο δεν ήταν καθόλου ξεκάθαρος αφού στην κατάθεση του ο παραπονούμενος αναφέρει ότι τον είδε να βγαίνει από την πάροδο ενώ κατά το στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι τον είδε όταν βρισκόταν ήδη στον δρόμο δηλ. στη δεξιά λωρίδα. Περαιτέρω ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με μεγάλη ταχύτητα, ισχυρισμός ο οποίος είναι αντίθετος με αυτόν του ΜΚ1, ότι ο Κατηγορούμενος οδηγούσε με πολύ χαμηλή ταχύτητα. Ευρήματα Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας και της πιο πάνω αξιολόγησης κρίνω ότι στις 13.3.1012 ο Κατηγορούμενος οδηγούσε το αυτοκίνητο του με αρ. εγγραφής EKM994 στην οδό Σύρου και Αλεβίζου Τάου στην Λεμεσό. Την ίδια ώρα ο ΜΚ2 οδηγούσε τη μοτοσυκλέτα του με αρ. εγγραφής HBP459 επί της οδού Αλεβίζου Τάσου ως η πορεία Β επί του σχεδιαγραφήματος. Ο ΜΚ2 οδηγούσε στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας σύμφωνα με την πορεία του με αυξημένη ταχύτητα. Όταν λοιπόν ο κατηγορούμενος έκανε την κίνηση και ήδη είχε εισέλθει σχεδόν στη λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία θα έπρεπε να εισέλθει και να εισέλθει στην οδό Αλεβίζου Τάσου, ως η πορεία Α επί του σχεδιαγραφήματος συγκρούστηκε με το όχημα του ΜΚ
- Ο ΜΚ2 έκανε χρήση των φρένων του, δεν ήταν σε θέση ο μάρτυρας να αναφέρει πόσα ίχνη είχαν καταγράψει επί της ασφάλτου τα φρένα του, αλλά δυστυχώς η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη. Σύμφωνα με την κατάθεση του κατηγορούμενου η οποία κατατέθηκε στο δικαστήριο τεκμήριο 5(Α) , ο ίδιος αναφέρει ότι «εγώ κοίταξα πρώτα δεξιά μετά αριστερά προς τον κύριο δρόμο και δεν έρχονταν αυτοκίνητα, εκκίνησα και ερχόμενος εντός του δρόμου και αφού κάλυψα 4 με 5 μέτρα άκουσα ένα δυνατό κτύπημα στη δεξιά μπροστινή πλευρά του οχήματος μου. Θέλω να σου πω ότι αυτό τον άνθρωπο εγώ δεν τον είδα καθόλου πριν το δυστύχημα» Σύμφωνα με τα όσα έχουν προσκομιστεί ενώπιον μου δεν υπήρξε καμιά απολύτως μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος δεν σταμάτησε στο σήμα αλτ της πορείας του, θέση του κατηγορούμενου η οποία προβάλλεται στην κατάθεση του και η οποία δεν αντικρούστηκε με οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Ο ΜΚ2 ο οποίος οδηγούσε στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αψηφούσε όλους τους πιθανούς και τους εύλογα προβλεπτούς κινδύνους. Να σημειωθεί δε ότι αυτή η οδηγική συμπεριφορά του ΜΚ2, όπως ο ίδιος ανάφερε, επαναλαμβανόταν για περίοδο ενός έτους. Η μαρτυρία του ΜΚ2 δεν έχει γίνει αποδεκτή αφού συγκρούεται με την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ1 ο οποίος ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκε και στην οποία αναφέρεται ότι επί του οδοστρώματος δεν υπήρχαν «τρύπες» οι οποίες ήταν επικίνδυνες και άρα οι οδηγοί δεν θα έπρεπε να οδηγούν εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, όπως έπραξε ο ΜΚ2 τον επίδικο χρόνο. Νομική Πτυχή Το άρθρο 8 του περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Νόμου 86/72 αναφέρει ότι όποιος οδηγεί μηχανοκίνητο όχημα σε οδό χωρίς να καταβάλλει την προσήκουσα επιμέλεια και προσοχή, ή χωρίς να επιδεικνύει εύλογη μέριμνα για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν την οδό, είναι ένοχος αδικήματος. Το τι συνιστά αμέλεια έχει επανειλημμένα κριθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Παύλου ν. Αστυνομίας,
(1998)2 ΑΑΔ 68 αναφέρονται τα ακόλουθα στη σελίδα 73: «Η οδήγηση εξυπακούει την εξάσκηση προσήκουσας προσοχής. Το ερώτημα που εγείρεται σε περιπτώσεις αμελούς οδήγησης κατά παράβαση του άρθρου 8 του Νόμου 86/72 είναι κατά πόσο ο οδηγός εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν το δρόμο. Το κριτήριο που εφαρμόζεται σε μια τέτοια περίπτωση είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του αναφέρονται στη συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα και όχι του τέλειου οδηγού. (Ίδε Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 και Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202)». Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (duty of care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού. Τα συστατικά στοιχεία της αμέλειας είναι τα ίδια στο αστικό και στο ποινικό δίκαιο. Το τι διαφέρει είναι το βάρος της αποδείξεως. Όπως αναφέρεται στη Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1 στη σελίδα 4: «Το απρόσωπα προσδιοριζόμενο καθήκον προς κάθε ένα που είναι λογικά δυνατό να επηρεασθεί από τις πράξεις του οδηγού, συγκεκριμενοποιείται στα πλαίσια των γεγονότων της υποθέσεως για να αποφασισθεί - (α) η φύση του καθήκοντος και (β) όπου διαπιστώνεται η ύπαρξη του, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Το κριτήριο για τη διαπίστωση αμέλειας είναι αντικειμενικό, και μέτρο ο προσεκτικός και όχι ο τέλειος οδηγός. Τέλος, η πρόβλεψη συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και τη λογική συνέπεια». Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις. Η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες, και παράλειψη να δει κανείς ότι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια. Όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια (βλ. Αργυρού ν. Αστυνομίας,
(2002)2 ΑΑΔ 378). Όταν η απόφραξη του δρόμου συνδέεται ευθέως με το δυστύχημα και αποτελεί μέρος των γενεσιουργών αιτίων που το προκάλεσαν, δικαιολογείται η απόδοση ευθύνης (βλ. Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383). Ειδικότερα σε σχέση με οδηγούς που εισέρχονται σε κύριο δρόμο από πάροδο, όπως στην παρούσα περίπτωση, η γενική αρχή είναι ότι οι οδηγοί στον κύριο δρόμο έχουν προτεραιότητα για τη χρήση του δρόμου, η οποία πρέπει να γίνεται σεβαστή από τους οδηγούς που προσεγγίζουν τον κύριο δρόμο από πάροδο (βλ. Αριστοδήμου ν. Πέτρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 980). Ο οδηγός σε πάροδο έχει καθήκον να σταματήσει πριν εισέλθει στον κύριο δρόμο, αλλά και γενικά να βεβαιωθεί πως αυτή η είσοδός του είναι ασφαλής και δεν αποκόπτει την ελεύθερη πορεία οχημάτων, θέτοντας σε κίνδυνο οδηγούς στον κύριο δρόμο. Σχετική με την παρούσα υπόθεση είναι και η Constantinou ν.Katsouris
(1975)1 C.L.R. 188, σελ. 192, (η οποία υιοθετήθηκε στην Κυπριανού ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 129/2007 ημερ. 10.12.2008), όπου το καθήκον αυτό της δέουσας παρατηρητικότητας λέχθηκε ότι είναι ιδιαίτερα βαρύ («especially heavy») όταν ένας οδηγός επιχειρεί στροφή δεξιά, αποκόπτοντας έτσι την πορεία άλλου οδηγού. Στην Αδαμής και άλλος v. Ηρακλέους
(1982)1 Α.Α.Δ. 746 τονίστηκε ότι το κατά πόσο είναι ασφαλής ή όχι η είσοδος κάποιου οχήματος από πάροδο σε κύριο δρόμο εξαρτάται από την τροχαία κίνηση πάνω στον δρόμο κατά το χρόνο της εισόδου. Αν η κίνηση είναι τέτοια ώστε να καθιστά την είσοδο επικίνδυνη, ο οδηγός του οχήματος οφείλει να μην εισέλθει στον κύριο δρόμο μέχρις ότου η είσοδός του να μπορεί να γίνει με την αναγκαία ασφάλεια. Κατά πόσο η είσοδος είναι ή δεν είναι λογικά ασφαλής στη δεδομένη περίπτωση, είναι θέμα πραγματικό που θα αποφασιστεί υπό το φως των περιστάσεων της κάθε περίπτωσης χωριστά. Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση, η Κατηγορουμένη επιχειρούσε να εισέλθει σε πολυσύχναστη εμπορική οδό της Λεμεσού γύρω στο μεσημέρι όταν η τροχαία κίνηση αναμένεται, κατά γενική ομολογία και με βάση την κοινή λογική και εμπειρία, να είναι αρκετά αυξημένη. Η κα Μιτσίδου στην εμπεριστατωμένη τελική της αγόρευση αναφέρθηκε στη Νομολογία και ισχυρίστηκε ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε όλες εκείνες τις αναγκαίες προφυλάξεις για την ασφαλή έξοδο του από το αλτ και είσοδο του στον κύριο δρόμο. Εν τούτοις, το Αγγλικό Εφετείο, στη μεταγενέστερη απόφαση Worsfold v. Howe [1980] 1 All E.R. 1028, ομόφωνα αποφάσισε ότι η πιο πάνω απόφαση δεν διαμόρφωσε αρχή που να καθορίζει ότι ο οδηγός δικαιούται να εισέλθει στα τυφλά, έστω και πάρα πολύ σιγά («by inching») από πάροδο σε κύριο δρόμο πέραν της ακτίνας ορατότητάς του· ούτε υπάρχει αρχή σύμφωνα με την οποία αν ο οδηγός αυτός προχωρήσει μέσα στον κύριο δρόμο σιγά και προσεκτικά, ικανοποιείται το καθήκον που έχει έναντι εκείνων που χρησιμοποιούν τον κύριο δρόμο. Η κάθε περίπτωση εξετάζεται υπό το πλέγμα των συνθηκών και περιστατικών της. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε από το δικό μας Ανώτατο Δικαστήριο, στην Παύλου ν. Σάββα κ.α.
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 797, στην οποία ο εφεσίβλητος, εισερχόμενος από πάροδο, προχωρούσε αργά για να μπει στον κύριο δρόμο εφόσον η ορατότητα στα δεξιά του εμποδιζόταν από ένα βαν, και σταμάτησε σε δύο περιπτώσεις για να ελέγξει τον δρόμο στα δεξιά, στη δεύτερη δε περίπτωση που ήταν σταματημένος κτυπήθηκε από το όχημα του εναγόμενου 2- εφεσείοντα το οποίο εκινείτο στον κύριο δρόμο. Το Εφετείο ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσίβλητος-οδηγός από την πάροδο- απαλλάχθηκε ευθύνης για το δυστύχημα, λέγοντας τα εξής, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν κατ' αναλογία και στην παρούσα περίπτωση: «Αν ο εφεσίβλητος λάμβανε υπόψη του το πολυσύχναστο του κυρίου δρόμου και την τροχαία κίνηση πάνω σ' αυτόν κατά τον χρόνο της σύγκρουσης, θα έπρεπε να είχε προβλέψει ότι το να προχωρήσει το αυτοκίνητό του στα τυφλά, κάθετα μέσα στον κύριο δρόμο, σε σημείο πέραν του σταματημένου βαν εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για τους οδηγούς που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο, ιδιαίτερα για εκείνους που ακολουθούσαν την κατεύθυνση του εφεσείοντα. Ο εφεσίβλητος θα μπορούσε να είχε δώσει, είτε με το κλάξον είτε με κάποιο άλλο τρόπο, προειδοποίηση για την πρόθεσή του να εισέλθει στον κύριο δρόμο, μειώνοντας έτσι τους κινδύνους σύγκρουσης με οχήματα που είχαν προτεραιότητα στη χρήση του κυρίου δρόμου αλλά, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν έκαμε οτιδήποτε προς αυτή την κατεύθυνση.» Στην πιο πάνω υπόθεση, παρά το ότι ο οδηγός εισερχόταν στον κύριο δρόμο από πάροδο σπιθαμή προς σπιθαμή και σταμάτησε δύο φορές για να ελέγξει το δρόμο προς τα δεξιά, βρέθηκε συνυπεύθυνος για το δυστύχημα κατά 50%. Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομικές αρχές και υπό το φως των πιο πάνω ευρημάτων, είναι σαφές ότι ο Κατηγορούμενος εκπλήρωσε δεόντως το καθήκον που τον βάρυνε έναντι εκείνων που χρησιμοποιούσαν τον κύριο δρόμο. Όταν ο ίδιος αποφάσισε να εισέλθει εντός του κυρίου δρόμου έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για να εισέλθει με ασφάλεια και δεν μπορούσε σε καμμιά απολύτως περίπτωση να προβλέψει ότι όχημα θα οδηγείτο στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας αλλά στην ίδια πορεία με τον ίδιο. Αυτό συνάδει πλήρως και με την μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανάφερε ότι το δυστύχημα θα μπορούσε να αποφευχθεί αν ο οδηγός της μοτοσυκλέτας δεν οδηγούσε στην πορεία Β, δηλ. στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας. Δεν παραγνωρίζω επίσης το γεγονός ότι ο Κατηγορούμενος εισήλθε στον κύριο δρόμο αφού έκανε αλτ δηλαδή προφανώς με πολύ χαμηλή ταχύτητα και δεν είδε τον ΜΚ2 , όμως η μαρτυρία η οποία προσκομίστηκε ειδικά από τον ΜΚ2 δείχνει ότι η γενεσιουργός αιτία του δυστυχήματος ήταν η οδηγική του συμπεριφορά και όχι η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Μενοίκου ν. Μαραθεύτη
(1992)1Α Α.Α.Δ. 615 στην οποία ο εφεσείοντας οδηγούσε στην οδό Λαρίσσης με πρόθεση να στρίψει αριστερά για να εισέλθει σε λεωφόρο λέχθηκαν τα εξής: «Η αμέλεια του εφεσείοντος συνίστατο στο γεγονός πως ο τρόπος που προχώρησε να στρίψει αριστερά στη λεωφόρο ήταν λανθασμένος. Αν οδηγούσε στο κέντρο της Λαρίσσης θα είχε καλύτερη ορατότητα προς στη λεωφόρο. Εφόσον η γωνία ήταν τυφλή η είσοδος του μέσα στη λεωφόρο θα έπρεπε να γίνει με περισσότερη προσοχή.» Παρομοίως όπως λέχθηκε στην υπόθεση Pantelides ν. Murphy οδηγός, ο οποίος οδηγούσε από πάροδο όφειλε να εισέλθει σπιθαμή προς σπιθαμή και να σταματήσει μόνο με την άκρη του μπροστινού μέρους του αυτοκινήτου της να φαίνεται στον κύριο δρόμο. Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, σταμάτησε στο σημείο αλτ της πορείας του, εισήλθε στη συνέχεια εντός του κύριου δρόμου με αποτέλεσμα να συγκρουστεί με το όχημα του ΜΚ2, ο οποίος όμως οδηγούσε στην λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία ο ίδιος ο κατηγορούμενος θα έπρεπε να οδηγεί. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα και δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοσδήποτε λόγος ο οποίος ώθησε τον ΜΚ2 να οδηγεί σε αυτή τη λωρίδα. Σύμφωνα δε με το τεκμ.3 υπήρχε αρκετός χώρος για τον ΜΚ2 αν οδηγούσε με τη δέουσα φροντίδα και προσοχή να απόφευγε τη σύγκρουση. Η παρούσα υπόθεση θα πρέπει να πω ότι ομοιάζει και με την υπόθεση Ζίκκου ν. Αστυνομίας διότι ακριβώς σ' εκείνη την υπόθεση η εφεσείουσα έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα κατά την έξοδο της από την πάροδο στον κύριο δρόμο και κάθε πήρε κάθε μέτρο προς προστασία άλλων διακινουμένων στον δρόμο οδηγών. Κρίνω λοιπόν ότι η έξοδος του κατηγορούμενου στον κύριο δρόμο όπως την έχω αναφέρει πιο πάνω αναλυτικά δεν ήταν η γενεσιουργός αιτία της πρόκλησης του δυστυχήματος. Σύμφωνα με την υπόθεση Κυριάκος Αργυρού ν. Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 378, όταν η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή, παράλειψη προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Παράλειψη να δει κανείς ό,τι είναι απλά ορατό αποτελεί αμέλεια Νικολαΐδης ν. Οικονομίδης
(1963)2 C.L.R. 78 Όπως προκύπτει και από τη σχετική Νομολογία, ένας οδηγός έχει καθήκον τήρησης της δέουσας παρατηρητικότητας πάντοτε και κάτω από όλες τις περιστάσεις Όπως ομολογήθηκε στην υπόθεση Κυριάκου Βίττη ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 30) η αμέλεια είναι ζήτημα πραγματικό, συνυφασμένο με τον χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Ο κατηγορούμενος τη δεδομένη στιγμή εκπλήρωσε την υποχρέωση εξάσκησης λογικής φροντίδας και προσοχής για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούσαν τον δρόμο κατά τον επίδικο χρόνο και η συμπεριφορά του συνάδει πλήρως με τη συμπεριφορά που θα επιδείκνυε υπό τις ίδιες συνθήκες ένας λογικός και ικανός οδηγός. Δεν θεωρώ ότι η οδηγική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν τέτοια η οποία να με οδηγήσει να εξάξω συμπέρασμα ότι υπέπεσε σε οποιοδήποτε σφάλμα και πτώση από το επίπεδο του μέσου συνετού οδηγού. Δεδομένων όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και ως εκ τούτου αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.) ............... Π. Παπαπέτρου-Φούρναρη, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Traffic/Final (Αναφορά: Αμελής Οδήγηση) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο