← Κύπρος

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. AGS Agrotrading Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 13953/2012, 29/1/2015

Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. AGS Agrotrading Ltd κ.α., Υπόθεση αρ.: 13953/2012, 29/1/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 13953/2012 Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας και

(1)AGS Agrotrading Ltd
(2)Γιώργου Κατωδρίτη Κατηγορουμένων 29 Ιανουαρίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Στ. Στυλιανού για τον κ. Γ. Πολυχρόνη Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Μ. Χ. Κυριακίδης Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 75
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ----------------------- Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για σωρεία παραβάσεων του περί Ζωοτροφών και Προσθετικών των Ζωοτροφών (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Χρήσεως) Νόμου του 1993 (Ν.13(Ι)/1993, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και του Κανονισμού (Ε.Κ.) 178/2002 για τον καθορισμό των γενικών αρχών και απαιτήσεων της νομοθεσίας για τα τρόφιμα, για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Αρχής για την Ασφάλεια των Τροφίμων και τον καθορισμό διαδικασιών σε θέματα ασφάλειας των τροφίμων. Επειδή, στην έκθεση αδικήματος όλων των κατηγοριών συμπεριλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) προκύπτει πώς ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός των κατηγορουμένων αρ. 1, μίας εταιρείας ως δηλώνει η επωνυμία τους. Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι διώκονται για: · εισαγωγή ουσίας καθορισμένης ως δηλητηριώδους, ως επικίνδυνης και ως ανθυγιεινής για οιονδήποτε ζώο ή για τον άνθρωπο, μέσω της κατανάλωσης προϊόντος από ζώο τραφέν με τέτοια ουσία (άρθρα 3, 10, 19 και 29 του Ν.13(Ι)/1993 και άρθρα 15, 17 και 20 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 178/2002 - 1η, 2η και 3η κατηγορία), · κατοχή, σε κτιριακές εγκαταστάσεις, και με πρόθεση την πώληση για διατροφή ζώων, ουσίας καθορισθείσας ως δηλητηριώδους, ως επικίνδυνης και ως ανθυγιεινής για οιονδήποτε ζώο ή για τον άνθρωπο, μέσω της κατανάλωσης προϊόντος από ζώο τραφέν με τέτοια ουσία (άρθρα 10, 19 και 29 του Ν.13(Ι)/1993 και άρθρα 15, 17 και 20 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 178/2002 - 4η, 5η και 6η κατηγορία) και · εισαγωγή και κατοχή, με σκοπό την πώληση, υλικού προοριζομένου να χρησιμοποιηθεί για την διατροφή ζώων, του οποίου η εισαγωγή, παρασκευή, συσκευασία, κυκλοφορία ή εμπορία δεν συνάδει με τις νόμιμες διατάξεις περί αδειών, εγκρίσεων ή πιστοποιητικών (άρθρα 19 και 29 του Ν.13(Ι)/1993 και άρθρα 15, 17 και 20 του Κανονισμού (Ε.Κ.) 178/2002 - 7η και 8η κατηγορία, αντιστοίχως). Ως λεπτομέρειες των επίδικων αδικημάτων καταγράφονται, στο κατηγορητήριο, οι εξής: Κατά ή περί τις 13.10.2011 και ή προγενέστερα στην επαρχία Λάρνακας οι κατηγορούμενοι εισήγαγαν και κατείχαν, στις κτιριακές τους εγκαταστάσεις, και με πρόθεση να το πωλήσουν, εκχυλισμένο καβουρδισμένο αποφλοιωμένο σογιάλευρο («το σογιάλευρο»), προερχόμενο από την Αργεντινή, το οποίο προοριζόταν να χρησιμοποιηθεί στη διατροφή ζώων και το οποίο ήταν επιμολυσμένο με το μικρόβιο της σαλμονέλας. Η σαλμονέλα είναι επιβλαβής για τα ζώα και/ή καθιστά τα τρόφιμα, που προέρχονται από ζώα επιμολυσμένα με αυτήν, επισφαλή και/ή επικίνδυνα για την ανθρώπινη κατανάλωση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν, ως μάρτυρες κατηγορίας, 5 υπάλληλοι του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος («το Υπουργείο»): Ο Χριστόφορος Μιχαήλ (Μ.Κ.1) και ο Κωνσταντίνος Ζηντίλας (Μ.Κ.2), Επιθεωρητές Ζωοτροφών στον Κλάδο Ζωοτροφών του Τμήματος Γεωργίας του Υπουργείου («το Τμήμα Γεωργίας»), η Ελένη Αδάμου (Μ.Κ.3), Επιθεωρήτρια Γεωργίας, ο Πανίκος Χατζηγεωργίου (Μ.Κ.4), Ανώτερος Γεωργικός Λειτουργός, και η Μαρία Εμμανουήλ (Μ.Κ.5), Κτηνιατρική Λειτουργός Α΄, υπεύθυνη του Εργαστηρίου Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν και εσημειώθηκαν ως τεκμήρια: (α) έντυπα του Τμήματος Γεωργίας ημερ. 13.10.2011 σχετικά με τη δέσμευση 7700 τόνων σογιαλεύρου, το οποίο οι κατηγορούμενοι αρ. 1 εισήξαν από την Αργεντινή, τη λήψη και παράδοση τεσσάρων δειγμάτων σογιαλεύρου για σκοπούς ελέγχου ποιότητας, μεταξύ των οποίων και του δείγματος υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011» (τεκμήρια 2, 3 και 4), (β) επιστολή της Διευθύντριας του Τμήματος Γεωργίας προς τους κατηγορουμένους αρ. 1 ημερ. 19.10.2011 με συνημμένο «Πιστοποιητικό Ανάλυσης Υλικού», δια της οποίας οι τελευταίοι πληροφορούνται πώς, μετά από την ανάλυσή του το δείγμα σογιαλεύρου υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011», απεδείχθηκε επιμολυσμένο με το μικρόβιο της σαλμονέλας (τεκμήριο 5), (γ) επιστολή των κατηγορουμένων αρ. 1 προς τον Υπουργό Γεωργίας Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος ημερ. 19.10.2011 δια της οποίας αυτοί εκφράζουν την διαφωνία τους με τα προαναφερθέντα αποτελέσματα και ζητούν την επανάληψη της δειγματοληψίας και της ανάλυσης από «ανεξάρτητο και διαπιστευμένο χημείο όπως προνοεί ο σχετικός νόμος περί ζωοτροφών» (τεκμήριο 6) και (δ) «Έκθεση Αποτελεσμάτων Δοκιμών» ημερ. 19.10.2011, εκδοθείσα από το Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου, υπογεγραμμένη από τον Δρ. Κυριάκο Γεωργίου και αφορώσα το δείγμα σογιαλεύρου υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011» (τεκμήριο 41). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πώς δεν απεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του και εζήτησε την αθώωση και την απαλλαγή τους σε αυτό το στάδιο. Ο κ. Κυριακίδης προέβαλε σχετικώς ποικίλους και πολυσχιδείς λόγους. Μεταξύ άλλων, υπεστήριξε πώς τα αποτελέσματα της ανάλυσης του επίδικου δείγματος σογιαλεύρου, επί τη βάσει των οποίων κατεχωρίστηκε η προκείμενη ποινική υπόθεση, δεν είναι ορθά και ασφαλή, προέκυψαν δε από διαδικασία η οποία δεν είναι σύμφωνη με τα όσα ο νόμος ορίζει. Συναφώς, ο κ. Κυριακίδης υπέδειξε πώς, επειδή το επίδικο δείγμα σογιαλεύρου ανελύθηκε από μικροβιολόγους στο Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου και όχι από Κυβερνητικό Χημικό στο Κρατικό Χημείο, ως ο νόμος ορίζει, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να κρατήσει μέρος του δείγματος για να δύναται να το διαθέσει για την εκ νέου ανάλυσή του από τον Κρατικό Χημικό, ως το άρθρο 17
(4)του Ν.13(Ι)/1993 ορίζει. Η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να κρατήσει μέρος του επίδικου δείγματος σογιαλεύρου, συνέχισε ο κ. Κυριακίδης, εστέρησε από τους κατηγορουμένους νόμιμου δικαιώματός τους. Ας σημειωθεί πώς οι υπερασπίσεις αυτές ετέθηκαν εξ αρχής και κατ΄ επανάληψιν σε μάρτυρες κατηγορίας διαμέσου σχετικών ερωτήσεων και υποβολών. Επιπλέον των ανωτέρω, ετέθηκε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και ζήτημα νομιμότητας και κανονικότητας της καταχώρισης του κατηγορητηρίου εναντίον του κατηγορουμένου αρ. 2, δεδομένου του ότι η καταχωρισμένη, στο φάκελο της διαδικασίας, σχετική έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας δεν τον αφορά. Η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εξέφρασε τις απόψεις της επί όλων των ζητημάτων. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους.» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεσή της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ........... Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Όσον αφορά στο είδος της δοκιμής στην οποίαν υποβάλλεται η παρουσιασθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία για να διαπιστωθεί κατά πόσον εστοιχειοθετήθηκε υπόθεση ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's, Criminal Practice, 2004, Oxford σελ. 1464 επ. «The Test to Be Applied The leading authority on the test a trial judge should apply in determining whether there is a case to answer is Galbraith
(1981)1 WLR 1039. In the course of his judgment in that case, Lord Lane Cj said (at p. 1042B-D): How then should the judge approach a submission of "no case"?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness's reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury. There will of course, as always in this branch of the law, be borderline cases. They can safely be left to the discretion of the judge.» Εμελετήθηκαν οι σχετικές νομοθετικές διατάξεις και τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Παρέλκει η πλήρης απόδοση της μαρτυρίας. Τα κρίσιμα μέρη της θα παρουσιασθούν και θα σχολιασθούν κατά τη συζήτηση εκάστου των καθοριστικών, για την έκβαση της υπόθεσης, ζητημάτων, η οποία ακολουθεί:
(1)Στις περιπτώσεις όπου πρόσωπο διώκεται ποινικώς για παράβαση του Ν.13(Ι)/1993 ή άλλης σχετικής νομοθεσίας κατ΄ επίκλησιν αποτελεσμάτων ανάλυσης δείγματος υλικού, δηλ. δείγματος ζωοτροφής, προμίγματος ή αυτούσιου προσθετικού (άρθρο 2 του Ν.13(Ι)/1993), η οποία, όμως, δεν έγινε από Κυβερνητικό Χημικό, δηλαδή από «προσοντούχο χημικό που εργάζεται στο Κρατικό Χημείο» (άρθρο 2 του Ν.13(Ι)/1993), ο κατηγορούμενος έχει το δικαίωμα, στα πλαίσια εκδίκασης της εναντίον του υπόθεσης, να ζητήσει τη διεξαγωγή νέας ανάλυσης. Πρόκειται για δικαίωμα απολύτως βασικό και ουσιαστικό το οποίο καθιερώνεται ειδικώς δια του άρθρου 17
(4)του Ν.13(Ι)/1993. Για να καταστεί δε δυνατή αυτή η νέα ανάλυση θα πρέπει η κατηγορούσα αρχή να μεριμνήσει ώστε μέρος του επίδικου δείγματος υλικού κρατηθεί για να είναι διαθέσιμο στο Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ποινικής υπόθεσης. Το άρθρο 17
(4)του Ν.13(Ι)/1993 ορίζει τα εξής: «17......
(4)Σε περίπτωση κατά την οποία προσαχθούν κατηγορίες εναντίον προσώπου για παράβαση του παρόντος Νόμου ή/και των σχετικών Κοινοτικών Κανονισμών ή των Κοινοτικών Αποφάσεων και υπάρχει ή αναζητείται για παρουσίαση μαρτυρία με βάση αποτελέσματα της χημικής ανάλυσης δείγματος από υλικό που λήφθηκε από επιθεωρητή κατά τον καθοριζόμενο τρόπο αλλά προκύπτει ότι το δείγμα δεν έχει αναλυθεί από το Κρατικό Χημείο, το Δικαστήριο μπορεί, ενεργώντας κατά την κρίση μου ή κατόπιν αίτησης του προσώπου που βρίσκεται υπό κατηγορία ή του κατηγόρου, να διατάξει ούτως ώστε το κρατηθέν μέρος του δείγματος να σταλεί στον Κυβερνητικό Χημικό για ανάλυση». Επικουρική των προνοιών του άρθρου 17
(4)είναι η διάταξη του άρθρου 16
(1)(γ) η οποία ορίζει πώς ο δειγματολήπτης επιθεωρητής κατ΄ αρχάς υποδιαιρεί το δείγμα «σε τρία ίσα κατά το δυνατό μέρη», τα οποία σημαίνει και τα οποία σφραγίζει, και, ακολούθως, φυλάττει το ένα από τα μέρη αυτά με ασφάλεια και το κρατεί, «για σκοπούς του άρθρου 17 .... για εννέα μήνες». Σχετικώς επισημαίνεται πώς οι διατάξεις του άρθρου 17
(4)του Ν.13(Ι)/1993 είναι ποινικές και ως τέτοιες ερμηνεύονται αυστηρά και περιοριστικά. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Ερμογένους ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 387, 391: «Πρόκειται άλλωστε περί ποινικής διάταξης και επομένως, όπου θα μπορούσαν, ενδεχομένως να υπάρξουν εναλλακτικές λύσεις, η διάταξη ερμηνεύεται περιοριστικά». Επί του ζητήματος της αυστηρής και περιοριστικής ερμηνείας των ποινικών νομοθετικών διατάξεων γίνεται παραπομπή και στην απόφαση Eurofreight Logistics Ltd v. Χριστάκη Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29.
(2)Εν προκειμένω, ως οι μάρτυρες κατηγορίας Πανίκος Χατζηγεωργίου (Μ.Κ.4) και Μαρία Εμμανουήλ (Μ.Κ.5) εδήλωσαν, το μέρος του επίδικου δείγματος σογιαλεύρου υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011», το οποίο ελήφθηκε στις 13.10.2011 ως ύποπτο μη συμμόρφωσης με την οικεία νομοθεσία (τεκμήρια 2 έως και 4), το οποίο εστάληκε για ανάλυση, και το οποίο αποτελεί το πραγματικό υπόβαθρο της προκείμενης ποινικής δίωξης, δεν ανελύθηκε στο Κρατικό Χημείο από κυβερνητικό χημικό. Το μέρος του ύποπτου επίδικου δείγματος παρεπέμφθηκε στο Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου το οποίο είναι διαπιστευμένο για την διενέργεια μικροβιολογικών αναλύσεων. Ο έλεγχος για την ύπαρξη σαλμονέλας, ενός μικροβίου, απαιτεί τη διενέργεια μικροβιολογικών αναλύσεων. Ας σημειωθεί πώς το γεγονός ότι η προκείμενη ποινική δίωξη βασίζεται στα αποτελέσματα ανάλυσης του μέρους του επίδικου δείγματος σογιαλεύρου υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011», η οποία έγινε στο Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών του Υπουργείου και όχι από Κυβερνητικό Χημικό, δηλαδή από «προσοντούχο χημικό που εργάζεται στο Κρατικό Χημείο» (άρθρο 2 του Ν.13(Ι)/1993) επιμαρτηρείται και από την σχετική «Έκθεση Αποτελεσμάτων Δοκιμών» ημερ. 19.10.2011 η οποία υπογράφεται από τον Αν. Προϊστάμενο Τομέα Κτηνιατρικής Δημόσιας Υγείας (τεκμήριο 41).
(3)Παρά το ως άνω κρίσιμο γεγονός, εντούτοις, ως εδήλωσε έτερος μάρτυρας κατηγορίας, ο Χριστόφορος Μιχαήλ (Μ.Κ.1), ο οποίος στις 13.10.2011 αρμοδίως και εκ καθηκόντος έλαβε το επίδικο δείγμα σογιαλεύρου υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011» (τεκμήρια 2 έως και 4), και εμερίμνησε ώστε αυτό να σταλεί για ανάλυση, δεν εφυλάχθηκε μέρος αυτού, ως το άρθρο 16
(1)(γ) ορίζει.
(4)Αποτέλεσμα της παράλειψης αυτής είναι η αδυναμία εφαρμογής, στα πλαίσια της προκείμενης ποινικής υπόθεσης, των διατάξεων του άρθρου 17
(4)του Ν.13(Ι)/1993, η εκτροπή από τα όσα γραπτός και σαφής νόμος ορίζει καθώς και η στέρηση των κατηγορουμένων από ένα απολύτως βασικό και ουσιαστικό δικαίωμα το οποίο ο νόμος τους παραχωρεί. Για το λόγο αυτό συνέχιση της διαδικασίας και κλήση των κατηγορουμένων σε απολογία θα συνιστούσε παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη (Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, κυρωθείσα δια του Ν.39/1962). Εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης επιβάλλει την παρέμβαση του Δικαστηρίου και τον τερματισμό της διαδικασία. Το Δικαστήριο, το οποίο κυριαρχεί επί των μηχανισμών της δικαιοσύνης και το οποίο έχει ως σύμφυτο καθήκον και σύμφυτη εξουσία την περιφρούρηση του δικαίου (Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217) οφείλει να απορρίψει το κατηγορητήριο και να τερματίσει την διαδικασία εάν διαπιστώσει πώς ενέργειες ή παραλήψεις της κατηγορούσας αρχής στερούν από τον κατηγορούμενο ένα απολύτως βασικό και ουσιαστικό δικαίωμα, το οποίο ο νόμος του παραχωρεί.
(5)Το γεγονός πώς, εν αντιθέσει προς τα όσα το άρθρο 17
(4)ορίζει, η κατηγορούσα αρχή δεν εμερίμνησε ώστε να φυλαχθεί και να είναι διαθέσιμο για νέα ανάλυση, στα πλαίσια της προκείμενης ποινικής διαδικασίας, μέρος του επίδικου δείγματος σογιαλεύρου υπό το αναγνωριστικό σήμα «ΒΙΡ Λάρνακας 186/2011», καθιστά την «Έκθεση Αποτελεσμάτων Δοκιμών», η οποία εξεδόθηκε από το Εργαστήριο Ελέγχου Τροφίμων Ζωικής Προέλευσης, ημερ. 19.10.2011 (τεκμήριο 4) καθώς και το επί τη βάσει αυτής εκδοθέν «Πιστοποιητικό Ανάλυσης Υλικού», ημερ. 19.10.2011 (τεκμήριο 5), τα οποία η κατηγορούσα αρχή επαρουσίασε ως πραγματικό θεμέλιο όλων των κατηγοριών, μαρτυρία αδύνατη. Η αναίτια και αδικαιολόγητη στέρηση των κατηγορουμένων από το νομοθετικώς προβλεπόμενο δικαίωμά τους να αμφισβητήσουν, επί δικαστηρίω, την ακρίβεια και την ορθότητα των αναλύσεων του επίδικου δείγματος, όταν μάλιστα αυτοί εξέφρασαν εξ αρχής την αντίθεσή τους (τεκμήριο 6), καθιστά τα τεκμήρια 4 και 5 μαρτυρία αδύνατη και επισφαλή σε βαθμό που κανένα Δικαστήριο δεν θα εβάσιζε επί αυτής την καταδίκη των κατηγορουμένων.
(6)Το Άρθρο 113 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας διαλαμβάνει και τα εξής: «..... Ο γενικός εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει εξουσία κατά την κρίσιν αυτού προς το δημόσιο συμφέρον να κινεί, διεξάγει, επιλαμβάνεται, και συνεχίζει ή διακόπτει οιανδήποτε διαδικασίαν ή διατάσσει διώξιν καθ΄ οιουδήποτε προσώπου εν τη Δημοκρατία δι΄ οιονδήποτε αδίκημα. Η ......... εξουσία δύναται να ασκείται υπό του γενικού εισαγγελέως της Δημοκρατίας είτε αυτοπροσώπως είτε δι΄ υπαλλήλων υπαγομένων εις αυτόν ενεργούντων υπό και συμφώνως προς τας οδηγίες του». Εν προκειμένω, το κατηγορητήριο, σε όση έκταση αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 2 κατεχωρίστηκε χωρίς τέτοιες οδηγίες από το Γενικό Εισαγγελέα. Στο φάκελο της διαδικασίας υπάρχει καταχωρισμένη σχετική έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα ημερ. 09.03.2012 σύμφωνα με την οποίαν αυτός διορίζει το δικηγόρο Γιάννη Πολυχρόνη να «καταχωρή(σει) και διεκπεραιώσ(ει) Ποινική ( ) Υπόθεση ( ) εναντίον της εταιρείας AGS AGROTRADING LTD με έδρα τη Λάρνακα, για παράβαση του περί Ζωοτροφών και Προσθετικών των Ζωοτροφών (Έλεγχος Ποιότητας, Προμήθειας και Χρήσεως) Νόμου αρ. 13(Ι) του 1993». Η εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα έγκριση της καταχώρισης κατηγορητηρίου και διεκπεραίωσης ποινικής υπόθεσης και ο διορισμός του δικηγόρου Γιάννη Πολυχρόνη προς το σκοπό αυτό αφορά μόνον στους κατηγορουμένους αρ.
  1. Ο Γενικός Εισαγγελέας δεν ενέκρινε την καταχώρηση κατηγορητηρίου εναντίον του κατηγορουμένου αρ. 2 και δεν εδιόρισε τον δικηγόρο Γιάννη Πολυχρόνη το σκοπό αυτό. Συνεπώς, σε όση έκταση το κατηγορητήριο αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 2 αυτό κατεχωρίστηκε χωρίς την απαιτούμενη έγκριση του Γενικού Εισαγγελέα. Πρόκειται για ελάττωμα το οποίο αφορά στην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να επιληφθεί της υπόθεσης και δεν θεραπεύεται. Το ελάττωμα αυτό αποτελεί πρόσθετο λόγο για την απόρριψη του κατηγορητηρίου σε όση έκταση αυτό αφορά στον κατηγορούμενο αρ.
  2. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο απορρίπτεται στην ολότητα του. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.