Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη Ελευθερίου, Αρ. Υπόθεση: 4243/12, 12/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B18 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεση: 4243/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Χριστάκη Ελευθερίου Ημερομηνία: 12 Φεβρουαρίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο: κ. Νικολάου Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει σειρά κατηγοριών που αφορούν αδίκημα του νόμου Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου 119/
- Αντιμετωπίζει τέσσερεις ξεχωριστές κατηγορίες ότι επιτέθηκε εναντίον της πρώην συζύγου του κατά παράβαση των άρθρων 2, 3 και 4, του Περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου. Αντιμετωπίζει μία κατηγορία ότι επιτέθηκε εναντίον την πρώην σύζυγο του και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη και δύο κατηγορίες δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του Άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα. Η παραπονούμενη (ΜΚ1) Ελένη Στεπάνοβα, υπήρξε σύζυγος του κατηγορούμενου. Πήρε διαζύγιο στις 9 Ιουνίου
- Μαζί απέκτησαν ένα παιδί ηλικίας 6½ ετών. Κατά το επίδικο διάστημα το ζεύγος βρισκόταν σε διάσταση. Η ΜΚ1 εξιστόρησε τέσσερεις διαφορετικές περιπτώσεις που της επιτέθηκε ο κατηγορούμενος. Σε κάθε περίπτωση προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία και αστυνομική κατάθεση για τα γεγονότα. Βρισκόταν σε διάσταση με τον κατηγορούμενο από τις 9 Ιουνίου
- Ισχυρίσθηκε ότι αιτία χωρισμού ήταν οι συχνοί καβγάδες και ότι την κτυπούσε. Η επιμέλεια του παιδιού καθορίζεται με δικαστικό διάταγμα ανάλογα με τις ημέρες τις εβδομάδας. Υπάρχει αναλυτική καταγραφή και περιγραφή των τεσσάρων επεισοδίων που διαδραματίσθηκαν το 2011 στην απόφαση ημερομηνίας 27 Ιανουαρίου 2015, ενώ το ζεύγος βρισκόταν ήδη σε διάσταση και ο κατηγορούμενος επιτέθηκε εναντίον της παραπονούμενης. Αυτό γινόταν πάντοτε στην παρουσία της ανήλικης τους θυγατέρας ηλικίας τότε έξη ετών. Ο κατηγορούμενος ποτέ δεν θεωρούσε την παραπονούμενη κατάλληλη μητέρα. Είχε πρόβλημα αλκοολισμού και σε τουλάχιστον μία περίπτωση η παραπονούμενη είχε νοσηλευθεί για το πρόβλημα αυτό. Κατά τον ουσιώδη χρόνο και ενώ υπήρχε σε ισχύ δικαστικό διάταγμα που καθόριζε τα δικαιώματα των δύο γονέων σε σχέση με την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου, ο κατηγορούμενος δημιουργούσε προβλήματα στην παραπονούμενη και προκαλούσε ένταση με απώτερο σκοπό την αφαίρεση της γονικής μέριμνας της παραπονούμενης που την θεωρούσε ακατάλληλη μητέρα. Την κατηγόρησε ότι εκπορνεύεται με άλλους άντρες, ότι εξακολουθεί να είναι αλκοολική και το έκανε αυτό στην παρουσία της ανήλικης του θυγατέρας πάντοτε χρησιμοποιώντας το πιο χυδαίο λεξιλόγιο για να εκφραστεί. Δεν τον προβλημάτισε καθόλου ότι αυτές οι σκηνές βίας δεν έπρεπε να συμβούν στην παρουσία του παιδιού που ήταν σε πολύ τρυφερή ηλικία και δυνατόν να επηρεασθεί δυσμενώς ο ψυχικός του κόσμος. Η πιο σοβαρή περίπτωση όπου χειροδίκησε ο κατηγορούμενος εις βάρος της παραπονούμενης είναι το επεισόδιο έξω από την πολυκατοικία στις 2 Οκτωβρίου
- Η παραπονούμενη κρατούσε το ανήλικο τέκνο και επιχείρησε να φύγει τρέχοντας. Επειδή κρατούσε το παιδί και φορούσε ψηλά τακούνια δεν μπορούσε να ξεφύγει από τα χέρια του κατηγορούμενου. Ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται ότι το μένος του οφειλόταν στο γεγονός ότι δεν είχε το παιδί του για μεγάλο διάστημα επειδή τον εμπόδιζε η παραπονούμενη να ασκεί τα δικαιώματα του με βάση το διάταγμα για την γονική μέριμνα. Επίλυση αυτού του ζητήματος δεν είναι επί του παρόντος αλλά διά σκοπούς επιβολής της ποινής υιοθετώ την πιο ευνοϊκή θεώρηση των πραγμάτων για τον κατηγορουμένου, δηλαδή τη θεώρηση ότι τη συγκεκριμένη ημέρα ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα να επισκεφθεί το ανήλικο παιδί του και η παραπονούμενη ήταν αρνητικά προδιατεθειμένη προς τέτοιο ενδεχόμενο εξαιτίας συγκρουσιακής σχέσεις μεταξύ του ζεύγους. Αυτού του επεισοδίου προηγήθηκαν και άλλα επεισόδια βίας μεταξύ του ζεύγους και είχε ο κατηγορούμενος επιχειρήσει να στερήσει την γονική επιμέλεια στην παραπονούμενη . Το παιδί δεν ήταν κοινό σημείο μεταξύ του ζεύγους προς επίλυση των διαφορών τους, αλλά το μήλο της έριδος. Δεν επιχείρησε εκείνη την ημέρα να μιλήσει με την παραπονούμενη ή να την καθησυχάσει για να λογικευθεί για του δώσει το παιδί. Έτρεξε κατά πάνω της με απειλητική διάθεση και όρμησε κατά πάνω της για να πάρει το παιδί από την αγκαλιά της. Κανένας λογικός και εχέφρων άνθρωπος δεν συμπεριφέρεται με αυτόν τον τρόπο δημοσίως στο πεζοδρόμιο και μπροστά από το παιδί του. Προκειμένου να αποσπάσει το παιδί χαστούκισε τη μάνα στο πρόσωπο και της προκάλεσε ρινορραγία. Όλα τα πιο πάνω τα έκανε διότι διακατέχεται από εμπάθεια κατά της συζύγου του και θέλει να την εκδικηθεί. Ουδέποτε αντίκρισε το πρόβλημα αλκοολισμού της συζύγου του με κατανόηση. Αντιθέτως, εκμεταλλεύτηκε αυτή την αδυναμία της για να της στερήσει το παιδί της προφασιζόμενος την ευημερία του ανήλικου παιδιού. Αδιαφόρησε βέβαια για την ευημερία του παιδιού όταν εξύβρισε τη μητέρα του μπροστά του και την χαστούκισε ενώ αυτό ήταν στην αγκαλιά του. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη ήταν ταπεινωτική . Θεώρησε ότι θα μπορούσε να την εκδικηθεί και να της επιβληθεί διά του εξευτελισμού της προσωπικότητας της. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
- Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή την συμπεριφορά.
- Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
- Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S. Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το αδίκημα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρό λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από τον νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες με βάση τις διατάξεις του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου, στην οποία προβλέπεται αυξημένη ποινή έναντι της ποινής που προβλέπεται για αδικήματα επιθέσεως με βάση τον ποινικό Κώδικα. Η συγκεκριμένη νομοθεσία είχε σκοπό την πρόληψη της βίας της οικογένειας και την προστασία ευάλωτων προσώπων της οικογένειας. Σε σχέση με τα αδικήματα της κοινής επίθεσης που αντιμετωπίζει, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι μέχρι δύο χρόνια ποινή φυλάκισης. Σε σχέση με την επίθεση που προκαλεί πραγματική βλάβη και την εξύβριση, η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι η ίδια των συγκεκριμένων άρθρων του ποινικού Κώδικα. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
- Λευκό ποινικό μητρώο
- Προσωπικές περιστάσεις. Είναι 50 ετών. Σήμερα είναι άνεργος και συντηρείται με δημόσιο βοήθημα. Είναι άνεργος τα τελευταία πέντε χρόνια. Το ανήλικο παιδί του ζεύγος διαμένει με την παραπονούμενη στον Αγρό. Υπάρχει σε ισχύ διάταγμα επικοινωνίας με τον πατέρα.
- Καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης. Υπάρχουν επιβαρυντικά στοιχεία σε σχέση με τη διάπραξη των αδικημάτων. Ο κατηγορούμενος επανειλημμένα χειροδίκησε εναντίον της παραπονούμενης. Κατ' ακρίβεια, αυτός ήταν και ο συνηθισμένος τρόπος που αντιδρούσε εναντίον της για να της επιβληθεί. Δεν είχε καθόλου αναστολές να συμπεριφέρεται με αυτό τον ταπεινωτικό τρόπο όποιος και να ήταν παρών. Χειρίστηκε την πρώην σύντροφο του με κτητικό τρόπο που δεν είχε δικαίωμα στη δική της γνώμη και δική της ιδιωτική ζωή παρά το γεγονός ότι αυτή είχε επιλέξει να ζει χώρια του κατηγορούμενου. Αυτές οι επιθέσεις σταμάτησαν μόνο μετά την καταχώρηση της ποινικής δίωξης εναντίον του από τον φόβο των συνεπειών αυτής της αλόγιστης και εξευτελιστικής συμπεριφοράς. Δεν επιχείρησε καν να έχει ελάχιστο επίπεδο συνεννόησης με την παραπονούμενη προκειμένου να γίνει το καλύτερο για το παιδί τους και για να επουλωθούν τα τραύματα της χρόνιας συγκρουσιακής σχέσης μεταξύ του ζεύγους. Αναγνωρίζω ως ελαφρυντικό το χαμηλό μορφωτικό επίπεδο του κατηγορουμένου ως και επίσης των εγγενών αδυναμιών του χαρακτήρα του που έκδηλα περιορίζουν την δυνατότητα του για λογική και ώριμη αντίδραση, όμως ο εκτροχιασμός του ήταν τέτοιας συχνότητας και διάρκειας που μόνο η έσχατη ποινή έχει απομείνει ως ορθός τρόπος αντιμετώπισης του. Είναι γεγονός ότι δεν υπήρχαν μόνιμες συνέπειες στο θύμα και ευτυχώς που γλίτωσε με μόνο μία σπασμένη μύτη. Όμως τα ψυχικά τραύματα του θύματος ως συνέπεια χυδαίων προσβολών και συχνών επιθέσεων που δέχθηκε μπροστά από το ίδιο της το παιδί δεν μπορούν να υποβαθμιστούν. Αυτός δεν είναι ο τρόπος που οι πολιτισμένοι άνθρωποι επιλύουν τις διαφορές τους. Επιπρόσθετα, η οργίλη αντίδραση του κατηγορουμένου κάθε φορά κατά του θύματος, και μάλιστα σε δημόσιο χώρο, όποια και να ήταν τα αισθήματα που έτρεφε προς το πρόσωπο της παραπονούμενης, δεν ήταν ισορροπημένη αλλά εκτός ελέγχου και επικίνδυνη. Είναι γι' αυτό το λόγο που η ποινή για τη συγκεκριμένη συμπεριφορά πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Αστυνομία
(2010)2 Α.Α.Δ. 219, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης του εφεσείοντα διάρκειας 6 μηνών όταν σύζυγος άσκησε βία κατά της συζύγου του. Ήταν επιβεβλημένη η ποινή φυλάκισης σε εκείνη την περίπτωση επειδή η σύζυγος του ήταν ανυπεράσπιστη και άσκησε τη βία για να την εξευτελίσει μπροστά στον ανήλικο τους τέκνο που εκείνη την στιγμή έτρεξε να υπερασπίσει την μητέρα του. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελένη Ιωάννου
(2003)2 Α.Α.Δ. 534 το Εφετείο επεσήμανε ότι το κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα στη σωματική του ακεραιότητα και η άσκηση βίας κατά μέλους της οικογένειας πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη αυστηρότητα. Σε εκείνη την περίπτωση μητέρα ασκούσε επί συστηματικής βάσεως βία επί του ανήλικου παιδί της. Έκρινε ότι η συστηματική άσκηση βίας διάρκειας ετών κατά του ανήλικου παιδιού ήταν σκληρή και απάνθρωπη συμπεριφορά. Σε εκείνη την περίπτωση η κατηγορούμενη είχε προβεί σε παραδοχή των κατηγοριών μετά από ουσιαστική ακροαματική διαδικασία. Εντούτοις, το Εφετείο έκρινε ότι απουσιάζει το στοιχείο της μεταμέλειας για τη σκληρή της συμπεριφορά εξαιτίας του πιο πάνω γεγονότος. Ακυρώθηκε ποινή φυλάκισης που είχε επιβληθεί για τα αδικήματα της κοινής επίθεσης με πραγματική σωματική βλάβη διάρκειας εννέα μηνών και αυξήθηκε σε ένα χρόνο. Η ποινή αυτή ήταν επιβεβλημένη διότι συνειδητή κατ' εξακολούθηση βία κατά μέλους της οικογένειας παραβιάζει το ανθρώπινο δικαίωμα στη σωματική ακεραιότητα. Ο κατηγορούμενος δεν προκάλεσε μόνιμα τραύματα στην παραπονούμενη και πλην μίας κατηγορίας, οι υπόλοιπες ήταν κοινές επιθέσεις. Όμως, η άσκηση βίας ήταν συνειδητή, έγινε κατ' επανάληψη και έγινε σε δημόσιο χώρο μπροστά από το παιδί τους. Επιπρόσθετα, εξύβρισε την παραπονούμενη με χυδαίους χαρακτηρισμούς σεξουαλικού περιεχομένου δημοσίως και μπροστά από το ανήλικο τέκνο της. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας ήταν αμετανόητος. Κύρια έμφαση της υπεράσπισης του ήταν να επιχειρήσει διά μέσου εξ' ακοής μαρτυρίας να κατακρημνίσει την υπόληψη της ώστε να μην γίνει πιστευτή για τα συγκεκριμένα επεισόδια βίας. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος δεν αντιλαμβάνεται ότι η παραπονούμενη δεν είναι απόκτημα του διά να την μεταχειρίζεται με το συγκεκριμένο τρόπο. Οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου πρέπει να ληφθούν υπόψη αλλά όχι στον βαθμό που να εκμηδενίζεται η σοβαρή συμπεριφορά του κατηγορούμενου και θεωρώ ότι μόνο η ποινή φυλάκισης ανταποκρίνεται στη σοβαρότητα του αδικήματος και ικανοποιεί την ανάγκη προστασίας γυναικών διά μέσω της αποτροπής αυτής της συμπεριφοράς Η καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου είναι σοβαρός μετριαστικός παράγοντας Όμως η διάπραξη του αδικήματος δεν είναι τόσο χρονικά απομακρυσμένη με αντικειμενικά δεδομένα που να δικαιολογούν μία άλλη θεώρηση των πραγμάτων ενόψει της σοβαρότητας του αδικήματος και την ανάγκη ο κατηγορούμενος να τιμωρηθεί. Στην υπόθεση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώσει ότι τα αδικήματα είναι σοβαρά οφείλει πάντα να εξατομικεύει την ποινή που θα επιβληθεί διότι στόχος του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση επίθεσης είναι η επιβολή δίκαιας ποινής η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η ένταση της επίθεσης και οι επιπτώσεις στο θύμα και πρέπει να επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικού χαρακτήρα όταν το αποτέλεσμα της επίθεσης είναι η προσβολή και η καταρράκωση της αξιοπρέπειας του θύματος και εκεί όπου πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής του ακεραιότητας. Διαπιστώνω τέτοια παραβίαση στην προκειμένη περίπτωση και έτσι ανάλογη πρέπει να είναι και η τιμωρία. Επομένως, η καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης δεν επιδρά καταλυτικά στο είδος της ποινής που θα του επιβληθεί. Δεν έχει απασχολήσει εκ νέου τις αρχές με παρόμοιο αδίκημα και έχει προσπαθήσει να μετριάσει τις συνέπειες που υπέστη το θύμα από τις πράξεις του. Προσθέτω επίσης ότι σημαντικός λόγος της καθυστέρησης ήταν ο χειρισμός της υπεράσπισης. Ζητήθηκαν αναβολές επανειλημμένα για να έρθουν μάρτυρες που τελικά η μαρτυρία τους δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση. Αφού έχω λάβει υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος, όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, την ανάγκη να επιβληθεί ποινή που να αρμόζει στις συνέπειες στο θύμα και την ανάγκη της προστασίας της κοινωνίας με αποτρεπτική ποινή, θεωρώ ότι η ορθή ποινή υπό τις περιστάσεις είναι ποινή φυλάκισης έξι μηνών. Θα εξετάσω στη συνέχεια κατά πόσο υπάρχει καλή αιτία αναστολής της ποινής φυλάκισης των έξι μηνών. Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση αριθμό ημερών, από την ημέρα έκδοσης καταδικαστικής απόφασης. Εκείνο το οποίο προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην καταδικαστική απόφαση είναι ότι ο κατηγορούμενος έχει ειδική ιδιοσυγκρασία με αποτέλεσμα να τυφλώνεται από τα συναισθήματα του. Επίσης, ως αποτέλεσμα έλλειψης κοινωνικής μόρφωσης και σκληρής ζωής δεν καλλιέργησε αναγκαίες αντιστάσεις να ελέγχει το άγχος του. Ο κατηγορούμενος έχει επιτέλους, αναλογιζόμενος τις συνέπειες των πράξεων του, αποφασίσει να ζητήσει συμβουλές ειδικών διά να αποκτήσει εκείνες τις αναγκαίες αντιστάσεις δια να χαλιναγωγήσει την οργή του προκειμένου να επουλώσει τις πληγές της οικογένειας και για να αποκαταστήσει αναγκαίο δίαυλο επικοινωνίας με την παραπονούμενη για χάριν του ανηλίκου τους τέκνου. Η παραπονούμενη έχει πεισθεί για το γνήσιο των προθέσεων του κατηγορούμενου και έχει μέσω του δικηγόρου του κατηγορούμενου αποστείλει έγγραφο όπου κοινοποιεί την επιθυμία της να μην τιμωρηθεί περαιτέρω ο κατηγορούμενος. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου εάν ιδωθεί στο σύνολο της δικαιολογεί την επιβολή ποινής φυλάκισης διότι ήταν συστηματική και αφορούσε ένα πρόσωπο που ο κατηγορούμενος συνεχώς κακοποιούσε σωματικά και ψυχικά. Το γεγονός ότι το πρόσωπο που κακοποιούσε ο κατηγορούμενος ήταν και το πρόσωπο με το οποίο προηγουμένως μοιραζόταν το κρεβάτι του και ήταν μητέρα του παιδιού του αναδεικνύει και το απαράδεκτο της συμπεριφοράς του διότι δείχνει πρόσωπο που επιφυλάσσει την πιο χυδαία συμπεριφορά για τον δικό του άνθρωπο. Η συμπεριφορά ήταν επαναλαμβανόμενη και είχε ως αποτέλεσμα την καταρράκωση της αξιοπρέπειας της παραπονούμενης η οποία δέχθηκε αυτές τις επιθέσεις. Το αποκορύφωμα αυτής της συμπεριφοράς, ήταν τα αισχρόλογα που εξεστόμισε εναντίον της ενώ άκουγε και το ανήλικο της παιδί. Μέχρι το τέλος της ακροαματικής διαδικασίας η υπεράσπιση επικεντρώθηκε μόνο στο να αναδείξει την καταλληλότητα της παραπονούμενης ως μητέρα. Μόνο η ποινή φυλάκισης έχει απομείνει ως μέτρο τιμωρίας και αναμόρφωσης του παραβάτη. Δεν σεβάσθηκε την πρώην σύντροφο του, με την οποία ομολογουμένως έχει διαφορές, όμως δεν ήταν ικανός να επιδείξει τον ελάχιστο βαθμό ευγένειας και σωφροσύνης σε δημόσιο χώρο προκειμένου να επισκεφθεί το παιδί του ως είχε ορίσει το Δικαστήριο . Το παιδί του δεν το προστατεύει αφού άσκησε βία επανειλημμένα εις βάρος της παραπονούμενης στην παρουσία του. Η συζυγική σχέση είναι υγιείς μόνο όταν βασίζεται στην ισότητα των δύο μερών. Αυτή η σχέση είναι ακρογωνιαίος λίθος της οικογένειας. Η βία κατά της συζύγου από τον σύζυγο είναι ανάθεμα για την συζυγική σχέση, την εκθεμελιώνει οριστικά και προκαλεί στα εξαρτώμενα παιδιά της οικογένειας μόνιμα ψυχικά τραύματα. Παρόλο τούτο, η έστω και αργοπορημένη αφύπνιση του κατηγορούμενου ότι οφείλει να παραμερίσει τα δικά του εγωιστικά πάθη προκειμένου να είναι καλός πατέρας, δημιουργεί μία άλλη διάσταση των πραγμάτων που να δικαιολογεί την αναστολή της ποινής. Στην υπόθεση Staripavlova v. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 72/2012 ημερομηνία 19.10.2012, το Εφετείο ακύρωσε ποινή φυλάκισης και την αντικατέστησε με ποινή προστίμου διότι δεν λήφθηκε σοβαρά υπόψη η πλήρη αποκατάσταση των σχέσεων μεταξύ των μερών και το γεγονός ότι αυτό προάγει την οικογενειακή γαλήνη και επιδρά θετικά προς την αποφυγή περαιτέρω τιμωρίας ώστε να μη επηρεάσει τη μελλοντική σχέση. Τα τραύματα της παραπονούμενης δεν ήταν μόνιμα και τον έχει συγχωρέσει. Παρά την απεχθή των πράξεων του αυτό το κεφάλαιο το αφήνει πίσω και έτσι δύναται το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία προκειμένου να επουλωθούν οι πληγές αυτής της οικογένειας. Κρίνω ότι ο κατηγορούμενος έχει αντιληφθεί πλήρως ποιες θα είναι οι συνέπειες εάν συνεχίζει να εκτροχιάζεται με τον ίδιο τρόπο. Κρίνω ότι οι πιο πάνω στόχοι του Δικαστηρίου εκπληρώνονται εξίσου καλά με την αναστολή της ποινής φυλάκισης. (Βλ. υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/2012, ημερ. 19/12/12.) Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης 6 μηνών σε έκαστη των κατηγοριών. Οι ποινές να συντρέχουν και αναστέλλονται για δύο χρόνια. Τα Τεκμήρια να κατασχεθούν και καταστραφούν. (Υπ.)............... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο