← Κύπρος

Μagar Terezian ν. Y. THEODOROY HOTEL MANAGEMENT (CYPRUS) LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 8542/2013, 12/5/2015

Μagar Terezian ν. Y. THEODOROY HOTEL MANAGEMENT (CYPRUS) LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 8542/2013, 12/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B65 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 8542/2013 Μagar Terezian και

  1. Y. THEODOROY HOTEL MANAGEMENT (CYPRUS) LTD
  2. Γιάννου Θεοδώρου Κατηγορουμένων 12 Μαίου,
  3. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Γ. Χ¨Κωστής Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται o κ. Γρ. Σαββίδης για τους κ.κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σια Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Απόφαση (άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ---------------------------------------------------------------------------------- Ο παραπονούμενος εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, για αδικήματα παράλειψης καταβολής μισθού, ως αυτά διαγράφονται από τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 9, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν.35(Ι)/2007, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η έως και 6η κατηγορία). Αποδίδει σε αυτούς την ιδιότητα των εργοδοτών του. Ο κατηγορούμενος εγκαλεί, επίσης, τον κατηγορούμενο αρ. 2 για συνέργεια στη διάπραξη των αδικημάτων (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) δια της συμμετοχής του στις παράνομες πράξεις των κατηγορουμένων αρ. 1 (7η έως και 12η κατηγορία). Αποδίδει στον κατηγορούμενο αρ. 2 την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων αρ. 1. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι αρ. 1 παρεδέχθηκαν ενοχή και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτούς, παραμένει για να εκτεθούν γεγονότα και για να επιβληθεί ποινή. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αρνείται ενοχή και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτόν, οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο παραπονουμένος Magar Terezian (Μ.Κ.1), o οποίος παρουσίασε και έγγραφη μαρτυρία. Μετά το τέλος προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αρ. 2 εισηγήθηκε πώς δεν κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του και εκάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Επί τη βάσει των όσων ο κ. Σαββίδης εισηγήθηκε δύνανται να εντοπισθούν τα εξής επιχειρήματα: (α) Ουδεμία ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2, δυνάμει του Ν.35(Ι)/2007, δύναται να θεμελιωθεί εφ΄ όσον αυτός δεν είναι ο εργοδότης του παραπονουμένου. Ούτε το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δύναται να θεμελιώσει ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2 εν όψει των ειδικών διατάξεων των παρά.
(4)και
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/
  1. (β) Δεν απεδείχθηκε οιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορουμένου αρ. 2 στην τέλεση των παράνομων πράξεων οι οποίες αποδίδονται στους κατηγορουμένους αρ.
  2. (γ) Δεν απεδείχθηκε ότι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 είχαν την οικονομική δυνατότητα καταβολής των επίδικων ποσών. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2009)2 Α.Α.Δ. 9, 16). Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάστηκε, εξ όψεως, η προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο του μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2).
(2)Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5).
(3)Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης του παραπονουμένου και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3,5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση των επίδικων παράνομων πράξεων, ο διευθυντής της, δηλ. ο κατηγορούμενος αρ. 2. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχονται ειδικές κατηγορίες για τον συνεργό κατηγορούμενο αρ. 2 (7η έως και 12η κατηγορία) οι οποίες, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφουν, ως νομικό υπόβαθρό τους, και το άρθρο 20 του Κεφ. 154, και οι οποίες, στις λεπτομέρειες, εξειδικεύουν τη συγκεκριμένη πράξη δια της οποίας εξεδηλώθηκε η εγκαλούμενη συνεργεία (συμμετοχή). Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην ανταποκρίνονται στην ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ. 154.
(4)Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρά
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρά
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρά.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/2007.
(5)Εξ όψεως θεώρηση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του παραπονουμένου οδηγεί στο συμπέρασμα πώς έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου αρ. 2 στις κατηγορίες τις οποίες αυτός αντιμετωπίζει.
(6)Ο ισχυρισμός περί της οικονομικής αδυναμίας των κατηγορουμένων αρ. 1 να καταβάλουν στον εργοδοτούμενο τους παραπονούμενο τα επίδικα ποσά, ενδεχομένως να συνιστά, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, υπεράσπιση. Συνεπώς, το σχετικό αποδεικτικό βάρος αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 2 και όχι στον παραπονούμενο. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 7η έως και την 12η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.