← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Στέφανου Μονογιού, Αρ. Υπόθεσης: 12209/13, 26/2/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Στέφανου Μονογιού, Αρ. Υπόθεσης: 12209/13, 26/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B26 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12209/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Στέφανου Μονογιού Ημερομηνία: 26 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον κατηγορούμενο: κ. Λουκαϊδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία της μεταφοράς μαχαιριού εκτός της κατοικίας του, κατά παράβαση του Άρθρου 82

(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Το βράδυ της 15.8.2013, είχε στηθεί περιπολία της αστυνομίας να ελέγχει την κίνηση παρά τον παλαιό δρόμο Λάρνακας, κοντά στα διυλιστήρια Λάρνακας. Στο μήκος εκείνου του δρόμου, λίγο πριν τα μεσάνυκτα, ο κατηγορούμενος οδηγούσε το όχημα KKN 474 που ανήκε στον πατέρα του. Ο κατηγορούμενος έτρεχε με ταχύτητα 140 ΧΑΩ, ενώ στο συγκεκριμένο σημείο το όριο ταχύτητας είναι 50 ΧΑΩ. Κρίνω ότι ο ΜΚ2 που ανέκοψε τον κατηγορούμενο είχε εύλογη υποψία που να δικαιολογεί τη διακοπή του οχήματος εξαιτίας της υπερβολικής ταχύτητας. Σημειώνω ότι η υπεράσπιση δεν υπέβαλε ένσταση στην κατάθεση του κατηγορούμενου ή στο μαχαίρι (Τεκμήριο 3), που βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου μετά από έρευνα του οχήματος και όλα αυτά τα στοιχεία κατατέθηκαν ως τεκμήρια και είναι μέρος του μαρτυρικού υλικού που δύναται να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο στα πλαίσια διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Παρόλο τούτο, δεν θεωρώ ότι ο Αστ. 5851 (ΜΚ2) έκανε κάτι το μεμπτό όταν πρώτον ανέκοψε το όχημα του κατηγορούμενου και δεύτερον όταν προχώρησε να ερευνήσει το όχημα του. Είχε το δικαίωμα να ανακόψει το όχημα επειδή ο κατηγορούμενος έτρεχε με υπερβολική ταχύτητα. Ο ΜΚ2 είχε συνομιλία με τον κατηγορούμενο. Ρωτήθηκε ευθέως ο κατηγορούμενος εάν είχε κάτι το παράνομο στο όχημα και αυτός δίσταζε να απαντήσει «όχι». Την ώρα που ρωτήθηκε γι' αυτό, συγκεκριμένα κοίταζε μέσα στο όχημα και όταν ρωτήθηκε δεύτερη φορά κοίταζε κάτω σε συγκεκριμένο σημείο όταν είπε όχι. Ο ΜΚ2 ανέφερε ότι η συμπεριφορά του κατηγορούμενου σε συνδυασμό με την υπερβολική ταχύτητα που είχε την ώρα που είδε την περιπολία της αστυνομίας τον έκανε να υποψιαστεί ότι είχε κάτι παράνομο να κρύψει. Εν πάση περιπτώσει, η έρευνα ήταν νόμιμη επειδή ο κατηγορούμενος έδωσε ρητή συγκατάθεση για την έρευνα. Ο ΜΚ2 με έπεισε ότι είπε την αλήθεια ότι εξασφάλισε τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου. Ο ΜΚ2 ενεργούσε τότε κατά το εντεταλμένο του καθήκον. Ρώτησε τον κατηγορούμενο για να ερευνήσει προτού πράξει κάτι τέτοιο και ανέφερε αυθόρμητα ότι στην περίπτωση που ο κατηγορούμενος αρνιόταν να δώσει συγκατάθεση η επόμενη του κίνηση θα ήταν να ενημερώσει τον προϊστάμενο του για τα περαιτέρω. Ως αποτέλεσμα της έρευνας ανευρέθηκε το Τεκμήριο
  2. Είδα το μαχαίρι αυτό, το οποίο έχει αιχμηρό άκρο με μεγάλη σταθερή λεπίδα, που ταιριάζει με την περιγραφή ως οι λεπτομέρειες του αδικήματος και κρίνω ότι είναι μαχαίρι που εμπίπτει στον ορισμό του μαχαιριού ως αυτό προνοείται στον νόμο. Όταν ανακρίθηκε ο κατηγορούμενος για την κατοχή του μαχαιριού και πληροφορήθηκε δεόντως για πιο πράγμα κατηγορείται, το μόνο που απάντησε ήταν «Δεν ήξερα ότι απαγορεύεται. Έκαμα λάθος.» Ενόρκως, ο κατηγορούμενος προέβαλε την εκδοχή ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του μαχαιριού. Αυτή η εκδοχή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και ουδέποτε τέθηκε υπόψη της αστυνομίας κατά την ανάκριση του και κατά την απάντηση στη γραπτή κατηγορία. Επιπρόσθετα, υπήρχαν ουσιαστικές αντιφάσεις στη μαρτυρία του. Του υποβλήθηκε ότι είχε απαντήσει στον αστυνομικό ότι το μαχαίρι ήταν δικό του. Ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο αστυνομικός του είχε πει να αναφέρει κάτι τέτοιο για να μην παραστεί ανάγκη να ξυπνήσουν τους γονείς του. Τον ρώτησε μετά γιατί δεν ανέφερε στον αστυνομικό ότι οι γονείς του ήταν ξύπνιοι και εκείνη την στιγμή βρίσκονταν στην παραλία. Ο κατηγορούμενος δεν είχε εξήγηση γι' αυτή την παράλειψη και απλά απάντησε ότι δεν είπε τίποτα επειδή δεν αντιλήφθηκε πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα τότε. Ο κατηγορούμενος δεν αρνήθηκε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 2, δηλαδή την απάντηση στη γραπτή κατηγορία. Όμως, πρόσθεσε για πρώτη φορά ότι αυτά που έγραψε στη γραπτή κατηγορία του τα είπαν οι αστυνομικοί να τα αναφέρει. Τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε ποτέ από την υπεράσπιση στους μάρτυρες κατηγορίας. Ανέφερε αρχικά ότι το πάρτι της σούβλας είχε τελειώσει, ενώ αργότερα προσάρμοσε την εκδοχή του και ανέφερε ότι οι γονείς του ήταν ακόμη στην παραλία και διασκέδαζαν. Το όχημα, ως ήταν και θέση της υπεράσπισης, ήταν μεγάλο, με επτά καθίσματα. Συνεπώς, υπήρχε αρκετός χώρος και για τα αντικείμενα σούβλας, για την οικογένεια του κατηγορούμενου και για το φίλο του που επρόκειτο να τον μεταφέρει σπίτι. Ήταν φανερό ότι τα όσα ανέφερε ο κατηγορούμενος για να δικαιολογήσει τον εαυτό του και να πείσει ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του μαχαιριού, παρά τις περί του αντιθέτου παραδοχές στην αστυνομία ήταν σκέψεις εκ των υστέρων. Το ίδιο ισχύει και για τον ΜΥ1, πατέρα του κατηγορούμενου. Προέβαλε μία πρόχειρη εκδοχή χωρίς καμία χειροπιαστή λεπτομέρεια. Άθελα του αποκάλυψε και το κίνητρο του να προβεί σε αναλήθειες προκειμένου να βοηθήσει τον υιό του. Ο κατηγορούμενος κατέχει μία θέση εργασίας για την οποία θα πρέπει να κατέχει τυπικό προσόν καθαρό ποινικό μητρώο. Αυτό ήταν το κίνητρο του για να μην πει την αλήθεια στο Δικαστήριο. Ήταν θέση του ότι το Τεκμήριο 3 ήταν δικό του, αλλά δεν εξήγησε γιατί αυτό δεν το ανέφερε στην αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν θέση του ότι το μαχαίρι είχε μεταφερθεί στην παραλία με το όχημα, για να κοπεί το κρέας της σούβλας. Δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί ούτε ποιος είχε τοποθετήσει το μαχαίρι στο όχημα, αλλά και ούτε το σημείο που τοποθετήθηκε το μαχαίρι για να μεταφερθεί στην παραλία. Δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη υπόθεση ήταν τραυματική για την οικογένεια και ένα συμβάν που επειδή ήταν τραυματικό θα έπρεπε να θυμάται καλά. Παρόλο τούτο δεν ανέφερε τίποτε στην αστυνομία κατά τον επίδικο χρόνο για να απαλλάξει τον υιό του από μία άδικη κατηγορία και δίωξη. Η εκδοχή αυτή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, για να βοηθήσει το γιο του. Ήταν μία εκδοχή γεμάτη κενά και ασάφειες ως προς τις ουσιώδη λεπτομέρειες και έτσι μου δημιουργήθηκε έντονα η πεποίθηση ότι πρόκειται για σκέψεις εκ των υστέρων. Σε κάποια σημεία της μαρτυρίας του δεν απάντησε την ερώτηση ευθέως και εξέφρασε μόνο το παράπονο του ότι η αστυνομία άδικα καταδιώκει τον υιό του ο οποίος είναι καλό παιδί, με καλή μόρφωση και δεν πρέπει να αμαυρωθεί η υπόληψη του και το μέλλον του με την ύπαρξη ποινικού μητρώου. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου και του ΜΥ1 απορρίπτεται εξ' ολοκλήρου ως αναξιόπιστη. Συνεπώς, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του Άρθρου 82
(4), ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε το μαχαίρι για νόμιμο σκοπό. Επιπρόσθετα, είναι ορθή η θέση της κυρίας Γιάλλουρου ότι αυτή την υπεράσπιση πρέπει να την επικαλείται ο κατηγορούμενος για δικές του ενέργειες και δεν μπορεί να έχει εφαρμογή και να εξετασθεί όταν η υπεράσπιση που προβλήθηκε στο Δικαστήριο από τον κατηγορούμενο ήταν ότι δεν γνώριζε για την ύπαρξη του μαχαιριού. Η γνώση του κατηγορουμένου για την ύπαρξη μαχαιριού προέρχεται από τα λεγόμενα του στη γραπτή κατηγορία, Τεκμήριο 2, αλλά και την ώρα που απάντησε «Δεν το ήξερα ότι απαγορεύεται να το έχω στο αυτοκίνητο», όταν του επιστήθηκε η προσοχή του στον νόμο και πληροφορήθηκε για το αδίκημα επί τόπου. Η παραδοχή που αφορά στοιχείο του αδικήματος, μπορεί να αποτελέσει έγκυρο βάθρο για να στοιχειοθετηθεί ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου και σε τελική ανάλυση σε εύρημα ενοχής. (Βλ. Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχάνων ν. Samoa Clothing Industry
(2000)2 Α.Α.Δ. 619. ) Συνεπώς, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε για την ύπαρξη του μαχαιριού που ήταν τοποθετημένο στην πόρτα του οδηγού του οχήματος που οδηγούσε και το μετέφερε. Αναφορικά με το παράνομο της έρευνας, διαπιστώνω ότι με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, αυτός εξασφάλισε τη ρητή συγκατάθεση του κατηγορούμενου προτού διεξαγάγει την έρευνα. Η υπεράσπιση δεν είχε αντίρρηση στην κατάθεση του Τεκμηρίου 3, επομένως το ζήτημα της συγκατάθεσης κρίνεται με τον ίδιο τρόπο που κρίνονται και διαπιστώνονται όλα τα ουσιώδη γεγονότα της υπόθεσης. Εφόσον ο ΜΚ1 κρίνεται αξιόπιστος, είναι εύρημα μου ότι υπήρχε συγκατάθεση για την έρευνα. Ο αστυνομικός είχε εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος διέπραττε αδίκημα. Ο κατηγορούμενος παραβίαζε το όριο ταχύτητας και έτσι ο αστυνομικός ενήργησε στα πλαίσια του νόμου όταν τον ανέκοψε. Αυτό δεν το αμφισβήτησε ούτε και η υπεράσπιση. Η έρευνα του οχήματος και η ανακοπή οχήματος και περιορισμός των κινήσεων του κατηγορούμενου άνευ λόγου θα ήταν παράνομη. Όμως, με βάση την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, προκύπτει ότι είχε την εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος είχε κάτι το παράνομο στο όχημα. Ο κατηγορούμενος οδηγούσε με υπερβολική ταχύτητα αργά το βράδυ και όταν ρωτήθηκε συγκεκριμένα για το ζήτημα αυτός δεν απάντησε. Αντιθέτως, κοίταζε σε συγκεκριμένο σημείο του οχήματος δίδοντας την εντύπωση στον αστυνομικό ότι έκρυβε κάτι το παράνομο. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411, το Εφετείο επεξήγησε ότι στην περίπτωση που δικαιολογείται η ανακοπή οχήματος και περιορισμός των κινήσεων αυτών που επιβαίνουν στο όχημα, έρευνα είναι νόμιμη νοουμένου ότι υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπράττεται αδίκημα. Η άσκηση της εξουσίας της αστυνομίας για ανακοπή οχήματος και περιορισμό των κινήσεων του ατόμου πρέπει να καθοδηγείται από το δημόσιο συμφέρον και στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε περίπτωσης. Σε εκείνη την περίπτωση η αστυνομία ανέκοψε τον κατηγορούμενο με εύλογη υποψία ότι διέπραττε αδίκημα. Η συμπεριφορά του ήταν αφύσικη και ακολούθησε έρευνα του οχήματος με αποτέλεσμα να βρεθούν ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του. Η έρευνα δεν κρίθηκε παράνομη με το ακόλουθο σκεπτικό: «Σημειώνουμε πως, σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας του Κακουργιοδικείου, παρείχε έρεισμα για τη διεξαγωγή έρευνας το άρθρο 21
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου, Κεφ. 285 και, περαιτέρω, τα άρθρα 25
(1)(β) και 26
(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι εφεσίβλητοι αναφέρθηκαν στα στοιχεία ως αναδεικνύοντα εύλογη την υποψία που σχηματίστηκε και επικαλέστηκαν συναφώς την Al-Hamad a.o. v. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, στη σελίδα 131. Επίσης, με αναφορά στην Psaras & Another v. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, υπέδειξαν πως η έρευνα αυτοκινήτου ή ακόμα και η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία, δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης· οπότε και η ενδεχόμενη μη τήρηση του Νόμου, ακόμα και ως προς τα προαπαιτούμενα της, θα ξέφευγε της εμβέλειας της νομολογίας αναφορικά με το ανεπίτρεπτο αποδοχής μαρτυρίας, αφού αυτό συναρτάται προς συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Επ' αυτού είναι ευθέως σχετική η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου στην David Parris v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, αλλά όπως προκύπτει από όσα σημειώσαμε, τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται στην πραγματικότητα στην παρούσα υπόθεση. Προϋποθέτει διαπίστωση παρανομίας και τέτοια, ως προς αυτήν καθ' εαυτήν την έρευνα και τα ερείσματα της που εξειδικεύθηκαν, δεν προτάθηκε και δεν μπορούμε να εντοπίσουμε.» Δεν υπάρχει πρόνοια του συντάγματος που καλύπτει το όχημα ως καλύπτεται η οικία δυνάμει του Άρθρου 16 του Συντάγματος. Οπότε στην περίπτωση που γνήσια υπήρχε εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε κάτι το παράνομο στο όχημα, η έρευνα μπορούσε να διεξαχθεί δυνάμει των Άρθρων 25 και 26 της Ποινικής Δικονομίας και το Άρθρο 21
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου. Ο ΜΚ1 με ικανοποίησε ότι είχε ευλόγως την υποψία ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε κάτι το παράνομο στο όχημα. Δεν προέβηκε στην έρευνα για αλλότριους λόγους. Αλλά εν πάση περιπτώσει, είχε εξασφαλίσει και την έγκριση του κατηγορούμενου για την συγκεκριμένη έρευνα. Για όλους τους πιο πάνω λόγους αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορούμενου στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)............... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.