Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κωνσταντίνου Ελευθερίου, Υπόθεση αρ.: 22920/2012, 5/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 22920/2012 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Κωνσταντίνου Ελευθερίου Κατηγορουμένου 05 Φεβρουαρίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Αβρααμίδου, Δημόσια Κατήγορος Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Ν. Νικηφόρου Κατηγορούμενος, παρών. Ενδιάμεση Απόφαση Ο κατηγορούμενος διώκεται για την εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (άρθρα 2 έως και 4
(1)(α) 26, 30, 31 και 38 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η κατηγορία), για την απλή κατοχή του φαρμάκου αυτού καθώς και για την κατοχή του με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, ομοίως, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας (άρθρα 2, 3, 5
(1), 6
(1)έως και
(3), 30 έως και 31 και 38 του Ν.29/1977 2η και 3η κατηγορία, αντιστοίχως). Στις λεπτομέρειες αδικήματος καταγράφονται τα εξής: Στις 06.12.2012 στον Αερολιμένα Λάρνακας, στην επαρχία Λάρνακας, ο κατηγορούμενος εισήγαγε kg 2,908 ναφθουλοϊνδόλη χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Στις 17.12.2012, στην Λάρνακα, ο κατηγορούμενος κατείχε το προϊόν αυτό με σκοπό να το προμηθεύσει σε άλλα άτομα χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Διαρκούσης της κυρίως εξέτασής του, ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας 3215 Β. Κωνσταντινίδης (Μ.Κ.1) επεχείρησε να καταθέσει, ως τεκμήρια, τη δική του κατάθεση ημερ. 22.12.2012 (τεκμήριο Χ), πρακτικό το οποίο συνέταξε ο ίδιος ημερ. 18.12.2012 (τεκμήριο Χ1) και γραπτές καταθέσεις του κατηγορουμένου στην αστυνομία ημερ. 17.12.2012 και 19.12.2012 (τεκμήρια Χ2 και Χ3, αντιστοίχως). Στην κατάθεση του αστυφύλακα 3215 Β. Κωνσταντινίδη (Μ.Κ.1) ημερ. 22.12.2012 (τεκμήριο Χ) και στο πρακτικό που συνέταξε ο ίδιος ημερ. 18.12.2012 (τεκμήριο Χ1) καταγράφονται και οι εξής προφορικές δηλώσεις στις οποίες προέβηκε ο κατηγορούμενος μετά την συμπλήρωση της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία ημερ. 17.12.2012 (τεκμήριο Χ1): «τωρά έννα πάω παραπάνω που πέντε χρόνια φυλακή;» «τωρά που δεν γράφουμε, εγώ όπως σας είπα είμαι επιχειρηματίας και απλά προσπάθησα να βγάλω κέρδος, όπως όλοι οι επιχειρηματίες», «εγώ ήταν να ποτίζω με λίγη σκόνη το χόρτο για να δυναμώσει και δεν νομίζω ότι αυτό έθετε σε κίνδυνο τη ζωή κανενός». Οι γραπτές καταθέσεις του κατηγορουμένου στην αστυνομία ημερ. 17.12.2012 και 19.12.2012 (τεκμήρια Χ2 και Χ3) είναι του τύπου των ανακριτικών καταθέσεων και ελήφθησαν δυνάμει του Δικαστικού Κανόνα ΙΙ. Η κατάθεση ημερ. 17.12.2012 (τεκμήριο Χ2) ελήφθηκε μεταξύ των ωρών 19:00 έως και 20:30 στα γραφεία της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών (Υ.ΚΑ.Ν) Λάρνακας και ενώ ο κατηγορούμενος ετελούσε υπό σύλληψιν από τις 14:05 της ίδιας ημέρας (δείτε στο τεκμήριο Χ). Ο κατηγορούμενος υπέγραψε την κατάθεση ημερ. 17.12.2012 (τεκμήριο Χ2) ως αληθή. Η κατάθεση ημερ. 19.12.2012 (τεκμήριο Χ3) ελήφθηκε μεταξύ των ωρών 12:00 έως και 13:15, ομοίως, στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακος ενώ ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτησιν. Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε να υπογράψει την κατάθεση ημερ. 19.12.2012 (τεκμήριο Χ3). Ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου προέβαλε ένσταση στην κατάθεση των τεκμηρίων Χ έως και Χ3 υποστηρίζοντας συλλήβδην, πώς πρόκειται για έγγραφα τα οποία περιέχουν ενοχοποιητικές δηλώσεις που δεν είναι θεληματικές και τα οποία ελήφθηκαν κατά παράβασιν των Άρθρων 11.4 και 12.5 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, των αντίστοιχων Άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, των άρθρων 3
(1)και
(3), 7
(1), 8
(1), 9, 11
(1)και
(12)του περί Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμου (Ν.163(Ι)/2005)και των Δικαστικών Κανόνων ΙΙ και ΙΙΙ(β). Η μομφή περί της μη θεληματικότητας των ενοχοποιητικών δηλώσεων οι οποίες καταγράφονται στα τεκμήρια Χ και Χι εδράζεται στον ισχυρισμό πώς των δηλώσεων αυτών προηγήθηκαν «σφοδρές λεκτικές πιέσεις» αστυνομικών προς τον κατηγορούμενο καθώς και πολύωρη ανάκριση κατά τη διάρκεια της οποίας δεν παρεσχέθηκε στον κατηγορούμενο χρόνος να ξεκουραστεί και ούτε του προσεφέρθηκε ποτό και φαγητό. Συνεπεία της ένστασης αυτής διεξήχθηκε δίκη εντός δίκης στα πλαίσια της οποίας κατέθεσαν ενόρκως, για την κατηγορούσα αρχή, ο προρρηθείς αστυφύλακας 3215 Β. Κωνσταντινίδης, ο αν. λοχίας 1083 Α. Ελευθερίου και η γ/αστυφύλακας 3404 Χρ. Σολωμονίδου. Για την προώθηση της ένστασης κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος. Οι κληθέντες, από την κατηγορούσα αρχή, μάρτυρες, κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία: Κατετέθηκαν έντυπο με τίτλο «Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων, Ν.163(Ι)/20054, Άρθρο 11
(1)(α)», στην δεύτερη σελίδα του οποίου υπάρχει η υπογραφή του κατηγορουμένου (τεκμήριο α), κατάθεση του αν. λοχία 1083 Α. Ελευθερίου ημερ. 19.12.2012 (τεκμήριο α1), πολυσέλιδο έντυπο με τίτλο «Ατομικό Δελτίο Κρατουμένου», το οποίο αφορά στην κράτηση του κατηγορουμένου στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου (τεκμήριο α2), πολυσέλιδο έγγραφο αποτελούμενο από έντυπα με τίτλο «Δικαιώματα Κρατουμένου σε Ιατρική Εξέταση, Περίθαλψη και Παρακολούθηση, Ν.163(Ι)/2005, Άρθρο 24(Ι)», «Δικαιώματα Κρατουμένων, Ν.163(Ι)/2005, Άρθρο 29», τα οποία φέρουν την υπογραφή του κατηγορουμένου, και έντυπο με τίτλο «Κανόνες Κρατητηρίου» (τεκμήριο α3) και, τέλος, πολυσέλιδο έγγραφο με τίτλο «Ημερολόγιο Σταθμού», το οποίο καλύπτει την περίοδο από τις 17.12.2012 έως και τις 26.12.2012 (τεκμήριο Τα4). Παρενθετικώς σημειώνεται πώς στα πλαίσια άσκησης της εξουσίας του Δικαστηρίου να ρυθμίζει την ενώπιόν του διαδικασία (άρθρο 175 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) προεκρίθηκε η διεξαγωγή μίας δίκης εντός δίκης με αντικείμενο και τα τέσσερα προαναφερθέντα έγγραφα (τεκμήρια Χ έως και Χ3). Εκρίθηκε πώς αυτό αφ΄ ενός ουδόλως θα επηρέαζε τα νόμιμα συμφέροντα του κατηγορουμένου και αφ΄ ετέρου θα είχε ως αποτέλεσμα την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου εφ΄ όσον οι ενστάσεις για την αποδοχή της κατάθεσης των τεκμηρίων Χ έως και Χ3 είναι κοινές και εφ΄ όσον οι εκατέρωθεν μάρτυρες είναι, επίσης, κοινοί. Εξ άλλου, την διεξαγωγή μίας δίκης εντός δίκης εισηγήθηκαν, από κοινού, ο ευπαίδευτος συνηγόρος του κατηγορουμένου και η ευπαίδευτη εκπροσώπος της κατηγορούσας αρχής. Προέχει η σκιαγράφηση της σχετικής νομολογίας: Η παραδοχή του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα για το οποίο διώκεται (ομολογία), εφ' όσον αποδειχθεί, δύναται αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του (Καυκαρής ν. Δημοκρατία
(1990)2 ΑΑΔ 203, 225). Παρομοίως, ενοχοποιητική δήλωση του κατηγορουμένου εφ΄ όσον αποδειχθεί, δύναται να βοηθήσει στην στοιχειοθέτηση της ενοχής του. Η αποδεικτική αξία της ομολογίας και άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης καθώς και η δέσμευση των Δικαστηρίων να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να περιφρουρούν το κράτος δικαίου, επιβάλλει σε αυτά την υποχρέωση να δέχονται την παρουσίαση ομολογίας και άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης μόνον εφ' όσον αποδειχθεί θετικά ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αυτές με ελεύθερη βούληση και εκουσίως (Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220). Έτσι, η θεληματικότητα μίας ομολογίας και άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης αποτελεί το κριτήριο για την αποδοχή τους ως μαρτυρίας. Θεληματική είναι η ομολογία και η ενοχοποιητική δήλωση οι οποίες αποτελούν προϊόν της ελεύθερης βούλησης του κατηγορουμένου και όχι το αποτέλεσμα συμπεριφοράς προσώπου, ασκούντος εξουσία εν σχέσει με τις ανακρίσεις ή τη δίωξη, η οποία προεκάλεσε στον κατηγορούμενο είτε φόβο για δυσμενείς επιπτώσεις είτε ελπίδα για αποκόμηση πλεονεκτήματος ή η οποία συνιστά καταπίεσή του. Το βάρος για την απόδειξη της θεληματικότητας μίας ομολογίας ή άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης φέρει η κατηγορούσα αρχή και η θεληματικότητα πρέπει να αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Το μέσον για να εξακριβωθεί κατά πόσον συγκεκριμένη ομολογία ή άλλη ενοχοποιητική δήλωση είναι θεληματική και, άρα, είναι νομικά αποδεκτή, αποτελεί η διαδικασία της δίκης εντός δίκης («trial within a trial» ή «side trial»). Η διαδικασία αυτή είναι αυτοτελής και ο,τιδήποτε σχετικό πρέπει να αποδεικνύεται κατά το δίκαιο της απόδειξης. «Το Δικαστήριο κρίνει το θέμα της δεκτικότητας σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Δεν είναι επιτρεπτό να προσφύγει σε υλικό που αφορά την κύρια δίκη. Ένας λόγος γι' αυτό είναι ότι η κύρια μαρτυρία δεν έχει ακόμη και ούτε είναι θεμιτό να τύχει αξιολόγησης στο στάδιο αυτό. Ένας άλλος είναι ότι οι μαρτυρίες δεν έχουν αποκρυσταλλωθεί ή συμπληρωθεί.» (Αστυνομία ν. Ησαΐα (Μηλάκκη)
(1997)2 Α.Α.Δ. 177, 181). Βεβαίως, αναπόφευκτα η απόδειξη της θεληματικότητας μίας ομολογίας ή άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης, συνεπάγεται την διατύπωση ευρημάτων. Όμως, η αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία παρουσιάζεται στη δίκη εντός δίκης πρέπει να περιορίζεται στις ανάγκες των εκεί επίδικων θεμάτων. Ιδίως, δεν πρέπει να εξάγονται συμπεράσματα τα οποία δυνατόν να επηρεάσουν δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπισή του. Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας η οποία επαρουσιάσθηκε στη δίκη εντός δίκης πρέπει να διατηρείται ανοικτό το ευρύτερο θέμα της αξιοπιστίας των μαρτύρων και, ιδίως, του κατηγορουμένου (Ioannides v. Police
(1968)2 C.L.R. 169, 181 επ., Petri v. Police
(1968)2 C.L.R. 40, 71 - 72.). Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Petri v. Police (ανωτέρω), 74: «This Court has time and again warned trial Judges against the danger of excersing their discretion in favour of admitting such statements made in circumstances which apparently place the maker of the statement (a person facing a criminal prosecution) at an unfair disadvantage before a police investigator. .............................. Furthermore, the proper exercise of the Judicial discretion in this respect, would tend to descourage unfair and oppressive abuse of power by over-zealous investigating officers.» Τις κρίσεις αυτές υιοθέτησε το Εφετείο στην απόφαση Ioannides v. The Republic (ανωτέρω), αφ΄ ενός διευκρινίζοντας ότι η άδικη και καταπιεστική χρήση της αστυνομικής εξουσίας (unfair and oppressive use of police power) δύναται να λάβει και τη μορφή παροχής, εκ μέρους των ανακριτών, συμβουλών και υποσχέσεων για βοήθεια και αφ΄ ετέρου επαναλαμβάνοντας την αρχή ότι η αποδοχή της παρουσίασης μίας ομολογίας ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται με γνώμονα τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και τη δίκαιη αντιμετώπιση του κατηγορουμένου («... admission is a matter of judicial discretion, exercised in the interests of justice and in fairness to the person in trial...», δείτε στη σελ. 185). Επιπλέον, η κατηγορούσα αρχή βαρύνεται, πριν από την παρουσίαση ορισμένης κατάθεσης, να αποδείξει, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι αυτή λήφθηκε συμφώνως των Δικαστικών Κανόνων (Judges' Rules). Δυνάμει του άρθρου 6 του Κεφ. 155, κατά τη λήψη καταθέσεων στη Δημοκρατία ισχύουν οι Δικαστικοί Κανόνες (Judges' Rules) (Kontrouzas v. The Republic
(1972)2 C.L.R. 9). Πρόκειται για κανόνες πρακτικής οι οποίοι στοχεύουν στην καθοδήγηση των αστυνομικών οργάνων κατά τη λήψη καταθέσεων στα πλαίσια διερεύνησης μιας υπόθεσης (Azinas and another v. The Police
(1981)2 C.L.R. 9). Όμως, το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική εξουσία να αποδέχεται, ως μαρτυρικό υλικό, κατάθεση η οποία λήφθηκε κατά παρέκκλισιν των Δικαστικών Κανόνων εφ' όσον η παρέκκλιση αυτή υπήρξε επουσιώδης, δεν επηρέασε τη θεληματικότητα της κατάθεσης και δεν έθεσε τον κατηγορούμενο σε μειονεκτική θέση (Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Ονησίλλου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 556, Π.Π. κ.α. υ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 457, 462 επ. Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510, 521 επ.). Συνεπώς, η παραβίαση των Δικαστικών Κανόνων δεν οδηγεί, άνευ άλλου τινός, στην απόρριψη της επηρεαζόμενης κατάθεσης. Κατάθεση κατηγορουμένου η οποία ελήφθηκε κατά παράβασιν των Δικαστικών Κανόνων δεν θα γίνει δεκτή ως μαρτυρία εφ΄ όσον η συγκεκριμένη παράβαση πλήττει ανθρώπινο δικαίωμά του και τον θέτει σε δυσμενή θέση. Στην απόφαση Michael v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2006)2 Α.Α.Δ. 411, 416 αναφέρονται τα εξής: «Σημειώνουμε συναφώς και την ....... Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411, στην οποίαν αποδοκιμάστηκαν μηχανιστικές προσεγγίσεις που θα απομάκρυναν από την ουσία και θα μετέτρεπαν τα κεφαλαιώδη ζητήματα του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αλλά και της εξιχνίασης των εγκλημάτων ζητήματα τύπου. Και αυτό με την υπενθύμιση πώς στην Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186 εξηγήθηκε ότι στην περίπτωση κατά την οποία, «κατά την εξασφάλιση μαρτυρίας παρατηρείται παράβαση Νόμου και όχι παραβίαση των ανθρώπινων δικαιωμάτων που κατοχυρώνει το Σύνταγμα, το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία αποδοχής της». Εκτός από την θεληματικότητα μιας ομολογίας ή άλλης ενοχοποιητικής δήλωσης, δίκη εντός δίκης δυνατόν να διεξαχθεί και για άλλα ζητήματα όπως, για παράδειγμα, η προαναφερθείσα λήψη κατάθεσης κατά παράβασιν των Δικαστικών Κανόνων καθώς και η στέρηση του συλληφθέντος και τελούντος υπό κράτησιν υπόπτου από το δικαίωμά του να επικοινωνήσει με τον δικηγόρο του κατά παράβασιν του Ν.163(Ι)/2005 (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 180/2007 Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας, ημερ. 29.06.2012). Δυνάμει του άρθρου 3
(1)και
(2)του Ν.163(Ι)/2005 κάθε κρατούμενος δύναται, αμέσως μετά τη σύλληψή του, να επικοινωνήσει αυτοπροσώπως και τηλεφωνικώς με δικηγόρο της επιλογής του χωρίς να είναι παρών οιοσδήποτε άλλος. Ο συλληφθείς δικαιούται, αμέσως μετά την σύλληψή του, να πληροφορηθεί για τα δικαιώματά του καθώς και για το κρατηρήριο όπου θα κρατηθεί, σε καταληπτή γλώσσα. Εάν ο κρατούμενος δεν ζητήσει να ασκήσει το δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο της επιλογής του, τότε συμπληρώνει και υπογράφει ειδικό έντυπο προβλεπόμενο από την Αστυνομική Διάταξη 5/3 (απόφαση Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω). Παράλειψη του κρατουμένου να ζητήσει να επικοινωνήσει με δικηγόρο της επιλογής του, παρά το ότι επληροφορήθηκε για το δικαίωμά του αυτό, δεν δημιουργεί στον ανακριτή την υποχρέωση να μεριμνήσει για τέτοια επικοινωνία (Davis κ.α. v. Δημοκρατία
(2006)2 Α.Α.Δ. 198). Τέλος, ας σημειωθεί, πώς, κατ΄ εξαίρεσιν του κανόνος ο οποίος δεν επιτρέπει στο πρωτόδικο Δικαστήριο να ενεργεί ως εφετείο του εαυτού του, εντούτοις, με την ολοκλήρωση της κύριας δίκης το πρωτόδικο Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εκ νέου και να αξιολογήσει μαρτυρία της οποίας την κατάθεση επέτρεψε μετά από δίκη εντός δίκης. Δύναται δε, εφ΄ όσον υπάρχει το κατάλληλο υπόβαθρο, να αναθεωρήσει την ενδιάμεση απόφασή του. Τα όσα οι εκατέρωθεν μάρτυρες εδήλωσαν είναι καταγεγραμμένα στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη μαρτυρία, την οποία αυτοί προσκόμισαν, είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Ακολουθεί η συζήτηση των ζητημάτων τα οποία ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου και η καταγραφή των αντίστοιχων σκέψεων και διαπιστώσεων:
(1)Ως εδηλώθηκε από τον αστυφύλακα 3215 Β. Κωνσταντινίδη, αφού ο ίδιος ανέκοψε το όχημα του κατηγορουμένου στις 17.12.2012 και περί ώραν 14:00, τον συνέλαβε στις 14:05 και τον μετέφερε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν. Λάρνακος όπου στις 14:20 του έδωσε το έντυπο με τίτλο «Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένου, Ν.163(Ι)/2005, Άρθρο 11
(1)(α)» (τεκμήριο α). Το έντυπο αυτό (τεκμήριο α) είναι σύμφωνο με τα όσα το άρθρο 11
(1)(α) του Ν.163(Ι)/2012 ορίζει, το δε κείμενό του είναι σαφές και εύληπτο. Εν πάση περιπτώσει, καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης, ο ίδιος ο κατηγορούμενος, αφού επεθεώρησε το τεκμήριο α, εδήλωσε ευθαρσώς πώς αυτό, στην πλήρη του μορφή, του εδόθηκε αμέσως μόλις μετεφέρθηκε στα γραφεία της Υ.ΚΑ.Ν Λάρνακος. Εδήλωσε, επίσης ευθαρσώς, πώς ο ίδιος διάβασε ολόκληρο το τεκμήριο α, κατενόησε το περιεχόμενό του και το υπέγραψε. Οι σαφείς αυτές δηλώσεις του κατηγορουμένου ευρίσκονται σε ευθεία αντίθεση με την σχετική ένσταση η οποία υπεβλήθηκε εκ μέρους του καθώς και με την πορεία αντεξέτασης του αστυφύλακα 3215 Β. Κωνσταντινίδη από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Οι σαφείς αυτές δηλώσεις ανατρέπουν τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο κ. Νικηφόρου δια της τελικής του αγόρευσης.
(2)Η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από ύποπτο, δυνάμει του Δικαστικού Κανόνος ΙΙ, παρέχει στον ανακριτή τη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων αφού επιστηθεί η προσοχή του προσηκόντως. Αντιθέτως, η λήψη ανακριτικής κατάθεσης από ύποπτο δυνάμει του Δικαστικού Κανόνος ΙΙΙ (β) παρέχει στον ανακριτή περιορισμένη δυνατότητα υποβολής ερωτήσεων αφού του επιστηθεί η προσοχή του προσηκόντως. Ως ο ίδιος ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ(β) ορίζει, η δυνατότητα αυτή υπάρχει μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις και εφ΄ όσον κριθεί πώς οι ερωτήσεις που πρόκειται να υποβληθούν «είναι αναγκαίες προς το σκοπό παρεμπόδισης ή μείωσης βλάβης ή ζημιάς σε άλλο πρόσωπο ή στο κοινό ή για την άρση κάποιας ασάφειας σε προηγούμενη απάντηση ή κατάθεση». Η διάκριση μεταξύ του Δικαστικού Κανόνος ΙΙ και του Δικαστικού Κανόνος ΙΙΙ (β) είναι ουσιώδης. Εφ΄ όσον το ανακριτικό έργο εξελίχθηκε κανονικά και εφ΄ όσον ο ανακριτής έχει στη διάθεσή του επαρκή μαρτυρία για να διατυπώσει κατηγορία εναντίον του υπόπτου, η ανάκριση του τερματίζεται. Σε τέτοια περίπτωση μόνον κατ΄ αξαίρεσιν δύναται να επανέλθει ο ανακριτής και να λάβει κατάθεση από τον ύποπτο και μόνον για τους λόγους τους οποίους καθορίζει ο Δικαστικός Κανόνας ΙΙΙ(β) (The Republic v. Pierides
(1971)2 C.L.R., Σάκκος ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 510. Εν προκειμένω, κατά το χρόνο λήψης της ανακριτικής κατάθεσης του υπόπτου ημερ. 17.12.2012 (τεκμήριο Χ2) ο ανακριτής της υπόθεσης αστυφύλακας 3215 Β. Κωνσταντινίδης είχε στη διάθεσή του την εξής μαρτυρία: Πακέτο το οποίο εισήχθηκε στην Δημοκρατία διαμέσου του Αερολιμένος Λάρνακος στις 06.12.2012, το οποίο ανέγραφε ως διεύθυνση παραλήπτη τη διεύθυνση του κατηγορουμένου και το οποίο παρελήφθηκε από τον κατηγορούμενο στις 17.12.2012, αφού αυτός κατέβαλε τους σχετικούς δασμούς, περιείχε kg 2,908 ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, δηλ. περιείχε kg 2.908 ναφθοϋλοϊνδόλη. Ως ανέφερε ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας 3215 Β. Κωνσταντινίδης, αυτή η μαρτυρία εδημιούργησε υποψίες ενοχής του κατηγορουμένου για αδικήματα θεσπισμένα δια της περί ναρκωτικών φαρμάκων και ψυχοτρόπων ουσιών νομοθεσία. Όμως, η μαρτυρία αυτή δεν ήταν αρκετή για να θεωρηθεί η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου ως εξιχνιασθείσα και ούτε αρκετή για να στοιχειοθετήσει όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων για τα οποία εγκαλείται ο κατηγορούμενος. Εξ ου και στις 17.12.2012 προέβηκε στη λήψη ανακριτικής κατάθεσης δυνάμει του Δικαστικού Κανόνος ΙΙ (τεκμήριο Χ2) για να δύναται να υποβάλει στον κατηγορούμενο τις ερωτήσεις τις οποίες έκρινε αναγκαίες. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ήταν κουρασμένος και λόγω του ότι αυτός εξέφρασε την επιθυμία να «συνεχίσ(ει) τις επόμενες ημέρες» (δείτε στο τεκμήριο Χ2) η ανακριτική διαδικασία της 17.12.2012 διεκόπηκε και συνέχισε στις 19.12.2012 (τεκμήριο Χ3). Ως ανέφερε ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας 3215 Β. Κωνσταντινίδης ούτε στις 19.12.2012 το ανακριτικό έργο είχε ολοκληρωθεί εφ΄ όσον απαιτείτο η περαιτέρω διερεύνηση ισχυρισμών τους οποίους ο κατηγορούμενος προέβαλε στην γραπτή ανακριτική κατάθεσή του ημερ. 12.12.2012 (τεκμήριο Χ2). Μεταξύ άλλων, απαιτείτο η διερεύνηση των ισχυρισμών του περί της επαγγελματικής του δραστηριότητας και, ιδίως, του ισχυρισμού του πώς ασχολείται και με πισίνες και πώς αυτό το οποίο ο ίδιος παρήγγειλε από το εξωτερικό ήταν απλώς και μόνον «δείγμα κυανουρικού οξέως για πισίνες με σκοπό να καν(ει) δοκιμές για να δ(ει) αν είναι καλή ποιότητα» (δείτε στο τεκμήριο Χ2). Εξ ου και απαιτείτο όπως η γραπτή ανακριτική κατάθεση του κατηγορουμένου συνεχισθεί δυνάμει του Δικαστικού Κανόνος ΙΙ.
(3)Καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ο οποίος, σύμφωνα με το κατηγορητήριο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ηλικίας 24 ετών και επαγγέλλετο τον επιχειρηματία, παρουσιάσθηκε ως ένας νεαρός άνδρας με αντίληψη, ετοιμόλογος και δυναμικός. Όμως, τα όσα με λεπτομέρεια, και παραστατικότητα ισχυρίσθηκε περί της ενίοτε φιλικής και ενίοτε σκληρής, βίαιης, προσβληματικής και μειωτικής συμπεριφοράς του αστυφύλακα Βάκη (δηλ. αστυφύλακα 3215 Β. Κωνσταντινίδη) και του αστυφύλακα Μάκη κατά τη διάρκεια της κράτησής του και οι οποίες τον οδήγησαν να προβεί στις ενοχοποιητικές δηλώσεις που περιέχονται στα τεκμήρια Χ και Χ1 είναι ανεπίδεκτα αξιολόγησης εφ΄ όσον αυτά δεν ετέθηκαν με την απαιτούμενη σαφήνεια και ακρίβεια στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέτασή τους.
(4)Ούτε τα περί λήψης της ανακριτικής κατάθεσης ημερ. 19.12.2012 (τεκμήριο Χ3) ενώ ο κατηγορούμενος ήταν εξαντλημένος και στερημένος των σχετικών νομίμων δικαιωμάτων του είναι δεκτικά αξιολόγησης εφ΄ όσον ουδεμία σχετική θέση ετέθηκε στους μάρτυρες κατηγορίας κατά την αντεξέτασή τους. Εν πάση περιπτώσει, τα όσα η γ/αστυφύλακας 3404 Χρ. Σολομωνίδου ανέφερε και τα όσα τεκμήρια α2 έως και α4 επιμαρτυρούν εν σχέσει με τις συνθήκες κράτησης του κατηγορουμένου δεν αμφισβητήθηκαν επί της ουσίας.
(5)Περαιτέρω, αναφερόμενος στη γραπτή ανακριτική κατάθεσή του ημερ. 17.12.2012 (τεκμήριο Χ2) ο κατηγορούμενος επιβεβαίωσε το γεγονός πώς μόλις ανέφερε στον αστυφύλακα 3215 Β. Κωνσταντινίδη ότι είναι κουρασμένος αυτός διέκοψε αμέσως την ανάκριση. Ο κατηγορούμενος διευκρίνισε, επίσης, πώς ουδέποτε προηγουμένως ανέφερε σε οιονδήποτε ότι ήταν κουρασμένος ή ότι είχε ανάγκη να δειπνήσει ενωρίς λόγω της γαστρίτιδας από την οποίαν υποφέρει. Και αυτές οι σαφείς δηλώσεις και διευκρινήσεις του κατηγορουμένου ευρίσκονται σε πλήρη αντίθεση με σχετικές ενστάσεις οι οποίες υπεβλήθηκαν εκ μέρους του καθώς και με τη γραμμή αντεξέτασης των μαρτύρων της πλευράς της κατηγορούσας αρχής από τον ευπαίδευτο συνήγορό του. Οι σαφείς αυτές δηλώσεις και διευκρινίσεις ανατρέπουν τα όσα αντίθετα ισχυρίζεται ο κ. Νικηφόρου δια της τελικής αγόρευσής του.
(6)Η μαρτυρία του κατηγορουμένου ουδόλως δίδει έρεισμα στα τελικά επιχειρήματα του κ. Νικηφόρου περί καταπίεσής του και από τον αν. λοχία 1083 Α. Ελευθερίου. Ας σημειωθεί, απλώς, πώς ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ανεφέρθηκε μόνον στην ενίοτε φιλική και ενίοτε σκληρή βίαιη, προσβλητική και μειωτική συμπεριφορά των αστυφυλάκων Βάκη (δηλ. του αστυφύλακα 3215 Β. Κωνσταντινίδη) και Μάκη. Ο κατηγορούμενος ουδόλως ανεφέρθηκε στον αν. λοχία 1083 Α. Ελευθερίου.
(7)Τέλος, από τα όσα καταγράφονται στο πρακτικό ημερ. 18.12.2012 (τεκμήριο Χ1) εκ πρώτης όψεως προκύπτει πώς ο εξεταστής αστυφύλακας 3512 Β. Κωνσταντινίδης ενήργησε, καθ΄ όλην την ανακριτική διαδικασία, νομίμως και ουδόλως έπληξε οιονδήποτε ανθρώπινο δικαίωμα του κατηγορουμένου. Άλλωστε, καταθέτωντας στα πλαίσια της δίκης εντός δίκης, ο κατηγορούμενος εδήλωσε πώς δεν θυμόταν σε ποιές ακριβώς ερωτήσεις του αστυφύλακα 3512 Β. Κωνσταντινίδη απαντούσε με τις επίδικες ενοχοποιητικές δηλώσεις. Δεδομένων των ανωτέρω, στο παρόν στάδιο, όλες οι ενστάσεις εν σχέσει με τη δυνατότητα κατάθεσης των τεκμηρίων Χ έως και Χ3 κρίνονται ως αβάσιμες. Τα τεκμήρια Χ έως και Χ3 δύνανται να κατατεθούν ως κανονικά τεκμήρια. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο