Δημοκρατία ν. Δημήτρης Δημητρίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3/15, 6/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:7 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3/15 Μεταξύ: Δημοκρατία v
- Δημήτρης Δημητρίου
- Σοφία Αποστόλου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 6 Μαρτίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Η κ. Κ. Πιερούδη. Κατηγορούμενος 1: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος 1 («ο κατηγορούμενος»), παραδέχθηκε τη διάπραξη του κακουργήματος της ληστείας, κατά παράβαση του άρθρου 282 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 2). Στις 13.2.15 - και μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας στις 9.2.15 και τη συμπλήρωση της μαρτυρίας του πρώτου μάρτυρα κατηγορίας - η Κατηγορούσα Αρχή απέσυρε την κατηγορία 3 (μεταφορά πυροβόλου όπλου κατηγορίας Β) εναντίον και των δύο κατηγορουμένων, με επακόλουθο την αθώωση και απαλλαγή τους σε αυτή. Την ίδια μέρα, καταχωρίσθηκε αναστολή ποινικής δίωξης στην κατηγορία 1 (συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος) για τον κατηγορούμενο, με αποτέλεσμα την απαλλαγή του σε αυτή. Ο τελευταίος παραδέχθηκε αυθημερόν (στις 13.2.15), την εναπομείνασα κατηγορία 2 (ληστεία), σε αντίθεση με την πρώην κατηγορούμενη 2 (Σοφία Αποστόλου), εναντίον της οποίας η ποινική δίωξη διακόπηκε τελικώς σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετώπιζε στις 2.3.15 και τούτο έγινε (σύμφωνα με τον εκπρόσωπο της Κατηγορούσας Αρχής) «. με ιδιαίτερη βαρύτητα πάνω στα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε και φαίνεται να αντιμετωπίζει [η κατηγορούμενη 2] .». Σύμφωνα με τα γεγονότα όπως παρατέθηκαν από την Κατηγορούσα Αρχή και έγιναν αποδεκτά από την Υπεράσπιση (βλ. Έγγραφο Α): «Ο 1ος κατηγορούμενος διαμένει στο συνοικισμό Τσιακκιλέρο Λάρνακας. Είναι διαζευγμένος, ηλικίας 42 ετών και πατέρας 3 παιδιών. Την 24/12/2014 ο κατηγορούμενος εφοδιάσθηκε ομοίωμα περιστρόφου από κατάστημα στη Λάρνακα. Ακολούθως μετέβη με αυτοκίνητο στο χωριό Τερσεφάνου και συγκεκριμένα στο κατάστημα της Σ.Π.Ε. Τερσεφάνου. Εισήλθε εντός του καταστήματος γύρω στις 1208 φορώντας μάλλινο σκούφο με ακάλυπτο το πρόσωπο και κρατούσε γυναικεία τσάντα. Στο κατάστημα εκείνη τη στιγμή βρίσκονταν οι ταμίες του καταστήματος ΜΚ-2 και ΜΚ-3 επί του κατηγορητηρίου ως επίσης και η ΜΚ-4 ως πελάτης. Η ΜΚ-2 γνώριζε τον 1ο κατηγορούμενο. Ο 1ος κατηγορούμενος προσέγγισε τον ΜΚ-3, και αφού του έδωσε ψεύτικο αριθμό δελτίου ταυτότητας ζήτησε να κάμει ανάληψη μετρητών. Ο ΜΚ-3 ανάφερε στον κατηγορούμενο ότι δεν εντόπιζε λογαριασμό, και ο κατηγορούμενος του ανάφερε ότι θα μετέβαινε στο αυτοκίνητο το οποίο ήταν σταματημένο έξω από το κατάστημα για να φέρει το δελτίο ταυτότητας του. Αφού ο κατηγορούμενος έκαμε λίγα βήματα προς την έξοδο του καταστήματος ανέσυρε από τη γυναικεία τσάντα που κρατούσε το ομοίωμα του περιστρόφου και αφού κατευθύνθηκε προς τον ΜΚ-3 το πρόταξε προς το μέρος του και του είπε «Βάρτε τα λεφτά στη τσάντα τώρα». Ο ΜΚ-3 καθυστέρησε οπότε ο κατηγορούμενος του ανάφερε «Βάρτε τα λεφτά μέσα στη τσάντα για να μεν σας καθαρίσω». Η απειλή της χρήσης βίας από τον κατηγορούμενο προς τον ΜΚ-3 οδήγησε τον τελευταίο να βάλει στη τσάντα το ποσό των €5,450꞊ σε χαρτονομίσματα των €50꞊ και €20꞊. Εξήλθε ο κατηγορούμενος του καταστήματος και αφού επιβιβάσθηκε ως συνοδηγός στο όχημα με αριθμό εγγραφής ΚΒV 535, το οποίο τον ανέμενε έξω από το κατάστημα κατευθύνθηκε προς Λεμεσό, αφού στο μεταξύ είχε πετάξει την τσάντα σε δρόμο παρά το σκυβαλότοπο Τερσεφάνου, όπου την εντόπισε ο ΜΚ-7 ο οποίος και προς τούτο ενημέρωσε την Αστυνομία. Αφού εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου αναζητήθηκε τόσο στο [χώρο] διαμονής του όσο και σε χώρους που συχνάζει στην ευρύτερη περιοχή Λάρνακας χωρίς όμως να εντοπισθεί. Ωστόσο πληροφορίες έφεραν τον κατηγορούμενο να κρύβεται σε υποστατικό στο κοινοτικό στάδιο Τραχωνίου. Γύρω στις 2335 της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος εντοπίσθηκε και συνελήφθηκε από τον ΜΚ-
- Σε σωματική έρευνα που του έγινε εντοπίσθηκε το ποσό των €3,977.70꞊ μέρος του κλοπιμαίου ποσού, αφού τα υπόλοιπα τα διέθετε σε διάφορα πρόσωπα. Ο κατηγορούμενος βρίσκεται υπόδικος από 2/1/
- Προηγούμενες καταδίκες
- Αρ. Υπ. Λεμεσού 16816/
- Καταδικάσθηκε την 26/5/2009 σε ποινή φυλάκισης 12 μηνών για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής. Στην πιο πάνω υπόθεση λήφθηκαν υπ' όψη και οι υποθέσεις Λεμεσού. α) 13462/08 Απόσπαση χρημάτων με Ψ.Π. β) 4642/08 Διάρρηξη καταστήματος και κλοπή γ) 24626/08 Διάρρηξη καταστήματος και κλοπή
- Αρ. Υπ. Λεμεσού 7240/
- Καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης 3 μηνών με 3ετή αναστολή σε δύο κατηγορίες διάρρηξης κατοικίας και κλοπής την 5/6/
- Ποινικός Φάκελος ΥΚΑΝ Λεμεσού 27/2008 ο οποίος αφορούσε για κατοχή ελεγχόμενο φαρμάκου κατηγορίας Α». Για σκοπούς επιβολής ποινής - και μετά από αίτημα του κατηγορούμενου και συναίνεση της Κατηγορούσας Αρχής - λαμβάνουμε υπόψη (βάσει του άρθρου 81 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155), τη μη καταχωρισθείσα στο Δικαστήριο υπόθεση, με αριθμό φακέλου στην Αστυνομική Διεύθυνση Λεμεσού Μ419/14 (που αφορά σε περίπτωση κλοπής η οποία έλαβε χώραν στις 22.12.14 στη Λεμεσό). Σύμφωνα με τα γεγονότα που αφορούν στην υπόθεση αυτή (όπως τα εξέθεσε ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής): «.Στις 22.12.14 η ώρα 12 παρά 20 το βράδυ ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο φούρνο ΣΙΓΜΑ ο οποίος βρίσκεται στην περιοχή Χαλκούτσας στη Λεμεσό. Πλησίασε την επί καθήκοντι υπάλληλο ο κατηγορούμενος και ζήτησε να πάρει ένα αλμυρό. Αφού ο κατηγορούμενος πλήρωσε το αλμυρό ξεκίνησε να υποδεικνύει στην υπάλληλο το ανοικτό μεταλλικό ταμείο που βρισκόταν πάνω στον πάγκο του αρτοποιείου, χωρίς ωστόσο ο κατηγορούμενος να λέει κάτι. Η υπάλληλος του καταστήματος έκλεισε αμέσως το ταμείο, ωστόσο στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρπαξε το μεταλλικό ταμείο και εγκατέλειψε το χώρο. Από περαιτέρω εξετάσεις που έγιναν διαφάνηκε ότι στο ταμείο περιέχετο το ποσό των 490 ευρώ. Η Αστυνομία μετέβη στον τόπο και από κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης δημιουργήθηκαν υποψίες εναντίον του κατηγορούμενου, ο οποίος ανακρίθηκε στις 29.12.14 και είχε παραδεχθεί τα γεγονότα ως έχουν αναφερθεί ανωτέρω. Κατηγορήθηκε γραπτώς και απάντησε "παραδέχομαι και απολογούμαι". Δεν είχε εντοπιστεί οτιδήποτε». Η δικηγόρος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση της για μετριασμό της ποινής προέταξε ανάμεσα σε άλλα την παραδοχή του πελάτη της, την ομολογία και συνεργασία του με την Αστυνομία, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, τα οικονομικά του προβλήματα (και τη διασύνδεση τούτων με τη διάπραξη του επίδικου αδικήματος), τις περαιτέρω και ευρύτερες συνθήκες διάπραξης του εγκλήματος, τα ψυχολογικά και ψυχιατρικά του προβλήματα (βλ. Έγγραφο Γ), όπως και τα προβλήματα ουσιοεξάρτησης του από τα σκληρά ναρκωτικά. Υπεστήριξε περαιτέρω η συνήγορος, πως ο κατηγορούμενος ενήργησε: «. χωρίς ιδιαίτερο προσχεδιασμό και αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι αν και γνωστό στο περιβάλλον της τράπεζας, όπως έχει εξαχθεί και από τη μαρτυρία αφού φαίνεται ότι είχε ξαναεπισκεφθεί το κατάστημα όπου άλλαξε την επιταγή που λάμβανε ως δημόσιο βοήθημα. Μπήκε επομένως στο κατάστημα χωρίς να καλύψει το πρόσωπο του με το ενδεχόμενο να αναγνωριστεί από τους υπαλλήλους της τράπεζας. Αγόρασε ένα ψεύτικο πιστόλι από γνωστό πολυκατάστημα λίγο χρονικό διάστημα πριν την διάπραξη του αδικήματος γεγονός επίσης που καταδεικνύει την έλλειψη προσχεδιασμού. Επομένως υπήρξε πρόχειρος σχεδιασμός . Δεν προκλήθηκε οποιοσδήποτε τραυματισμός και/η οποιαδήποτε σωματική βλάβη κατά την χρονική διάρκεια της διάπραξης του αδικήματος και δεν ήταν δυνατόν με το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για την διάπραξη του αδικήματος της ληστείας δηλαδή το ψεύτικο πιστόλι να προκληθεί οποιαδήποτε σωματική βλάβη, τραυματισμός και/η στην σοβαρότερη περίπτωση ο θανάσιμος τραυματισμός κάποιου ατόμου.». Σύμφωνα με την Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που υιοθετήθηκε από τη δικηγόρο του κατηγορούμενου για τους παρόντες σκοπούς, ο τελευταίος είναι ηλικίας 43 ετών (έχοντας γεννηθεί στις 26.8.72 στη Λεμεσό). Προέρχεται από οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του, ο οποίος καταγόταν από την Πάφο, απεβίωσε πριν από πέντε έτη περίπου. Η μητέρα του κατάγεται από την Επισκοπή Λεμεσού και είναι συνταξιούχος. Ο ίδιος είναι ο μικρότερος από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας. Οι δύο αδελφές του είναι άνεργες, διαζευγμένες με παιδιά και διαμένουν με τη μητέρα τους. Ο αδελφός του είναι έγγαμος με παιδιά και διαμένει με την οικογένεια του στην Αγγλία. Οι σχέσεις του με την οικογένεια του είναι καλές. Φοίτησε μέχρι τη ΣΤ΄ Τάξη Δημοτικού. Έπειτα διέκοψε τη φοίτηση του λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζε. Σε ηλικία 10 ετών υπέστη σεξουαλική κακοποίηση και όταν ήταν ηλικίας 15 ετών έφυγε από το σπίτι και για μικρό χρονικό διάστημα διέμενε στους δρόμους. Μετά από παρέμβαση των κοινωνικών υπηρεσιών επέστρεψε στην οικία του. Υπηρέτησε κανονικώς τη στρατιωτική του θητεία. Μετά την αποστράτευση του άρχισε να εργάζεται ως ισιωτής αυτοκινήτων. Κατά τη διάρκεια της εργασίας του υπέστη ατύχημα και κρίθηκε ανίκανος για εργασία. Σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε με Κυπρία αποκτώντας μαζί της τρία παιδιά ηλικίας σήμερα 23, 18 και 17 ετών. Το ζεύγος χώρισε μετά από δέκα έτη έγγαμου βίου λόγω του ότι η πρώην σύζυγος του κατηγορούμενου είχε συνάψει εξωσυζυγική σχέση. Δεν έχει επικοινωνία με τα παιδιά του ενώ εδώ και τρία έτη διατηρεί δεσμό με την πρώην κατηγορούμενη 2 Σοφία Αποστόλου η οποία αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας και λαμβάνει δημόσιο βοήθημα. Τούτη, είναι μητέρα δύο παιδιών από προηγούμενο της γάμο ηλικίας 17 και 13 ετών σήμερα τα οποία διαμένουν με τους μητρικούς τους παππούδες αφού η μητέρα κρίθηκε ανίκανη να αναλάβει τη φύλαξη τους. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ψυχολογικά και πνευμονολογικά προβλήματα και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Από 15 ετών άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών. Αναμφιβόλως το αδίκημα της ληστείας αποτελεί σοβαρό κακούργημα και αυτό προκύπτει όχι μόνο από τη νομοθετικώς ανώτατη προβλεπόμενη ποινή της ισοβίου φυλάκισης (που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση), αλλά και λόγω της ευρύτερης φύσης και συμπεριφοράς που το αδίκημα αυτό προσδιορίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μακρή ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 33/12, ημ. 25.1.13). Αυτή η περιγραφόμενη σοβαρότητα του υπό αναφορά εγκλήματος μαζί με την ανησυχητική συχνότητα διάπραξης του, καλεί στην επιβολή αυστηρών ποινών, καθιστώντας το στοιχείο της αποτροπής ακόμη εντονότερο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 83, 86). Ως σοβαρό (ως εκ της φύσης του κακουργήματος), κατατάσσεται και εκείνο της κλοπής που αφορά στην υπόθεση που λαμβάνεται υπόψη και το οποίο, ας σημειωθεί, διαπράχθηκε δύο μέρες πριν από την τέλεση της επίδικης ληστείας. Το δικαστικό καθήκον εξατομίκευσης της ποινής - και ορθώς είναι που το υπενθύμισε αυτό η κ. Πιερούδη στην αγόρευση της - ουδόλως μειώνεται ή ατονεί σε περιπτώσεις (όπως η παρούσα), όπου προκύπτει αναγκαιότητα αποτρεπτικής αντιμετώπισης του δράστη και τούτο βάσει πάγιας και εμπεδωμένης αρχής πως ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων (όπως είναι το επίδικο), το Δικαστήριο καθηκόντως και δεόντως είναι που οφείλει να προσεγγίζει την κάθε τέτοια υπόθεση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των περιστάσεων του. Τούτο όμως δεν σημαίνει την ίδια ώρα ότι το καθήκον εξατομίκευσης της ποινής μπορεί να υπερακοντίζει το έτερο δικαστικό καθήκον επιβολής της αρμόζουσας ποινής που η νομοθεσία προβλέπει και η νομολογία καθορίζει. Επιβάλλεται στην κάθε περίπτωση προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων. Τούτο έγινε και εδώ. Προσμετρούμε προς όφελος του κατηγορούμενου, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, την ηλικία του (είναι 43 ετών), τα οικονομικά του προβλήματα (και τη διασύνδεση τούτων με τη διάπραξη των αδικημάτων), την παραδοχή του (έστω και αν δεν ήταν άμεση), τη μεταμέλεια και απολογία του, τη συνεργασία του με την Αστυνομία, το γεγονός πως αναστάληκε η ποινική δίωξη εναντίον της πρώην συγκατηγορούμενης του - για τους λόγους που παρέθεσε η Κατηγορούσα Αρχή - στην κατηγορία που τώρα καλούμαστε να του επιβάλουμε ποινή, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του και τα ποικίλα ψυχολογικά και άλλα προβλήματα υγείας και ουσιοεξάρτησης που αντιμετωπίζει και τις πολλαπλές προσπάθειες απεξάρτησης του από τα ναρκωτικά τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Σε σχέση με τα υπό αναφορά ψυχολογικά και άλλα τέτοια προβλήματα του κατηγορούμενου, αποτιμήσαμε πολύ προσεκτικά και με ιδιαίτερη αισθαντικότητα - καθώς η νομολογία ορίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυραντωνίου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 333, 341-342) - το περιεχόμενο της Ιατρικής Έκθεσης της Ψυχιάτρου Ειρήνης Γεωργίου (ως το Έγγραφο Γ), όπου αναφέρονται (μεταξύ άλλων), τα ακόλουθα: «Εξέτασα τον πιο πάνω κρατούμενο στην Πτέρυγα 10 των Κεντρικών Φυλακών στις 22/1/2015 και στις 12/2/
- Κατά τις συνεντεύξεις αναφέρθηκαν ακουστικές ψευδαισθήσεις, έντονο άγχος και καταθλιπτική διάθεση. Επίσης αναφέρθηκαν σκέψεις αυτοκαταστροφής, χωρίς επί του παρόντος αυτοκτονικό σχεδιασμό ή πρόθεση. Αναφέρεται στο ιστορικό χρήση τοξικών ουσιών (ηρωίνη, κοκαΐνη, crystal) και οινοπνεύματος. Περιγράφεται διαταραχή συμπεριφοράς όπως επιθετικότητα και καταστροφή αντικειμένων, όπως επίσης και αυτοτραυματισμοί. Αναφέρονται πολλές προσπάθειες απεξάρτησης στην Κύπρο και μια στο εξωτερικό. Επίσης αναφέρεται παρακολούθηση από ψυχίατρο στα εξωτερικά ιατρεία Λεμεσού και πολλαπλές νοσηλείες στην ψυχιατρική κλινική Λεμεσού. Ο κος Δημητρίου έχει νοσηλευθεί για 2η φορά στο νοσοκομείο Αθαλάσσας πρόσφατα, ενώ ήταν υπόδικος, από 3/1/2015 έως 15/1/15 λόγω αυτοκτονικού ιδεασμού. Το 2011 νοσηλεύθηκε για πρώτη φορά στο νοσοκομείο Αθαλάσσας, μετά από απόπειρα αυτοκτονίας, από 22/10/2011 έως 25/10/
- Σύμφωνα με τα τηρούμενα αρχεία των Υπηρεσιών Ψυχικής Υγείας, ο ανωτέρω νοσηλεύτηκε στην ψυχιατρική κλινική Λευκωσίας από 4/8/2013 έως 9/8/13, μετά από απόπειρα αυτοκτονίας. Ο κος Δημητρίου παρουσιάζει πέραν της δεκαετίας προβλήματα ψυχικής υγείας για τα οποία συνιστάται ψυχιατρική και ψυχολογική παρακολούθηση, παράλληλα με τη συμμετοχή του σε πρόγραμμα απεξάρτησης. Η παρούσα φαρμακευτική αγωγή είναι: Ativan 2mg tds, Mogadon 10mg nocte, Haldol sol 5mg tds, Seroquel 400mg nocte, Kemadrin 5 mg tds, Citalopram 20mg bd». Αξιολογήσαμε στο πλαίσιο της επιτρεπτής κοινής λογικής (δεδομένης της απουσίας άλλων σταθερών ή μαρτυρίας πραγματογνώμονα επί τούτω), το ενδεχόμενο υποτροπής των ψυχολογικών και άλλων προβλημάτων υγείας και εξάρτησης του κατηγορούμενου σε περίπτωση εγκλεισμού του στη φυλακή. Καθόλου δεν παραβλέπουμε και το γεγονός πως εξακολουθεί να ελλείπει (και να μην έχει επιστραφεί από τον κατηγορούμενο), ποσό €1.472,50, από το συνολικό ποσό των €5.450, που αποτέλεσε τη λεία της ληστείας. Επιπροσθέτως, δεν παραγνωρίζουμε πως ο κατηγορούμενος ενήργησε με προσχεδιασμό, προγραμματισμό και αποφασιστικότητα, χρησιμοποιώντας ομοίωμα περιστρόφου - περί του ψεύτικου τού οποίου δεν γνώριζαν ωστόσο οι παριστάμενοι κατά τη ληστεία και ιδιαίτερα οι τραπεζικοί υπάλληλοι που υποχρεώθηκαν να βιώσουν την αρνητική εμπειρία της εγκληματικής του συμπεριφοράς - προτάσσοντας μάλιστα το ομοίωμα όπλου προς συγκεκριμένο τραπεζικό υπάλληλο (στον οποίο είχε δώσει προηγουμένως ψεύτικο αριθμό δελτίου ταυτότητας, ζητώντας να προβεί σε ανάληψη μετρητών), προτρέποντας τον να τοποθετήσει τα λεφτά στη γυναικεία τσάντα που του είχε δώσει (και την οποία μετέφερε για τους σκοπούς της ληστείας) «. για να μεν σας καθαρίσω». Το ότι χρησιμοποιήθηκε ψεύτικο όπλο για τη ληστεία, ακύρωνε τωόντι και εκ των πραγμάτων την πιθανότητα χρησιμοποίησης από τον κατηγορούμενο δύναμης πραγματικού πυρός εναντίον των παρισταμένων (εάν και εφόσον τα πράγματα εκτραχύνονταν για οποιοδήποτε λόγο), τούτο όμως το γεγονός δεν θεωρούμε πως θα πρέπει να αναχθεί σε τέτοιας εμβέλειας μετριαστική περίσταση που να περιθωριοποιεί τη σύμφυτη κατά τα άλλα βαρύτητα του επίδικου αδικήματος, όσο και εάν, ασφαλώς, το γεγονός που περιγράφουμε έχει τη δική του ελαφρυντική σημασία προς όφελος του κατηγορούμενου, μια και αμβλύνει κατά τι τη σοβαρότητα του εγκλήματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Πορά και Άλλου v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 452, 455). Το ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε τη ληστεία χωρίς τη χρήση προσωπίδας (έχοντας επισκεφθεί παλαιότερα το επίδικο υποκατάστημα για εξαργύρωση επιταγής, με επακόλουθο να υπάρχει αυξημένος κίνδυνος αναγνώρισης του) - η Κατερίνα Νάτσικα (ΜΚ2 στο κατηγορητήριο) τον γνώριζε, αν και δεν ξέρουμε αν τούτο το είχε υπόψη ο κατηγορούμενος - δεν μπορεί να παραβλεφθεί ως ενδεικτικό του ερασιτεχνισμού με τον οποίο τούτος ενήργησε, κάτι που ασφαλώς αποκτά τη δική του μετριαστική αξία όταν ενταχθεί στο σύνολο των ενεργειών του κατηγορούμενου (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Πορά και Άλλου v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 452, 455). Σε σχέση με τις προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου σημειώνουμε πως τούτες υπέχουν συνάφειας - ως ποινικά αδικήματα εναντίον περιουσίας - με το επίδικο κακούργημα της ληστείας και ως εκ τούτου θα τις συνυπολογίσουμε κατά την επιμέτρηση της ποινής, συμφώνως των επιταγών της νομολογίας (βλ. G M Pikis, Sentencing In Cyprus: Sentencing Revisited, 2η έκδ., 2007, σελ. 59-62). Εκείνο πάντως που προξενεί ανησυχία εντός της συζητούμενης θεματικής είναι το ότι ο κατηγορούμενος αρκετά σύντομα μετά την τιμωρία του σε δωδεκάμηνη άμεση φυλάκιση για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, καταδικάστηκε σε άλλη ποινή φυλάκισης (για άλλη διάρρηξη κατοικίας και κλοπής), δύο δε μέρες πριν από την τέλεση της επίδικης ληστείας, διέπραξε και το αδίκημα της κλοπής αποσπώντας από αρτοποιείο στη Λεμεσό ποσό ύψους €490, το οποίο ουδέποτε εντοπίστηκε. Τούτη η συμπεριφορά του δεν μπορεί παρά να κριθεί ως παρέχουσα ενδείξεις περί της αποφασιστικότητας του να επιμένει σε τέτοιου είδους κακουργηματικές συμπεριφορές επιδεικνύοντας μια ευρύτερα απαξιωτική και αλαζονική στάση έναντι των νόμων της Πολιτείας. Προσεγγίζοντας το ζήτημα των προηγούμενων καταδικών - και τούτο από μια γενικότερη διάσταση - οφείλουμε να πούμε, έχοντας υπόψη κάποιες επισημάνσεις του Εφετείου στη Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, 569-571 και στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, 142-143) - πως σε καμιά περίπτωση δεν πέρασε από το μυαλό μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες του κατηγορούμενου θα μπορούσαν ποτέ να προταχθούν κατά τρόπο ώστε να οδηγήσουν τον τελευταίο στο να σχηματίσει την εντύπωση πως τιμωρείται για δεύτερη φορά σε σχέση με αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, ή ότι οι προηγούμενες του καταδίκες υπολογίζονται ως επιβαρυντικό στοιχείο ώστε να καταλήξουν σε επιβολή ποινής πέραν εκείνης που απαιτεί η σοβαρότητα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. Την ίδια προβληματική (τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών), εφαρμόσαμε και στην περίπτωση της υπόθεσης που λαμβάνεται υπόψη και η οποία - ως θέμα αρχής και γεγονότων - δικαιολογεί εδώ την επιβολή κάπως υψηλότερης ποινής στον κατηγορούμενο από εκείνη που θα μπορούσε να του επιβληθεί στην περίπτωση που δεν λαμβανόταν υπόψη η υπόθεση αυτή βάσει της προαναφερθείσας δικονομικής πρόβλεψης του άρθρου 81 του Περί Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155 (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου v Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 598, 693). Εν σχέσει με την υπόθεση Πορά και Άλλου v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 452, 455, στην οποία μας παρέπεμψε η κ. Πιερούδη στη θεμιτή της προσπάθεια να καταδείξει τις παραμέτρους της ποινολογικής μεταχείρισης του κατηγορούμενου, θα πρέπει να σημειώσουμε πως τούτη διακρίνεται από τα γεγονότα της παρούσας μολονότι υπάρχουν και κάποια περιστατικά που συγκλίνουν με ό,τι εδώ ενδιαφέρει, όπως φερ' ειπείν, η χρήση ομοιώματος περιστρόφου, η αποκόμιση μικρού χρηματικού οφέλους, ο πρόχειρος σχεδιασμός του εγκλήματος και η ύπαρξη ψυχολογικών προβλημάτων. Διακρίνεται όμως η εν λόγω αυθεντία - και τούτο είναι ουσιώδες - στο γεγονός πως οι εκεί κατηγορούμενοι-εφεσείοντες ήσαν νεαρά πρόσωπα ηλικίας 19 και 20 ετών (σε αντίθεση με εδώ), στο ότι το ποσό που αποσπάσθηκε από τη ληστεία ανακτήθηκε ολόκληρο (και πάλι σε αντίθεση με εδώ) και στο ότι η προηγούμενη καταδίκη ενός εκ των κατηγορουμένων-εφεσειόντων (για την οποία του είχε επιβληθεί χρηματικό πρόστιμο), αφορούσε στο αδίκημα της επίθεσης ενώ ο έτερος κατηγορούμενος-εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου (ξανά σε αντίθεση με την παρούσα περίπτωση όπου ο κατηγορούμενος βαρύνεται με σειρά προηγούμενων παρόμοιων καταδικών ενώ λαμβάνεται υπόψη εναντίον του και μια υπόθεση κλοπής). Παραμένοντας στο πεδίο της χρησιμότητας του δικαστικού προηγούμενου στο πεδίο της ποινολογικής μεταχείρισης, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε στο γεγονός πως το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Νικήτα, Δ.), σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, τα οποία είχαμε συνεχώς κατά νουν: «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Με υπόψη τα ανωτέρω - και τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών με ό,τι εδώ ισχύει ως γεγονός - σημειώνουμε (για παράδειγμα), πως στη Zak και Άλλου v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 854, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 8 ετών για το αδίκημα της ληστείας στους κατηγορούμενους-εφεσείοντες οι οποίοι καίτοι σχεδίασαν τα αδικήματα, έδρασαν επιπόλαια, δεν προκάλεσαν σε οποιοδήποτε σωματική βλάβη, δεν αποκόμισαν οποιοδήποτε ποσό (το μεγαλύτερο ποσό των χρημάτων ανευρέθηκε ενώ το υπόλοιπο απωλέσθηκε κατά την καταδίωξη), ενώ αμφότεροι