Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Shamali Dias Darakankanamalage, Aρ.Υπόθεσης: 15813/15, 20/11/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B145 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε.Δ Aρ.Υπόθεσης: 15813/15 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού και Shamali Dias Darakankanamalage Ημερομηνία: 20.11.2015 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κ. Γ. Αργυρού με την κα Αναξαγόρου (για την απαγγελία της απόφασης η κα Αναξαγόρου) Για την κατηγορούμενη: κα Α. Ιωάννου Κατηγορούμενη παρούσα ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Για το αδίκημα της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις (1ηΚατηγ.) και αυτού της παράνομης παραμονής στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής της (2η Κατηγ.). Στην 2η κατηγορία η κατηγορούμενη προχώρησε σε άμεση παραδοχή, σε αντίθεση με την 1η κατηγορία στην οποία αρνήθηκε ενοχή και έτσι για αυτήν διεξήχθη ακροαματική διαδικασία. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας όπως εκτίθενται στο κατηγορητήριο, ότι αποδίδεται στην κατηγορούμενη είναι ότι κατά τον Μάρτη του 2014 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού, με ψευδείς παραστάσεις και με σκοπό την καταδολίευση, απέσπασε από την Indrani Illankeswaran από τη Σρι Λάνκα, το χρηματικό ποσό των Ε1.500= ψευδώς προσποιηθείσα ότι τα χρήματα τα χρειαζόταν για να θεραπευθεί ο πατέρας της που ήταν σοβαρά άρρωστος, ενώ στην πραγματικότητα η κατηγορούμενη γνώριζε ότι τα πιο πάνω λεχθέντα ήταν ψευδή. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας κάποια γεγονότα δηλώθηκαν ως παραδεκτά και ως τέτοια εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο. Ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 1 (Β ), που είναι η μετάφραση της κατάθεσης που η κατηγορούμενη έδωσε στη μητρική της γλώσσα αποτελεί πιστή μετάφραση του Τεκμηρίου 1(Α). Και ότι επίσης πιστή μετάφραση αποτελεί η μετάφραση στην Ελληνική γλώσσα της κατάθεσης που η παραπονούμενη έδωσε στη μητρική της γλώσσα (Τεκμήρια Γ
(1)και Γ
(2)αντίστοιχα). Ως μάρτυρες για την κατηγορούσα αρχή κλήθηκαν και κατέθεσαν ο Α/Αστυφ. 556 Ανδρέας Αποστόλου, ο Κώστας Κωνσταντινίδης, η Idriani Illankeswaranκαι η Γ/Αστυφ. 1605 Μαρίνα Ανδρέου (Μ.Κ.1-4). Μετά δε την κλήση της κατηγορούμενης σε απολογία αυτή επέλεξε το δικαίωμα της σιωπής χωρίς να προσκομίσει οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία. H μαρτυρία όλων όσων παρήλασαν από το εδώλιο του μάρτυρα είναι καταγραμμένη στα πρακτικά και για το λόγο αυτό δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω αλλά θα προχωρήσω αμέσως σε αξιολόγηση της. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας και σύμφωνα με τη δυνατότητα που παρέχεται από το Νόμο κατέθεσαν ως μέρος της κύριας τους εξέτασης τις καταθέσεις που είτε ετοίμασαν, είτε έδωσαν για την υπόθεση και στη συνέχεια αντεξετάσθηκαν από την ευπαίδευτη συνήγορο της κατηγορούμενης. Ο Μ.Κ.1 ήταν ο ανακριτής της υπόθεσης και ο άνθρωπος που έλαβε κατάθεση από την παραπονούμενη. Αυτός εξέθεσε τις ενέργειες τις οποίες έκαμε για την υπόθεση και επί του ζητήματος τούτου η μαρτυρία του γίνεται πλήρως αποδεκτή. Η Μ.Κ.4 ήταν η αστυφύλακας που συνέλαβε την κατηγορούμενη και έλαβε από αυτήν ανακριτική κατάθεση. Ουσιαστικοί μάρτυρες για την υπόθεση ήταν οι Μ.Κ.2 και
- Ο Μ.Κ.2 είναι ο εργοδότης της Μ.Κ.3, η οποία επίσης κατάγεται από τη Σρι Λάνκα και είναι ομοεθνής με την κατηγορούμενη. Ο Μ.Κ.2 ανάφερε ότι η Μ.Κ.3 του ζήτησε χρήματα και συγκεκριμένα ποσό Ε3.000= για να τα δώσει στην κατηγορούμενη η οποία τα χρειαζόταν για να βοηθήσει όπως της είχε αναφέρει τον πατέρα της στη Σρι Λάνκα που ήταν σοβαρά άρρωστος. Την κατηγορούμενη γνώριζε και ο ίδιος, γιατί πολύ συχνά μετέβαινε στο σπίτι του και έτσι έδωσε στην Μ.Κ.3 το ποσό των Ε1.500= που και αυτή στη συνέχεια έδωσε στην κατηγορούμενη. Όπως ενημερώθηκε από την Μ.Κ.σσ3, η κατηγορούμενη δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα που είχε λάβει για τη θεραπεία του πατέρα της αλλά για το γάμο της κόρης της. Η Μ.Κ.3 ήταν η παραπονούμενη. Και αυτή ανάφερε ότι η κατηγορούμενη της είχε ζητήσει ποσό Ε3.000= για να τα χρησιμοποιήσει όπως της είχε πει για την θεραπεία του πατέρα της που ήταν άρρωστος. Επειδή τη λυπήθηκε, ζήτησε από τον εργοδότη της να της δανείσει Ε1.500= για να τα δώσει στην κατηγορούμενη, κάτι που έγινε. Έτσι αφού πήρε το χρηματικό αυτό ποσό από τον εργοδότη της, το έδωσε στην κατηγορούμενη η οποία ποτέ δεν της το επέστρεψε όπως της είχε υποσχεθεί, αλλά αντίθετα σε προσπάθειες που κατέβαλε για να της μιλήσει, η κατηγορούμενη την απέφευγε επανειλημμένα. Από ενημέρωση που είχε από άλλες κοπέλες από τη Σρι Λάνκα η κατηγορούμενη δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα που της έδωσε για τη θεραπεία του πατέρα της, αλλά για το γάμο της κόρης της. Όλοι οι μάρτυρες κατηγορίας μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας. Οι Μ.Κ.1 και 4 κατέθεσαν τα όσα περιήλθαν σε γνώση τους μέσα στα πλαίσια άσκησης των καθηκόντων τους χωρίς σε καμιά στιγμή να διακρίνω οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία τους, ενώ οι Μ.Κ.2 και 3 τα όσα διαδραματίσθηκαν χωρίς και πάλι να διακρίνω οτιδήποτε μεμπτό στη μαρτυρία τους. Ενόψει της γενικότερα θετικής εντύπωσης που σχημάτισα για αυτούς, κάποιες μικροαντιφάσεις που εντοπίζονται κρίνονται εντελώς ανίκανες να κλονίσουν την αξιοπιστία τους. Για τους πιο πάνω λόγους αποδέχομαι πλήρως την μαρτυρία τους, εκτός και μόνο από την εξ' ακοής μαρτυρία την οποία προσήγαγαν οι Μ.Κ.1, 2 και
- Πιο συγκεκριμένα ο Μ.Κ.1, προσήγαγε εξ' ακοής μαρτυρία για το τι του είχε αναφέρει η παραπονούμενη σε σχέση με τον τρόπο που η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα χρήματα που της είχε δώσει και βασίσθηκαν σε λεχθέντα τρίτων προσώπων. Ο Μ.Κ.2 προσήγαγε επίσης εξ' ακοής μαρτυρία λέγοντας ότι από ενημέρωση που είχε από τη Μ.Κ.3, η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα χρήματα που έλαβε όχι για την ασθένεια του πατέρα της όπως τους είχε πει, αλλά για το γάμο της κόρης της. Τέλος η Μ.Κ.3 είπε ότι από ενημέρωση που είχε από άλλες κοπέλες από τη Σρι Λάνκα, η κατηγορούμενη δεν χρησιμοποίησε τα χρήματα που της έδωσε για τη θεραπεία του πατέρα της όπως της είχε πει, αλλά για το γάμο της κόρης της. Μετά την τροποποίηση του Περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ.9 με το Νόμο 32
(1)/04, η εξ' ακοής μαρτυρία, δεν αποκλείεται πλέον για αυτό και μόνο το λόγο. Η βαρύτητα όμως που θα της προσδοθεί, εναπόκειται στο Δικαστήριο το οποίο θα κρίνει ποια βαρύτητα θα πρέπει να αποδοθεί στην εξ' ακοής μαρτυρία, λαμβάνοντας υπόψη του διάφορους παράγοντες, οι οποίοι ενδεικτικά και μόνο εκτίθενται στο Νόμο. Στην εξεταζόμενη περίπτωση τα όσα προβλήθηκαν για τον τρόπο που τελικά η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα χρήματα που έλαβε, βασίσθηκε όπως οι ίδιοι οι μάρτυρες με ειλικρίνεια είπαν, σε πληροφορίες που έλαβε η παραπονούμενη από ομοεθνείς της. Παρόλο που οι μάρτυρες μου έκαμαν καλή εντύπωση ως μάρτυρες της αλήθειας, κρίνεται ότι καμία βαρύτητα δεν μπορεί να προσδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία, γιατί από το σύνολο των περιστάσεων κάτω από τις οποίες δόθηκε η εξ' ακοής αυτή μαρτυρία δεν μπορεί να εξαχθεί με ασφάλεια συμπέρασμα ότι πράγματι η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τα χρήματα τα οποία έλαβε για σκοπό άλλο από αυτόν που είχε επικαλεσθεί. Κυρίως γιατί δεν διευκρινίστηκε ο βαθμός της εξ' ακοής αυτής μαρτυρίας για να διαφανεί πως τα πρόσωπα που ανάφεραν τις σχετιζόμενες με το ζήτημα πληροφορίες στην παραπονούμενη πληροφορήθηκαν τα όσα της είχαν μεταφέρει. Τα γνώριζαν προσωπικά; Και εάν ναι πως τα είχαν μάθει; Ή μήπως τα είχαν πληροφορηθεί και αυτές από άλλα τρίτα πρόσωπα; Και εάν ναι, από ποια; Και αυτά τα τρίτα πρόσωπα πως, με ποιο τρόπο και πως τα είχαν πληροφορηθεί; Τα πρόσωπα που μετέφεραν τις πληροφορίες στην παραπονούμενη είχαν οποιοδήποτε κίνητρο να αποκρύψουν ή να παραποιήσουν την αλήθεια; Η αρχική δήλωση µεταφέρθηκε επακριβώς ή διαφορετικά; Κρίνεται λοιπόν ότι η αοριστία και η γενικότητα που περιβάλλει τα πιο πάνω, δεν επιτρέπει να αποδοθεί στην εξ' ακοής αυτή μαρτυρία οποιαδήποτε βαρύτητα αφού δεν διευκολύνεται η ορθή αξιολόγηση της και το οποιοδήποτε συμπέρασμα θα ήταν άκρως ανασφαλές. Ειδικότερα λαμβάνοντας υπόψη ότι η παρούσα υπόθεση είναι ποινικής φύσης και το βάρος απόδειξης είναι αυξημένο και πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Λοίζουv. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 363 και Γενικός Εισαγγελέας v. Σαζός
(2001)2 ΑΑΔ 18). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Τάσου Γεωργίου
(2006)2 ΑΑΔ 217, επικυρώθηκε η κρίση του Κακουργιοδικείου ότι θα ήταν «εξαιρετικά επικίνδυνο για σκοπούς ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε υποθέσεις της εξεταζόμενης φύσης να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα σε τέτοιου είδους εξ ακοής μαρτυρίας για ευνόητους λόγους». Σε σχέση με την επιλογή της κατηγορούμενης να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτή αποτελεί δικαίωμα κάθε κατηγορούμενου και ως τέτοιο και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να εκληφθεί ως επιβαρυντικό στοιχείο εναντίον της (βλ. Δημοσθένους κ.α. v. Αστυνομίας
(1998)2 ΑΑΔ 129). Θα πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι σιωπή, όπως και η ανώμοτη δήλωση, σε αντίθεση με την ένορκη κατάθεση, δεν υπόκειται σε αξιολόγηση (βλ. Τhemistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200 και Anastasiades v. The Rebublic
(1977)2 CLR 97). Δεδομένων των πιο πάνω παραδεκτών γεγονότων και της αξιολόγησης καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα. Κατά ή περί τον Μάρτη του 2014 η κατηγορούμενη η οποία συνδεόταν φιλικά με την Μ.Κ.3, της ζήτησε το χρηματικό ποσό των Ε3.000= επικαλούμενη λόγους υγείας του πατέρα της. Η Μ.Κ.3, ζήτησε και έλαβε από τον εργοδότη της, τον Μ.Κ.2 Ε1.500= και τα έδωσε στην κατηγορούμενη η οποία μέχρι σήμερα δεν της τα έχει επιστρέψει, ούτε και έχει καταβάλει έναντι αυτού οποιοδήποτε ποσό. Το αδίκημα της 1ης κατηγορίας, αυτό δηλαδή της απόσπασης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις προκύπτει κατά παράβαση των άρθρων 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Το άρθρο 297 προσδιορίζει την έννοια του όρου ψευδείς παραστάσεις και το άρθρο 298 δημιουργεί το αδίκημα. Αυτά προνοούν τα ακόλουθα : Το άρθρο297 ότι: « Ψευδής Παράσταση είναι οποιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, που γίνεται με λόγια, με έγγραφο ή με συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής στην πραγματικότητα και την οποία εκείνος που παριστάνει γνωρίζει ότι είναι ψευδής ή δεν πιστεύει ότι είναι αληθινή». Και το άρθρο 298 ότι: «Όποιος με οποιαδήποτε ψευδή παράσταση και με σκοπό καταδολίευσης, αποκτά από άλλο ο,τιδήποτε που δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, ή υποκινεί άλλο να παραδώσει σε οποιοδήποτε πρόσωπο τέτοιο πράγμα, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση πέντε χρόνων». Όπως προκύπτει από τα πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα (βλ. Police v. Kyzas
(1982)1 J.S.C. 202) :
- Η ύπαρξη ψευδούς παράστασης γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος.
- Η γνώση του κατηγορουμένου ότι η παράσταση είναι ψευδής.
- Η απόκτηση οτιδήποτε που μπορεί να αποτελέσει ή που είναι αντικείμενο κλοπής και
- Ο σκοπός να είναι η καταδολίευση. Μετά τα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω και την μη απόδοση οποιασδήποτε βαρύτητας στα όσα λέχθηκαν σχετικά με τη χρήση των χρημάτων που η κατηγορούμενη έλαβε είναι προφανές ότι δεν έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, σε αντίθεση με το τρίτο αφού τα χρήματα βεβαίως μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο κλοπής. Πρέπει περαιτέρω να λεχθεί ότι σε σχέση με το τέταρτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος καμία μαρτυρία δεν έχει προσκομισθεί. Ακόμα δηλαδή και στην περίπτωση που η ύπαρξη ψευδούς παράστασης είχε αποδειχθεί, για στοιχειοθέτηση του αδικήματος θα έπρεπε επίσης να αποδειχθεί ότι αυτή συνοδευόταν και από πρόθεση καταδολίευσης, πρόθεση δηλαδή για εξαπάτηση, κάτι για το οποίο δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας. Όπως αποφασίσθηκε στην Ιωάννης Ευθυμίου v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 861, «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης για στοιχειοθέτηση ποινικής ευθύνης ανάγεται στην εξ αρχής πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει». Καθοδηγητικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την ίδια απόφαση και το οποίο βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση. «Το ψευδές της παράστασης, όπως και της πρόθεσης καταδολίευσης, που θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει ποινική ευθύνη σε τέτοιες περιπτώσεις ανάγεται στην ίδια την εξ αρχής βέβαια πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους να μην εκπληρώσει τις υποσχέσεις που δίδει, όπως ήταν και η αποδιδόμενη στο κατηγορητήριο στον Εφεσείοντα πρόθεση. Και τούτο διότι, για να θυμηθούμε το χαρακτηριστικότατο τρόπο που το έθεσε ο Bowen, L.J. (Edgingtonv. Fitzmaurice [1885] 29 Ch.D. 459, 483), "Thestateofaman´smindisasmuchafactasthestateofhisdigestion".Το ψευδώς παριστάμενο γεγονός είναι λοιπόν η ίδια η υποκειμενική πρόθεση του παρασπονδούντος μέρους κατά το χρόνο της παράστασης και όχι η εκ των υστέρων ένοχη συμπεριφορά του. Η τέτοια υποκειμενική πρόθεση μπορεί βεβαίως να αποδειχθεί με αντικειμενικά στοιχεία που συναρτώνται προς αυτή, περιλαμβανομένης της όλης μετέπειτα συμπεριφοράς, τα στοιχεία αυτά όμως πρέπει να είναι τόσο σαφή και μονοσήμαντα ώστε να μην αφήνουν, στο τέλος της ημέρας, την αμφιβολία εκείνη που αναιρεί ποινική καταδίκη. Εδώ δεν θα μπορούσε να εξαχθεί με τη δέουσα ασφάλεια, από το γεγονός της, παρά την είσπραξη χρημάτων, μη τήρησης των υποσχέσεων του Εφεσείοντα και των διαβεβαιώσεων του ότι θα διευθετούσε το θέμα, συμπέρασμα εξ αρχής ψευδούς παράστασης και πρόθεσης καταδολίευσης. Η όλη συμπεριφορά του Εφεσείοντα μπορούσε να ήταν συμβατή και με εκ των υστέρων απόφαση και παράλειψη του να τηρήσει τα συμφωνηθέντα». Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που είχε στους ώμους της και να αποδείξει το αδίκημα της 1ης κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Συνακόλουθα η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται στην 1η κατηγορία. (Υπ.) ............ Μ. Λάρμου Παπαδήμα, Ε. Δ. Criminal/final Subject/apospasixrimaton me psefdisparastasis cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο