← Κύπρος

Γιαννάκη Γεωργίου κ.α. ν. Φαίδωνα Ιωάννου κ.α., Υπόθεση αρ.: 25233/14, 11/11/2015

Γιαννάκη Γεωργίου κ.α. ν. Φαίδωνα Ιωάννου κ.α., Υπόθεση αρ.: 25233/14, 11/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B134 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 25233/14

  1. Γιαννάκη Γεωργίου, απο τη Λεμεσό
  2. Άννα Γεωργίου, απο τη Λεμεσό και
  3. Φαίδωνα Ιωάννου, απο τη Λεμεσό
  4. Ευδοκία Ιωάννου, απο τη Λεμεσό Κατηγορουμένων 11 Νοεμβρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για τους παραπονούμενους: κα. Ε. Σωκράτους για Π. Κλεοβούλου Δ.Ε.Π.Ε. (για να ακούσει απόφαση η κα. Παπαφιλίππου). Για κατηγορούμενους 1 και 2: κα. Στ. Ευριπίδου (για να ακούσει απόφαση η κα. Μαλά) Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, παρόντες. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) --------------------------------------------------- Το παρόν κατηγορητήριο καταχωρήθηκε στις 08/10/2014 και περιλαμβάνει 2 κατηγορίες εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2. Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος 1 με βάση την 1η κατηγορία κατηγορείται για πράξη καταδολίευσης εξ'αποφάσεως οφειλέτη δια της μεταβίβασης ακινήτων σε τρίτο πρόσωπο κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας ήτοι των άρθρων 84
(1), 87
(1), 90
(1), 91Α
(3)και 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.
  1. Η κατηγορούμενη 2 με βάση την 2η κατηγορία κατηγορείται για το αδίκημα της αποδοχής καταδολευτικής επ΄ ονόματί της μεταβίβασης ακινήτων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος 1 την 21/6/2007, ενώ ήταν εξ' αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής αποφάσεως στην αίτηση με αριθμό Ε190/2006 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου στη Λεμεσό και με σκοπό την καταδολίευση των εξ' αποφάσεως πιστωτών του, Γιαννάκη Γεωργίου και Άννας Γεωργίου, μεταβίβασε ως δωρεά στο όνομα της κατηγορούμενης 2 το όλο μερίδιο επί των κάτωθι ακινήτων: α) Διαμέρισμα αρ.620, Estia House, στην οδό Τζών Κέννεντυ, στη Νεάπολη, με αρ. Εγγραφής 4/57157, β)Ακίνητο στο χωριό Άγιος Νικόλαος στην Πάφο με αρ. Εγγραφής 9441, γ)Ακίνητα στο χωριό Τρείς Ελιές με αρ. Εγγραφής 2557, 3302, 3303 και
  2. Αναφορικά με την κατηγορούμενη 2 και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 2ης κατηγορίας, η κατηγορούμενη 2 ενώ γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν εξ'αποφάσεως οφειλέτης δυνάμει δικαστικής απόφασης αποδέχθηκε την επ΄ ονόματί της μεταβίβαση των ακινήτων αυτών. Προτού προχωρήσω στην εξέταση της υπόθεσης για σκοπούς απόφασης αναφορικά με την απόδειξη η μή εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 και 2 κρίνω σκόπιμο να αναφέρθώ στα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αμφότεροι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν. Με βάση τα άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(2)αδίκημα ο εξ αποφάσεως οφειλέτης διαπράττει το αδίκημα εάν προβαίνει σε δωρεάν, μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού του στοιχείου προς όφελος τρίτου, με σκοπό την παρεμπόδιση ή την καθυστέρηση της ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του. Μέσα απο το άρθρο 91Α
(2)είναι προφασνές ότι καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο οι αναφερόμενες στο άρθρο 91Α
(1)ενέργειες, μεταξύ των οποίων και η δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων του εξ αποφάσεως οφειλέτη προς όφελος τρίτου, «τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής». Περαιτέρω διαπράττει το αδίκημα του άρθρου 91Β
(2)του Κεφ. 6 και ο οιοσδήποτε τρίτος ο οποίος «αποδέχεται δωρεά, πώληση, μεταβίβαση, παράδοση ή φύλαξη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει ότι είναι οφειλέτης και ότι σκοπός των πιο πάνω ενεργειών του είναι η καταδολίευση των δανειστών του κατά την έννοια του άρθρου 91Α...». Είναι προφανές από την διατύπωση των άρθρων ότι τα επίδικα αδικήματα είναι αδικήματα που διαπράττονται με πρόθεση. Δεν αρκεί να εντοπιστεί και να διαπραχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) αλλά η πράξη αυτή να καλύπτεται και με την ανάλογη πρόθεση - ένοχη διανοία (mens rea). Στις περιπτώσεις αδικημάτων πρόθεσης ως τα υπό εξέταση, ότι απαιτείται να αποδειχθεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης τους είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Αμφότεροι οι κατηγορύμενοι καταχώρησαν μη παραδοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η πλευρά των παραπονουμένων για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της κάλεσε συνολικά 3 μάρτυρες κατηγορίας. Πριν την παρουσίαση μαρτύρων κατηγορίας αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι κατέθεσαν απο κοινού παραδεκτά έγγραφα και γεγονότα ως ακολούθως: Ως παραδεκτά έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν απο κοινού ως Τεκμήρια κατατέθηκαν τα κάτωθι: - Απόφαση ημερ. 21/06/2007 του Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεως Λεμεσού - Πάφου στην αίτηση Ε190/2006, απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου 1 - Τεκμήριο
  1. - Απόφαση ημερ.15/10/2007 του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων Λεμεσού - Πάφου για την έκδοση διατάγματος ανάκτησης κατοχής ακινήτων και κατάσχεση και εκποίηση κινητής περιουσίας τους κατηγορύμενου 1 - Τεκμήριο
  2. - Ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας και ανάκτησης κατοχής ακίνητης ημερ.13/11/2007 - Τεκμήριο
  3. - Πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας με αρ.07143 και ημερ. Έκδοσης 27/08/2008 - Τεκμήριο
  4. - Περαιτέρω ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν απο το Δικαστήριο ως τέτοια δηλώθηκαν τα κάτωθι: - Τα Τεκμήρια 1 - 4 αποτελούν παραδεκτά έγγραφα. - Κατά την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης, Τεκμήριο 1, υπήρχε εγγεγραμμένη επ' ονόματι του κατηγορύμενου 1, Φαίδωνα Ιωάννου, η ακόλουθη περιουσία: Α) Ακίνητο στο χωριό Άγιος Νικόλαος στην Πάφο μερ αρ. Εγγραφής
  5. Β) 4 ακίνητα στο χωριό Τρείς Ελιές με αρ. Εγγραφής 2557, 3302, 3303 και 3567 στην Επαρχία Λεμεσού. - Τα ακίνητα στον Άγιο Νικόλαο και στο χωριό τρείς Ελιές μετά την έκδοση της απόφασης, Τεκμήριο 1, μεταβιβάστηκαν επ'ονόματι της κατηγορύμενης
  6. Για σκοπούς εξέτασης και απόφασης για το κατά πόσο αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση θα παραθέσω συνοπτικά την προσφερθείσα μαρτυρία χωρίς όμως να κρίνω απαραίτητο να επαναλάβω αυτή αυτολεξεί καθότι αυτή βρίσκεται αυτούσια στον φάκελο του Δικαστηρίου και έχει μελετηθεί δεόντως. Ως πρώτος μάρτυρας κατηγορίας (ΜΚ1) κατέθεσε ο εκ των παραπονουμένων Γιαννάκης Ιωάννου ο οποίος αναφέρθηκε στο τεκμήριο 1 την απόφαση και σε ένα διαμερισμα επιπλέον την παραδεκτής περιουσίας που σύμφωνα με τον ίδιο ο κατηγορούμενος 1 το μεταβίβασε στον αδελφό του και δεν γνωρίζει εάν μετά μεταβιβάστηκε αλλού. Αντεξεταζόμενος ο ΜΚ1 αναφέρθηκε στην έκδοση της απόφασης Τεκμήριο 1 και στις λεπτομέρειες της απόφασης αυτής με αναφορά στα όσα δηλώθηκαν. Αναφορικά με τον χρόνο που παρήλθε απο το 2007 που εκδόθηκε η απόφαση μέχρι το 2014 που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση ο ΜΚ1 δήλωσε ότι συνέχισαν να οφείλονται ενοίκια. Αναφορικά με το διαμέρισμα και στην ερώτηση εάν αυτό μπορεί και να αγοράστηκε απο τον αδελφό του κατηγορούμενου 1 δήλωσε ότι μπορεί να είναι και έτσι και δεν μπορεί να γνωρίζει ενώ παράλληλα δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο που καταχωρήθηκε η παρούσα υπόθεση για την οποία έδωσε οδηγίες να καταχωρηθεί. Στην υποβολή ότι όλα τα ακίνητα μεταβιβάστηκαν δυνάμει νόμιμου και καλού αναταλλαγματος ο ΜΚ1 απάντησε ότι δεν γνωρίζει ενώ ανέφερε ότι αυτό που γνωρίζει είναι ότι όταν κάποιος οφείλει χρήματα και έχει περιουσία την μεταβιβάζει για να μην του την πάρουν. Απο το Δικαστήριο ζητά τα λεφτά που του οφείλονται ενώ ανέφερε ότι μετά την έκδοσητης απόφασης δεν πληρώθηκε κανένα ποσό. Στο στάδιο της επανεξέτασης ο ΜΚ1 διευκρίνησε ότι ο κατηγορούμενος 1 μετά την έκδοση της απόφασης εξαφανίστηκε. Ως ΜΚ2 παρουσιάστηκε η παραπονούμενη Άννα Γεωργίου η οποία για σκοπούς κυρίως εξέτασης της κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο Α). Η ΜΚ2 αναφέρθηκε στην ενοικίαση του καταστήματος της απο τον κατηγορύμενο 1 και στην έκδοση απόφασης εναντίον του Τεκμήριο
  7. Αναφέρθηκε στην φυγή του κατηγορούμενου 1 στην Αγγλία απο το 2007 και στις έρευνες στο Κτηματολόγιο για εντοπισμό περιουσίας τον Νοέμβριο του 2007 που ήταν αρνητικές. Η ίδια και ο σύζυγος της (ΜΚ1) γνώριζαν ότι είχε περιουσία γιατί τους το ανέφερε ο ίδιος. Σε σχέση με την κατηγορούμενη 2, η ΜΚ2 ανέφερε ότι πολλές φορές αναζήτησαν τον κατηγορούμενο 1 στην οικία της για να εισπράξουν ενοίκια αλλά η ίδια τον συγκάλυπτε ενώ γνώριζε ότι ο γιός της όφειλε ενοίκια και δεν αποκάλυπτε στην ίδια τα στοιχεία επικονωνίας του. Σύμφωνα με την ΜΚ2 τόσο η κατηγορούμενη 2 όσο και η αδελφή του κατηγορούμενου 1 τον συγκάλυπταν και δεν τους ανέφεραν που ήταν. Από το 2007 μέχρι και το 2014 έχασαν τα ίχνη του κατηγορύμενου 1 ενώ το καλοκαίρι του 2014 η ΜΚ2 τον είδε στον δρόμο και κατόπιν νομικής συμβουλής καταχώρησαν την παρούσα υπόθεση αφού με βάση πιστοποιητικό έρευνας ανακάλυψαν ότι αυτός μεταβίβασε την περιουσία του στην κατηγορούμενη
  8. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης περιουσίας ημερ.6/10/15 ενώ δήλωσε ότι ο κατηγορούμενος 1 ουδέν ποσό κατέβαλε έναντι του χρέους του το οποίο καθόρισε στις 20.000Λ.Κ. Αντεξεταζόμενη η ΜΚ2 αναφέρθηκε επίσης στην ενοικίαση του ακινήτου της απο τον κατηγορούμενο 1 και στην εκδοθείσα απόφαση σε σχέση με τον κανόνα δικαστηρίου που αυτός περιελάμβανε. Μεγάλο μέρος της αντεξέταση αναλώθηκε στον τρόπο πληρωμής των ενοικίων αλλά και στο εξ' αποφάσεως χρέος και το υπόλοιπο τούτου. Συγκεκριμένα η ΜΚ2 ανέφερε ότι μετά την έκδοση της απόφασης κανένα ποσό δεν πληρώθηκε ενώ αναγνώρισε και κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 αντίγραφο απόδειξης κατάθεσης επ'ονόματι των παραπονουμένων με ημερ.05/7/2007 ποσού ύψους 1880ΛΚ. Η ΜΚ2 αντεξετάστηκε επίσης αναφορικά με την γνωριμία της με την κατηγορούμενη 2 και την ισχυριζόμενη επίσκεψη στο σπίτι της για να εντοπίσει τον κατηγορούμενο 1, επίσκεψη την οποία χρονικά τοποθέτησε πριν την καταχώρηση της αίτησης στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων. Αναφέρθηκε επίσης σε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχε τόσο με την κατηγορούμενη 2 όσο και με την αδελφή του κατηγορούμενου
  9. Αρνήθηκε δε την υποβολή ότι η κατηγορούμενη 2 δεν γνώριζε για την έκδοση της δικαστικής απόφασης. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1 η ΜΚ2 ανέφερε ότι αυτός εγκατέλειψε την Κύπρο πριν την έκδοση της απόφασης ενώ δεν ήταν παρών στο Δικαστήριο την ημέρα εκείνη. Με την παρούσα υπόθεση η ΜΚ2 ζητά τα ενοίκια που της οφείλονται. Αναφορικά με το υπόλοιπο η ΜΚ2 επέμεινε ότι αυτό ανέρχεται στις 20.000ΛΚ παρά το ότι η απόφαση ήταν για 10.000ΛΚ καθότι οφείλονται και κοινόχρηστα τα οποία δεν περιλαμβάνονται στην απόφαση. Σε σχέση με την μεταβίβαση των ακινήτων η ΜΚ2 ανέφερε ότι γνωρίζει ότι το διαμέρισμα πρώτα μεταβιβάστηκε στον αδελφό του και μετά στην κατηγορούμενη 2 ενώ δεν γνωρίζει αν ο αδελφός του κατηγορούμενου 1 το απόκτησε δυνάμει αγοράς ενώ την άποψη της ότι η μεταβίβαση έγινε για να μην πληρώσει ενοίκια την στηρίζει στα όσα της είπε ο δικηγόρος της. Ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει αν ο κατηγούμενος έφυγε λόγω προβλημάτων υγείας στο εξωτερικό ενώ δεν γνώριζε επίσης εάν το ακίνητο στον Άγιο Νικόλαο Πάφου με αρ. Εγγρ. 9441 απαλλοτριώθηκε το 1995 απο την Κυπριακή Δημοκρατία. Ως ΜΚ3 και τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά των παραπονουμένων κλήθηκε η κα.Μέλπω Παρμάτζια απο το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού. Η ΜΚ3 εργάζεται στο τμήμα αυτό τα τελαυταία 20 χρόνια με καθήκοντα στον κλάδο εγγραφής, στις μισθώσεις και στον αναδασμό. Η ΜΚ3 κατέθεσε ως Τεκμήριο 7 έγγραφο το οποίο παρουσιάζει τα ακίνητα που ήταν εγγεγραμμένα απ' ονόματι του κατηγορούμενου 1 και μεταβιβάστηκαν επ'ονόματι της κατηγορούμενης 2 δυνάμει δωρεάς. Αναγνώρισε το τεκμήριο 5 και δήλωσε ότι το διαμέρισμα στην Νεάπολη στις 17/8/2007 μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς με αρ. 3214/07 στον αδελφό του κατηγορούμενου
  10. Κατέθεσε ως Τεκμ. 8 πιστοποιητικό για το ακίνητο με αρ. Εγγραφής 9441 στην Πάφο το οποίο μεταβιβάστηκε με δωρεά 1560/07 στην κατηγορούμενη 2 απο τον κατηγορούμενο
  11. Η ΜΚ3 αναφέρθηκε και στις αξίες των επίδικων ακινήτων ενώ παράλληλα κατέθεσε ως τεκμήριο 9 πιστοποιητικό έρευνας ότι σήμερα απ' ονόματι του κατηγορούμενου 1 δεν υπάρχει εγγεγραμμένη καμία ακίνητη περιουσία και ως τεκμηριο 10 έρευνα αναφορικά με τα ακίνητα του Τεκμηρίου
  12. Ως χρόνο μεταβίβασης όλων των ακινήτων προς την κατηγορούμενη 2 η ΜΚ3 ανέφερε την 10/8/
  13. Σε σχέση με το διαμέρισμα η ΜΚ3 ανέφερε ότι αυτό δηλώθηκε ως δωρεά δηλαδή χωρίς αντάλλαγμα ενώ δεν μπορεί να ξέρει αν υπήρχε όντως αντάλλαγμα και δεν δηλώθηκε όμως κατά την μεταβίβαση μεταξύ αδλφών ερωτούντο τα πρόσωπα αν υπήρξε αντάλλαγμα και δήλωσαν ότι είναι δωρεά χωρίς αντάλλαγμα και παρέπεμψε σε σχετική δήλωση που υπάρχει στην μεταβίβαση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας απο πλευράς παραπονουμένων η ευπαίδευτη συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε εισήγηση αναφορικά με την θέση της ότι οι κατηγορούμενοι πρέπει να απαλλαγούν και να αθωωθούν απο αυτό το στάδιο καθότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αντίθετη ήταν η θέση και εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου των παραπονουμένων. Αμφότερες οι συνήγοροι αγόρευσαν για τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Τα όσα κατέθεσαν ανώπιον μου βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου μελετήθηκαν και λήφθηκαν υπόψην δεόντως και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή." Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακά καθιερωμένες αρχές σε συνδυασμο με την ενώπιον μου μαρτυρία, χωρίς βεβαίως να προβαίνω σε αξιολόγηση τούτης σε αυτό το στάδιο καταλήγω στα κάτωθι:
(1)Μέσα από τα παραδεκτά γεγονότα και έγγραφα σε συνδυασμό με την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου και λαμβάνοντας υπόψη μου τα συσταικά στοιχεία του αδικήματος, καταλήγω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 στην 1η κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. Έχοντας ειδικότερα ως παραδεκτό γεγονός την τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του κατηγορούμενου 1 και την μεταβίβαση ακίνητης περιουσίας επ' ονόματι τρίτων μετά την έκδοση της απόφαση δυνάμει δωρεάς κρίνω ότι εκ πρώτη όψεως και μόνο αποδείχθηκε η κατηγορία εναντίον του. Λαμβάνω επίσης υπόψη μου την εφαρμογή στο αδίκημα αυτό του μαχητού τεκμηρίου το οποίο το οποίο καθιερώνεται δια του άρθρου 91Α
(2)του Κεφ. 6. Η ύπαρξη αυτού του μαχητού τεκμηρίου μεταφέρει το βάρος κατάρριψης του στους ώμους του κατηγορούμενου. Το μαχητό αυτό τεκμήριο δύναται να καταρριφθεί μόνο εάν ο κατηγορούμνεος 1 κληθεί σε απολογία και παρουσιάσει την υπεράσπιση του.
(2)Αναφορικά τώρα με την κατηγορούμενη 2. Πέραν της ύπαρξης απόφασης και της μεταβίβασης δυνάμει δωρεάς απ' ονόματι της περιουσίας θα πρέπει το Δικαστήριο να έχει ενώπιον του στοιχεία που να αποδεικνύουν έστω και σε αυτό το στάδιο την γνώση της κατηγορούμενης 2 περί της ιδιότητας του κατηγορουμένου αρ. 1 ως οφειλέτη των παραπονουμένων. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 2 προϋποθέτει την, κατά τον ουσιώδη χρόνο, γνώση απο πλευράς της επιλήψιμης μεταβίβασης των ακινήτων και ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν οφειλέτης των παραπονουμένων. Κατά την κυρίως εξέταση και αντεξέταση αμφότερων των ΜΚ 1 και 2 τέθηκε η θέση ότι η κατηγορτούμενη 2 γνώριζε την ύπαρξη της δικαστικής απόφασης αλλά και της οφειλής ενοικίων απο πλευράς του κατηγορούμενου 1 γιού της. Βεβαίως σημειώνω ότι στο στάδιο αυτό δεν εξετάζεται και δεν αξιολογείται η δοθείσα μαρτυρία και η αποδεκτότητα της, έργο που επιτελείται στο τέλος της δίκης. Αυτό που το Δικαστήριο εξετάζει σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο με βάση την δοθείσα μαρτυρία, αντικειμενικά εξεταζόμενη χωρίς κρίση επί της αξιοπιστίας της, πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Εν προκειμένω και λαμβάνοντας υπόψη μου την ύπαρξη μαρτυρίας, αντικειμενικά εξεταζόμενης και χωρίς να προβαίνω σε αξιολόγηση αυτής, περί της γνώσης της κατηγορούμενης 2 τόσο για την ύπαρξη της απόφασης όσο και για την οφειλή ενοικίων κρίνω ότι και αυτή θα πρέπει να κληθεί σε απολογία για να θέσει την υπεράσπισης της. Συνεχίζοντας θα πρέπει να πω ότι η δοθείσα μαρτυρία ως δόθηκε δεν δύναται να κριθεί αντινομική σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο να μην μπορεί να βασισθεί πάνω της. Ως εκ τούτου και για όλους του λόγους που προσπάθησα να αναλύσω κρίνω ότι καταδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπίζουν, ως εκ τούτου καλώ αμφότερους τους κατηγορούμενους σε απολογία. (Υπ.) ............................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.