Μιχαλάκης Πιτσιλλίδης ν. Χριστάκη Νεοφύτου κ.α., Υπόθεση αρ.: 4741/2012, 24/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 4741/2012 Μιχαλάκης Πιτσιλλίδης και
- Χριστάκη Νεοφύτου
- Νεόφυτου Νεοφύτου Κατηγορουμένων 24 Μαρτίου,
- Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Σ.Α. Αγγελίδης για τους κ.κ. Ανδρέας Σ. Αγγελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για τον κατηγορούμενο αρ. 1, εμφανίζεται ο κος Κ. Ευσταθίου. Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται η κα Μ. Κυπριανού. Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, παρόντες. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η (προδικαστικές ενστάσεις για καθ΄ ύλην αναρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου και για αντισυνταγματικότητα των άρθρων 91Α
(2)και 91Β
(3)και
(4)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6) --------------------------------------------------- Δια του κατηγορητηρίου, το οποίο κατεχωρίστηκε στις 07.03.2012, ο παραπονούμενος εγκαλεί τον κατηγορούμενο αρ. 1 για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή δια της μεταβίβασης σε τρίτον ακινήτων τα οποία του ανήκαν (άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η έως και 4η κατηγορία) και τον κατηγορούμενο αρ. 2 για το αδίκημα της αποδοχής καταδολευτικής επ΄ ονόματί του μεταβίβασης ακινήτων (άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(2)του Κεφ. 6 - 5η έως και 8η κατηγορία). Όπως αναφέρεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, στις 24.02.2011, στις 31.12.2013 και στις 19.09.2002, ο κατηγορούμενος αρ. 1, ενώ εγνώριζε ότι ήταν οφειλέτης του παραπονουμένου, μεταβίβασε τέσσερα ακίνητά του, κείμενα στην Αραδίππου, στον κατηγορούμενο αρ. 2 με σκοπό την καταδολίευση του πιστωτή του. Ο δε κατηγορούμενος αρ. 2, ενώ εγνώριζε τα ως άνω, απεδέχθηκε την επ΄ ονόματί του μεταβίβαση των ακινήτων. Ας σημειωθούν τα εξής: Διαπράττει το διαγραφόμενο από τα άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(2)αδίκημα ο εξ αποφάσεως οφειλέτης ο οποίος, μεταξύ άλλων, προβαίνει σε δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακού του στοιχείου προς όφελος τρίτου, με σκοπό την παρεμπόδιση ή την καθυστέρηση της ικανοποίησης των εξ αποφάσεως χρεών του. Δια του άρθρου 91Α
(2)καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο οι αναφερόμενες στο άρθρο 91Α
(1)ενέργειες, μεταξύ των οποίων και η δωρεά, μεταβίβαση ή επιβάρυνση περιουσιακών στοιχείων του εξ αποφάσεως οφειλέτη προς όφελος τρίτου, «τεκμαίρονται, μέχρις απόδειξης του αντιθέτου, ότι έγιναν με σκοπό την καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή, ανεξαρτήτως εάν έγιναν πριν ή μετά την καταχώρηση της αγωγής δυνάμει της οποίας εκδόθηκε απόφαση την εκτέλεση της οποίας επιδιώκει ο ειρημένος πιστωτής». Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 91Β
(2)του Κεφ. 6 αδίκημα οιοσδήποτε τρίτος ο οποίος «αποδέχεται δωρεά, πώληση, μεταβίβαση, παράδοση ή φύλαξη οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου από πρόσωπο το οποίο γνωρίζει ότι είναι οφειλέτης και ότι σκοπός των πιο πάνω ενεργειών του είναι η καταδολίευση των δανειστών του κατά την έννοια του άρθρου 91Α...». Ως προκύπτει από το νομοθετικό ορισμό τους, τα επίδικα αδικήματα είναι αδικήματα πρόθεσης. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης τους είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Κατά την δικάσιμο ημερ. 23.04.2012 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) απήντησαν στο κατηγορητήριο αρνούμενοι ενοχή. Η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 03.10.2012, δικάσιμος η οποία δεν ετελεσφόρησε. Παρομοίως, δεν ετελεσφόρησαν σειρά μεταγενέστερων δικασίμων οι οποίες, επίσης, ορίσθηκαν για ακρόαση. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 02.12.2014, και πριν από την έναρξη της προγραμματισθείσας ακρόασης, ηγέρθηκαν, εκ μέρους των κατηγορουμένων από κοινού και για πρώτη φορά, δύο προδικαστικές ενστάσεις: Δια της πρώτης προβάλλεται η καθ΄ ύλην αναρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου και δια της δεύτερης προβάλλεται η αντισυνταγματικότητα των άρθρων 91Α
(2)και 91Β
(3)και
(4)του Κεφ. 6. Δια των γραπτών αγορεύσεών τους, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων συγκεκριμενοποίησαν τις κοινές προδικαστικές ενστάσεις τους ως εξής: (α) Εφ΄ όσον τα επίδικα αδικήματα καθιερώνονται αφ΄ ενός δια των άρθρων 91Α
(1)και
(2)και και 91Β
(2)και αφ΄ ετέρου δια του άρθρου 91Β
(2)του Κεφ. 6, εφ΄ όσον αυτά απορρέουν από προηγηθείσα αστική υπόθεση και εφ΄ όσον δυνάμει του ερμηνευτικού άρθρου 2 του Κεφ. 6 «Δικαστήριο σημαίνει το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εγείρεται η αγωγή, στην οποίαν υποβάλλεται αίτηση ή εκδίδεται διάταγμα ή οποιοδήποτε ένταλμα ή το Ανώτατο Δικαστήριο ή οποιοδήποτε Δικαστή αυτού, αντίστοιχα», αρμόδιο για να εκδικάσει τα αδικήματα αυτά είναι Δικαστήριο το οποίο ασκεί αστική δικαιοδοσία και όχι Δικαστήριο το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία. Συναφώς και περαιτέρω, ο εναρκτήριος τύπος, ο οποίος εχρησιμοποιήθηκε για την εισαγωγή της προκείμενης υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, δηλαδή κατηγορητήριο καταχωρισθέν επί τη βάσει του ποινικού εντύπου αρ. 7 (άρθρο 38 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) είναι εσφαλμένος. (β) Το άρθρο 91Α
(2)του Κεφ. 6, σύμφωνα με το οποίο δημιουργείται μαχητό νομικό τεκμήριο ύπαρξης σκοπού καταδολίευσης εκ μέρους του κατηγορουμένου, είναι αντισυνταγματικό εφ΄ όσον προσκρούει στο τεκμήριο αθωότητας, που κατοχυρώνουν το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταγμα») και το Άρθρο 6.2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Ευρωπαϊκή Σύμβαση»). (γ) Το άρθρο 91Β
(3)(α) και
(4)του Κεφ. 6, δυνάμει του οποίου προβλέπεται συγκεκριμένη υπεράσπιση δυναμένη να προβληθεί στην περίπτωση του διαγραφομένου, από τα άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(1), αδικήματος είναι αντισυνταγματικό εφ΄ όσον προσκρούει, παρομοίως, στο τεκμήριο αθωότητας. (δ) Το άρθρο 91Β
(3)(α) και
(4)είναι αντισυνταγματικό και γιατί προσκρούει στο δικαίωμα υπεράσπισης το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 30.3(β) του Συντάγματος. Το άρθρο 91Β
(3)(α) και
(4)προκαθορίζει, σε «στενά πλαίσια» και κατά τρόπον περιοριστικό, τις υπερασπίσεις τις οποίες δύναται να προβάλει ο κατηγορούμενος, σε υποθέσεις ως η προκείμενη, με αποτέλεσμα αυτός να στερείται του συνταγματικού του δικαιώματος «να προβάλει αυτό που ο ίδιος θεωρεί ορθό και επιβεβλημένο προς υπεράσπιση του» (δείτε στην σελ. 5 της γραπτής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του καητγορουμένου αρ. 2). Δια της γραπτής αγόρευσής του ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου απήντησε στις προδικαστικές ενστάσεις κατά τρόπον λεπτομερή και επιμελή. Εμελετήθηκαν τα κρίσιμα ζητήματα, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστηρίζουν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Οι επίδικες προδικαστικές ενστάσεις δεν περιορίζονται σε εκ πρώτης όψεως τυπικά μειονεκτήματα του κατηγορητηρίου. Αντιθέτως, πρόκειται για ενστάσεις οι οποίες άπτονται της καθ΄ ύλην αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου, της ουσίας των κατηγοριών, της εγκυρότητας και του νόμω βασίμου του κατηγορητηρίου. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι δύνανται να εγείρουν τις επίδικες προδικαστικές ενστάσεις σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να περιορίζονται από το χρονικό πλαίσιο το οποίο θέτει το άρθρο 66 του Κεφ. 155 (Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251, 254 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Σοφρωνίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803, 806).
(2)Εφ΄ όσον δια των άρθρων 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(1)του Κεφ. 6 καθιερώνεται ποινική ευθύνη του εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο οποίος προβαίνει σε πράξεις καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή του, και εφ΄ όσον δια του άρθρου 91Β
(2)του Κεφ. 6 καθιερώνεται ποινική ευθύνη τρίτου προσώπου, ο οποίος αποδέχεται καταδολιευτική δωρεά κ.λ.π., το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Η αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει από το άρθρο 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και από το ισχύον πρόγραμμα εργασίας των δικαστών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου κατά το τρέχον δικαστικό έτος. Εφ΄ όσον δε το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει την προκείμενη ιδιωτική ποινική υπόθεση ο εναρκτήριος τύπος ο οποίος επελέγει είναι ο κανονικός και ο ορθός. Συναφώς και όσον αφορά στην νομιμοποίηση του παραπονουμένου, σημειώνεται πώς η αναντίλεκτη δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, η οποία «αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή αμεροληψίας», (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434) προσφέρεται σε οιονδήποτε επηρεάζεται αμέσως από την εγκληματική ενέργεια (Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363). Έτσι, εν προκειμένω, ο παραπονούμενος νομιμοποιείται να ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων εφ΄ όσον, ως εξ αποφάσεως δανειστής, παρουσιάζεται να είναι το θύμα καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ακινήτων τα οποία ανήκουν στον εξ αποφάσεως οφειλέτη του (κατηγορούμενο αρ. 1) καθώς και τρίτου, ο οποίος εν γνώσει του, απεδέχθηκε τις επ΄ ονόματί του καταδολιευτικές μεταβιβάσεις (ο κατηγορούμενος αρ. 2). Ο παραπονούμενος παρουσιάζεται να είναι το πρόσωπο το οποίο υφίσταται αμέσως τις συνέπειες της αδικοπραγίας των κατηγορουμένων.
(3)Κατ΄ εξαίρεσιν του γενικού κανόνος περί της ανάγκης απόδειξης όλων των επίδικων γεγονότων, συμβαίνει ο νομοθέτης να καθορίσει, εν σχέσει με ορισμένα γεγονότα, νομικά τεκμήρια, αμάχητα ή μαχητά, αναλόγως. Εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί το εκάστοτε νομικό τεκμήριο αποδείξει την ύπαρξη ενός πρώτου γεγονότος, η ύπαρξη ενός δεύτερου γεγονότος τεκμαίρεται και θεωρείται ως αποδειχθείσα. Αμάχητο νομικό τεκμήριο (irrebuttable presumption) είναι αυτό το οποίο, εφ΄ όσον αποδειχθεί το πρώτο γεγονός, τεκμαίρεται οριστικά η ύπαρξη του δευτέρου, χωρίς να επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας προς τον σκοπό ανατροπής του. Αντιθέτως, μαχητό νομικό τεκμήριο (rebuttable presumption) είναι αυτό το οποίο δύναται να ανατραπεί με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας. Έτσι, εάν η κατηγορούσα αρχή βασίζεται επί ενός μαχητού νομικού τεκμηρίου και επέτυχε να αποδείξει την συνδρομή του πρώτου γεγονότος, το δεύτερο γεγονός θεωρείται ως αποδειχθέν εκτός εάν η υπεράσπιση πετύχει, δια της προσαγωγής μαρτυρίας, να δημιουργήσει εύλογη υποψία περί του αντιθέτου. Η καθιέρωση μαχητών νομικών τεκμηρίων δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εφ΄ όσον, όμως, ορισμένο γεγονός καλύπτεται από μαχητό νομικό τεκμήριο, το σχετικό βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους της υπεράσπισης η οποία βαρύνεται να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία περί της συνδρομής του γεγονότος αυτού. Η καθιέρωση μαχητών νομικών τεκμηρίων δεν είναι εξ ορισμού ασύμβατη με το συνταγματικώς κατοχυρωμένο τεκμήριο της αθωότητας (Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64). Κριτήριο για να διαπιστωθεί η συνταγματικότητα του εκάστοτε νομικού μαχητού τεκμηρίου και της συνακόλουθης μετατόπισης του αποδεικτικού βάρους αποτελεί και η ευκολία ή η δυσκολία κάθε πλευράς να εντοπίσει και να εξασφαλίσει τη σχετική μαρτυρία. Εν προκειμένω, θα ήταν υπερβολικό και παράλογο και μάλλον θα οδηγούσε τα άρθρα 91Α
(1)και
(2)και 91Β
(1)σε αχρησία εάν η κατηγορούσα αρχή επιφορτιζόταν με το βάρος να αποδείξει το λόγο για τον οποίον ο κατηγορούμενος προέβηκε στην εκάστοτε επίδικη δωρεά, μεταβίβαση κ.λ.π. περιουσιακού του στοιχείου καθώς και την σχετική πρόθεσή του. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνωρίζει επακριβώς τις συνθήκες υπό τις οποίες προέβηκε σε αυτήν την δωρεά, μεταβίβαση κ.λ.π., είναι ευκολότερο να τις παρουσιάσει και να στοιχειοθετήσει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την απουσία σκοπού καταδολίευσης του εξ αποφάσεως πιστωτή του. Κατά συνέπειαν, το καθιερωθέν, δια του άρθρου 91Α
(2)του Κεφ. 6 μαχητό νομικό τεκμήριο δεν είναι αντισυνταγματικό.
(3)Δια του άρθρου 91Β
(3)(α) και
(4)του Κεφ. 6 καθιερώνεται υπεράσπιση σύμφωνα με την οποίαν δεν συντρέχει καταδολίευση του εξ αποφάσεως πιστωτή εάν η δωρεά, μεταβίβαση κ.λ.π. ακινήτου γίνεται προς συγγενή ή αγοραστή καλόπιστα. Πρόκειται για ειδική υπεράσπιση η νομοθετική καθιέρωση της οποίας ουδόλως πλήττει το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και ουδόλως περιορίζει το δικαίωμά του να προβάλλει οιανδήποτε άλλη υπεράσπιση επιθυμεί. Επιπροσθέτως προς την ειδική αυτή υπεράσπιση, ο κατηγορούμενος δύναται να εγείρει οιονδήποτε άλλο ζήτημα επιθυμεί το οποίο τείνει να εκθεμελιώσει οιονδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο διώκεται. Κατά συνέπειαν, το άρθρο 91Β
(3)(α) και
(4)δεν είναι αντισυνταγματικά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται ως αβάσιμες και απορρίπτονται. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο