← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Gergina Georgieva κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 356/15, 12/3/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Gergina Georgieva κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 356/15, 12/3/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B36 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 356/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. Gergina Georgieva
  2. Stefka Sancheva Ημερομηνία: 12 Μαρτίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη 1: κ. Πολυχρόνης Για τη Κατηγορούμενη 2: κα Στυλιανού Κατηγορούμενες 1 και 2 παρούσες Α Π Ο Φ Α Σ Η (ΔΙΚΗ ΕΝΤΟΣ ΔΙΚΗΣ) Σε αρχικό στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας η υπεράσπιση ήγειρε ένσταση σε σχέση με την κατάθεση των Τεκμηρίων Α, Α.1, Α.3, Α.4, Α.5, Α.6, Α.7, Α.8, Α.9 και Α.10, ώστε αυτά να μην ληφθούν υπόψη ως μαρτυρία εναντίον των κατηγορουμένων 1 και
  3. Θέση της υπεράσπισης είναι ότι της λήψης των πιο πάνω Τεκμηρίων από τις διωκτικές αρχές προηγήθηκε παράνομη κράτηση των δυο κατηγορουμένων. Τα γεγονότα που πλαισιώνουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι δυο κατηγορούμενες κατέληξαν σε αστυνομικό σταθμό, όπου εν τέλει πραγματοποιήθηκε η σύλληψη τους δυνάμει δικαστικού εντάλματος, δεν αμφισβητούνται στην ουσία από την υπεράσπιση. Το πραγματικό πλαίσιο που έχει τεθεί ενώπιον μου, δια να εξετάσω το παράνομο της κράτησης, είναι σχεδόν κοινό μεταξύ κατηγορούσας αρχής και υπεράσπισης με μικρές διαφορές που δεν έχουν σημασία για την τελική μου κρίση σε σχέση με το επίδικο ερώτημα, το παράνομο της κράτησης. Δυο μέρες προηγουμένως, δηλαδή στις 5.1.2015, είχε γίνει κλοπή χρημάτων από την τσέπη του παντελονιού του παραπονούμενου, ο οποίος ψώνιζε στη φρουταρία του πολυκαταστήματος Debenhams, ύψους πολλών χιλιάδων ευρώ. Οι δυο δράστες της κλοπής, είχαν καταγραφεί σε κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης κατά τη διάρκεια της κλοπής. Αντίγραφο της ταινίας είχε δοθεί στην αστυνομία και οι τρείς αστυνομικοί που είχαν εμπλακεί στο όλο επεισόδιο και που εντόπισαν τις δυο κατηγορούμενες δυο μέρες αργότερα, είχαν υπόψη τους τη συγκεκριμένη ταινία και είχαν αναγνωρίσει τις δύο κατηγορούμενες ως τα πρόσωπα που εμφανίζονται στο κλειστό κύκλωμα να πραγματοποιούν την κλοπή. Συγκεκριμένα, ο ΜΚ2, αναπληρωτής Λοχίας 3645, ήταν εκτός καθήκοντος κατά τον επίδικο χρόνο και ήταν μαζί με τη σύζυγο του σε εμπορικό κέντρο για ψώνια, όταν αναγνώρισε τις δυο κατηγορούμενες ως τα πρόσωπα που εμφαίνονται στην ταινία του κλειστού κυκλώματος, τηλεφώνησε στο σταθμό και ενημέρωσε συναδέλφους του που ήταν καθήκον για το περιστατικό. Εν τω μεταξύ, παρακολούθησε διακριτικά τις δυο κατηγορούμενες σε διαφορετικά καταστήματα και αυτές εξερχόμενες του καταστήματος Mango ανακόπηκαν από τον Αστ 3725, Μάριο Αποστόλου (ΜΚ1) και την Γ/Αστ. 4056, Μάρθα Δημητρίου (ΜΚ3). Οι αστυνομικοί έτρεξαν πίσω από τις δυο κατηγορούμενες, τις ανέκοψαν και τις ενημέρωσαν με την επίδειξη της αστυνομικής τους ταυτότητας ότι ήταν αστυνομικοί. Οι τρεις αστυνομικοί είχαν αναγνωρίσει τις κατηγορούμενες από τη φυσιογνωμία τους και θεωρούσαν ότι αυτές ήταν τα πρόσωπα που είχαν διαπράξει την κλοπή δυο μέρες προηγουμένως. Η ταυτότητα των δυο γυναικών ήταν άγνωστη γι' αυτούς. Δηλαδή, οι αστυνομικοί δεν γνώριζαν ποια ήταν η ταυτότητα των δυο γυναικών που εμφανίζονται στην ταινία του κλειστού κυκλώματος. Οι αστυνομικοί δεν χρησιμοποίησαν βία ή πίεση για να ανακόψουν τις δύο γυναίκες. Ζήτησαν όπως αυτές να τους δείξουν τις ταυτότητες τους. Επέδειξαν ταυτότητα και αντιλήφθηκαν ότι οι δυο γυναίκες ήταν Βουλγάρικης καταγωγής. Τις πληροφόρησαν τους λόγους που τις ανέκοψαν και την εύλογη υποψία τους ότι τις θεωρούσαν ύποπτες για την κλοπή στο πολυκατάστημα Debenhams προ δυο ημερών. Δεν έγινε εκεί ουσιαστική ανάκριση ή έρευνα των δυο γυναικών. Ο ΜΚ2 είχε αποχωρήσει με τη σύζυγο του. Η ΜΚ3 ανέφερε ότι έπρεπε να ερευνηθούν οι τσάντες των δύο γυναικών για να ψάξουν για τα χρήματα. Ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν μπορούσε να γίνει ουσιαστική ανάκριση ή έρευνα των δυο κατηγορουμένων στο εμπορικό κέντρο, έτσι τους ζήτησαν να τους ακολουθήσουν στο σταθμό. Είναι κοινό έδαφος ότι οι δυο γυναίκες δεν πληροφορήθηκαν ότι είχαν το δικαίωμα να αρνηθούν να ακολουθήσουν τους αστυνομικούς στο σταθμό για ανάκριση. Κάλεσαν τις δυο κατηγορούμενες να τους ακολουθήσουν στον αστυνομικό όχημα στο χώρο στάθμευσης και τις μετέφεραν με το αστυνομικό όχημα, καθήμενες στο πίσω κάθισμα, μέχρι τον αστυνομικό σταθμό. Σε κανένα στάδιο δεν χρησιμοποιήθηκε βία για να περιοριστούν οι δυο γυναίκες. Οι δυο αστυνομικοί δεν θεωρούσαν ότι οι δυο γυναίκες ήταν υπό σύλληψη κατά την ανακοπή τους και μεταφορά τους στον αστυνομικό σταθμό, σε αντίθεση με τις δυο γυναίκες που είχαν αντίθετη θεώρηση των πραγμάτων και θεώρησαν ότι δεν είχαν το δικαίωμα να αρνηθούν στο κάλεσμα της αστυνομίας να τους ακολουθήσουν. Πειστικό στοιχείο που αποδεικνύει ότι οι δυο αστυνομικοί υποκειμενικά δεν θεωρούσαν ότι οι δυο γυναίκες ήταν υπό κράτηση, είναι το γεγονός ότι δεν τηρήθηκε το πρωτόκολλο μεταφοράς κρατουμένων με περιπολικό της αστυνομίας στο σταθμό. Περαιτέρω, η ΜΚ3 ανέφερε ότι στην περίπτωση που ήθελε να συλλάβει τις δυο γυναίκες δεν είχε πλέον πρόβλημα να το διενεργήσει σε άλλο κατοπινό στάδιο επειδή είχε τα στοιχειά τους και μπορούσε να διενεργήσει σύλληψη και αργότερα. Η ανακοπή των δυο γυναικών έγινε στις 11:45 π.μ. Μετέφεραν τις δυο γυναίκες στο σταθμό και οδήγησαν κάθε μια σε ξεχωριστό γραφείο για ανάκριση. Δεν έγινε ανάκριση, έρευνα των κατηγορουμένων ή λήψη συγκατάθεσης τους για αναγνώριση πριν την εξασφάλιση εντάλματος σύλληψης. Οι αστυνομικοί είχαν εν των μεταξύ αποταθεί για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Η αστυνομία είχε εξασφαλίσει ένταλμα σύλληψης εναντίον των δυο γυναικών μέχρι τις 1:00 μ.μ. Δεν ήταν γνωστή η ταυτότητα τους πριν τις 11:45 π.μ. όταν έγινε η ανακοπή. Πέρασε λίγο περισσότερο από μια ώρα όταν πλέον είχε εξακριβωθεί η ταυτότητα των δύο γυναικών για να αποταθεί η αστυνομία με βάση τα πραγματικά δεδομένα στο Δικαστήριο και να πετύχουν την έκδοση εντάλματος συλλήψεως εναντίον τους. Τα πιο πάνω Τεκμήρια λήφθηκαν μεταγενέστερα της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι αστυνομικοί είχαν εύλογη υποψία να ανακόψουν τις δυο γυναίκες και να αποταθούν για την έκδοση εντάλματος σύλληψης, το οποίο ακολούθησε λίαν συντόμως του εντοπισμού τους, στις 11:45 π.μ. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η αστυνομία διέπραξε παρανομία δια να εξασφαλίσει μαρτυρία εναντίον των δύο γυναικών. Εάν μαρτυρία εξασφαλίστηκε συνεπεία παρανομίας, αυτή θα πρέπει να αποκλεισθεί εξαιτίας της παρανομίας. Η θεληματικότητα της κατάθεσης εξαρτάται από τις ενέργειες της αστυνομίας και όχι άλλων προσώπων. Ο λόγος που κάποια μαρτυρία δεν γίνεται δεκτή είναι διά να αποτρέπεται η αστυνομία από παράνομες ενέργειες διά να εξασφαλίσει ομολογίες από υπόπτους. Τέτοιες παράνομες πιέσεις και/ή υποσχέσεις από τις διωκτικές αρχές δεν είναι επιθυμητές και ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας όταν διαπιστωθεί κάτι τέτοιο είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος να αποτρέπονται τέτοιες ενέργειες. Επίσης, ο άλλος λόγος που θα πρέπει να αποκλεισθεί τέτοια μαρτυρία, είναι ότι μαρτυρία που εξασφαλίσθηκε κατόπιν πιέσεων ή αθέμιτων υποσχέσεων της αστυνομίας, πιθανόν να μην είναι αξιόπιστη μαρτυρία. Το άρθρο 11 του Συντάγματος προνοεί ρητώς όλες τις περιπτώσεις που δικαιούται η πολιτεία να περιορίσει το ατομικό δικαίωμα της ελευθερίας. Η αστυνομία δεν έχει καμία εξουσία να κρατήσει πρόσωπο προς το σκοπό της τιμωρίας για το αδίκημα που διέπραξε. Η αστυνομία δικαιούται να κρατήσει πρόσωπο μόνο εάν η κράτηση στοχεύει στη διερεύνηση αδικήματος. Στην υπόθεση Τσουλούπα ν. Γενικός Εισαγγελέας,

(2002)1(Β) Α.Α.Δ. 1263, το Εφετείο επεσήμανε ότι οποιοσδήποτε περιορισμός στο δικαίωμα της ελευθερίας του ατόμου. όχι μόνο πρέπει να καταδεικνύεται ότι εμπίπτει με αυστηρότητα στους ρητά και περιοριστικά προνοούμενους λόγους κράτησης, αλλά και να τεκμηριώνεται ως προς τα δεδομένα της κάθε περίπτωσης. Το Δικαστήριο πρέπει να πεισθεί ότι η αστυνομία ενήργησε καλή τι πίστη και εύλογα. Στην υπόθεση Χ" Σάββας ν. Δημοκρατίας
(1988)2 CLR 37, το Ανώτατο Δικαστήριο επεξήγησε ότι η συμπεριφορά της αστυνομίας σε σχέση με τη διερεύνηση αδικήματος θα πρέπει να εξεταστεί με αντικειμενικά κριτήρια. Σε εκείνη την υπόθεση, σύμφωνα με τα λεγόμενα του αστυνομικού, το αδίκημα διαπράχθηκε στο δρόμο ενώπιον των αστυνομικών. Η αστυνομία αρνήθηκε να του πάρει δείγμα εκπνοής επειδή θεώρησαν ότι το αδίκημα τελέσθηκε. Συνεπώς παράνομα κρατήθηκε ο εφεσείοντας στα αστυνομικά κρατητήρια για 3 ½ ώρες, εφόσον το αδίκημα ήταν αυτόφωρο και δεν αποτάθηκαν οι αστυνομικοί για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Τρία είναι τα βασικά ζητήματα που θα κρίνουν κατά πόσο είναι ορθό αυτή η μαρτυρία να αποκλεισθεί εξαιτίας παράνομων κατ' ισχυρισμό ενεργειών της αστυνομίας.
  1. Πρόκειται για κράτηση ή περιορισμός των κινήσεων των δυο γυναικών εκείνο το οποίο ακολούθησε την ανακοπή τους στο εμπορικό κέντρο μέχρι τη στιγμή της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης εναντίον τους περίπου μια ώρα αργότερα;
  2. Στην περίπτωση που θεωρείται περιορισμός η κράτηση αυτό που έγινε ήταν παράνομη με βάση τις διατάξεις του άρθρου 11 του Συντάγματος;
  3. Είναι δεδομένο ότι καμία μαρτυρία δεν λήφθηκε εναντίον των δυο γυναικών πριν την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παρανομίας και της ληφθείσας μαρτυρίας που να δικαιολογεί τον αποκλεισμό της μαρτυρίας; Σε σχέση με το πρώτο ζήτημα, κρίνω ότι η ανακοπή των δυο γυναικών στο εμπορικό κέντρο, η μεταφορά τους στο σταθμό με αστυνομικό περίπολο και η παραμονή τους σε γραφείο του ΤΑΕ μέχρι τη στιγμή έκδοσης του εντάλματος σύλληψης δεν πρέπει να θεωρηθεί κατ' ανάγκη περιορισμός της ελευθερίας τους. Στην υπόθεση Gendarmie v. Michael
(1980)2 Α.Α.Δ. 118, το Εφετείο επεξήγησε ότι ανακοπή πορείας του οχήματος από αστυνομικό για να ρυθμιστεί η τροχαία κυκλοφορία είναι πράξη παροδικής φύσεως ώστε να μην συνιστά στέρηση της ελευθερίας του ατόμου, κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος. Όμως, συνέχισε και διευκρίνισε ότι ακόμη και τέτοιος περιορισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί στέρηση της ελευθερίας λόγω της διάρκειας του περιορισμού των κινήσεων. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Kirnouyan
(1996)2 Α.Α.Δ. 126 και πολύ πρόσφατα στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σταύρου Σιάκου, Ποινική Έφεση 73/14, ημερ. 20.2.15, το Εφετείο θεώρησε ότι κακώς το Πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι ανακοπή οχήματος και έρευνα του οχήματος συνιστά πάντοτε, χωρίς εξέταση όλων των δεδομένων, στέρηση της ελευθερίας του ατόμου. Στην υπόθεση Kirnouyan (πιο πάνω), επεξήγησε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι υπήρχε παράνομη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου εξαιτίας της σωρευτικής επενέργειας της ακινητοποίησης του οχήματος του εφεσίβλητου και της μεταφοράς του στον σταθμό, ενώ το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να αξιολογήσει τα στοιχεία ενώπιων του, προτού καταλήξει σε συμπέρασμα ότι με τα συγκεκριμένα δεδομένα υπήρχε παράνομη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου. Διευκρίνισε ότι υπάρχουν διάφορες διατάξεις του νόμου που επιτρέπουν την ανακοπή του ατόμου για έρευνα και ανάκριση όταν υπάρχει εύλογη υποψία για την διάπραξη αδικήματος χωρίς να συνεπάγεται ότι έχουν δημιουργηθεί συνθήκες στέρησης της ελευθερίας του ατόμου. Στην παρούσα περίπτωση, οι αστυνομικοί κάλεσαν τις δύο γυναίκες να τους ακολουθήσουν, πράγμα το οποίο έκαναν. Oι αστυνομικοί δεν χρησιμοποίησαν φυσική ή ψυχολογική βία για να πείσουν τις δύο γυναίκες να τους ακολουθήσουν. Δεν υπήρξε πολυάριθμη αστυνομική δύναμη γύρω από τις δύο γυναίκες, παρά μόνο η παρουσία των δυο αστυνομικών με πολιτική ενδυμασία. Μάλιστα η μία εκ των δύο αστυνομικών ήταν γυναίκα. Οι δύο γυναίκες ανέφεραν ενόρκως ότι ένιωθαν ότι δεν μπορούσαν να αρνηθούν στο κάλεσμα των δύο αστυνομικών να τους ακολουθήσουν. Οι αστυνομικοί τους είχαν ανακόψει επειδή είχαν εύλογη υποψία ότι οι δύο γυναίκες είχαν διαπράξει αδίκημα. Επιθυμούσαν να ανακρίνουν τις δύο γυναίκες και δεν προσφερόταν ο χώρος του εμπορικού κέντρου για τέτοια ανάκριση. Οι αστυνομικοί πληροφόρησαν τις δύο γυναίκες ότι τις θεωρούσαν ύποπτες για τη διάπραξη αδικημάτων. Μάλιστα, η ΜΚ3 είχε αναφέρει ότι φόβος της ήταν στην περίπτωση που τα χρήματα ήταν στην κατοχή των δύο γυναικών, αυτά τα χρήματα να μην εξαφανισθούν. Οι αστυνομικοί δεν άσκησαν βία εναντίον των δύο γυναικών, ούτε τους είπαν ότι ήταν υπόχρεες να τους ακολουθήσουν, αλλά ούτε και τους ανέφεραν ότι ήταν ελεύθερες να φύγουν ή ότι μπορούσαν να αρνηθούν να τους ακολουθήσουν. Τοποθέτησαν τις δύο γυναίκες σε όχημα της αστυνομίας για μεταφορά τους στον αστυνομικό σταθμό. Στο σταθμό τους οδήγησαν σε ξεχωριστά δωμάτια για να αναμένουν την ανάκριση τους. Περιορισμός των κινήσεων υπόπτων δεν οδηγεί αναπόφευκτα σε εύρημα ότι υπήρξε στέρηση της ελευθερίας του ατόμου. Δεν υπάρχει κανένας άκαμπτος κανόνας που υπαγορεύει ότι κάτω από δοσμένες συνθήκες τεκμαίρεται η στέρηση της ελευθερίας του ατόμου. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να κριθεί από τα δικά της γεγονότα. (Βλ. Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 411.) Στην Κωνσταντίνου (πιο πάνω), είχε διαπραχθεί ένοπλη ληστεία και η αστυνομία είχε στείλει διάφορα περίπολα στην περιοχή σε μία προσπάθεια να εντοπίσουν τους δράστες. Ο εφεσείοντας οδηγούσε το όχημα. Η αστυνομία ανέκοψε το όχημα αλλά όχι τυχαία. Τον ανέκοψαν επειδή το όχημα αυτό ανταποκρινόταν σε περιγραφή που είχε η αστυνομία για το όχημα της ληστείας. Ανακόπηκε ο οδηγός του οχήματος και στη συνέχεια τέθηκε υπό σύλληψη όταν δεν έδωσε ικανοποιητικά στοιχεία για την ταυτότητα του. Ακολούθησε έρευνα του οχήματος και η αστυνομία βρήκε ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του. Αυτός ο περιορισμός των κινήσεων του υπόπτου σε συνδυασμό με την έρευνα του οχήματος που ακολούθησε δεν κρίθηκε ότι συνιστά παράνομη στέρηση ελευθερίας. Σε σχόλια του το Δικαστήριο ανέφερε ότι ορθά έπραξε η αστυνομία διότι έτρεχαν μπροστά από τις εξελίξεις και οι πράξεις τους δεν ήταν αυθαίρετες ή δυσανάλογες προς τις ανάγκες της στιγμής. Ακόμη και πολύωρη ανάκριση του υπόπτου σε αστυνομικό σταθμό κατά την εξέλιξη της οποίας δημιουργήθηκε εναντίον του υπόπτου εύλογη υποψία ότι διέπραξε ποινικό αδίκημα, δεν θεωρήθηκε ότι συνιστά κράτηση που δικαιολογεί την επίκληση των διατάξεων του άρθρου 11 του Συντάγματος. (Βλ. Χ" Σάββας ν. Δημοκρατίας
(1986)2 Α.Α.Δ. 64). Η ίδια θεώρηση των πραγμάτων υπάρχει και στο Αγγλικό δίκαιο. Όταν η αστυνομία έχει περιορίσει το άτομο για ανάκριση και έρευνα, αυτός ο περιορισμός δεν θεωρείται αυτόματα ότι συνιστά και κράτηση του ατόμου. Στο Σύγγραμμα Αrchbold Pleading and Practice, 41 Edition, Chapter 20, Offences against Persons as Individuals, par. 20-251, υπάρχει καλή περίληψη της νομολογίας που διατυπώνει την πιο πάνω αρχή, δηλαδή ότι ο περιορισμός και ακόμη μεταφορά του υπόπτου δεν θεωρείται και αυτόματα κράτηση του. Μόνο όταν ο ύποπτος γνώριζε, με βάση τα αντικειμενικά δεδομένα της υπόθεσης, με σαφήνεια και χωρίς αμφιβολία ότι ήταν υπό κράτηση, δηλαδή όχι ελεύθερος να φύγει, γίνεται λόγος για σύλληψη του ατόμου. «In general an arrest is constituted by a physical seizure or touching of the arrested person's body, with a view to his detention. In Alderson v. Booth
(1969)2 Q.Β. 216; 53 Cr. App. R. 301, however, it was said that there is no longer any need for an actual seizing of touching to constitute an arrest. There may be an arrest by mere words, by saying «I arrest you» without any touching, provided that the accused submits and goes with the officer. An arrest is constituted when any form of words is used, which, in the circumstances of the case, is calculated to bring to the accused person's notice, and does so, that he is under compulsion, and he thereafter submits to compulsion: Alderson v. Booth, ante. It all depends on the circumstances of any particular case whether in fact it has been shown that a man has been arrested. No formula will suit every case and it may well be that different procedures might have to be followed with different persons depending on their age, ethnic origin, knowledge of English, intellectual qualities, physical or mental disabilities. There is no magic formula; only the obligation to make it plain to the suspect by what is said and done that he is no longer a free man. Whether that obligation has been discharged is a question of fact, not of law and it must be left to the jury to decide whether a person has been arrested or not at least where there is a real dispute as to the question whether the defendant understood that he was being arrested: R. v. Inwood
(1973)1 W.L.R. 647, G.A. As to the detaining of persons under section 66 of the Metropolitan Police Act 1839, see ante, §20-192. For cases relating to the arrest of persons under the Road Traffic Act 1972, see post, §20-257.» Βοηθητικές αποφάσεις για το ζήτημα είναι αποφάσεις του Ομόσπονδου Δικαστηρίου των ΗΠΑ και αποφάσεις των Ανωτάτων Δικαστηρίων Πολιτειών των ΗΠΑ, επειδή υπάρχει παρόμοια συνταγματική πρόνοια, η τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος που απαγορεύει παράνομες έρευνες και συλλήψεις προσώπων. Στην υπόθεση U.S. v. Mendenhall 446 U.S. 544
(1980), το Ανώτατο Ομόσπονδο Δικαστήριο των ΗΠΑ επεξήγησε ότι δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας που να υπαγορεύει ότι κάθε ανάκριση και περιορισμός του ατόμου χωρίς ένταλμα συνιστά και στέρηση της ελευθερίας του ατόμου. Κάθε περίπτωση θα πρέπει να κριθεί από τα δικά της γεγονότα για να αξιολογηθεί κατά πόσο οι ενέργειες της αστυνομίας είχαν ως αποτέλεσμα τη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου. Σε εκείνη την υπόθεση η εφεσείουσα είχε καταφθάσει με πτήση από Los Angeles στο αεροδρόμιο του Detroit. Όταν έφθασε στο αεροδρόμιο την ανέκοψαν για ανάκριση αστυνομικοί διότι υπήρχε υποψία ότι θα γινόταν διακίνηση ναρκωτικών σε εκείνο το αεροδρόμιο. Η εφεσείουσα δεν έδωσε πειστικές εξηγήσεις σε σχέση με την ταυτότητα της και μάλιστα το όνομα της ταυτότητας της είχε διαφορές με το όνομα του αεροπορικού εισιτηρίου. Η αστυνομία ζήτησε όπως η εφεσείουσα τους ακολουθήσει σε ένα δωμάτιο της αστυνομίας στο αεροδρόμιο για ανάκριση, πράγμα που έκανε και μετά ζήτησαν να ερευνήσουν τις αποσκευές της, πράγμα που η εφεσείουσα το επέτρεψε, με αποτέλεσμα να βρεθούν τα ναρκωτικά. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι δεν υπήρχε στέρηση της ελευθερίας του ατόμου ώστε η εφεσείουσα να επικαλείται τις διατάξεις του Συντάγματος διά αποκλεισμό των ναρκωτικών που βρέθηκαν κατά την ανάκριση της στο δωμάτιο της αστυνομίας στις αποσκευές της. Το Δικαστήριο εξήγησε το σκεπτικό του ως εξής: «The Courts assumption appears entirely correct in view of the fact that there is nothing in the constitution which prevents a policeman from addressing questions to anyone on the streets. Police officers enjoy the liberties to address questions to other persons although ordinarily the person addressed has an equal right to ignore his interrogator and walk away. We adhere to the view that a person is seized only when means of physical force or a show of authority his freedom of movement is restrained. Only when such restraint is imposed is there a foundation whatever for imposing constitutional safeguards. The purpose of the fourth amendment is not to eliminate all contact between the police and the citizenry but to prevent the arbitrary and oppressive interference by enforcement officials with the privacy and personal security of individuals. Moreover, characterizing every street encounter between a citizen and the police as a «seizure», while not enhancing any interest secured by the Fourth Amendment, would impose wholly unrealistic restrictions upon a wide variety of legitimate law enforcement practices. The Court has no other occasion referred to the acknowledged need for police questioning as a tool in the effective enforcement of the criminal laws. «Without such investigation, those who were innocent might be falsely accused, those who were guilty might wholly escape prosecution, and many crimes would go unsolved. In short, the security of all would be diminished» Schneckloth v. Bustamonte, 412 U.S. at 225. We conclude that a person has been «seized» within the meaning of the Fourth Amendment only if, in view of all of the circumstances surrounding the incident, a reasonable person would have believed that he was not free to leave[1]. Examples of circumstances that might indicate a seizure, even where the person did not attempt to leave, would be the threatening presence of several officers, the display of a weapon by an officer, some physical touching of the person of the citizen, or the use o language or tone of voice indicating that compliance with the officer' s request might be compelled. In the absence of some such evidence, otherwise inoffensive contact between a member of the public and the police cannot, as a matter of law, amount to a seizure of that person. » Σε ελεύθερη μετάφραση: «Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι ορθό επειδή δεν υπάρχει καμία πρόνοια στο Σύνταγμα που να απαγορεύει σε αστυνομικό να ανακρίνει οποιοδήποτε στο δρόμο. Οι αστυνομικοί απολαμβάνουν όλα τα δικαιώματα όλων των υπόλοιπων πολιτών και δικαιούνται να ανακρίνουν πρόσωπα με τη διαφορά βέβαια ότι στην περίπτωση του απλού πολίτη ο ανακρινόμενος δικαιούται να αρνηθεί να απαντήσει και να φύγει. Κρίνουμε ότι πρόσωπο θεωρείται ότι είναι υπό κράτηση μόνο όταν η αστυνομία χρησιμοποιεί φυσική βία ή επιδεικνύει δύναμη στον ανακρινόμενο με τρόπο που αυτός υποχρεώνεται σε περιορισμό των κινήσεων του. Μόνο όταν ο περιορισμός των κινήσεων επιβάλλεται είναι ορθό να γίνει επίκληση της προστασίας που παρέχεται από τις πρόνοιες του Συντάγματος. Ο σκοπός της τέταρτης τροποποίησης του Συντάγματος δεν είναι να εξαλείψει κάθε επικοινωνία μεταξύ αστυνομικών και πολιτών, αλλά να προφυλάσσει τη σωματική ακεραιότητα πολιτών και την ιδιωτική τους ζωή από αυθαίρετη και καταπιεστική αστυνομική παρέμβαση. Επιπρόσθετα, εάν χαρακτηρισθεί κάθε ανάκριση μεταξύ αστυνομίας και πολίτη ως κράτηση, δεν θα προωθήσει τα συμφέροντα που προωθούνται από την τέταρτη τροποποίηση του Συντάγματος, αλλά θα έθετε μη εφικτούς και τεχνικούς περιορισμούς σε νόμιμες δραστηριότητες της αστυνομίας. Το Δικαστήριο έχει σε άλλες περιπτώσεις επισημάνει ότι η αστυνομική ανάκριση είναι αναγκαίο εργαλείο για αποτελεσματική εξιχνίαση εγκλημάτων. Εάν δεν υπάρχει τέτοια ευχέρεια στην αστυνομία, εκείνοι που είναι αθώοι θα διώκονται αδίκως και εκείνοι που είναι ένοχοι θα διαφεύγουν της ποινικής τους ευθύνης και τα εγκλήματα θα παραμένουν ανεξιχνίαστα. Εν κατακλείδι, η ασφάλεια όλων των πολιτών θα επηρεαστεί δυσμενώς σε μεγάλο βαθμό. Καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι πρόσωπο θεωρείται υπό κράτηση για σκοπούς της τέταρτης τροποποίησης του Συντάγματος μόνο στην περίπτωση που λαμβανομένου υπόψη όλα τα περιστατικά της υπόθεσης ο λογικός άνθρωπος θα θεωρούσε ότι δεν ήταν ελεύθερος να φύγει. Κάποια στοιχειά που μπορεί να ληφθούν υπόψη για την ετυμηγορία του Δικαστηρίου σε σχέση με το τι εστί κράτηση, ακόμη και εκεί που ο πολίτης δεν επιχείρησε να διαφύγει του περιορισμού, είναι η απειλητική παρουσία των αστυνομικών και επίδειξη δύναμης, επίδειξη πυροβόλου όπλου, φυσική βία ή άγγιγμα, απειλές φραστικές ή επιβλητικό τόνο φωνής που υπαγορεύει την υπακοή του ατόμου στις υποδείξεις του αστυνομικού. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, κατά τα άλλα αθώα επαφή αστυνομικών με το κοινό δεν μπορεί ως θέμα αρχής να θεωρηθεί ότι πρόκειται για συνθήκες κράτησης του ατόμου.» Οι κατηγορούμενες είχαν ανακοπεί από άντρα και γυναίκα αστυνομικό. Δεν χρησιμοποίησαν φυσική δύναμη να τις περιορίσουν ούτε έγινε επίδειξη ισχύος με όπλα. Τέλος, κάλεσαν τις δυο κατηγορούμενες να τους ακολουθήσουν αν και δεν ανέφεραν ρητώς ότι δεν ήταν υπόχρεες να το πράξουν. Δεν θεωρώ ότι είναι αναπόφευκτο συμπέρασμα ότι οι δυο κατηγορούμενες ήταν σε συνθήκες κράτησης, αλλά είναι συμπέρασμα που χρήζει προσεκτικής αξιολόγησης όλων των δεδομένων. Στην υπόθεση People v. Hicks
(1986)68 N Y2d 234, το Ανώτατο Δικαστήριο της πολιτείας της Νέας Υόρκης έκρινε ότι ακόμη και μεταφορά υπόπτου σε αστυνομικό όχημα για σκοπούς αναγνώρισης δεν συνιστά περιορισμό του ατόμου υπό συνθήκες κράτησης. Σε εκείνη την περίπτωση είχε προηγηθεί στη γειτονιά διάρρηξη και ο ύποπτος οδηγούσε όχημα που προερχόταν από την κατεύθυνση του χώρου της διάρρηξης. Η διάρρηξη είχε γίνει προ ολίγων λεπτών, η κυκλοφορία ήταν εξαιρετικά αραιή τη δεδομένη στιγμή και ο κατηγορούμενος ήταν ο μόνος που θεάθηκε εκείνη τη στιγμή να οδηγά όχημα από την σκηνή της διάρρηξης. Η αστυνομία τον ανέκοψε και ζήτησαν να τον μεταφέρουν κοντά στη σκηνή της διάρρηξης για σκοπούς αναγνώρισης του υπόπτου. Του ζητήθηκε να σταθμεύσει ο ίδιος το όχημα του προτού επιβιβαστεί στο αστυνομικό όχημα για να μεταφερθεί στη σκηνή. Το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό δεν ήταν κράτηση με το εξής σκεπτικό: «We have rejected as standards for determining when a de facto arrest has taken place the subjective belief of the officer, as well as that of the citizen and looked instead to «what a reasonable man, innocent of any crime, would have thought had he been in the defendant's position». Applying this test, it is clear that the police action fell short of the intrusion upon the defendant's liberty and privacy that constitutes an arrest. Indeed, even on a wholly subjective analysis, we could conclude that defendant could not reasonably have thought he was under arrest. Defendant was not handcuffed, there was no show of force, he was permitted to park the car nearby before accompanying the police, he was not taken to the police station, the total time and distance were very brief, he was told the specific, limited purpose of the detention, and no information was asked of him after the initial inquiry.» Σε ελεύθερη μετάφραση: «Ορθό κριτήριο για να κριθεί κατά πόσο περιορισμός κινήσεων είναι στην πραγματικότητα σύλληψη του ατόμου, δεν είναι η υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων από τον συγκεκριμένο αστυνομικό ή επηρεαζόμενο πολίτη, αλλά η αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων του λογικού ανθρώπου για την κατάσταση που επικρατεί, ο οποίος είναι αθώος σε σχέση με οποιοδήποτε παρανομία. Στην περίπτωση που εφαρμοστεί αυτό το κριτήριο από αστυνομική παρέμβαση στην ιδιωτική ζωή του ανθρώπου, είναι καθαρό συμπέρασμα ότι δεν δικαιολογείται εύρημα ότι η συγκεκριμένη παρέμβαση πρόκειται για de facto σύλληψη του ατόμου. Ακόμη και με οποιαδήποτε υποκειμενική θεώρηση των πραγμάτων από τη σκοπιά του επηρεαζόμενου πολίτη, δεν δικαιολογείται εύρημα ότι ο πολίτης αυτός πρέπει να θεωρούσε ότι ήταν υπό σύλληψη. Οι αστυνομικοί δεν τοποθέτησαν στο άτομο αυτό χειροπέδες ή του έκαναν επίδειξη δύναμης, να του επιβληθούν και μάλιστα του επέτρεψαν να σταθμεύσει το όχημα του προτού τον συνοδεύσουν. Επιπρόσθετα, δεν τον μετέφεραν σε αστυνομικό σταθμό, ο χρόνος περιορισμού ήταν σύντομος και η απόσταση που τον μετέφεραν ήταν μικρή. Ενημερώθηκε το συγκεκριμένο λόγο που περιορίσθηκε η ελευθερία της μετακίνησης του και δεν έγινε προσπάθεια περαιτέρω ανάκρισης πέραν του αρχικού σκοπού για το οποίο πληροφορήθηκε.» Παρόμοιες είναι και οι συνθήκες που επικρατούσαν στη δική μας περίπτωση, τουλάχιστον μέχρι του σημείου που οι δύο γυναίκες οδηγήθηκαν στον αστυνομικό σταθμό, σε ξεχωριστά γραφεία του σταθμού για το σκοπό της ανάκρισης τους. Οι δύο γυναίκες δεν ήταν υπό κράτηση. Οι ενέργειες των αστυνομικών αποσκοπούσαν στο να διερευνήσουν την εύλογη πιθανότητα ότι οι δύο γυναίκες είχαν σχέση με την προ ολίγων ημερών κλοπή. Η διερεύνηση αυτή δεν ήταν τυχαία. Δεν έγινε για αλλότριους σκοπούς και οι δύο γυναίκες πληροφορήθηκαν για ποιον ακριβώς λόγο ήθελαν να τους ανακρίνουν οι δύο αστυνομικοί. Όπως και στην περίπτωση Κωνσταντίνου (πιο πάνω), η αστυνομία ενεργούσε μπροστά από τις εξελίξεις, διότι τυχαίως εντοπίσθηκαν και αναγνωρίσθηκαν οι δύο γυναίκες ως πιθανοί δράστες μίας κλοπής ενώ προηγουμένως ήταν πρόσωπα άγνωστα για την αστυνομία. Η ανάκριση δεν ήταν εφικτή να γίνει στο εμπορικό κέντρο, για ευνόητους λόγους και αυτό κοινοποιήθηκε στις δυο ύποπτες. Γι' αυτό έξαλλου ζητήθηκε από τις δυο γυναίκες να τους ακολουθήσουν στο σταθμό. Δεν χρησιμοποιήθηκε σωματική ή φραστική βία κατά των δυο γυναικών. Εάν υπήρξε απροθυμία των δυο γυναικών να ακολουθήσουν τους δυο αστυνομικούς, αυτή δεν εκδηλώθηκε και αντιθέτως τους ακολούθησαν χωρίς καμία παρότρυνση ενώ ήταν όλοι σε δημόσιο χώρο. Το τί ένιωθαν οι δυο γυναίκες δεν μπορεί να είναι το σωστό κριτήριο για να αποφασιστεί κατά πόσο επικρατούσαν συνθήκες κράτησης τη δεδομένη στιγμή. Αυτό θα δημιουργούσε ανυπέρβλητα και παράλογα εμπόδια σε νόμιμες αστυνομικές ανακρίσεις και έρευνες που σκοπό έχουν την εξιχνίαση του εγκλήματος. Γι' αυτό τα πραγματικά δεδομένα που διαχωρίζουν την αστυνομική ανάκριση από συνθήκες κράτησης πρέπει να είναι αντικειμενικά και να αποκλείεται μόνο μαρτυρία που έχει ληφθεί ως συνέπεια καταχρήσεων και αυθαιρεσιών της αστυνομίας. Κρίνω ότι ένας πολίτης ο οποίος ήταν αθώος σε σχέση με κάθε παρανομία στην προκειμένη περίπτωση δεν θα θεωρούσε παράλογο το κάλεσμα της αστυνομίας για ανάκριση προκειμένου να ξεκαθαρίσει τα πράγματα, ακόμη και εάν αυτή η ανάκριση επρόκειτο να διεξαχθεί στον αστυνομικό σταθμό. Συνεπώς, η ανακοπή και μεταφορά των δυο γυναικών στο σταθμό δεν ήταν κράτηση και ήταν ελεύθερες να μην συμμετέχουν στην ανάκριση εάν το επιθυμούσαν. Όταν πλέον οι δύο γυναίκες κατέφθασαν στον αστυνομικό σταθμό, είναι αμφιλεγόμενο σημείο κατά πόσο εξακολουθούσαν να είναι ελεύθερες να φύγουν. Η κατηγορούσα αρχή δεν προσκόμισε μαρτυρία για να διευκρινιστεί πότε και κάτω από ποιές συνθήκες πάρθηκε η απόφαση να εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως εναντίον των δυο γυναικών. Όταν είχαν αποφασίσει οι αστυνομικοί να αποταθούν για ένταλμα σύλληψης σημαίνει ότι οι αστυνομικοί πλέον δεν θεωρούσαν ότι οι δυο γυναίκες ήταν ελεύθερες να φύγουν, αφού πρόθεση τους ήταν πλέον να τις συλλάβουν. Η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι όλα έγιναν καθόλα νόμιμα και δεν υπήρξε παράνομη ενέργεια της αστυνομίας ως αποτέλεσμα της οποίας λήφθηκε παράνομα μαρτυρία από τις κατηγορούμενες. Η υπόθεση Gavris v. Republic
(1967)1 RSCC 88, στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Πολυχρόνης, είναι κάπως βοηθητική στην επίλυση του πιο πάνω ζητήματος, αλλά όχι σε μεγάλο βαθμό, διότι διαφέρει ουσιωδώς σε σχέση με τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης. Σε εκείνη την υπόθεση η αστυνομία είχε μεταφέρει τον εφεσείοντα στο σταθμό από το σπίτι του διά της βίας χωρίς ουσιαστική αιτία. Στο σταθμό ο εφεσείοντας παραφέρθηκε και ο τμηματάρχης, που δεν το είχε σκεφτεί προηγουμένως, αποφάσισε να αποταθεί για διάταγμα κράτησης εναντίον του εφεσείοντα, δυνάμει της διάταξης του Κεφ. 252. Η κράτηση του από την στιγμή της μεταφοράς του από το σπίτι του μέχρι το σταθμό κρίθηκε παράνομη, ενώ η κράτηση που αφορούσε τη στιγμή που είχε αποφασίσει η αστυνομία να αποταθεί για το σχετικό διάταγμα μέχρι τη στιγμή που εκδόθηκε τέτοιο διάταγμα με αποτέλεσμα να στερηθεί της ελευθερίας του δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 252, δεν μπορούσε να είναι αντικείμενο αναθεώρησης του Εφετείου. Η υπόθεση Pitsillos v Police
(1966)2 Α.Α.Δ. 50, διαφέρει ουσιωδώς από αυτή την περίπτωση διότι ο περιορισμός του εφεσείοντα έγινε χωρίς εύλογη υποψία, καθότι πέρασαν 40 μέρες για να κατηγορηθεί για τη διάπραξη οποιουδήποτε ποινικού αδικήματος και ουδέποτε ανακρίθηκε για αδίκημα κατά την παραμονή του στο σταθμό. Στην παρούσα περίπτωση η αστυνομία αποτάθηκε για την έκδοση εντάλματος σύλληψης σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, ακολούθως της μεταφοράς των δυο γυναικών στον σταθμό. Το ερώτημα είναι κατά πόσο η κράτηση των δυο γυναικών 30 με 40 λεπτά, μια ώρα μέχρι να εκδοθεί το ένταλμα συλλήψεως, θα πρέπει να θεωρηθεί παράνομη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος. Το ένταλμα συλλήψεως εξασφαλίστηκε σχεδόν παράλληλα με τα πιο πάνω γεγονότα και η αστυνομία δεν προέβη σε καμία ανάκριση προ της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Η ενέργεια της αστυνομία δεν ήταν ασύμβατη με το άρθρο 11 του Συντάγματος διότι σκοπός των αστυνομικών ήταν η κράτηση των κατηγορούμενων επειδή είχαν εύλογη υποψία ότι είχαν διαπράξει αδίκημα. Στην υπόθεση Hani Abdul Ghani Kabbara ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 197/2012, ημερ. 19 Φεβρουαρίου 2013, το Εφετείο έκρινε ότι στην περίπτωση που ο αστυνομικός είχε εύλογη υποψία ότι ο ύποπτος διέπραττε αδίκημα νομιμοποιείτο να συλλάβει τον εφεσείοντα ακόμη και στην απουσία εντάλματος σύλληψης. Περαιτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι ο αστυνομικός είχε το δικαίωμα να συλλάβει τον εφεσείοντα βάση εύλογης υποψίας ότι αυτός είχε διαπράξει το αδίκημα της κλοπής δυνάμει τις διατάξεις του άρθρου 14
(1)(α) της Ποινικής Δικονομίας. Κρίνω ότι η αστυνομία δεν έκανε οτιδήποτε το μεμπτό. Οι αστυνομικοί δεν καταχράστηκαν την εξουσία τους διά να διεξάγουν παράνομες έρευνες. Αντιθέτως, μόλις αντιλήφθηκαν ότι οι δύο γυναίκες ήταν αυτές που απεικόνιζε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης, αποτάθηκαν και εξασφάλισαν ένταλμα σύλληψης. Δεν υπήρχε χρονοτριβή εκ μέρους της αστυνομίας στο αίτημα για την έκδοση του εντάλματος σύλληψης και στο χρόνο προγενέστερα της έκδοσης του εντάλματος οι αστυνομικοί δεν εκμεταλλεύτηκαν τυχόν περιορισμό των δύο γυναικών στον σταθμό για να διεξάγουν εναντίον τους περαιτέρω ανακρίσεις. Οι αστυνομικοί δεν ανέκοψαν τις δύο γυναίκες για ανάκριση τυχαία. Είχαν αναγνωρίσει τη φυσιογνωμία τους από το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης. Υπήρχε εύλογη υποψία ότι είχαν διαπράξει συγκεκριμένο αδίκημα. Κάλεσαν τις δύο γυναίκες να τους ακολουθήσουν, πράγμα που έγινε χωρίς η αστυνομία να κάνει επίδειξη δύναμης διά να τις προκαλέσει να έρθουν μαζί τους. Οι δύο γυναίκες γνώριζαν επακριβώς τι τους ήθελε η αστυνομία και τους ακλούθησαν στο σταθμό. Πραγματικός περιορισμός των κινήσεων τους δεν επήλθε προτού μεταφερθούν με αστυνομικό όχημα στον σταθμό για ανάκριση. Μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν θεωρώ ότι ένας πολίτης ο οποίος δεν έχει κάνει οτιδήποτε το παράνομο θα θεωρούσε ότι ήταν υπό κράτηση. Πολύ λίγο αργότερα η αστυνομία εξασφάλισε δικαστικό διάταγμα σύλληψης εναντίον των δύο γυναικών. Καμία ανάκριση δεν είχε διεξαχθεί προτού οι δύο γυναίκες τεθούν νόμιμα υπό κράτηση. Ακόμη και εάν για λίγη ώρα καθυστέρησε η έκδοση του εντάλματος, δεν βλέπω ότι η αστυνομία έκανε οτιδήποτε το μεμπτό, επειδή εύλογα είχαν την υποψία ότι οι κατηγορούμενες είχαν διαπράξει σοβαρό αδίκημα και αποτάθηκαν το συντομότερο δυνατόν για την έκδοση εντάλματος σύλληψης. Η ενέργεια τους αυτή δεν ήταν έξω από το πλαίσιο του νόμου και της εξαίρεσης που προνοείται από το άρθρο 11 του Συντάγματος και που επιτρέπει τη στέρηση της ελευθερίας του ατόμου εάν υπάρχει εύλογη υποψία ότι έχει διαπράξει αδίκημα, νοουμένου ότι εξασφαλιστεί ένταλμα συλλήψεως. Το άρθρο 11 του Συντάγματος προστατεύει το άτομο από αυθαιρεσίες της αστυνομίας. Δεν υπήρχε αυθαιρεσία στην παρούσα περίπτωση. Οι αστυνομικοί σχεδόν αμέσως και εν πάση περιπτώσει σε χρόνο λιγότερο από μιας ώρας από την μεταφορά των δυο γυναικών στον σταθμό, αποτάθηκαν και εξασφάλισαν ένταλμα συλλήψεως εναντίον τους. Αλλά και εάν ακόμη τα λίγα λεπτά που οι δυο κατηγορούμενες περίμεναν στα γραφεία του ΤΑΕ ήθελε θεωρηθούν ότι πρόκειται για παράνομη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 11 του Συντάγματος, αυτή η κράτηση δεν έχει καμία αιτιώδη συνάφεια με την ανάκριση και έρευνα που ακολούθησε αργότερα και κατόπιν της έκδοσης Δικαστικού εντάλματος σύλληψης. Η έρευνα και ανάκριση ακολούθησε και ήταν το προϊόν νόμιμης σύλληψης των δύο κατηγορουμένων και δεν είναι το προϊόν των όσων προηγήθηκαν της νόμιμης σύλληψης τους. Τα όσα προηγήθηκαν της νόμιμης σύλληψης των δυο κατηγορουμένων δεν μπορεί να θεωρηθούν ότι έχουν μολύνει τις ενέργειες της αστυνομίας που έγιναν κατόπιν της έκδοσης νόμιμου εντάλματος σύλληψης. Αποκλειστική αιτία της λήψης κατάθεσης των δυο κατηγορουμένων και άλλων ενεργειών που ακολούθησαν τη νόμιμη σύλληψη και κατακράτηση τεκμηρίων είναι ως αποτέλεσμα της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Δια να αποκλεισθεί μαρτυρία πρέπει να αποδειχθεί ότι αυτή έχει ληφθεί ως συνέπεια της παρανομίας και η παρανομία να έχει κάποια σχέση με τη λήψη αυτής της μαρτυρίας. Τα γεγονότα στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Χαράλμπου Σιακαλλή, υπόθεση 16084/00, ημερ. 1.2.2003, είναι εξαιρετικό παράδειγμα διατύπωσης της αρχής ότι η παρανομία πρέπει να έχει σχέση με τη λήψη της μαρτυρίας ώστε αυτή να έχει μολυνθεί και να πρέπει να αποκλεισθεί. Σε εκείνη την περίπτωση η αστυνομία είχε ανακόψει το όχημα του κατηγορούμενου χωρίς να έχει εύλογη υποψία ότι διέπραττε αδίκημα. Ο αστυνομικός που έκανε την ανακοπή δεν είδε ναρκωτικά στο όχημα και δεν ήταν σίγουρος ότι υπήρχαν στο όχημα ναρκωτικά. Σε κάποιο σημείο κατά την ανάκριση, ο κατηγορούμενος πέταξε σακουλάκι και άρχισε να τρέχει. Σε εκείνο το σημείο ο αστυνομικός είχε εύλογη υποψία ότι ο κατηγορούμενος διέπραττε παρανομία αλλά δεν είδε ναρκωτικά ώστε να έχει εξουσία με βάση το άρθρο 11 του Συντάγματος να διενεργήσει σύλληψη για αυτόφωρο αδίκημα ναρκωτικών. Σε εκείνη την υπόθεση ο αστυνομικός βρήκε τα ναρκωτικά, επειδή είχε συλλάβει τον κατηγορούμενο παράνομα για κατοχή ναρκωτικών. Υπήρχε μια σειρά παράνομων ενεργειών που οδήγησε η μια στην άλλη στην έρευνα και κατακράτηση των ναρκωτικών. Τα ναρκωτικά είχαν ανευρεθεί εξαιτίας της παράνομης σύλληψης, συνεπώς ορθώς εκεί είχε αποκλεισθεί η μαρτυρία που λήφθηκε εξαιτίας παράνομης ενέργειας. Στην υπόθεση Δημοκρατία ν. Κυπριανίδης
(1994)2 Α.Α.Δ., η Ολομέλεια έκρινε νομικό ερώτημα που αποτέλεσε αιτία για τον αποκλεισμό κατάθεσης η οποία λήφθηκε προτού εκδοθεί νόμιμο ένταλμα συλλήψεως και λήφθηκε ως συνέπεια παράνομης κράτησης του ατόμου. Οι κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν στο σταθμό από τις 10:30 μέχρι 3:00 και δεν τους επιτράπηκε να φύγουν μέχρι που ο ένας εκ των δύο κατηγορουμένων συμπλήρωσε τη λήψη ανοικτής κατάθεσης. Η αστυνομία είχε αποταθεί μετά τις 1:00 για ένταλμα και είχαν εύλογη υποψία εναντίον των κατηγορουμένων, εντούτοις έλαβαν ανοικτή κατάθεση από τον κατηγορούμενο 3. Αυτά τα γεγονότα είναι διαφορετικά από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, διότι σε εκείνη την υπόθεση η λήψη μαρτυρίας εναντίον των κατηγορουμένων ήταν άμεσο αποτέλεσμα της παρανομίας. Σε σχόλια η Ολομέλεια ανέφερε ότι η έκδοση του εντάλματος δυνατόν να μην ήταν ικανοποιητική απολύμανση της παρανομίας σε σχέση περαιτέρω ενεργειών της αστυνομίας μετά την έκδοση του εντάλματος, όμως δεν αποφάσισε το ζήτημα. Όμως εκεί τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά επειδή η παράνομη ληφθείσα κατάθεση καθόριζε και τις επόμενες ενέργειες της αστυνομίας και έτσι η μετέπειτα έκδοση του εντάλματος πιθανόν να μην ήταν γεγονός να σπάσει την αλυσίδα της παρανομίας. Στην παρούσα περιπτώσει η κατάθεση των κατηγορουμένων λήφθηκε επειδή ήταν υπό σύλληψη. Οι ανακρίσεις και έρευνα συνεπεία της οποίας λήφθηκε μαρτυρία εναντίων των κατηγορουμένων, ακολούθησαν την έκδοση του εντάλματος σύλληψης. Δεν υπάρχει καμία αιτιώδη συνάφεια μεταξύ των όσων προηγήθηκαν της σύλληψης και της ανάκρισης και έρευνες της αστυνομίας επειδή λήφθηκαν οι καταθέσεις και έγιναν άλλες έρευνες εξαιτίας της έκδοσης του εντάλματος σύλληψης. Δικαστήρια των Η.Π.Α. έχουν ασχοληθεί με κάθε πτυχή της αρχής «fruit of the poisonous tree» και ακρογωνιαία λίθος αυτής της αρχής είναι ότι η αρχική παρανομία θα πρέπει να έχει κάποια αιτιώδη συνάφεια με τη λήψη της μαρτυρίας δια να δικαιολογείται ο αποκλεισμός της. Στην υπόθεση New York v. Harris 495 U.S. 14
(1990), του Ομόσπονδου Ανωτάτου Δικαστηρίου των Ηνωμένων Πολιτειών διατυπώθηκε ξεκάθαρα η αρχή ότι αποκλεισμός της μαρτυρίας δικαιολογείται μόνο όταν αυτή είναι το προϊόν παρανομίας. (Attenuation analysis is only appropriate where as a threshold matter, courts determine that the challenged evidence is in some sense the product of illegal government activity. Στην Harris (πιο πάνω), η αστυνομία είχε εισέλθει στην οικία του εφεσείοντα χωρίς ένταλμα έρευνας για το σπίτι και για να τον συλλάβουν. Του διαβάσθηκαν τα δικαιώματα του και ομολόγησε. Ακολούθως, οδηγήθηκε στο σταθμό και του διαβάσθηκαν εκ νέου τα δικαιώματα του. Η σύλληψη ήταν νόμιμη αλλά η είσοδος στην οικία παράνομη. Στο σταθμό πλέον και αφού πληροφορήθηκε για όλα του τα δικαιώματα, ομολόγησε εκ νέου για τη διάπραξη του αδικήματος. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η δεύτερη ομολογία έπρεπε να επιτραπεί ως μαρτυρία διότι όταν λήφθηκε η μαρτύρια ο εφεσείοντας τελούσε υπό νόμιμη κράτηση και η ομολογία του δεν είχε σχέση με την αρχική παράνομη είσοδο στην οικία του. Το σκεπτικό του Δικαστηρίου ήταν ως ακολούθως: «The penalties imposed on the Government where the officers have violated the law must bear some relation to the purpose which the law serves...The rule in Payton was designed to protect the physical integrity of the home , not to grant criminal suspects protection for statements made outside their premises where the police have probable cause to make an arrest...Here the police had a justification to question Harris prior to his arrest; therefore , his subsequent statement was not an exploitation of the illegal entry into his home.» Το ίδιο ισχύει και στην παρούσα περιπτώσει. Η αστυνομία δεν εκμεταλλεύτηκε την παρουσία των δυο γυναικών στο σταθμό για να τους λάβουν κατάθεση ή να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε άλλη έρευνα βάση της οποίας λήφθηκε μαρτυρία εναντίον τους. Είχαν εύλογη υποψία ότι οι δυο γυναίκες είχαν διαπράξει σοβαρό αδίκημα, αποτάθηκαν για ένταλμα σύλληψης και μετά την έκδοση του προχώρησαν νόμιμα να τις ανακρίνουν και να κάνουν άλλες έρευνες. Το αποτέλεσμα αυτής της ανάκρισης και ερευνών είναι άμεσο αποτέλεσμα της σύλληψης και χωρίς την έκδοση του εντάλματος σύλληψης το μαρτυρικό υλικό δεν θα είχε παραληφθεί. Αυτά που προηγήθηκαν της σύλληψης δεν έχουν καμία σχέση με τη λήψη αυτής της μαρτυρίας. Ο αποκλεισμός αυτής της μαρτυρίας δεν θα αποτελούσε τιμωρητικό μετρό κατά της αστυνομικής αυθαιρεσίας και/ή παρανομίας, επειδή στην προκειμένη περιπτώσει η αστυνομία δεν έκανε καμία κίνηση και δεν έλαβε καμία μαρτυρία από τις ύποπτες μέχρι να της δώσει αυτό το δικαίωμα το Δικαστήριο. Η αστυνομία έλαβε αυτή τη μαρτυρία νόμιμα, κατόπιν της έκδοσης Δικαστικού εντάλματος. Πρόκειται για νόμιμα ληφθείσα μαρτυρία και γίνεται αποδεκτή. Το Τεκμήριο Α γίνεται Τεκμήριο 2, το Τεκμήριο Α1 γίνεται Τεκμήριο 3, το Τεκμήριο Α3 γίνεται Τεκμήριο 4, το Τεκμήριο Α4 γίνεται Τεκμήριο 5, το Τεκμήριο Α5 γίνεται Τεκμήριο 6 και τα Τεκμήρια Α6 - Α10 γίνονται Τεκμήρια 7.1 - 7.5. (Υπ.)................. Ν. Ταλαριδου-Κοντοπολου, Ε.Δ. [1] We agree with the District Court that the subjective intention of the DEA agent in this case to detain the respondent, had she attempted to leave, is irrelevant except insofar as that may have been conveyed to the respondent. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.