← Κύπρος

Ελισάβετ Στυλιανίδου ν. E.M. STUDIO BAGNO LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 9978/2013, 24/4/2015

Ελισάβετ Στυλιανίδου ν. E.M. STUDIO BAGNO LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 9978/2013, 24/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9978/2013 Ελισάβετ Στυλιανίδου και

  1. E.M. STUDIO BAGNO LIMITED
  2. Ευστάθιου Ευσταθίου Κατηγορουμένων 24 Απριλίου,
  3. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Θεοδούλου για τους κ.κ. Χ. Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται o κ. Α.Β. Ζαχαρίου Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Απόφαση (άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ---------------------------------------------------------------------------------- Η παραπονουμένη εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής 13ου μισθού, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 9, 10, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν.35(Ι)/2007, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Αποδίδει σε αυτούς την ιδιότητα των εργοδοτών της. Η κατηγορουμένη εγκαλεί, επίσης, τον κατηγορούμενο αρ. 2 για συνέργεια στη διάπραξη του προαναφερθέντος αδικήματος (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) δια της παρακίνησης των κατηγορουμένων αρ.
  1. Αποδίδει στον κατηγορούμενο αρ. 2 την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων αρ.
  2. Για την παρακολούθηση της συζήτησης η οποία ακολουθεί κρίνεται αναγκαία η παράθεση αυτουσίου του κειμένου των επίδικων κατηγοριών: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Μη καταβολή μισθών κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 6, 9, 10, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Η κατηγορουμένη 1 κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 στην Λάρνακα, ενώ ήταν εργοδότρια εταιρεία, παρέλειψε να καταβάλει στην εργοδοτούμενη της Ελισάβετ Στυλιανίδου, τον 13ο μισθό της, με αποτέλεσμα να της οφείλει το συνολικό ποσό των €1.
  3. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Παρακίνηση μη καταβολή μισθών κατά παράβαση των άρθρων 3, 5, 6, 9, 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 στην Λάρνακα, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορουμένης 1, παρακίνησε την κατηγορουμένη 1, προς τη μη καταβολή 13ου μισθού προς την εργοδοτούμενη της Ελισάβετ Στυλιανίδου, με αποτέλεσμα να της οφείλει το συνολικό ποσό των €1.398». Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της κατέθεσε ενόρκως η ιδία η παραπονουμένη Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1) η οποία επαρουσίασε και έγγραφη μαρτυρία. Επαρουσιάσθηκαν και κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, απόσπασμα από το μηχανογραφημένο αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη εν σχέσει με τους κατηγορουμένους αρ. 1 (τεκμήρια 1 και 2), έγγραφα για την μισθοδοσία της παραπονουμένης για το μήνα Δεκέμβριο των ετών 2009, 2010 και 2011 (τεκμήρια 3, 4 και 6, αντιστοίχως), αντίγραφα καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 056400001983, του οποίου δικαιούχος είναι η παραπονουμένη, που καλύπτουν την περίοδο από τις 13.12.2011 έως και τις 24.01.2012 και την περίοδο από τις 18.09.2012 έως και τις 21.08.2013 (τεκμήρια 5 και 7, αντιστοίχως), αντίγραφο εγγράφου ημερ. 21.12.2012 (τεκμήριο 8) και αντίγραφα επιστολών ημερ. 12.02.2013, 12.04.2013 και 17.05.2013 (τεκμήρια 9, 10 και 11, αντιστοίχως). Μετά το τέλος προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της παραπονουμένης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πώς δεν κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του και εκάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει και να τους απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Συγκεκριμένα ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε τα εξής: (α) Κατ΄ ανάλογην εφαρμογήν της απόφασης Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 ουδεμία ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2, δυνάμει του Ν.35(Ι)/2007, δύναται να θεμελιωθεί εφ΄ όσον αυτός δεν είναι ο εργοδότης της παραπονουμένης. Ούτε το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δύναται να θεμελιώσει ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2 εν όψει των ειδικών διατάξεων των παρά.
(4)και
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007. (β) Δεν απεδείχθηκε η ύπαρξη των κατηγορουμένων αρ. 1 και ούτε απεδείχθηκε η ιδιότητα του κατηγορουμένου αρ. 2 ως διευθυντή αυτών. Τα τεκμήρια 1 και 2 δεν αποτελούν αποδεκτή μαρτυρία εφ΄ όσον δεν ικανοποιούν τις προϋποθέσεις τις οποίες θέτει το άρθρο 35 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονουμένης. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2009)2 Α.Α.Δ. 9, 16). Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάστηκε, εξ όψεως, η προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο του μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης τους είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2).
(2)Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5).
(3)Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης της παραπονουμένης και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3,5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση της επίδικης παράνομης πράξης, ο διευθυντής της, δηλ. ο κατηγορούμενος αρ. 2. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχεται ειδική κατηγορία για τον συνεργό κατηγορούμενο αρ. 2 (2η κατηγορία) η οποία, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφει, ως νομικό υπόβαθρό της, και το άρθρο 20 του Κεφ. 154, και η οποία, στις λεπτομέρειες, εξειδικεύει τη συγκεκριμένη πράξη δια της οποίας εξεδηλώθηκε η εγκαλούμενη συνεργεία (παρακίνηση των κατηγορουμένων αρ. 1). Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (ανωτέρω) όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην ανταποκρίνονται στην ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ. 154.
(4)Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρά
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρά
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρά.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/2007.
(5)Ο ισχυρισμός περί μη απόδειξης της ύπαρξης των κατηγορουμένων αρ. 1 εμφανίζεται, μάλλον, ως ευκαιριακός. Ο χειρισμός της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων καθώς και η πορεία αντεξέτασης της παραπονουμένης Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1), την οποίαν αυτός ακολούθησε, ουδόλως έθεσαν υπό αμφισβήτηση το γεγονός της ύπαρξης των κατηγορουμένων αρ.
  1. Αντιθέτως, αυτός ο χειρισμός και αυτή η αντεξέταση έλαβαν ως δεδομένη την νόμιμη και κανονική ύπαρξη των κατηγορουμένων αρ.
  2. Εν πάση περιπτώσει, παρά το γεγονός πώς τα τεκμήρια 1 και 2 δεν πληρούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 35 του Κεφ. 9 για να θεωρηθούν ως αρχεία επιχείρησης, εν προκειμένω η ύπαρξη των κατηγορουμένων αρ. 1 καταδεικνύεται, εκ πρώτης όψεως, επί τη βάσει του τεκμηρίου της κανονικότητας: Το μαχητό τεκμήριο της κανονικότητας ορίζει πώς όλα τεκμαίρονται ως γενόμενα ορθώς και νομοτύπως (omnia praesuntur rite et solemniter esse acta). Εφαρμοζόμενο στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, στο παρόν στάδιο και εφ΄ όσον έχει παρουσιασθεί μαρτυρία για την λειτουργία και την επαγγελματική δραστηριότητα των κατηγορουμένων αρ. 1 και για την ιδιότητά τους ως εργοδοτών της παραπονουμένης, το τεκμήριο της κανονικότητας οδηγεί στο εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 συνεστήθηκαν νομίμως και κανονικώς και εξακολουθούν να υφίστανται.
(6)Ως, μάλλον, ευκαιριακός εμφανίζεται και ο ισχυρισμός περί μη απόδειξης της ιδιότητας του κατηγορουμένου αρ. 2 ως διευθυντή των κατηγορουμένων αρ.
  1. Ο χειρισμός της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των κατηγορουμένων καθώς και η πορεία αντεξέτασης της παραπονουμένης Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1), την οποίαν αυτός ακολούθησε, ουδόλως έθεσαν υπό αμφισβήτηση το γεγονός πώς ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, διευθυντής των κατηγορουμένων αρ.
  2. Αντιθέτως, αυτός ο χειρισμός και αυτή η αντεξέταση έλαβαν ως δεδομένη την ιδιότητα αυτή του κατηγορουμένου αρ.
  3. Εν πάση περιπτώσει, η παραπονουμένη Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1) κατέθεσε περί της ιδιότητας αυτής του κατηγορουμένου αρ. 2.
(7)Εξ όψεως θεώρηση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά της παραπονουμένης οδηγεί στο συμπέρασμα πώς έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 στις κατηγορίες τις οποίες αυτοί αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 καλούνται σε απολογία όσον αφορά στην 1η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 2η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.