Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων ν. K. & Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 108/2013, 18/2/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B21 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 108/2013 Διευθυντής των Υπηρεσιών Κοινωνικών Ασφαλίσεων και 1. K. & Y. THEODOROU INVESTMENTS & CONSTRUCTION LTD 2. Κυριάκου Ι. Θεοδώρου 3. Ιωάννη Θεοδώρου Κατηγορουμένων 18 Φεβρουαρίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Ο. Σαββίδου Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, 2 και 3, εμφανίζεται ο κ. Α. Ζαχαρίου Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ----------------------- Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) κατηγορούνται, συλλήβδην, για αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.59(Ι)/2010, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια), των περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμων (Ν.24/1967, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια), του περί Ανάπτυξης Ανθρώπινου Δυναμικού Νόμου (Ν.125(Ι)/1999)καθώς και των περί Ταμείου Κοινωνικής Συνοχής Νόμων (Ν.124(Ι)/2002, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκε και κατέθεσε, ως μόνη μάρτυρας κατηγορίας, η Κατερίνα Πασιά (Μ.Κ.1), η οποία υπηρετεί στο Επαρχιακό Γραφείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων Λάρνακας («το Επαρχιακό Γραφείο»), ως Βοηθός Ασφαλιστικός Λειτουργός. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας της, η Κατερίνα Πασιά (Μ.Κ.1) κατέθεσε και έγγραφη. Κατετέθηκαν επιστολή του Επαρχιακού Γραφείου προς τους κατηγορουμένους αρ. 1 ημερ. 28.08.2003, δια της οποίας αυτοί ενεκρίθηκαν να εγγραφούν στο Μητρώο Εργοδοτών στην οικονομική δραστηριότητα «Κατασκευές Ιδιωτικού Τομέα» (τεκμήριο 1), δέσμη πιστοποιητικών, εκδοθέντων από τον Έφορο Εταιρειών, τα οποία αφορούν στην αλλαγή ονόματος, το εγγεγραμμένο γραφείο, τους αξιωματούχους και τους μετόχους των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 2), έγγραφο από το μηχανογραφημένο αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη εν σχέσει με τους αξιωματούχους των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 3) και δέσμη με «Καταστάσεις Αποδοχών και Εισφορών», οι οποίες αφορούν στους κατηγορουμένους αρ. 1 ως εργοδότες και οι οποίες καλύπτουν την περίοδο από τον Ιούλιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2012 (τεκμήριο 4). Προϊούσης της ακροαματικής διαδικασίας διεφάνηκε πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως ο εργοδότης αριθμού φυσικών προσώπων κατά την περίοδο από τον Ιούλιο έως και τον Οκτώβριο του έτους 2012 (τεκμήριο 4). Οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 διώκονται ως οι διευθυντές αυτών κατά τον ουσιώδη χρόνο (τεκμήρια 2 και 3). Μετά την ολοκλήρωση προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπέβαλε πώς δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Κατά πρώτον, ο κ. Ζαχαρίου υπεστήριξε πώς τα έντυπα τα οποία συναποτελούν το τεκμήριο 4 και τα οποία παρουσιάζονται ως η πραγματική βάση των επίδικων αδικημάτων, δεν υπεβλήθηκαν από διευθυντές ή μετόχους των κατηγορουμένων αρ. 1. Υπεβλήθηκαν από υπάλληλο μη εξουσιοδοτημένο, του οποίου οι ενέργειες δεν δεσμεύουν τους κατηγορουμένους. Κατά δεύτερον, και αναφερόμενος ειδικώς στους κατηγορουμένους αρ. 2 και 3, ο κ. Ζαχαρίου υπέδειξε πώς στο κατηγορητήριο δεν υπάρχουν οι απαιτούμενες ειδικές κατηγορίες οι οποίες να τους αφορούν ως αξιωματούχους των εργοδοτών, δηλαδή των κατηγορουμένων αρ. 1. Ο κ. Ζαχαρίου επεκαλέστηκε σχετικώς την απόφαση Χριστοφή ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 272. Απαντώντας εν συντομία, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπεστήριξε πώς κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16) προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ............ Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Η μαρτυρία θα παρουσιασθεί και θα σχολιασθεί κατά την συζήτηση των κρίσιμων ζητημάτων η οποία ακολουθεί:
(1)Καταθέτωντας το τεκμήριο 4, η Κατερίνα Πασιά (Μ.Κ.1) εδήλωσε πώς οι «Καταστάσεις Αποδοχών και Εισφορών», οι οποίες το συναποτελούν, αφορούν στους κατηγορουμένους αρ. 1 ως εργοδότες και φέρουν την υπογραφή της υπαλλήλου αυτών Άντριας Χριστοφή καθώς και τη σφραγίδα αυτών. Η Άντρια Χριστοφή, συνέχισε η μάρτυς, εργάζεται στο λογιστήριο των κατηγορουμένων αρ. 1 και αυτή προσεκόμισε στο Επαρχιακό Γραφείο το τεκμήριο 4, ως συνήθιζε εν σχέσει με τους μισθούς των υπαλλήλων των κατηγορουμένων αρ.
- Επιπλέον, η Κατερίνα Πασιά (Μ.Κ.1) επαρουσίασε μαρτυρία περί της σύστασης και της συνέχισης ύπαρξης και λειτουργίας των κατηγορουμένων αρ. 1, ως εργοδοτών συγκεκριμένων φυσικών προσώπων, καθώς περί του τρόπου υπολογισμού των αναφερόμενων, στο κατηγορητήριο, ως οφειλομένων από αυτούς ποσών δυνάμει της κρίσιμης νομοθεσίας. Η μαρτυρία αυτή, η οποία στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται επί τη βάσει του κριτηρίου της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας απόδειξης των κρίσιμων, για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής, ισχυρισμών, επαρκεί για να στοιχειοθετήσει, εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό πώς το τεκμήριο 4 υπεβλήθηκε στο Επαρχιακό Γραφείο από αρμόδιο και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Επαρκεί, επίσης, για να στοιχειοθετήσει, εκ πρώτης όψεως, την υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ.
- Συναφώς σημειώνεται πώς οι καθορισθείσες, δια του Ν.59(Ι)/2010, του Ν.24/1967, του Ν.125(Ι)/1999, του Ν.124(Ι)/2002 και των δυνάμει τούτων εκδοθέντων Κανονισμών, υποχρεώσεις καταβολής διαφόρων εισφορών και τελών προς όφελος των εργοδοτουμένων βαραίνουν τον εργοδότη. Όταν δε αυτός παραλείψει ή αρνηθεί να συμμορφωθεί διαπράττει αδίκημα και αντιμετωπίζει ποινική ευθύνη.
(2)Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι μια εταιρεία, υποκείμενο των υποχρεώσεων τις οποίες θεσπίζουν ο Ν.59(Ι)/2010, ο Ν.24/1967, ο Ν.124(Ι)/1999, ο Ν.125(Ι)/2002και οι δυνάμει τούτων εκδοθέντες Κανονισμοί, είναι η ίδια η εταιρεία και όχι οι αξιωματούχοι της, οι οποίοι θεωρούνται, γενικώς, ως οι αντιπρόσωποί της. Τα φυσικά αυτά πρόσωπα, τα οποία ενεργούν υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχουν ποινική ευθύνη ως συνεργοί. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, και Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Τα ανωτέρω αναφέρονται παρά το γεγονός πώς το άρθρο 20 του Κεφ. 154, δεν καταγράφεται, ως νομικό υπόβαθρο, των επίδικων κατηγοριών.
(3)Επιπλέον, για την ποινική ευθύνη αξιοματούχων εταιρείας, η οποία ενεργεί ως εργοδότης, η οποία υπόκειται στις υποχρεώσεις καταβολής εισφορών και τελών εν σχέσει με εργοδοτουμένους της και η οποία παραλείπει να συμμορφωθεί, προβλέπουν το άρθρο 85
(9)του Ν.59(Ι)/2010 καθώς και το άρθρο 5
(2)του Ν.124(Ι)/2002. Τα άρθρα αυτά καταγράφονται στις εκθέσεις αδικήματος της 1ης, της 2ης, και της 5ης κατηγορίας. Η επί τη βάσει του άρθρου 85
(9)του Ν.59(Ι)/2010 και του άρθρου 5
(2)του Ν.124(Ι)/2002 ευθύνη αξιωματούχων είναι ευθύνη προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη από την ευθύνη του συνεργού (άρθρο 20 του Κεφ. 154, δείτε για ανάλογη εφαρμογή, Χριστοφή ν. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (ανωτέρω)). Το άρθρο 85
(9)του Ν.59(Ι)/2010 διαλαμβάνει τα εξής: «
(9)Σε περίπτωση που διαπράττεται ποινικό αδίκημα, κατά παράβαση του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών που εκδίδονται δυνάμει αυτού, από νομικό πρόσωπο ή από πρόσωπο που ενεργεί εκ μέρους νομικού προσώπου και αποδεικνύεται είτε ότι έχει διαπραχτεί με τη συγκατάθεση ή συνενοχή ή αμέλεια φυσικού προσώπου, που κατά το χρόνο διάπραξης του ποινικού αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση στο νομικό πρόσωπο ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τότε τόσο το εν λόγω φυσικό πρόσωπο όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του ίδιου ποινικού αδικήματος και υπόκεινται στην ποινή που προβλέπεται για το αδίκημα αυτό.» Το άρθρο 5
(2)του Ν.124(Ι)/2002 διαλαμβάνει τα εξής: «5. Αδικήματα και ποινές .............
(2)Όταν αποδεικνύεται ότι το αδίκημα που προβλέπεται στο εδάφιο
(1)διαπράχθηκε από νομικό πρόσωπο με τη συναίνεση ή συνενοχή ή αμέλεια, διευθυντή, συμβούλου, γραμματέα ή άλλου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή οποιουδήποτε προσώπου το οποίο ενεργεί με τέτοια ιδιότητα, τόσο αυτός όσο και το νομικό πρόσωπο είναι ένοχοι του αδικήματος αυτού και υπόκειται, σε περίπτωση καταδίκης τους, στις ποινές που προβλέπονται στο εδάφιο
(1)». Από το σαφές κείμενο του άρθρου 85
(9)του Ν.59(Ι)/2010 καθώς και του άρθρου 5
(2)του Ν.124(Ι)/2002 προκύπτει πώς αυτή η προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη ευθύνη αξιωματούχων εταιρείας προϋποθέτει απόδειξη πώς οι αξιωματούχοι αυτοί δια συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεών τους συγκατετέθηκαν στην αδικοπραγία της εταιρείας ή υπήρξαν συνένοχοι σε αυτήν ή, τέλος, επέδειξαν αμέλεια, με αποτέλεσμα να τελεσθεί η αδικοπραγία από την εταιρεία.
(4)Η προσκομισθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία παρουσιάζει πλήρες κενό όσον αφορά σε οιανδήποτε εγκληματική ενέργεια ή παράλειψη καθώς και σε οιανδήποτε εγκληματική πρόθεση των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3. Η Μαρία Πασιά (Μ.Κ.1), η οποία ανέλαβε να πληροφορήσει, μεταξύ άλλων, και για τις συνθήκες αδικοπραγίας των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3, σε ουδεμίαν ενοχοποιητική αναφορά προέβηκε εν σχέσει με αυτούς. Η προσκομισθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία περιορίσθηκε στον προσδιορισμό της ιδιότητας των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 ως διευθυντών των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο. Όμως, η συγκεκριμένη ιδιότητα δεν θεμελειώνει, αφ΄ ευατής και άνευ άλλου τινός, ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 για τις επίδικες αδικοπραγίες είτε επί τη βάσει του άρθρου 85
(9)του Ν.59(Ι)/2010 και του άρθρου 5
(2)του Ν. 124(Ι)/2002 είτε επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ.
- Στις περιπτώσεις ως η προκειμένη, η ιδιότητα ενός φυσικού προσώπου ως διευθυντή μιας εταιρείας δεν δημιουργεί τεκμήριο ενοχής του προσώπου αυτού για την αδικοπραγία της εταιρείας. Καταληκτικά σημειώνονται τα εξής: (α) Η ευθύνη επί τη βάσει του Ν.59(Ι)/2010, του Ν.24/1967, του Ν.125(Ι)/1999, του Ν.124(Ι)/2002 και των δυνάμει τούτων εκδοθέντων Κανονισμών βαραίνει τον εργοδότη, δηλ., στην προκείμενη περίπτωση, τους κατηγορουμένους αρ.
- (β) Εφ΄ όσον οι κατηγορούμενοι αρ. 1 αποτελούν νομική οντότητα, ποινική ευθύνη ενδεχομένως να έφεραν και οι διευθυντές αυτών κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 υπό την αυστηρή προϋπόθεση πώς αποδεικνύεται ότι αυτοί δια συγκεκριμένων πράξεων ή παραλείψεών τους συγκατετέθηκαν στην αδικοπραγία ή υπήρξαν συνένοχοι ή αμελείς όσον αφορά σε κρίσιμα ζητήματα τα οποία στοιχειοθετούν την αδικοπραγία. Ουδεμία σχετική μαρτυρία επαρουσιάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή. (γ) Εφ΄ όσον οι κατηγορούμενοι αρ. 1 αποτελούν μια νομική οντότητα ποινική ευθύνη ενδεχομένως να έφεραν και οι διευθυντές της κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 εφ΄ όσον αυτοί τους συνέδραμε υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 είχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ένοχη διάθεση (δείτε για ανάλογη εφαρμογή Παυλόπουλος ν. Skopy Show Factory Ltd (ανωτέρω), Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία (ανωτέρω). Ουδεμία σχετική μαρτυρία επαρουσιάσθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Δεδομένων των προαναφερθέντων, η υπόθεση δεν δύναται να προχωρήσει όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 2 και
- Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι κατηγορούμενοι αρ. 1 καλούνται σε απολογία όσον αφορά σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο