Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ν. DUAL INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10072/12, 7/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2015:B88 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10072/12 Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Κατηγορούσα Αρχή Εναντίον 1. DUAL INVESTMENTS LIMITED ΑΦΤ (12042784Q) Α. Μακαρίου Γ' 193, 3030, Λεμεσός 2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΑΛΕΛΗΣ ΑΦΤ
(007525001)Διευθυντής Γ Σεφέρη 7, 5ος όρ. Γρ.51, 1076 Λευκωσία
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ ΑΦΤ (00769508 Η) Διευθυντής Γεώργιου Σεφέρη 7, 5ος όρ. 51, 1076 Λευκωσία Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 07.07.2015 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κλωνάρη Για κατηγορούμενη 1: καμία εμφάνιση Για Κατηγορούμενους 2 και 3: Κατηγορούμενος
- Κατηγορούμενος 2: Παρών Κατηγορούμενος 3: Απών ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 26/04/2012 εναντίον 3 συνολικά προσώπων οι οποίοι αντιμετωπίζουν 9 κατηγορίες. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 - 8 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων αφορούν το αδίκημα της άρνησης, παράλειψης ή αμέλειας υποβολής Δήλωσης Εισοδήματος κατά παράβαση των άρθρων 5, 12, 50 του Περί Βεβαιώσεως και Φόρων Νόμου 4/78 με τις τροποποιήσεις του και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των 8 κατηγοριών οι κατηγορούμενοι από την 30ην Απριλίου κάθε έτους αρχής γενομένης την 30ην Απριλίου του 2002 και έκαστη 30ην Ασπριλίου για όλα τα έτη μέχρι το 2009 αντίστοιχα στις κατηγορίες 1 μέχρι και 8 και μέχρι σήμερα αρνήθηκαν, παρέλειψαν ή αμέλησαν να υποβάλουν Δήλωση Εισοδήματος για τα έτη 2002 μέχρι και
- Η 9η κατηγορία αφορά το αδίκημα της άρνησης, παράλειψης ή αμέλειας υποβολής Δήλωσης Εισοδήματος κατά παράβαση των άρθρων 5
(2), 12, 20
(3), 27 και 50 του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου 4/78 με τις τροποποιήσεις του και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 9ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι από την 1η Απριλίου 2012 μέχρι σήμερα αρνήθηκαν, παρέλειψαν ή αμέλησαν να υποβάλουν ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη
- Μετά την καταχώρηση μή παραδοχής σε όλες τις κατηγορίες απο πλευράς όλων των κατηγορουμένων, η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση μέχρι και τις 2/12/2014 ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Πριν την παρουσίαση οιουδήποτε μάρτυρα από πλευράς της κατηγορούσας αρχής αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εκ συμφώνου ως παραδεκτά έγγραφα 8 τεκμήρια και ένα παραδεκτό γεγονός ως ακολούθως:
- Τεκ.1 - Ασφαλισμένη επιστολή της Κατηγορούσας αρχής προς την 1η κατηγορούμενη ημερ.7/10/2011 με κοινοποίηση προς το λογιστικό γραφείο Deloitte.
- Τεκ. 2 - Αντίγραφο απόδειξης παραλαβής συστημένης αλληλογραφίας ημερ.11/10/
- Τεκ. 3 - Αντίγραφο ηλεκτρονικής εκτύπωσης στοιχείων της 1ης κατηγούμενης από την ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη.
- Τεκ. 4 - Πιστοποιητικό διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης από τον Έφορο Εταιρειών ημερ.10/10/
- Τεκ. 5 - Επιστολή της Deloitte Limited ημερ.8/9/2011 προς την Κατηγορούσα Αρχή.
- Τεκ. 6 - Επιστολή της Deloitte Limited ημερ.17/10/2011 προς την Κατηγορούσα Αρχή.
- Τεκ. 7 - Επιστολή της Deloitte Limited ημερ.28/02/2012 προς την Κατηγορούσα Αρχή.
- Τεκ. 8 - Επιστολή της Κατηγορούσας Αρχής προς την εταιρεία Deloitte Limited ημερ.15/6/2012 μετά συνημμένης επιστολής ημερ.29/5/2012 από την Deloitte Limited προς την Κατηγορούσα Αρχή. Περαιτέρω δηλώθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι: Οι φορολογικές δηλώσεις της 1ης κατηγορούμενης για τα έτη 2002 μέχρι και 2009 και οι ελεγμένοι λογαριασμοί για το έτος 2002 δεν έχουν μέχρι σήμερα κατατεθεί. Μετά την κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων και παραδεκτών γεγονότων η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεση της και δεν επιθυμεί την παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας. Την ολοκλήρωση της υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής ακολούθησε η ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία όλοι οι κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία μετά την εκ πρώτης όψεως απόδειξη της υπόθεσης εναντίον τους. Μετά από αρκετές αναβολές, οι κατηγορούμενοι επέλεξαν όπως τηρήσουν το δικαίωμα της σιωπής και παρουσίασαν για την υπεράσπιση τους ένα μάρτυρα. Πριν την παρουσίαση του ΜΥ1, αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν εκ συμφώνου τα κάτωθι περαιτέρω Τεκμήρια: Τεκ. 9 - Πιστοποιητικό εφόρου εταιρειών για το εγγεγραμμένο γραφείο της 1ης κατηγορούμενης ημερ. 15/10/
- Τεκ. 10 - Πιστοποιητικό εφόρου εταιρειών για τους διευθυντές και γραμματέα ημερ. 21/4/
- Ως ΜΥ1 παρουσιάστηκε ό κος. Χρίστος Νεοκλέους, συνέταιρος της λογιστικής εταιρείας Deloitte με καθήκοντα που άπτονται τον χειρισμό χαρτοφυλακίων πελατών μεταξύ άλλων. Κατά την κυρίως εξέταση του ο ΜΥ1 αναγνώρισε το Τεκμήριο 5, και αποδέχτηκε ότι η επιστολή αυτή στάλθηκε από αυτόν ενώ αναφορικά με τα τεκμήρια 5, 6 και 7 δήλωσε ότι έλαβε οδηγίες για την αποστολή τους από κάποιον κο. Σώτο Σωτηρίου, ο οποίος ήταν ο πελάτης τους από το 2000 για την κατηγορούμενη 1 εταιρεία ενώ περαιτέρω δήλωσε ότι κατά τον χρόνο που απόστελλε αυτές τις επιστολές δεν γνώριζε ότι επήλθε αλλαγή διευθυντών και ότι διευθυντές ήταν οι κατηγορούμενοι 2 και
- Κατά την αντεξέταση ο ΜΥ1 δήλωσε ότι ουδέποτε πήρε οδηγίες από τους κατηγορούμενους 2 και 3 ότι δεν τους εκπροσωπεί ενώ κατά την επανεξέταση διευκρίνισε ότι κατά τον Δεκέμβριο έλαβε επιστολή από του κατηγορούμενους 2 και 3 με την οποία ζητούσαν να μάθουν ποιοι του δίδουν οδηγίες να προωθεί τα τεκμήρια 5, 6 και
- Η επιστολή αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο
- Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΥ1, ο ευπαίδευτος συνήγορος, κατηγορούμενος 2, αγόρευσε με τις τελικές του εισηγήσεις. Τα όσα αναφέρθηκαν κατά την τελική αγόρευση βρίσκονται καταγεγραμμένα στο πρακτικό που τηρήθηκε και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν, συνοψίζονται δε στα κάτωθι: - Το παρόν Δικαστήριο δεν είναι κατά τόπον αρμόδιο καθότι το εγγεγραμμένο γραφείο της 1ης κατηγορούμενης βρίσκεται στην Λευκωσία και όλες οι επιστολές - ειδοποιήσεις (Τεκμήρια) στάληκαν στην Λευκωσία. - Με βάση την μαρτυρία φαίνεται ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 ουδέποτε έδωσαν οιαδήποτε οδηγία σε οποιαδήποτε ελεγκτική εταιρεία να προχωρήσει με συμπλήρωση δηλώσεων η να ετοιμάσει τέτοιες δηλώσεις. - Κατά τα έτη που αφορούν οι κατηγορίες, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν ήσαν διευθυντές και δεν είχαν ούτε μετά που κλήθηκαν να υποβάλουν τις δηλώσεις οιαδήποτε στοιχεία στην κατοχή τους για τα επίδικα έτη για να μπορέσουν να τις καταχωρήσουν. - Σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την ουσία της υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 έπαψαν να είναι διευθυντές, σύμφωνα και με το Τεκμήριο 10 που κατατέθηκε εκ συμφώνου. Στο σημείο αυτό πρέπει να αναφέρω ότι στον χρόνο που μεσολάβησε από την κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία μέχρι και την ημερομηνία που παρουσίασαν την Υπεράσπιση τους, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 έπαυσαν να είναι διευθυντές και αυτό το δεδομένο έγινε αποδεκτό ως γεγονός και από την Κατηγορούσα Αρχή. - Επίσης και συνεπακόλουθα των πιο πάνω ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι και με βάση την απόφαση του Δικαστηρίου για την εκ πρώτης όψεως ενοχής των κατηγορουμένων, εφόσον ο Νόμος δεν αφορά τον εκάστοτε Διευθυντή μιας εταιρείας έτσι και στην παρούσα υπόθεση εφόσον αυτοί έπαψαν να είναι σήμερα διευθυντές θα πρέπει να απαλλαγούν. - Αντίθετη άποψη θα σήμαινε ότι η Κατηγορούσα Αρχή θα μπορεί να επιλέγει ποια πρόσωπα να διώξει από τον κατάλογο προσώπων που διατέλεσαν διευθυντές ενός νομικού προσώπου σε κάποια στιγμή. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 2 κατά το στάδιο των αγορεύσεων του και στο σημείο όπου αναφέρθηκε στην παύση του ιδίου ως διευθυντή αλλά και του κατηγορούμενου 3 αναφέρθηκε στην 1η κατηγορούμενη λέγοντας ότι δεν την εκπροσωπούν πλέον καθότι δεν έλαβαν οδηγίες από τους νυν Διευθυντές αυτής. Το Δικαστήριο με βάση το δεδομένο ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 εκτός από διευθυντές ήσαν και οι διορισμένοι συνήγοροι της κατηγορουμένης 1, αποφάσισε ότι ακόμα και στο στάδιο αυτό, εφόσον υπάρχει σαφής διαχωρισμός της ιδιότητας τους ως διευθυντές με την ιδιότητα τους ως συνήγοροι της 1ης κατηγορούμενης θα έπρεπε να ζητήσουν άδεια να αποσυρθούν εφόσον ειδοποιήσουν την 1η κατηγορούμενη για την πρόθεση τους αυτή. Ως εκ τούτου η υπόθεση αναβλήθηκε και κατά την επόμενη δικάσιμο αφού παρουσιάσθηκε επιστολή η οποία παραλήφθηκε από την γραμματέα της 1ης κατηγορούμενης ενεκρίθη το αίτημα των κατηγορουμένων 1 και 2 να αποσυρθούν από την εκπροσώπηση της. Παρά το ότι ουδείς εμφανίστηκε για την 1η κατηγορούμενη εφόσον η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε η απόφαση για την 1η κατηγορούμενη επιφυλάχθηκε. Από την άλλη πλευρά η κα. Κλωνάρη εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής απέρριψε τις θέσεις του συνηγόρου - κατηγορούμενου 2, συνοψίζοντας την επιχειρηματολογία της στα κάτωθι κύρια σημεία: - Όσον αφορά την κατά τόπο αρμοδιότητα, ως φαίνεται ο φορολογικός φάκελος της κατηγορούμενης 1, ανοίχθηκε αρχικά στην Λεμεσό και ουδέποτε ζητήθηκε η μεταφορά του στην Λευκωσία. - Η τακτική των κατηγορουμένων σε όλη την διάρκεια την ακροαματικής διαδικασίας δείχνει μια προσπάθεια των κατηγορουμένων 2 και 3 να αποποιηθούν των ευθυνών τους ειδικά με την τελευταία ενέργεια τους να γίνει αλλαγή διευθυντών. - Η απαλλαγή των κατηγορουμένων 2 και 3 θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του φορολογικού συστήματος καθότι πλέον με συχνές αλλαγές διευθυντών η κάθε εταιρεία θα αποφεύγει να συμμορφώνεται με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας. ΚΑΤΑ ΤΟΠΟ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΑ Προτού προχωρήσω με την παρούσα απόφαση κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στο ζήτημα της δικαιοδοσίας που τέθηκε από τους ευπαιδεύτους συνηγόρους. Καταρχήν σημειώνω το στάδιο αυτό που υποβάλλεται το ζήτημα τούτο, το οποίο κατά κύριο λόγο εγείρεται πριν την απάντηση στις κατηγορίες, ενώ στην παρούσα περίπτωση εγέρθηκε πρώτη φορά με την εισήγηση των συνηγόρων για την εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον τους. Εν πάση περιπτώσει, ο Νόμος Περί Δικαστηρίων ξεκαθαρίζει την κατά τόπον αρμοδιότητα ποινικών Δικαστηρίων και προς τούτο δεν χωρούν εξαιρέσεις πλην του Νόμου Περί Δικαστηρίων (Προσωριναί Διατάξεις)του 1974, με αριθμό 43/1974, Νόμου Περί Δικαστηρίου, όπου στο άρθρο 3 ορίζεται ότι: Επέκτασις κατά τόπov αρμoδιότητoς τωv Επαρχιακώv Δικαστηρίωv εις πoιvικάς υπoθέσεις
- Διαρκoύσης της εκρύθμoυ καταστάσεως και παρά τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 23 τωv περί Δικαστηρίωv Νόμωv τoυ 1960 έως 1972 έκαστov Επαρχιακόv Δικαστήριov κέκτηται δικαιoδoσίαv vα εκδικάζη, συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 24, oιovδήπoτε αδίκημα διαπραχθέv εv oιαδήπoτε επαρχία της Κύπρoυ. Εν πάση περιπτώσει στην παρούσα υπόθεσηη κα. Κλωνάρη απάντησε μέσω της αγόρευσης της ότι ο φορολογικός φάκελος της εταιρείας ανοίχθηκε στην Λεμεσό και ουδέποτε ζητήθηκε η μεταφορά του η υποβλήθηκε οιαδήποτε ένσταση προς τούτο. Βεβαίως είναι αδύνατο το Δικαστήριο να θεωρήσει τις αναφορές ενός Δικηγόρου στο στάδιο των αγορεύσεων ως μαρτυρία όμως στην παρούσα περίπτωση η θέση της κας. Κλωνάρη είναι και εύρημα του Δικαστηρίου το οποίο προκύπτει μέσα από την έγγραφη μαρτυρία, ήτοι τα Τεκμήρια που κατατέθηκαν εκ συμφώνου. Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, 5, 6, 7 και 8 όλη η αλληλογραφία ιδιαίτερα από πλευρά της Κατηγορούσας Αρχής αποστέλλεται από το Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων, Γραφείο Φόρου Εισοδήματος, Κλάδος Δικαστηρίων Λεμεσού. Περαιτέρω η ελεγκτική εταιρεία της 1ης κατηγορούμενης και ο ΜΥ1, εδρεύουν στην Λεμεσό και όλη η αλληλογραφία που απέστειλαν, έχει προορισμό τα Γραφεία του Τμήματος στην Λεμεσό. Περαιτέρω προκύπτει αβίαστα ότι ήταν εις γνώση τόσο της 1ης κατηγορούμενης όσο και των λογιστών της ότι η εταιρεία διατηρεί φορολογικό φάκελο στα επαρχιακά γραφεία Λεμεσού και ουδέποτε ζητήθηκε η οιαδήποτε αλλαγή. Ακόμα όμως και από τους κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι με βάση το Τεκμήριο 1 ήσαν γνώστες του χειρισμού της υπόθεσης από τα γραφεία στην Λεμεσό ουδέποτε έθεσαν το ζήτημα της μεταφοράς του φακέλου. Συνεπώς και με βάση τα πιο πάνω και σε συνδυασμό και με την σχετική νομοθεσία που προανέφερα για την εξαίρεση του Νόμου Περί Δικαστηρίων για την κατά τόπον αρμοδιότητα καταλήγω ότι εφόσον αρμόδιο για τις φορολογικές υποχρεώσεις της κατηγορούμενης 1 είναι το Επαρχιακό Γραφείο Λεμεσού ως εκ τούτου το παρόν Δικαστήριο είναι το κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της παρούσας υπόθεσης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων που συνοπτικά αναλύθηκε ανωτέρω βρίσκεται αυτούσιο καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του από το Δικαστήριο. Αναφορά θα γίνει εκεί που κριθεί αναγκαίο τόσο σε σχέση με την αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά και για το κατά πόσο έχει στοιχειοθετήσει τις θέσεις της η κάθε πλευρά ξεχωριστά. Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφέρω και να τονίσω ότι πέρα από την έγγραφη μαρτυρία, που από κοινού κατατέθηκε ως Τεκμήρια, παρουσιάσθηκε με προφορική μαρτυρία ένας μάρτυρας υπεράσπισης ο οποίος κατέθεσε ενώπιον μου. Περαιτέρω πολλά από τα γεγονότα της υπόθεσης δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους κατηγορούμενους, αλλά αντίθετα το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κυρίως επί νομικών ζητημάτων. Σημειώνεται δε από την αρχή ότι δεν αμφισβητήθηκε από τους κατηγορούμενους η ιδιότητα τους ως Διευθυντές για συγκεκριμένο χρόνο, καθώς και τα τεκμήρια με τα οποία κλήθηκαν να υποβάλλουν τις φορολογικές δηλώσεις, όπως και δεν αμφισβητήθηκε από την Κατηγορούσα αρχή το γεγονός ότι σήμερα οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν είναι διευθυντές. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο ΜΥ1, δεν έκανε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο παρά την σύντομη μαρτυρία του. Ήρθε στο Δικαστήριο με σκοπό να αναφέρει ότι παρά το ότι ο ίδιος και η ελεγκτική του εταιρεία λειτουργούσαν ουσιαστικά ως οι λογιστές της 1ης κατηγορούμενης, δεν γνώριζαν για την αλλαγή διευθυντών και την θέση των κατηγορουμένων 2 και 3 από τους οποίους δεν έλαβαν ποτέ οδηγίες. Την ίδια στιγμή όμως και αφού αναγνώρισε τα Τεκμήρια 5, 6 και 7 ότι στάλησαν από τον ίδιο την ίδια στιγμή αγνοεί ότι στο Τεκμήριο 6, το οποίο υπέγραψε ο ίδιος κάνει ρητή αναφορά στην επιστολή της Κατηγορούσας Αρχής ημερ. 7/10/2011, ήτοι το Τεκμήριο 1, το οποίο όμως εστάληκε και παραλήφθηκε από την κατηγορούμενη 1, φροντίδι του κατηγορούμενου 2. Βεβαίως σημειώνω ότι το τεκμήριο 1 φαίνεται ότι είχε κοινοποιηθεί και στο γραφείο του ΜΥ1, όμως ακόμα και με αυτόν τον τρόπο της κοινοποίησης έλαβε γνώση, θα είδε δηλαδή επί της επιστολής σε ποιόν αναφερόταν και βεβαίως θα γνώριζε την ιδιότητα του κου. Γιαλέλη - κατηγορούμενου 2, ως διευθυντή. Είναι η κατάληξη μου ότι ο ΜΥ1 προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τους κατηγορούμενους 2 και 3 προωθώντας τις θέσεις και εισηγήσεις τους και όχι για να αναφέρει την αλήθεια. Συνεπώς η μαρτυρία του απορρίπτεται στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Νομική Πτυχή: Τα άρθρα 5 και 12 του Νόμου 4/78, Περί βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων προνοεί τα ακόλουθα: 5.-
(1)Κάθε πρόσωπο, το οποίο κατά τη διάρκεια του φορολογικού έτους έχει μεικτό εισόδημα που εμπίπτει στο άρθρο 5 του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, αλλά στην περίπτωση φυσικού προσώπου το μεικτό εισόδημα υπερβαίνει το εκάστοτε ποσό φορολογητέου εισοδήματος επί του οποίου επιβάλλεται, δυνάμει του Δευτέρου Παραρτήματος του περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νόμου, φόρος με συντελεστή προς μηδέν τοις εκατό (0%), οφείλει να επιδίδει στο Διευθυντή, όχι αργότερα από την 30ή Απριλίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος, δήλωση του αντικειμένου του φόρου, συνοδευόμενη από οποιαδήποτε έγγραφα καθορίζονται στο έντυπο δήλωσης: Νοείται ότι δεν αποτελεί υπεράσπιση για το πρόσωπο, το γεγονός ότι αυτό δεν έλαβε έντυπο δήλωσης από το Διευθυντή: Νοείται περαιτέρω ότι: (
- i)στην περίπτωση προσώπου που δεν έχει υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και να ετοιμάζει λογαριασμούς που να ελέγχονται από ανεξάρτητο ελεγκτή, η δήλωση του αντικειμένου του φόρου δύναται να επιδίδεται μέχρι την 30ή Ιουνίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος. (
- ii)στην περίπτωση προσώπου που έχει υποχρέωση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και/ή να ετοιμάζει λογαριασμούς που ελέγχονται από ανεξάρτητο ελεγκτή, η δήλωση του αντικειμένου του φόρου δύναται να επιδίδεται μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος.
(2)Εταιρεία η οποία έχει συσταθεί στη Δημοκρατία άλλα δεν είναι κάτοικος της Δημοκρατίας οφείλει όπως επιδίδει στο Διευθυντή μέχρι και την 31η Δεκεμβρίου του έτους που ακολουθεί το φορολογικό έτος δήλωση εισοδήματος σε εγκεκριμένο από το Διευθυντή έντυπο.
(3)Αvεξαρτήτως τωv διατάξεωv τoυ εδαφίoυ
(1)o Διευθυvτής δύvαται, δι' εγγράφoυ ειδoπoιήσεως vα απαιτήση παρά παvτός πρoσώπoυ όπως, εvτός της πρoθεσμίας της καθoριζoμέvης εv τη ειδoπoιήσει, υπoβάλη δήλωσιv τoυ αvτικειμέvoυ τoυ φόρoυ και τoιαύτα στoιχεία oία δυvατόv vα απαιτηθώσι διά τoυς σκoπoύς τoυ vόμoυ δυvάμει τoυ oπoίoυ επεβλήθη o φόρoς.
(4)Παv φυσικόv πρόσωπov υπόχρεωv όπως επιδίδη δήλωσιv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ εδαφίoυ
(1)oφείλει όπως επιδίδη εις τov Διευθυvτήv κατάστασιv δεικvύoυσαv πλήρεις λεπτoμερείας τoυ εvεργητικoύ και παθητικoύ της πρoσωπικής και επαγγελματικής αυτoύ περιoυσίας, είτε εv τη Δημoκρατία είτε αλλαχoύ τoυ πρoσώπoυ τoύτoυ παvτός εξ αυτoύ εξηρτημέvoυ πρoσώπoυ, και τoυ συζύγoυ ή της συζύγoυ αυτoύ εφ' όσov στερείται φoρoλoγητέoυ εισoδήματoς κατά τηv 31ηv Δεκεμβρίoυ εκάστης πεvταετoύς περιόδoυ, της πρώτης τoιαύτης καταστάσεως γιvoμέvης τηv 31ηv Δεκεμβρίoυ 1989: Νoείται ότι η τoιαύτη υπoχρέωσις δεv ισχύει εις τηv περίπτωσιv αλλoδαπoύ τιvoς πρoσώπoυ τo oπoίov κέκτηται απoκλειστικώς εισoδήματα τα oπoία υπόκειvται εις φoρoλoγίαv κατά μειωμέvov συvτελεστήv δυvάμει τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 28Β, 28Γ, 28Δ, 30, 31 και 32 τωv περί Φoρoλoγίας τoυ Εισoδήματoς Νόμωv.
(5)Οι δυνάμει του παρόντος άρθρου απαιτούμενες δηλώσεις και καταστάσεις υποβάλλονται: (α) γραπτώς με τη χρήση εγκεκριμένων από το Διευθυντή εντύπων. ή (β) με τη χρήση μηχανογραφημένης, ηλεκτρονικής ή άλλης μεθόδου που εγκρίνεται από το Διευθυντή: Νοείται ότι- (
- i)τηρουμένης της παραγράφου (
- ii)κατωτέρω, οι δηλώσεις συνοδεύονται με τα αναγκαία έγγραφα που αναφέρονται σ' αυτές· (
- ii)στην περίπτωση που η υποβολή της δήλωσης γίνεται με τη χρήση μηχανογραφημένης, ηλεκτρονικής ή άλλης μεθόδου, ο Διευθυντής δύναται να επιτρέψει τη μη υποβολή των εγγράφων που αναφέρονται στη δήλωση ή και την υποβολή τους με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε καθορίσει· (iii) στην περίπτωση που η υποβολή της δήλωσης γίνεται με τη χρήση μηχανογραφημένης, ηλεκτρονικής ή άλλης μεθόδου, και ο Διευθυντής επιτρέπει τη μη υποβολή ορισμένων εγγράφων, τα έγγραφα αυτά φυλάσσονται για περίοδο έξι ετών από το τέλος του φορολογικού έτους στο οποίο αναφέρονται, από το υπόχρεο για την υποβολή τους πρόσωπο ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του και το υπόχρεο πρόσωπο έχει υποχρέωση να παρέχει στο Διευθυντή κάθε διευκόλυνση για την εξέτασή τους· (
- iv)στην περίπτωση που εγκρίνεται η χρήση μηχανογραφημένης, ηλεκτρονικής ή άλλης μεθόδου για την υποβολή της δήλωσης, τότε, τόσο για σκοπούς του παρόντος Νόμου όσο και οποιασδήποτε πολιτικής ή ποινικής διαδικασίας, ο Διευθυντής παρέχει στο πρόσωπο που έχει δικαίωμα να υποβάλει τη δήλωση ή άλλα έγγραφα με τη χρήση μηχανογραφημένης, ηλεκτρονικής ή άλλης μεθόδου, κλειδάριθμο ασφάλειας, ο οποίος υπέχει θέση της χειρόγραφης υπογραφής που θα έφερε η δήλωση ή άλλα έγγραφα αν υποβάλλονταν με μη μηχανογραφημένη, ηλεκτρονική ή άλλη μέθοδο· (
- v)στην περίπτωση προσώπου που, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου έχει υποχρέωση να τηρεί λογιστικά βιβλία και αρχεία και να ετοιμάζει λογαριασμούς που ελέγχονται από ανεξάρτητο ελεγκτή, τα στοιχεία της δήλωσής του πρέπει να είναι σύμφωνα με τους ελεγμένους λογαριασμούς.
(6)(α) Έγγραφα που δεν αναγράφονται στη δήλωση, αλλά υποστηρίζουν αμέσως ή εμμέσως οποιαδήποτε ποσά ή πληροφορίες που αναγράφονται στη δήλωση, φυλάσσονται από το πρόσωπο που είναι υπόχρεο για την υποβολή της δήλωσης ή από δεόντως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για περίοδο έξι ετών από το τέλος του φορολογικού έτους στο οποίο αυτά αναφέρονται. (β) Χωρίς επηρεασμό της γενικότητας της παραγράφου (α), το πρόσωπο που είναι υπόχρεο για την υποβολή της δήλωσης ή το δεόντως εξουσιοδοτημένο από αυτό πρόσωπο οφείλει να φυλάσσει, ως αναφέρεται στην εν λόγω παράγραφο, έγγραφα τα οποία- (
- i)επεξηγούν ορθώς όλες τις συναλλαγές· (
- ii)επιτρέπουν τον καθορισμό της οικονομικής θέσης του προσώπου που αφορά η δήλωση με εύλογη ακρίβεια σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή· και (iii) επιτρέπουν την ετοιμασία οικονομικών καταστάσεων, όπου υπάρχει υποχρέωση ετοιμασίας τέτοιων καταστάσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή του περί Εταιρειών Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται: Νοείται ότι, τα έγγραφα που αναφέρονται στην παρούσα παράγραφο περιλαμβάνουν υποστηρικτικά έγγραφα (όπως συμβόλαια και τιμολόγια) και πρέπει να απεικονίζουν- (
- i)τα χρηματικά ποσά που εισπράττονται και δαπανώνται, καθώς και τις υποθέσεις για τις οποίες πραγματοποιείται η αντίστοιχη είσπραξη και η αντίστοιχη δαπάνη· (
- ii)τις πωλήσεις, τις αγορές και οποιεσδήποτε άλλες συναλλαγές· και (iii)τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις του προσώπου, στο οποίο αφορά η δήλωση. Διευθυvταί voμικώv πρoσώπωv 12. Ο διευθυvτής ή έτερov πρόσωπov ασκoύv τηv διεύθυvσιv εκάστoυ voμικoύ πρoσώπoυ ευθύvεται διά τηv υπoβoλήv δηλώσεως και τηv διεvέργειαv πασώv τωv άλλωv αvαγκαίωv, δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ, πράξεωv και διαβημάτωv διά τηv βεβαίωσιv και καταβoλήv τoυ επί τoιoύτωv voμικώv πρoσώπωv επιβληθέvτoς φόρoυ Στο στάδιο αυτό έχοντας υπόψη μου τις 9 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι και από την συνδυασμένη ερμηνεία των πιο πάνω άρθρων προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι ως ακολούθως: - Η άρνηση, παράλειψη ή αμέλεια στην υποβολή δήλωσης εισοδήματος για συγκεκριμένο έτος - Η άρνηση, παράλειψη ή αμέλεια στην υποβολή ελεγμένων λογαριασμών για συγκεκριμένο έτος - Η σύνδεση των κατηγορούμενων 2 και3 με την μή υποβολή των δηλώσεων εισοδήματος και των ελεγμένων λογαριασμών. Όσον αφορά την 1η κατηγορούμενη σε σχέση και με τις 9 κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου μέσα από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου και η οποία κατατέθηκε από αμφότερους τους διαδίκους υπό μορφή παραδεκτών εγγράφων ως τεκμηρίων και γεγονότων και τα οποία στην κύρια ουσία τους παρέμειναν αναντίλεκτα προκύπτει η απόδειξη πέραν πάση λογικής αμφιβολίας των συστατικών στοιχείων των αδικημάτων που αντιμετωπίζει, ως εκ τούτου η κατηγορούμενη 1 κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αυτό όμως που πρέπει στο σημείο αυτό να εξεταστεί και είναι το μόνο συστατικό στοιχείο που απομένει να αποδειχθεί με σκοπό την εξακρίβωση της ενοχής ή μη των κατηγορουμένων 2 και 3 είναι το κατά πόσο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είχαν υποχρέωση ως Διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης να καταχωρήσουν τις δηλώσεις και έγγραφα που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Είναι σαφές ότι το ζήτημα που ουσιαστικά θα πρέπει να εξεταστεί εδώ είναι ένα νομικό θέμα και ερώτημα το οποίο έχει τεθεί από τον συνήγορο των κατηγορούμενων. Θα πρέπει να απαντηθεί εάν το άρθρο 12 του Νόμου 4/78 προβλέπει ευθύνη του εκάστοτε διευθυντή να υποβάλει στοιχεία οιουδήποτε έτους, ακόμα και έτους κατά το οποίο ο νυν αξιωματούχος δεν είχε οιαδήποτε θέση στο νομικό πρόσωπο. Είναι αναντίλεκτο γεγονός και αποτελεί συνεπώς και εύρημα του Δικαστηρίου ότι κατά τα έτη που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν ήσαν διευθυντές ως εκ τούτου κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχαν υποχρέωση να υποβάλουν φορολογικές δηλώσεις ή άλλα έγγραφα. Επίσης εύρημα του Δικαστηρίου αποτελεί το γεγονός ότι με βάση το Τεκμήριο 1, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κλήθηκαν, όντας τον χρόνο εκείνο, διευθυντές να υποβάλουν τα στοιχεία που ζητήθηκαν και εύρημα αποτελεί και η παράλειψη κατά τον χρόνο που τους ζητήθηκε και μέχρι την ημέρα που επήλθε η αλλαγή Διευθυντών, να τα υποβάλουν. Με βάση την συνδυασμένη ερμηνεία τόσο του άρθρου 9 όσο και του άρθρου 12 προκύπτει ότι ποινική ευθύνη δύναται να έχει και το πρόσωπο το οποίο κατά τον ουσιώδη χρόνο τελούσε ως Διευθυντής εφόσον κλήθηκε να παρουσιάσει έγγραφα και παρέλειψε να πράξει τούτο. Σημασία στην παρούσα υπόθεση δεν έχει απλά η ιδιότητα των κατηγορουμένων 2 και 3 ως Διευθυντές για συγκεκριμένη περίοδο και στο σημείο αυτό θα πρέπει να πω ότι δεν συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι η κατάληξη τούτη θα έδιδε το δικαίωμα να κατηγορείται ο οποιοσδήποτε διευθυντής εφόσον κατά το έτος 2011 και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο, η Κατηγορούσα Αρχή, απευθύνθηκε στους αρμόδιους και κατά νόμο εκπρόσωπους της εταιρείας και ζήτησε όπως αυτοί καταχωρήσουν άμεσα τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Συνεπώς καταλήγω ότι η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων 2 και 3 ξεκινά από την στιγμή που αυτοί κλήθηκαν ως τα αρμόδια πρόσωπα να υποβάλουν τα ζητηθέντα στοιχεία και παρέλειψαν να πράξουν τούτο. Συνεπώς τα αδικήματα κατά τον χρόνο εκείνο τελέστηκαν. Το γεγονός ότι σήμερα που το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει απόφαση, οι κατηγορούμενοι 2 και 3 δεν είναι Διευθυντές δεν μπορεί να διαφοροποιήσει την κατάληξη του καθότι κατά τον χρόνο καταχώρηση της υπόθεσης, οι κατηγορούμενοι ενώ κλήθηκαν να υποβάλουν στοιχεία παρέλειψαν αν πράξουν τούτο. Βέβαια το γεγονός ότι σήμερα δεν δύνανται εκ των πραγμάτων και εκ του νόμου δεν κέκτηνται καμίας εξουσίας να πράξουν τις πράξεις που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο είναι γεγονός που θα ληφθεί υπόψη στο στάδιο επιβολής της ποινής. Συνεπώς και με βάση το πιο πάνω σκεπτικό που προσπάθησα να αναλύσω, κρίνω ότι η Κατηγορούσα Αρχή κατάφερε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, συνεπώς οι κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες που αυτοί αντιμετωπιζόσουν. (Υπ.) ................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο