← Κύπρος

Έπαρχος Λάρνακας ν. Κυριάκου Χατζηττοφή, Υπόθεση αρ.: 7901/2012, 22/5/2015

Έπαρχος Λάρνακας ν. Κυριάκου Χατζηττοφή, Υπόθεση αρ.: 7901/2012, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 7901/2012 Μεταξύ: Έπαρχος Λάρνακας και Κυριάκου Χατζηττοφή Κατηγορουμένου 22 Μαΐου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Γ. Θ. Κούμα Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Γ. Καϊμακλιώτης Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για σωρεία παραβάσεων δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειες, επίδικα είναι οικοδομή, λεβητοστάσιο και περίφραξη ανεγερθέντα επί του τεμαχίου αρ. 486, Φ/Σχ. XLI.5.W.1, το οποίο ευρίσκεται στο χωριό Ξυλοτύμπου της επαρχίας Λάρνακας («το τεμάχιο αρ. 486»). Ως χρόνος τέλεσης όλων των αδικημάτων προσδιορίζεται η περίοδος «από το 1995 και μέχρι και σήμερα». Οι παράνομες πράξεις οι οποίες αφορούν στην οικοδομή παρουσιάζονται να εκδηλώνονται «κατά παράβασην των εγκεκριμένων σχεδίων και των όρων που ετέθηκαν στην εκδοθείσα Πολεοδομική άδεια με αρ. ΛΑΡ/0228/94 και στην Άδεια Οικοδομής με αρ. 19296» (1η έως και 4η κατηγορία). Οι παράνομες πράξεις οι οποίες αφορούν στο λεβητοστάσιο και την περίφραξη παρουσιάζονται να συνιστούν επέμβαση «στο χώρο του δικαιώματος διάβασης με αποτέλεσμα να παρεμποδίζεται η προσπέλαση του τεμαχίου 1038 (παλαιό τεμάχιο 3), Φ/Σχ XLI/5 στο δημόσιο δρόμο» (5η έως και 12η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος διώκεται συλλήβδην γιατί ανήγειρε την οικοδομή, το λεβητοστάσιο και την περίφραξη χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (3η, 7η και 11η κατηγορία, αντιστοίχως - άρθρο 3
(1)(β) του κεφ. 96), γιατί επέτρεψε την ανέγερση της οικοδομής, του λεβητοστασίου και της περίφραξης χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (1η, 5η και 9η κατηγορία, αντιστοίχως - άρθρο 3
(1)(β) του Κεφ. 96), γιατί ανέχθηκε την ανέγερση της οικοδομής, του λεβητοστασίου και της περίφραξης χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (2η, 6η και 10η κατηγορία, αντιστοίχως - άρθρο 3
(1)(β) του Κεφ. 96) και γιατί κατέχει και χρησιμοποιεί την οικοδομή, το λεβητοστάσιο και την περίφραξη χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, εκδοθέν από την αρμόδια αρχή (4η, 8η και 12η κατηγορία, αντιστοίχως άρθρο 10 του κεφ. 96). Σημειώνεται, εξ αρχής, η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων το οποίο καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων, τα οποία στοιχειοθετούν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν τρεις δημόσιοι υπάλληλοι: η Χριστίνα Αναστασίου (Μ.Κ.1), η οποία υπηρετεί στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας ως βοηθός Επαρχιακή Επόπτης, ο Γιώργος Δημητρίου (Μ.Κ.2), ο οποίος υπηρετεί στο Επαρχιακό Γραφείο Πολεοδομίας Λάρνακας, και ο Γιώργος Σπετσιώτης (Μ.Κ.3), ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας επαρουσιάσθηκε και έγγραφη: Επαρουσιάσθηκαν και κατετέθηκαν ως τεκμήρια, πιστοποιητικό έρευνας ακίνητης ιδιοκτησίας εν σχέσει με το τεμάχιο 3, Φ/Σχ XLI/5 στο χωριό Ξυλοτύμπου («το τεμάχιο 3») με συνημμένα πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας και τοπογραφικό (τεκμήριο 1), τοπογραφικά τα οποία παρουσιάζουν το τεμάχιο αρ. 3 καθώς και το τεμάχιο αρ. 486 (τεκμήρια 4, 8 και 10), έγκριση άδειας οικοδομής εν σχέσει με το τεμάχιο αρ. 3 (τεκμήριο 3), πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας εν σχέσει με την εγγραφή αρ. 1065 (τεκμήριο 4), πιστοποιητικό εγγραφής ακίνητης ιδιοκτησίας, άδεια οικοδομής και πολεοδομική άδεια εν σχέσει με το τεμάχιο αρ. 486 (τεκμήρια 5, 6 και 9, αντιστοίχως) και επιστολή του Επάρχου Λάρνακας προς τον κατηγορούμενο ημερ. 28.09.2006 (τεκμήριο 7). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, δια της επιμελημένης αγόρευσής του, εισηγήθηκε πώς δεν εστοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Ο κ. Καϊμακλιώτης εβάσισε την εισήγησή του σε ποικίλους και πολυσχιδείς λόγους. Αυτοί συνοψίζονται ως εξής:
(1)Ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε τείνουσα να καταδείξει πώς ο κατηγορούμενος είτε ανήγειρε είτε επέτρεψε να ανεγερθούν είτε ανέχθηκε να ανεγερθούν είτε κατέχει την οικοδομή, το λεβητοστάσιο και την περίφραξη.
(2)Δεν δίδονται λεπτομέρειες για το είδος της «παράνομης επέμβασης» η οποία προέρχεται από την οικοδομή, το λεβητοστάσιο και την περίφραξη.
(3)Δεν δίδονται λεπτομέρειες για τα υλικά από τα οποία είναι κατασκευασμένη η οικοδομή, το λεβητοστάσιο και η περίφραξη, για να είναι δυνατή η διαπίστωση του ότι αυτά αποτελούν, πράγματι, «οικοδομή» εν τη εννοία του νόμου, και ούτε δίδονται λεπτομέρειες για την έκταση αυτών.
(4)Οι θέσεις της κατηγορούσας αρχής περί των επίδικων παράνομων πράξεων δεν βασίζονται σε «μετρήσεις και υπολογισμούς με οιαδήποτε εξειδικευμένη μέθοδο». Οι θέσεις αυτές βασίζονται σε «υπολογισμούς λόγω της εμπειρίας» μάρτυρος.
(5)Ο μακρύς χρόνος ο οποίος εμεσολάβησε από την, κατ΄ ισχυρισμόν, διάπραξη των αδικημάτων έως και την καταχώριση του κατηγορητηρίου συνιστά εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και επηρεάζει δυσμενώς τον κατηγορούμενο. Δια της πρόχειρης και υποτυπώδους αγόρευσής του ο ευπαίδετος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής απέρριψε τις πιο πάνω εισηγήσεις. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» .................................................................................................................. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Εμελετήθηκαν τα επίδικα ζητήματα και εξετάσθηκε εξ όψεως η μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Είναι γεγονός πώς η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, συνυφασμένο με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης). Αντιστοίχως, η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και, κατ΄ επέκτασιν, της Δικαστικής Εξουσίας (Χριστόπουλος ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, 105 επ.). Εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου προσμετρά υπέρ αυτού (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 648). Όμως, στις περιπτώσεις καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, τα δικαιώματα του τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν, θίγονται δεν εξετάζονται ποτέ in abstracto (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 221/2013 Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερ. 02.09.2013). Συνεπώς, στο παρόν στάδιο, και στην απουσία οιασδήποτε μαρτυρίας εκ μέρους του κατηγορουμένου, είναι αδύνατη η εξέταση του ισχυρισμού περί εκτροπής από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αδύνατη η εξέταση του ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου. Συναφώς υποδεικνύεται πώς όλα τα επίδικα αδικήματα είναι αδικήματα διαρκή και, ως εκ τούτου, ο χρόνος τέλεσης τους δύναται να προσδιορισθεί οποτεδήποτε μετά από την έναρξη των οικοδομικών εργασιών (Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού
(1994)2 Α.Α.Δ. 145, 158, Φλουρής Φλούρκας Επιχειρήσεις Λτδ κ.α. ν. Παναγιώτου
(2005)2 Α.Α.Δ. 580, 585).
(2)Οι καταγεγραμμένες στο κατηγορητήριο λεπτομέρειες κρίνονται ως επαρκείς. Εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος δεν εζήτησε περαιτέρω λεπτομέρειες και ούτε, ο μέχρι τώρα χειρισμός της υπόθεσης από την πλευρά του, δηλώνει πώς αυτός ευρίσκεται σε σύγχυση όσον αφορά στις επίδικες κατηγορίες.
(3)Η μαρτυρία της Χριστίνας Αναστασίου (Μ.Κ.1) σύμφωνα με την οποίαν την οικοδομή επί του τεμαχίου αρ. 486 κατέχει και χρησιμοποιεί ο υιός του κατηγορουμένου Θεοφάνης και όχι ο κατηγορούμενος, σε συνδιασμό με την απουσία οιασδήποτε άλλης μαρτυρίας η οποία να τείνει να θεμελιώσει την εκ μέρους του κατηγορουμένου κατοχή και χρήση της οικοδομής αυτής καθ΄ οιονδήποτε χρόνο οδηγεί στην απόρριψη της 4ης, της 8ης και της 12ης κατηγορίας.
(4)Προφορική και έγγραφη μαρτυρία, η οποία ετέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, παρουσιάζει την ακόλουθη εικόνα: Αποκλειστικός ιδιοκτήτης του τεμαχίου αρ. 486 είναι ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 5) ο οποίος εξασφάλισε άδεια οικοδομής και πολεοδομική άδεια (τεκμήρια 6 και 9, αντιστοίχως) για την ανέγερση, εντός αυτού, οικοδομής. Οι άδειες αυτές παρεχωρήθηκαν υπό όρους. Πράγματι, εντός του τεμαχίου αρ. 486 ανηγέρθηκε οικοδομή, η οποία, όμως, παραβιάζει όρους των χορηγηθεισών άδειας οικοδομής και πολεοδομικής άδειας εφ΄ όσον μέρος της οικοδομής, μέρος της περίφραξης αυτής και το λεβητοστάσιο αυτής επεμβαίνουν στο χώρο του δικαιώματος διάβασης το οποίο ισχύει υπέρ του παρακειμένου τεμαχίου αρ. 3 (τεκμήρια 7, 8 και 10). Η μαρτυρία αυτή δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 3η, την 7η και την 11η κατηγορία.
(5)Εν όψει της δημιουργίας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 3η, την 7η και την 11η κατηγορία, η 1η, η 2η, η 5, η 6η, η 9η και η 10η κατηγορία απορρίπτονται. Είναι λογικώς άτοπο να εγκαλείται κάποιος γιατί προέβηκε σε ορισμένη αδικοπραγία (ανέγερση παράνομης οικοδομής) και ταυτοχρόνως γιατί επέτρεψε και γιατί ανέχθηκε την εκδήλωση της αδικοπραγίας αυτής (Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 244, 248). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 1η, την 2η, την 4η, την 5η, την 6η, την 8η, την 9η, την 10η και την 12η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 3η, την 7η και την 11η κατηγορία. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.