← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Mukhabbat Khudaykulova, Υπόθεση αρ.: 357/2015, 5/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Mukhabbat Khudaykulova, Υπόθεση αρ.: 357/2015, 5/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B32 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 357/2015 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Mukhabbat Khudaykulova Κατηγορουμένης 05 Μαρτίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Μ. Αβρααμίδου, Δημόσια Κατήγορος Για την κατηγορουμένη, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Χριστάκη Κατηγορουμένη, παρούσα. Ενδιάμεση Απόφαση (αίτημα για την παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας) ---------------------------------------------------------------------------------- Η κατηγορουμένη διώκεται για το κακούργημα της αρπαγής ανηλίκου από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 245Α και 248 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η κατηγορία). Στην έκθεση αδικήματος καταγράφονται τα εξής: «Αρπαγή από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία κατά παράβαση των άρθρων 245Α και 248 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154». Ως λεπτομέρειες αδικήματος δίδονται οι ακόλουθες: «Η κατηγορουμένη στις 08.05.2013 στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας μετέφερε σε διαφυγή τον ανήλικο γιο της Muhammat Said Cemaleddin ηλικίας 5 ετών χωρίς την συγκατάθεση του πατέρα του Bilal Cemaleddin». Για λόγους που θα φανούν κατωτέρω, παρατίθεται αυτούσιο το κείμενο των άρθρων 245Α και 248 του Κεφ. 154: «245Α: Ορισμός αρπαγής από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία Όποιος ενώ ασκεί κοινή κηδεμονία ανήλικου με άλλο ή άλλα πρόσωπα, μεταφέρει το ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας, χωρίς τη συναίνεση του άλλου ή των άλλων νομίμων κηδεμόνων του, θεωρείται ότι αρπάζει το ανήλικο πρόσωπο από το νόμιμο κηδεμόνα του». «248: Ποινή αρπαγής Όποιος αρπάζει πρόσωπο από τη Δημοκρατία ή από νόμιμη κηδεμονία, είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων και σε χρηματική ποινή». Τα άρθρα 245Α και 248 του Κεφ. 154 αφορούν στις περιπτώσεις όπου την κηδεμονία ανηλίκου ασκούν, από κοινού, περισσότερα του ενός προσώπου και ένας εξ αυτών μεταφέρει τον ανήλικο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας χωρίς την συναίνεση του άλλου ή των άλλων κηδεμόνων. Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το κακούργημα της αρπαγής ανηλίκου από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11

(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η κατηγορουμένη αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μεταξύ των μαρτύρων κατηγορίας εκλήθηκε και κατέθεσε ενόρκως και ο Bilal Cemaleddin (Μ.Κ.1), πρώην σύζυγος της κατηγορουμένης και πατέρας του ανήλικου Muhammet Said Cemaleddin («ο ανήλικος»), ο οποίος ασκεί, από κοινού με την κατηγορουμένη, την κηδεμονία αυτού. Ο Βilal Cemaleddin (Μ.Κ.1) επέμεινε στην κεντρική θέση πώς ο ίδιος ουδόλως εγνώριζε περί της πρόθεσης και των σχεδίων της κατηγορουμένης να εγκαταλείψει, στις 08.05.2013, τη Δημοκρατία με τον ανήλικο και πώς ουδέποτε έδωσε τη συγκατάθεσή του για κάτι τέτοιο. Κληθείσα σε απολογία, η κατηγορουμένη επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση. Κατά την κυρίως εξέτασή της και κατά την αντεξέτασή της η κατηγορουμένη επέμεινε στη θέση πώς ο Bilal Cemaleddin (Μ.Κ.1) εγνώριζε, στις 08.05.2013, περί της πρόθεσης και των σχεδίων της να εγκαταλείψει τη Δημοκρατία αυθημερόν, μαζί με τον ανήλικο για να επισκεφθεί το Ουζμπεκιστάν, την πατρίδα της. Επέμεινε, επίσης, πώς, όταν στις 08.03.2013 εγκατέλειπε τη Δημοκρατία, πρόθεσή της ήταν να παραμείνει στο Ουζμπεκιστάν προσωρινώς και πώς, ευρισκομένη εκεί, επεκοινωνούσε με τον Bilal Cemaleddin (Μ.Κ.1) και συζητούσαν τους όρους της επιστροφής της ιδίας και του ανηλίκου στη Δημοκρατία. Πλην όμως, αυτές οι συζητήσεις ναυάγησαν όχι από δική της υπαιτιότητα. Κατά την αντεξέταση της κατηγορουμένης στα πλαίσια της δικασίμου ημερ. 09.02.2015, και ενώ αυτή κατέθετε περί των συζητήσεών της με τον Bilal Cemaleddin (Μ.Κ.1) για τους όρους επιστροφής της ιδίας και του ανηλίκου στη Δημοκρατία, διεμείφθηκαν, μεταξύ αυτής και της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής, τα εξής: «A. Καταρχήν όταν αρχίσαμε εκείνο το χρονικό διάστημα και μαλώναμε, με επισκέφθηκαν στο σπίτι μου από την Εισαγγελία κάποιοι. Είπαν ότι είναι αντιπρόσωποι Εισαγγελίας. Ήρθαν για να δουν σε τι κατάσταση είναι το παιδί. Στο Ουζμπεκιστάν με επισκέφθηκαν. Κοίταξαν πώς είναι το μωρό και μου ανάφεραν ότι οι Κυπριακές Αρχές απαιτούν την επιστροφή του μωρού στην Κύπρο. Τότε άρχισα να ρωτώ το σύζυγο μου τι ακριβώς είχε κάνει και μου είπε δεν έχω κάνει τίποτα. Δεν έχω πάει πουθενά. Δεν έχω κάνει κανένα παράπονο. Ότι είναι οι Κυπριακές Αρχές που θέλουν την επιστροφή του πολίτη τους στην Κύπρο. Αλλά εκείνη τη στιγμή εγώ υποψιάστηκα ότι κάτι δεν πάει καλά και έπαψα πλέον να του έχω εμπιστοσύνη. E. Δηλαδή o ίδιος ποτέ δεν σου ζήτησε να φέρεις το παιδί στην Κύπρο. Αν και δεν μου έχεις απαντήσει την προηγούμενη ερώτηση. Πάμε στην επόμενη. A. Μου ζητούσε. E. Να το φέρεις το παιδί; A. Ναι μου ζητούσε. Μου έλεγε ότι είμαι η γυναίκα του και με πεθύμησε και θέλει να έρθω, να επιστρέψω με το παιδί μαζί. Όμως όπως σας ανάφερα και προηγουμένως εγώ από αυτόν περίμενα κάποια κίνηση. Δηλαδή να πάει να ενοικιάσει ένα διαμέρισμα για να μείνουμε ξεχωριστά. E. Πού; A. Εδώ στην Κύπρο. Ένα έστω μικρό φτηνό διαμέρισμα. E. Μάλιστα. A. Για να έχουμε μια δική μας θέση. Δικό μας σπίτι. E. Μάλιστα. Πέραν αυτού. Δηλαδή τούτα του τα είπες; Δηλαδή πήγαινε ενοικίασε ένα σπίτι για να μείνουμε τζιαί να έρτω με το μωρό ή απλώς ήταν μέσα στο μυαλό σου; A. Μου υποσχέθηκε και το είχαμε συζητήσει επανειλημμένες φορές και έλεγε ότι ναι θα το κάνω, όμως αυτή τη στιγμή έχω οικονομικές δυσκολίες και χρειάζομαι λίγο χρόνο. Όμως o χρόνος περνούσε και το εισιτήριο μου η ημερομηνία επιστροφής έληξε. E. Εννοείς το εισιτήριο που έκλεισες για τις 8.5.2013; Εκείνο το εισιτήριο; A. Ναι. E. Έχεις οποιοδήποτε αποδεικτικό ότι τούτο το εισιτήριο ήταν μετ' επιστροφής; A. Το εισιτήριο είχε ημερομηνία επιστροφής, όμως πρέπει να είναι στο σπίτι της μητέρας μου και δεν ξέρω αν είναι δυνατό να το βρει τώρα το εισιτήριο αυτό». Ας σημειωθεί πώς η αντεξέταση της κατηγορουμένης δεν ολοκληρώθηκε σε μία δικάσιμο. Η αντεξέταση της κατηγορουμένης διεξήχθηκε κατά τις δικασίμους ημερ. 09.02.2015, 17.02.2015 και 19.02.2015. Κατά δε τις δικασίμους ημερ. 17.02.2015 και 19.02.2015 η αντεξέταση της κατηγορουμένης συνεχίσθηκε και επί τη βάσει της ως άνω δήλωσής της σύμφωνα με την οποία το αεροπορικό εισιτήριο, το οποίο αγόρασε για να ταξιδέψει στις 08.05.2013, στο Ουζμπεκιστάν, ήταν εισιτήριο μετ΄ επιστροφής. Υπεδείχθηκαν στην κατηγορουμένη διάφορα έγγραφα, τα οποία αυτή ανεγνώρισε ως τα εισητήρια που εχρησιμοποίησαν, η ιδία και ο ανήλικος, για να ταξιδέψουν, στις 08.05.2013, από την Λάρνακα στην Αθήνα και από την Αθήνα στην Κωνσταντινούπολη και στις 09.05.2015 από την Κωνσταντινούπολη στην Τασκένδη (τεκμήρια 11 έως και 13). Της υπεβλήθηκε δε πώς τα εισιτήρια αυτά ήσαν μίας διαδρομής και όχι μετ΄ επιστροφής. Μετά την περάτωση της διαδικασίας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της υπεράσπισης, η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής, επικαλουμένη το άρθρο 74
(1)(ε) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 155, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια), εζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να παρουσιάσει μαρτυρία προς το σκοπό ανατροπής του ισχυρισμού της κατηγορουμένης περί εισιτηρίου μετ΄ επιστροφής. Η κα Αβρααμίδου υπεστήριξε πώς ο ισχυρισμός αυτός είναι καινοφανής, δεν ετέθηκε και ούτε υπεβλήθηκε σε μάρτυρα της κατηγορούσας αρχής και είναι τέτοιος ώστε δεν θα μπορούσε ευλόγως να προβλεφθεί εκ των προτέρων. Το αίτημα της ευπαίδευτης εκπροσώπου της κατηγορούσας αρχής προσέκρουσε στην ένσταση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης. Αγορεύοντας προς υποστήριξη της ένστασής του ο κ. Χριστάκη ισχυρίσθηκε, κατά πρώτον, πώς, εν προκειμένω, η κατηγορουμένη κατηγορείται για αδίκημα το οποίο «δεν είναι ..... γνωστό στο νόμο». Έρεισμα του ισχυρισμού αυτού αποτελεί το γεγονός πώς στις λεπτομέρειες αδικήματος χρησιμοποιούνται η φράση «μετέφερε σε διαφυγή τον ανήλικο», αντί της φράσης «μεταφέρει το ανήλικο πρόσωπο εκτός των ορίων της Δημοκρατίας», την οποίαν χρησιμοποιεί ο νομοθέτης, καθώς και η λέξη «συγκατάθεση» αντί της λέξης «συναίνεση», την οποίαν, επίσης, χρησιμοποιεί ο νομοθέτης. Ο κ. Χριστάκη επεχείρησε να αντιδιαστείλει τα καταγεγραμμένα στο κατηγορητήριο προς το λεκτικό το οποίο χρησιμοποιεί ο νομοθέτης και υπεστήριξε πώς οι προαναφερθείσες διαφορές είναι μοιραίες για την τύχη του κατηγορητηρίου. Κατά δεύτερον, και αναφερόμενος στο αίτημα για παρουσίαση της συγκεκριμένης αντικρουστικής μαρτυρίας, ο κ. Χριστάκη υπεστήριξε τα εξής: (α) Ό,τι επιχειρείται να παρουσιασθεί ως αντικρουστική μαρτυρία αφορά σε ζήτημα άσχετο με το επίδικο αδίκημα. (β) Παροχή άδειας για την παρουσίαση της συγκεκριμένης αντικρουστικής μαρτυρίας θα προσέκρουε στο «finality rule». (γ) Η κατηγορουμένη έδωσε την απάντηση περί εισητηρίου μετ΄ επιστροφής όταν «στην αντεξέταση .... ρωτήθηκε συγκεκριμένα .... κατά πόσο είχε εισητήριο επιστροφής». Η κατηγορουμένη έδωσε την επίδικη απάντηση αφού «προκλήθηκε από την κατηγορούσα αρχή», η οποία εγνώριζε τα σχετικά και, άρα, δεν κατελήφθηκε εξαπίνης (δ) Εφ΄ όσον στην κατάθεση της ημερ. 11.01.2015 (τεκμήριο 3) η κατηγορουμένη αναφέρει πώς αρχικός σκοπός της ήταν να παραμείνουν στο Ουζμπεκιστάν προσωρινώς και εφ΄ όσον η κατηγορούσα αρχή εξ αρχής εγνώριζε το ταξιδιωτικό γραφείο από το οποίο η κατηγορουμένη εξασφάλισε το επίδικο εισιτήριο καθώς και την πτήση την οποίαν αυτή εχρησιμοποίησε, όφειλε να ερευνήσει το ζήτημα του μετ΄ επιστροφής εισιτηρίου πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας Εξετάσθηκαν το υπό συζήτησιν αίτημα καθώς και η ένσταση και εμελετήθηκαν τα πρακτικά της διαδικασίας. Σημειώνονται δε και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Το κατηγορητήριο είναι συντεταγμένο ως το άρθρο 39 του Κεφ. 154 και η σχετική νομολογία ορίζουν και ουδεμία αντικανονικότητα ή ελάττωμα αυτού παρατηρείται. Στην έκθεση αδικήματος καταγράφονται τα κρίσιμα άρθρα 245Α και 248 του Κεφ. 154, το δε αδίκημα περιγράφεται δια της ορολογίας την οποίαν χρησιμοποιεί ο νομοθέτης στον πλαγιότιτλο του άρθρου 245Α: «..... αρπαγή( ) από πρόσωπο που ασκεί κοινή κηδεμονία». Περαιτέρω, στις λεπτομέρειες του αδικήματος περιγράφονται οι κρίσιμες παράνομες ενέργειες της κατηγορουμένης με τη χρήση λέξεων και φράσεων οι οποίες έχουν το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο και οδηγούν στο ίδιο σημασιακό αποτέλεσμα ως αυτές τις οποίες χρησιμοποιεί ο νομοθέτης. Ανάγνωση του κατηγορητηρίου ουδεμία σύγχιση προκαλεί εν σχέσει με το επίδικο αδίκημα. Τα καταγεγραμμένα στην έκθεση αδικήματος και στις λεπτομέρειες είναι κατατοπιστικά και επαρκούν για να καθοδηγήσουν την πλευρά της κατηγορουμένης στα άρθρα 245Α και 248 του Κεφ. 154. Εν πάσει περιπτώσει, από τον τρόπο με τον οποίον, μέχρι στιγμής χειρίζεται την υπόθεση ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης, και λαμβανομένων υπ΄ όψιν των όσων η τελευταία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ουδεμία αμφιβολία υπάρχει πώς η κατηγορουμένη γνωρίζει επακριβώς το αδίκημα για το οποίο διώκεται. Για το ζήτημα της καταγραφής στο κατηγορητήριο των λεπτομερειών του αδικήματος και των συνεπειών από τυχόν σχετικό ελάττωμα παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Hickmott v. Curd
(1971)2 All ER 1399, 1400: «...... Notwithstanding that the charge in the first imformation contained erroneous particulars ...... the conviction on that count would not be invalidated on the ground that those particulars were not substantiated by the prosecution, for the following reasons: (
  1. a)where the charge contained a clear statement of the offence, it was not necessary to set out the particular means wherely the object was achieved; it was only necessary to specify the particular means where they were essential to the description of the offence; in the present case the statement that the appellant had dishonestly obtained for himself a pecuniary advantage, namely the evasion of a debt for which he was liable to the public house, by deception, was sufficient to direct the appellant to s 16; and (
  2. b)on the evidence it was clear that the appellant
(1)knew the charge that he had to meet,
(2)was not prejudiced or embarrassed by the erroneous particularization and
(3)had acted fraudulently throughout ....»
(2)Σύμφωνα με γενικό κανόνα, ο οποίος ισχύει τόσον στις πολιτικές όσον και στις ποινικές δικαστικές διαδικασίες, κάθε διάδικος οφείλει να παρουσιάζει όλην την μαρτυρία επί της οποίας θα βασισθεί πριν κλείσει την υπόθεσή του. Η εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής προϋποθέτει την πλήρη και ολοκληρωμένη μελέτη της υπόθεσης και τον εντοπισμό όλων των επίδικων ζητημάτων πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Παρά ταύτα, ενδέχεται, κατά τη διαδικασία προσαγωγής μαρτυρίας από ορισμένο διάδικο, να εγερθούν ζητήματα τα οποία καταλαμβάνουν τον αντίδικό του, ο οποίος έχει κλείσει την υπόθεσή του, εξαπίνης. Σε τέτοια περίπτωση και προς αποτροπή πιθανής αδικίας το Δικαστήριο δύναται να επιτρέψει σε διάδικο, ο οποίος έχει κλείσει την υπόθεσή του, να παρουσιάσει περαιτέρω μαρτυρία με σκοπό την ανατροπή μαρτυρίας που έχει ήδη δοθεί (αντικρουστική μαρτυρία, evidence in rebuttal / rebutting evidence). Στις ποινικές διαδικασίες η δυνατότητα αυτή παρέχεται δυνάμει του άρθρου 74
(1)(ε) του Κεφ. 155 το οποίο ρητώς προνοεί τη δυνατότητα παροχής άδειας στην κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία προς το σκοπό ανατροπής των όσων καινοφανών ισχυρίσθηκαν ο κατηγορούμενος ή μάρτυρες υπεράσπισης καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Άδεια για προσαγωγή αντικρουστικής μαρτυρίας, κατ΄ αρχήν, δίδεται εφ΄ όσον αυτή αφορά σε ζήτημα ουσίας, σαφώς σχετικό με επίδικο θέμα, και εφ΄ όσον αυτή τείνει να ανατρέψει μαρτυρία η οποία προέκυψε ex improviso, δηλ. κατά τρόπον ώστε ο ανθρώπινος νους δεν θα μπορούσε ευλόγως να προβλέψει. Πρόκειται για προϋποθέσεις αυστηρές δεδομένου του ότι, κατ΄ αρχήν, η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να έχει πέραν της μίας ευκαιρίας για να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του κατηγορουμένου (Savva v. The Police
(1986)2 C.L.R. 31, 50-1). Εκ των ανωτέρω προκύπτει πώς η άδεια παρουσίασης αντικρουστικής μαρτυρίας δεν παρέχεται όταν η μαρτυρία αυτή σκοπεύει να πλήξει την αξιοπιστία μάρτυρος επί ζητήματος δευτερευούσης σημασίας (collateral issue). Απαντήσεις μάρτυρος κατά την αντεξέτασή του, οι οποίες αφορούν σε δευτερευούσης σημασίας ζητήματα θεωρούνται ως τελεσίδικες. Και ούτε παρέχεται τέτοια άδεια όταν η αντικρουστική μαρτυρία σκοπεύει να πλήξει την αξιοπιστία μάρτυρος επί ενός ζητήματος το οποίο, κατά την ετοιμασία της υπόθεσής της, η κατηγορούσα αρχή όφειλε και μπορούσε, καταβάλλοντας εύλογη προσπάθεια, να το εντοπίσει ως ζήτημα που απαιτούσε να καλυφθεί με μαρτυρία. Στην προκείμενη περίπτωση συντρέχουν τα εξής: (α) Παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του κ. Χριστάκη, όπως φαίνεται από το μέρος του πρακτικού της ακροαματικής διαδικασίας το οποίο παρατίθεται πιο πάνω, κατά την αντεξέτασή της η κατηγορουμένη ισχυρίσθηκε ότι για το επίδικο ταξίδι της εχρησιμοποίησε εισιτήριο μετ΄ επιστροφής χωρίς να προηγηθεί οιαδήποτε περί τούτου ερώτηση και χωρίς να προκληθεί. Η κατηγορουμένη προέβαλε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό αυτόκλητη. (β) Μελέτη των πρακτικών αποκαλύπτει πώς δεν ετέθηκε, κατά την αντεξέταση οιουδήποτε των μαρτύρων κατηγορίας, θέμα εισιτηρίου μετ΄ επιστροφής. (γ) Ο ισχυρισμός περί εισιτηρίου μετ΄ επιστροφής είναι ουσιαστικός και σχετικός με επίδικα ζητήματα. Μεταξύ άλλων, ο ισχυρισμός αυτός είναι σχετικός με το ζήτημα της ύπαρξης πρόθεσης εκ μέρους της κατηγορουμένης κατά τον ουσιώδη χρόνο. (δ) Είναι γεγονός πώς στη γραπτή κατάθεσή της στην αστυνομία ημερ. 11.01.2015 (τεκμήριο 3) η κατηγορουμένη αναφέρει και τα εξής: « ... Ακόμα να πω ότι όταν έφυγα από την Κύπρο πήρα μια μικρή βαλίτσα μαζί μου με πολύ λίγα πράγματα γιατί είχα σκοπό να επιστρέψω στο σπίτι μου για να συνεχίσω να ζω με τον άντρα μου και το παιδί μου». Όμως, η δήλωση αυτή δεν δημιουργεί ευλόγως την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αναζητήσει, κατά την προετοιμασία της υπόθεσης, αποδείξεις για το είδος του εισιτηρίου με το οποίο εταξίδεψε η κατηγορουμένη στην πατρίδα της. Αντίθετη άποψη θα επέβαλλε στην κατηγορούσα αρχή την υποχρέωση να λεπτολογεί βασανιστικά και να αντιμετωπίζει κάθε παρεμφερή δήλωση, περιεχομένη σε ανακριτική κατάθεση, με καχυποψία και με διάθεση αναζήτησης της αλήθειάς της. (ε) Ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης σύμφωνα με το οποίον η κατηγορούσα αρχή εγνώριζε εξ αρχής το ταξιδιωτικό γραφείο από το οποίο η κατηγορουμένη εξασφάλισε το επίδικο εισιτήριο είναι τελείως υποθετικός. Δεδομένων των ανωτέρω προκρίνεται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ του υπό συζήτησιν αιτήματος. Το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας, ως αυτό έχει υποβληθεί, εγκρίνεται. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.