παραδέχθηκαν αμέσως. Οι κατηγορούμενοι-εφεσείοντες ήσαν ηλικίας 31 και 35½ ετών αντιστοίχως, παντρεμένοι, με ένα παιδί ο καθένας (ηλικίας 9 και 13 ετών) και βαρύνονταν με προηγούμενες καταδίκες (που οι ίδιοι είχαν αποκαλύψει στις αρμόδιες αρχές όντας αλλοδαποί), δεν υπέφεραν όμως από ψυχολογικά ή άλλα παρόμοια προβλήματα όπως αυτά του εδώ κατηγορούμενου. Το Εφετείο σημείωσε πως η πρωτόδικη ποινή, δεν θα μπορούσε καθοιονδήποτε τρόπο να χαρακτηρισθεί ως υπερβολική. Στην R v Bell (13.1.75, 3801/B/74) - ως τούτη παρατίθεται στο σύγγραμμα D A Thomas, Principles of Sentencing, 2η έκδ., 1979, σελ.140 - ο κατηγορούμενος (εφεσείων) εισήλθε μόνος σε υποκατάστημα τράπεζας και απείλησε τον ταμία με ομοίωμα όπλου. Έκλεψε ποσό 500 στερλινών και διέφυγε. Ακολούθως, ακινητοποιήθηκε από δύο τραπεζικούς υπαλλήλους. Το Εφετείο σημείωσε πως παρόλο που το αδίκημα ήταν πολύ σοβαρό, δεν θα μπορούσε να καταταχθεί στην κατηγορία των οργανωμένων και επαγγελματικώς εκτελεσμένων εγκλημάτων. Ο κατηγορούμενος-εφεσείων δεν είχε προβλέψει για τον τρόπο διαφυγής του (σε αντίθεση με τη δική μας περίπτωση), η δε αξιόποινη του συμπεριφορά είχε περιγραφθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ως ερασιτεχνική και αυθόρμητη. Παρόλο που το έγκλημα καλούσε σε επιβολή αυστηρής ποινής, η φυλάκιση των 9 ετών που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο πρωτοδίκως κρίθηκε από το Εφετείο ως εκτός του αποδεκτού μέτρου συγκρινόμενου με προηγούμενες ποινές που είχαν επιβληθεί σε άλλες υποθέσεις ληστειών τραπεζών. Η ποινή φυλάκισης μειώθηκε στα 6 έτη. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω, υπό το πρίσμα που αναλύσαμε, κρίνουμε πως η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αναποφεύκτως αυτή της φυλάκισης του κατηγορούμενου. Ο τελευταίος έδρασε με τον τρόπο που προείπαμε, επιδεικνύοντας θράσος και παντελή ασέβεια στα δικαιώματα των παραπονούμενων, των παρισταμένων αλλά και της κοινωνίας ευρύτερα, μιας κοινωνίας που πολύ δικαιολογημένα είναι που ανησυχεί για την όλο και αυξανόμενη συχνότητα διάπραξης τέτοιων εγκλημάτων πόσω δε μάλλον από υπότροπους. Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο, στην κατηγορία 2 (ληστεία), ποινή φυλάκισης 7 ετών. Πέραν της πιο πάνω ποινής, ενεργοποιούμε και την τρίμηνη ποινή φυλάκισης με αναστολή που επιβλήθηκε στον κατηγορούμενο στις 5.6.12 για το αδίκημα της διάρρηξης κατοικίας και κλοπής, μια και θεωρούμε πως συντρέχουν όλες οι προς τούτο προϋποθέσεις. Η ποινή αυτή να συντρέχει με την ποινή της επταετούς φυλάκισης που μόλις επιβάλαμε (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Wilkinson
(1969)53 Cr R App 560). Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα ύψους €180, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Το ποσό των €3.977,70, να επιστραφεί στους νόμιμους δικαιούχους (ΣΠΕ Τερσεφάνου), μετά την παρέλευση του χρόνου έφεσης. Λόγω της φύσης των ψυχολογικών προβλημάτων του κατηγορούμενου και το ιστορικό απόπειρων αυτοκτονίας που τον συνοδεύει, ευλόγως είναι που αναμένει κανείς πως αυτός θα τύχει αμέσως της αρμόζουσας μεταχείρισης στο χώρο έκτισης της ποινής του. (Υπ.)............... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο