Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κωνσταντίνα Μαυρή, Αρ. Υπόθεσης: 699/12, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B55 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 699/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Κωνσταντίνα Μαυρή Ημερομηνία: 24 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κ. Χ. Γεωργίου για Α. Πελεκάνο Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει μία κατηγορία, ότι καταχράστηκε την εξουσία της ως δημόσιος λειτουργός και προέβη σε αυθαίρετη πράξη σε σχέση με εισπράξεις ύψους €7.065,97, τροφεία σε στέγη ευγηρίας του δημοσίου, κατά παράβαση του Άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα. Εκείνο που αποδίδεται στην κατηγορούμενη είναι ότι εισέπραξε το ποσό των €7.065.97 από ηλικιωμένους της στέγης ευγηρίας ως τροφεία, αντί να αποδώσει αυτό το χρηματικό ποσό στο δημόσιο με την κατάθεση του ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό του εργοδότη της. Αυτό το ποσό το δάνεισε στον αδελφό της. Η προϊστάμενη της πρόσεξε ότι τα χρήματα για τα τροφεία δεν είχαν κατατεθεί για το μήνα Μάιο και τότε μετέβηκε στην οικία της κατηγορούμενης για να μάθει γιατί τα χρήματα δεν είχαν καταβληθεί. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε σ' αυτήν ότι εισέπραξε τα χρήματα και ότι δεν τα απέδωσε στον εργοδότη της με την κατάθεση του ποσού στην τράπεζα. Εξέδωσε απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €7.065.97 στις 17.6.11 και στις 23.6.11 επέστρεψε το ποσό που είχε οικειοποιηθεί με την κατάθεση ανάλογου ποσού σε τραπεζικό λογαριασμό του εργοδότη της. Η ουσία της μαρτυρίας της λογίστριας Γεωργίας Αντρέου (ΜΚ2), ήταν ότι η κατηγορούμενη της είχε παραδεχθεί ότι εισέπραξε το ποσό των €7.065,97 από ηλικιωμένους πελάτες της στέγης ευγηρίας και δεν τα κατάθεσε στην τράπεζα. Επίσης, της είπε ότι είχε δανείσει αυτό το ποσό χρημάτων στον αδελφό της και ότι θα επέστρεφε αυτό το ποσό σε τρεις ημέρες. Την ίδια ημέρα που έγινε αυτή η συνομιλία με την κατηγορούμενη, αυτή εξέδωσε απόδειξη είσπραξης για το εν λόγο ποσό και το παρέδωσε στην ΜΚ
- Επίσης, στις 23.6.11, η κατηγορούμενη παρέδωσε στην ΜΚ2 απόδειξη είσπραξης για το ποσό των €7.065,
- Όλα αυτά τα οποία ανέφερε η ΜΚ2 αναλυτικά στην κατάθεση της δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση. Συγκεκριμένα, δεν αμφισβητήθηκε ότι έγινε αυτή η συνομιλία μεταξύ της ΜΚ2 και της κατηγορούμενης όπου στην ουσία η κατηγορούμενη είχε παραδεχθεί οικειοποίηση του ποσού χρημάτων. Η κατηγορούμενη προέβη σε παραδοχή της οικειοποίησης του ποσού, όχι μόνο στον αστυνομικό ανακριτή της υπόθεσης, αλλά και στην ΜΚ
- Αυτή η μαρτυρία μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον της. Ήταν εισήγηση του κ. Πελεκάνου κατά την αντεξέταση, ότι η κατηγορουμένη δεν είχε οποιοδήποτε καθήκον να καταθέσει τα χρήματα στην τράπεζα συγκεκριμένη ημέρα ή χρονική στιγμή. Η ΜΚ2 τον παρέπεμψε στις δημοσιονομικές και λογιστικές οδηγίες που η κατηγορούμενη όφειλε να γνωρίζει εκ της θέσεως της ως υποεισπράκτορας του δημοσίου και παραπέμψε στις οδηγίες 21 και
- Αυτές οι οδηγίες είναι σημαντικές διότι καθορίζουν τα καθήκοντα της κατηγορούμενης να καταθέσει τις εισπράξεις έγκαιρα. Όμως, το επίδικο ζήτημα της υπόθεσης δεν είναι η χρονική στιγμή που είχε καθήκον να εισπράξει τα τροφεία και να τα αποδώσει στον εργοδότη της. Αυτό που καθιστά τη συμπεριφορά της ποινικά κολάσιμη είναι ότι τα είχε εισπράξει, ως ήταν η παραδοχή της στην ΜΚ2 και δεν τα απέδωσε επειδή τα είχε δανείσει στον αδελφό της. Δεν είναι θεωρητικά που διαπιστώνεται η ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης, αλλά διαγιγνώσκεται η ποινική της ευθύνη με βάση τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω, το σενάριο τα τροφεία να μην είχαν εισπραχθεί είναι υποθετικό. Η κατηγορούμενη ήταν υποεισπράκτορας αυτών των τροφείων. Καθήκον της ήταν να τα εισπράξει από τους ηλικιωμένους εκ μέρους του εργοδότη της. Εξάλλου, η ΜΚ2 εξήγησε ότι στην περίπτωση που δεν της έδιδε συγκεκριμένος πελάτης της στέγης τα τροφεία για το μήνα δεν θα ήταν νομικά υπεύθυνη για το οφειλόμενο ποσό. Υπάρχει θετική μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη εισέπραξε το ποσό των €7.065,97 και το ανέφερε στην ΜΚ
- Αυτό δεν το αμφισβήτησε η υπεράσπιση. Συνεπώς, αφού τα εισέπραξε, είχε καθήκον να τα αποδώσει και όχι να τα δανείσει στον αδελφό της. Η εκδοχή ότι της έδωσαν αυτά τα χρήματα οι ηλικιωμένοι ή ότι της τα δάνεισαν, είναι εκ των υστέρων σκέψη που δεν αναφέρθηκε στην ΜΚ2 για να δικαιολογήσει τον εαυτό της κατά τον επίδικο χρόνο ή στον ανακριτή της υπόθεσης. H MK3, Δήμητρα Τεμβρίου, ήταν επόπτρια της κατηγορούμενης από τον Μάρτιο 2011 μέχρι τις 17 Ιουνίου, όταν δημιουργήθηκε το πρόβλημα. Ήταν μέσα στα καθήκοντα της κατηγορούμενης να παραλαμβάνει τις επιταγές των ηλικιωμένων της στέγης για να εισπράξει το 80% για τα τροφεία της στέγης και το υπόλοιπο ποσό να δοθεί στους ηλικιωμένους. Η κατηγορούμενη το γνώριζε αυτό, εξου και η ΜΚ3 τις ζήτησε να λογοδοτήσει για το γεγονός ότι μέχρι τις 13 Ιουνίου τα τροφεία δεν είχαν καταβληθεί. Τότε η κατηγορούμενη αποχώρησε από το χώρο εργασίας της και επικοινώνησε με την ΜΚ3 να της πει ότι δεν θα επέστρεφε διότι είχε κτυπήσει το πόδι της. Σημασία είχε ότι η κατηγορούμενη της παραδέχθηκε σε συζήτηση που έκαναν ότι είχε δώσει τα χρήματα που είχε εισπράξει από τους ηλικιωμένους σε τρίτο πρόσωπο που τα είχε ανάγκη, δηλαδή στον αδελφό της. Η κατηγορούμενη γνώριζε ότι αυτό ήταν λάθος και η ΜΚ3 της υπέδειξε ότι δεν είχε το δικαίωμα να κάνει κάτι τέτοιο με χρήματα που δεν της ανήκαν. Μετά τη συζήτηση που έγινε, η κατηγορούμενη υποσχέθηκε να επιστρέψει τα χρήματα. Αυτές οι παραδοχές που έγιναν από την κατηγορούμενη στην παρουσία της ΜΚ3 δεν αμφισβητήθηκαν. Παρέμειναν αναντίλεκτα καθότι η υπεράσπιση δεν αντεξέτασε την ΜΚ3 για τη συζήτηση που έγινε μεταξύ αυτής και της κατηγορούμενης. Περαιτέρω, κρίνω ότι η ΜΚ3 είπε την αλήθεια. Κατέγραψε όλα τα γεγονότα της υπόθεσης σε επιστολή προς τη Διευθύντρια Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας στις 20.6.
- Δεν βρίσκω ότι είναι μεμπτό το γεγονός ότι έκανε δικές τις σημειώσεις τότε για τα γεγονότα ώστε να θυμάται λεπτομέρειες και ημερομηνίες. Δεν υπάρχει περίπτωση αυτά που είπε στο Δικαστήριο να τα κατασκεύασε εκ των υστέρων, αφού όλα αυτά τα ζητήματα καταγράφηκαν σε δική της επιστολή στις 20.6.2011, την οποία ανέφερε και στην κατάθεση της. Ήταν ακριβής και λεπτομερής σε σχέση με τα γεγονότα. Θυμάται ότι περίμενε την κατηγορούμενη να επιστρέψει από την άδεια ασθενείας και δεν το έκανε μέχρι τις 17 Ιουνίου, ημερομηνία κατά την οποία εξέπνευσε η άδεια ασθενείας της. Η κατηγορούμενη γνώριζε ότι υπήρχε πρόβλημα με τροφεία προηγουμένως, από τον Μάρτιο και η καταγγελία δεν έγινε για αλλότριους λόγους, αλλά επειδή υφίσταται ως πραγματικό γεγονός ότι τα χρήματα των τροφείων για το μήνα Μάιο 2011, δεν ήταν κατατεθειμένα μέχρι τις 17.6.
- Η κατηγορούμενη προέβη σε ανώμοτη κατάθεση με την οποία επιχείρησε να εξηγήσει τη δική της θέση. Ανάλωσε το μεγαλύτερο μέρος της δήλωση της σε αναφορά επιχειρημάτων γιατί η συμπεριφορά της δεν πρέπει να κριθεί παράνομη, υπό τις περιστάσεις και δεν πρόσθεσε σημαντικά γεγονότα στην υπόθεση που θα ανέτρεπαν τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής. Επιπρόσθετα, προέβη σε κάποιους ισχυρισμούς τους οποίους δεν ανέφερε στους προϊστάμενους της κατά τον επίδικο χρόνο, ώστε να δικαιολογήσει τις πράξεις της, αλλά προβλήθηκαν για πρώτη φορά στο Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο και αφού έκλεισε την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή. Επιπρόσθετα, το επιχείρημα της ότι ανέμενε να παραλάβει όλες τις επιταγές των ηλικιωμένων προτού τις καταθέσει, έρχεται σε αντίθεση με τα λεγόμενα της στην αστυνομική της κατάθεση αλλά και σε αντίθεση με τα όσα είπε στους προϊσταμένους της κατά τον επίδικο χρόνο, όταν αυτοί την ρωτούσαν που πήγαν τα χρήματα. Είναι γι' αυτό τον λόγο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η εκδοχή αυτή και απορρίπτεται ως αναξιόπιστη. Στη δήλωση αυτή η κατηγορούμενη προέβαλε για πρώτη φορά τη θέση ότι αναλάμβανε εκ μέρους των ηλικιωμένων τη φύλαξη των χρημάτων τους μέχρι το τέλος του μήνα και ανέμενε τις οδηγίες των ηλικιωμένων για τη διάθεση αυτών των χρημάτων που είχε υπό τη φύλαξη της. Η κατηγορούμενη προέβη στην πιο πάνω δήλωση για να πείσει ότι δεν έκλεψε αυτά τα χρήματα. Όμως ήταν φανερό από τη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, την οποία η κατηγορούμενη ουδέποτε αμφισβήτησε, ότι προσλήφθηκε για να εισπράξει εκ μέρους του εργοδότη της τα τροφεία των ηλικιωμένων. Δεν διέφυγε της προσοχής μου ότι δεν αναφέρθηκε σε συγκεκριμένους μήνες όπου φύλαγε τα χρήματα των ηλικιωμένων για να τους εξυπηρετήσει και δεν κατονόμασε συγκεκριμένο ηλικιωμένο πρόσωπο, τρόφιμο της στέγης, εκ μέρους του οποίου φύλαγε τα χρήματα του και ανέμενε τις οδηγίες του για τη διάθεση αυτών των χρημάτων. Είναι φανερό ότι ο συγκεκριμένος αόριστος και αστήρικτος ισχυρισμός, είναι σκέψη που έγινε εκ των υστέρων και που δεν έχει καμία επίδραση στην ακλόνητη μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής, ότι η κατηγορούμενη πράγματι εισέπραξε τα χρήματα χωρίς να τα αποδώσει ως όφειλε στον εργοδότη της, αλλά τα διάθεσε αλλού. Εξάλλου, η κατηγορούμενη δεν είχε την εξουσία να φυλάει τα χρήματα των ηλικιωμένων έστω και προσωρινά, και να αναμένει τις οδηγίες τους για τη διάθεση αυτών των χρημάτων. Αυτό ήταν έξω από τα καθήκοντα της κατηγορούμενης, εφόσον και οι μάρτυρες κατηγορίας και η ίδια παραδέχθηκε ότι το καθήκον της ήταν μόνο να εισπράξει τα χρήματα εκ μέρους του εργοδότη της και να του τα αποδώσει καταθέτοντας τα στην τράπεζα. Συνεπώς, ακόμη και αυτή η δήλωση συνιστά παραδοχή ότι αυθαίρετα και χωρίς εξουσία προέβαινε σε ενέργειες που δεν ήταν εξουσιοδοτημένη να διενεργήσει και που πιθανόν να έβλαπταν τα συμφέροντα του εργοδότη της. Το άρθρο 105 του Ποινικού Κώδικα προνοεί τα ακόλουθα: «Δημόσιος λειτουργός, ο οποίος κατά κατάχρηση εξουσίας που ανάγεται στα καθήκοντα του, ενεργεί ή διατάσσει την ενέργεια οποιασδήποτε αυθαίρετης πράξης που παραβλάπτει τα δικαιώματα άλλου, είναι ένοχος πλημμελήματος.» Το ποιος θεωρείται δημόσιος λειτουργός σε σχέση με αξιόποινες πράξεις που αφορούν δημόσιους λειτουργούς καθορίζεται από τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 4, του Κεφ.
- Η υπεράσπιση είχε εγείρει διάφορα ζητήματα προς προβληματισμό του Δικαστηρίου κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως. Ήταν θέση της υπεράσπισης πως κανένα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος δεν έχει αποδειχθεί με θετική μαρτυρία. Η υπεράσπιση ζήτησε όπως το Δικαστήριο αναθεωρήσει την ενδιάμεση απόφαση του, με την οποία κρίθηκε η κατάθεση θεληματική, ενόψει των όσων ανέφερε ο ανακριτής της υπόθεσης κατά την κυρίως εξέταση του και αντεξέταση του. Δε θεωρώ ότι συντρέχει λόγος αναθεώρησης των πραγμάτων ενόψει αυτής της μαρτυρίας. Η κατηγορούμενη ήταν ύποπτη κατά τον επίδικο χρόνο για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος. Οι ανακρίσεις δεν ήταν προς το τέλος τους και ούτε ήταν σίγουρος ο ανακριτής κατά τον επίδικο χρόνο ότι η κατηγορούμενη θα κατηγορείτο για το αδίκημα της κλοπής. Μάλιστα, ο ανακριτής είχε κάνει εισήγηση περί του αντιθέτου προς τον προϊστάμενο του. Επομένως, η κατηγορούμενη ήταν ύποπτη για τη διάπραξη αδικήματος συνέπεια της καταγγελίας εναντίον της και ως τέτοια πληροφορήθηκε ότι δεν ήταν υπόχρεα να μιλήσει και ότι έλεγε θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον της. Η μαρτυρία αυτή για τους λόγους που εξήγησα σε ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 10 Νοεμβρίου 2014, ήταν θεληματική και ως τέτοια πρέπει να ληφθεί υπόψη. Όμως, η παραδοχή της κατηγορούμενης δεν έγινε μόνο στην παρουσία της αστυνομίας. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε στην παρουσία των προϊσταμένων της, και/ή άλλων λειτουργών και μαρτύρων κατηγορίας, ότι εισέπραξε τα χρήματα και ότι δεν τα κατέθεσε στην τράπεζα. Επίσης, παραδέχθηκε για το μεμπτό των πράξεων της. Δηλαδή αναγνώρισε ότι είχε εισπράξει τα χρήματα από τους ηλικιωμένους. Η κατηγορούμενη εξέδωσε απόδειξη είσπραξης για το οφειλόμενο ποσό και κατέθεσε τα χρήματα στην τράπεζα. Όλα αυτά έγιναν προτού αναμιχθεί η αστυνομία και τα έκανε αυτά η κατηγορούμενη διά να περισώσει ότι περισώζετο από την παράνομη οικειοποίηση των χρημάτων. Συνεπώς, ακόμη και να μην είχα υπόψη μου την αστυνομική κατάθεση, στο ίδιο συμπέρασμα θα κατέληγα αφ' ης στιγμής διά της αξιόπιστης μαρτυρίας των ΜΚ2 και ΜΚ3 προκύπτει ότι τους παραδέχθηκε διά ζώσης και διά της συμπεριφοράς της ότι εισέπραξε τα χρήματα από τους ηλικιωμένους και δεν τα κατάθεσε στην τράπεζα. Το επόμενο επιχείρημα της υπεράσπισης ήταν ότι δεν αποδείχθηκε ότι η κατηγορούμενη είναι δημόσιος λειτουργός ως ορίζει η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Οι δύο λειτουργοί που είχαν την άμεση εποπτεία των καθηκόντων της κατηγορούμενης και έδωσαν μαρτυρία ανέφεραν ότι η κατηγορούμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδρυματικός λειτουργός που εργαζόταν σε κρατική στέγη και ήταν υπεύθυνη να διαχειρίζεται και να εισπράττει τα τροφεία των ηλικιωμένων που διέμεναν στη στέγη. Η ίδια η κατηγορούμενη ανέφερε στην κατάθεση της, Τεκμήριο 2, ότι ήταν κατά τον επίδικο χρόνο Ιδρυματικός Λειτουργός στο τμήμα Κοινωνικών Υπηρεσιών Λάρνακας. Συνεπώς, επειδή η κατηγορούμενη ήταν λειτουργός των υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας και είχε καθήκοντα σε σχέση με την είσπραξη και λειτουργία εσόδων κρατικής στέγης, πρόκειται αναμφισβήτητα για δημόσιο λειτουργό ως ορίζει το άρθρο 4 του Κεφ.
- Άλλο ζήτημα που εγέρθηκε, είναι ότι δεν έχει καθορισθεί με νόμο ή κανονισμό η πράξη της κατηγορούμενης για την οποία αντιμετωπίζει ποινικές κυρώσεις κατά παράβαση του άρθρου 7 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Συγκεκριμένα, η θέση της υπεράσπισης ήταν ότι δεν υπάρχει σε ισχύ νόμος ή κανονισμός σε σχέση με τα καθήκοντα της κατηγορούμενης κατά την είσπραξη και διάθεση των τροφείων από τους ηλικιωμένους τρόφιμους της κυβερνητικής στέγης. Η υπεράσπιση με παρέπεμψε στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κελβέρη
(1996)2 Α.Α.Δ. 103, τα γεγονότα της οποίας θεωρώ ότι δεν έχουν καμία ομοιότητα με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση ο κοινοτάρχης είχε καταθέσει επιταγή που επρόκειτο να χρηματοδοτήσει συγκεκριμένα έργα της κοινότητας στον προσωπικό του λογαριασμό. Δεν υπήρχε νομοθετική διάταξη ή κανονισμός που να καθορίζει πού έπρεπε αυτά τα χρήματα να κατατεθούν. Ο κοινοτάρχης τα κατέθεσε στο δικό του λογαριασμό και χρησιμοποίησε όλα αυτά τα χρήματα για το σκοπό που είχαν εγκριθεί και χορηγηθεί στην κοινότητα. Δεν είχε αποδειχθεί σε εκείνη την υπόθεση αυθαιρεσία του κοινοτάρχη που παραβιάζει συγκεκριμένη νομοθετική ή κανονιστική διάταξη και παράλληλα να επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα προσώπου ως ορίζει το άρθρο 105 του Κεφ. 154. Η κατηγορούμενη ήταν ιδρυματική λειτουργός. Είναι αναντίλεκτο γεγονός ότι μέσα στα καθήκοντα της ήταν να εισπράττει τα τροφεία των ηλικιωμένων τρόφιμων της στέγης για λογαριασμό του εργοδότη της. Είχε το δικαίωμα να εισπράξει τα τροφεία επειδή είχε την ιδιότητα του ιδρυματικού λειτουργού με καθήκον να εισπράξει αυτά τα χρήματα. Δεν εισέπραξε αυτά τα χρήματα υπό άλλη ιδιότητα, αλλά ως λειτουργός εντεταλμένη από τον εργοδότη της να τα εισπράξει. Ως αναφέρεται πιο πάνω, υπάρχει θετική μαρτυρία ότι πράγματι η κατηγορούμενη εισέπραξε το ποσό που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος. Εφόσον εισέπραξε αυτά τα χρήματα, υπό αυτή την ιδιότητα, δεν ήταν δικά της για να τα κάνει ότι θέλει. Οι δημοσιονομικές διατάξεις αρ. 30, τεκμήριο 6, προβλέπουν ρητώς ότι εισπράξεις για λογαριασμό του κράτους πρέπει να καταχωρούνται σε βιβλίο ταμείο και να αποδίδονται στο κράτος με ένα από τους τρόπους που καθορίζεται στη σχετική διάταξη. Δόθηκε υπέρμετρη προσοχή από την υπεράσπιση στη λέξη «έγκαιρα». Είναι γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται η λέξη «έγκαιρα» και ότι υπάρχει εποικοδομητική ασάφεια που θα πρέπει να ερμηνευθεί προς όφελος της κατηγορούμενης. Παρόλο τούτο, δεν έχω καμία δυσκολία να καταλήξω σε συμπέρασμα ότι η ενέργεια της ήταν αυθαίρετη και ότι αυτή η αυθαιρεσία είναι ποινικά κολάσιμη με βάση νομοθετική διάταξη. Υπάρχει θετική μαρτυρία ενώπιων μου ότι η κατηγορούμενη εισέπραξε χρήματα για λογαριασμό του εργοδότη της και τα οικειοποιήθηκε, δηλαδή τα κράτησε και τα δάνεισε στον αδελφό της. Αυτό συνιστά κλοπή και υπάρχουν ποικίλες νομοθετικές διατάξεις που ποινικοποιούν την παράνομη στέρηση της περιουσίας άλλου προσώπου. Οι λεπτομέρειες του αδικήματος είναι ορθές. Η κατηγορούμενη εισέπραξε το ποσό και το οικειοποιήθηκε. Αυτή η περίπτωση δεν ομοιάζει με την περίπτωση του κοινοτάρχη στην υπόθεση Κελβέρη (πιο πάνω) όπου δεν ήταν θεσμοθετημένη ως υποχρέωση του κοινοτάρχη η κατάθεση των χρημάτων σε συγκεκριμένο λογαριασμό. Αυτά τα χρήματα ουδέποτε υπήρξαν δικά της για να τα διαθέσει όπως ήθελε. Είχε μόνο καθαρή εντολή να τα εισπράξει και να τα αποδώσει στον εργοδότη της. Αντ' αυτού τα οικειοποιήθηκε και μόνο όταν αυτό έγινε αντιληπτό από την επόπτρια της αναγκάστηκε, προκειμένου να αποφύγει περαιτέρω ποινική και πειθαρχική ευθύνη, να βρει τρόπο να αποκαταστήσει τον εργοδότη της για τα χρήματα που του στέρησε. Αυτό το έκανε τελικώς στις 23 Ιουνίου με προσωπικό δάνειο από την ΠΑΣΥΔΥ. Η οικειοποίηση των χρημάτων ήταν αυθαίρετη πράξη. Αυτή η πράξη επηρέασε δυσμενώς τον εργοδότη της που ήταν ιδιοκτήτης των χρημάτων. Παρόλο που η κατηγορούμενη επέστρεψε τα χρήματα, κρίνω ότι διαπράχθηκε το αδίκημα της κλοπής. Κρίνω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής έχουν αποδειχθεί κατά της κατηγορουμένης. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Lawrence 55 Cr. App. R. 73, καταγράφονται αναλυτικά τα συστατικά στοιχεία της κλοπής. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε 1) δόλια 2) ιδιοποίηση 3) περιουσίας άλλου προσώπου 4) με σκοπό ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας να στερηθεί για πάντα αυτή την περιουσία. Ιδιοποίηση της περιουσίας συντελείται όποτε πρόσωπο αναλάβει την περιουσία ή διαθέτει την περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Η κατηγορούμενη παραδέχθηκε ότι εισέπραξε τα χρήματα και ότι δεν κατέθεσε τα χρήματα του εργοδότη της στην τράπεζα. Τα χρήματα δεν ήταν δικά της. Η κατηγορούμενη εξέδωσε απόδειξη είσπραξης και αναγνώρισε ότι αυτά τα χρήματα περιήλθαν στην κατοχή της και ότι αυτά τα χρήματα δεν ήταν δικά της. Την ημέρα που εξέδωσε την απόδειξη είσπραξης δεν είχε τα χρήματα αυτά στην κατοχή της για να τα αποδώσει στον εργοδότη της. Αναγκάστηκε να κάνει δάνειο στην ΠΑΣΥΔΥ διά να τα αποδώσει, τελικώς, στον εργοδότη της, στις 23 Ιουνίου. Τα πιο πάνω δεν είναι συμπεράσματα από εικασίες, αλλά προκύπτουν από τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας που ήταν σε θέση να αναφέρουν ότι τα χρήματα δεν είχαν κατατεθεί και η κατηγορούμενη παραδέχθηκε σε αυτούς ότι τα είχε ήδη εισπράξει αλλά δεν τα κατέθεσε. Από την αξιόπιστη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, προκύπτει ότι η κατηγορούμενη εισέπραξε τα χρήματα και εν αγνοία του εργοδότη της τα χρησιμοποίησε για δικούς της σκοπούς, δηλαδή τα δάνεισε στον αδελφό της που τα είχε ανάγκη. Αυτή είναι δόλια ιδιοποίηση χρημάτων του εργοδότη της, διότι είναι βέβαιο ότι ο εργοδότης της δεν θα συναινούσε σε τέτοια διευθέτηση εάν ήταν γνωστή σε αυτόν. Επομένως, χρησιμοποίησε τη θέση της διά της οποίας είχε την ευκαιρία να αποκτήσει την κατοχή των χρημάτων και μετά εν αγνοία και χωρίς τη συγκατάθεση του εργοδότη της, διέθεσε τα χρήματα με τον τρόπο που ήθελε εκείνη ως να πρόκειτο για δικά της χρήματα. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Fernandes
(1996)1 Cr. App 175 CA το Δικαστήριο θεώρησε ότι η ενέργεια δικηγόρου να καταθέσει προσωρινά τα χρήματα του πελάτη του σε δικό του τραπεζικό λογαριασμό για να πάρει πιο ψηλό επιτόκιο και με τον τόκο επί του κεφαλαίου χρημάτων να πληρώσει προσωπικές του υποχρεώσεις, συνιστά κλοπή. Εκείνο που θα πρέπει να οδηγεί την κρίση του Δικαστηρίου για να κατατάξει την συγκεκριμένη συμπεριφορά ως κλοπή, είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος μεταχειρίστηκε την περιουσία ως δική του, για δικό του όφελος, ανεξάρτητα και χωρίς αναφορά των δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη της περιουσίας. Πρόκειται για κλοπή, εξήγησε το Αγγλικό Δικαστήριο, όταν ο κατηγορούμενος μεταχειρίζεται την περιουσία με τρόπο που θέτει σε κίνδυνο την περιουσία ή με τις ενέργειες του ριψοκινδυνεύει την απώλεια της περιουσίας με αποτέλεσμα να μην είναι βέβαιο κατά πόσο τελικά θα αποδοθεί η περιουσία στον ιδιοκτήτη της. Αυτό ακριβώς έγινε στην παρούσα περίπτωση. Η κατηγορούμενη καταχράστηκε την εμπιστοσύνη του εργοδότη της και χρησιμοποίησε τη θέση της για να εισπράξει χρήματα από ηλικιωμένους για τα τροφεία τους και μετά εν αγνοία του εργοδότη της διέθεσε τα χρήματα για δικούς της προσωπικούς λόγους με κίνδυνο αυτά τα χρήματα να μην αποδοθούν στον εργοδότη της, ήτοι το κράτος. Πράγματι, αυτά τα χρήματα απωλέσθηκαν επειδή ο αδελφός της δεν της τα επέστρεψε. Όταν ο εργοδότης της ζήτησε αυτά τα χρήματα, αυτή δεν αρνήθηκε ότι τα εισέπραξε, αλλά παραδέχθηκε ότι τα εισέπραξε και εξέδωσε σχετική απόδειξη είσπραξης των χρημάτων. Αυτά τα χρήματα είχαν απολεσθεί και δεν τα είχε για να τα επιστρέψει στις 17 Ιουνίου. Αναγκάσθηκε να κάνει δάνειο να επιστρέψει τα χρήματα όταν ο εργοδότης της ανακάλυψε την κλοπή και για να αποφύγει περαιτέρω συνέπειες των πράξεων της. Εν κατακλείδι, η κατηγορούσα αρχή έχει προσκομίσει ικανοποιητική μαρτυρία για να αποδείξει ότι η κατηγορούμενη παράνομα και αυθαίρετα οικειοποιήθηκε περιουσία του εργοδότη της, ήτοι το ποσό των €7.065,97 για δικό της όφελος. Κατά συνέπεια, η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα της κατάχρησης εξουσίας εναντίον της κατηγορούμενης στο βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις και την κρίνω ένοχη. (Υπ.)................ Ν. Ταλαρίδου- Κοντοπούλου Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο