Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κωνσταντίνα Μαυρή, Αρ. Υπόθεσης: 699/12, 30/4/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B61 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 699/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Κωνσταντίνα Μαυρή Ημερομηνία: 30 Απριλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κ. Α. Πελεκάνος Π Ο Ι Ν Η H κατηγορούμενη έχει βρεθεί ένοχη στην κατηγορία της κατάχρησης εξουσίας στα πλαίσια των καθηκόντων της ως δημόσιος λειτουργός, κατά παράβαση του άρθρου 105 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Ως προκύπτει από την καταδικαστική απόφαση, η κατηγορούμενη ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο ιδρυματική λειτουργός και είχε εντεταλμένο καθήκον να εισπράττει χρήματα από ηλικιωμένους τροφίμους κρατικής στέγης προς τον μεμονωμένο σκοπό της εξαργύρωσης των επιταγών των ηλικιωμένων και της κατάθεσης των χρημάτων, οφειλόμενων τροφείων, στον τραπεζικό λογαριασμό του εργοδότη της, για την παραμονή των ηλικιωμένων στην κρατική στέγη. Η κατηγορούμενη πράγματι εισέπραξε το ποσό των €7.065.97, από τους ηλικιωμένους, αλλά αντί να αποδώσει αυτό το μεγάλο χρηματικό ποσό στον εργοδότη της, οικειοποιήθηκε αυτό το ποσό. Η επόπτρια της ανακάλυψε ότι τα χρήματα απουσίαζαν από το λογαριασμό και η κατηγορούμενη ερωτηθείς για τα χρήματα παραδέχθηκε ότι τα οικειοποιήθηκε και τα δάνεισε στον αδελφό της. Η κατηγορούμενη εγκατέλειψε το χώρο εργασίας της προφασιζόμενη λόγους υγείας και είναι μόνο μετά το πέρας κάποιων ημερών που επέστρεψε τα χρήματα στον εργοδότη της. Είναι θετικό ότι τελικά αποκατάστησε την απώλεια του εργοδότη της, όμως η πράξη της να οικειοποιηθεί ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό χωρίς να δώσει λογαριασμό στον εργοδότη της, είναι πράξη αυθαίρετη και καταδικαστέα. Προς όφελος της κατηγορούμενης λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
- Λευκό ποινικό μητρώο
- Προσωπικές περιστάσεις. Είναι 53 ετών, χήρα και μονογονιός ανηλίκου τέκνου, ηλικίας 14 ετών. Τα εισοδήματα της οικογένειας ήταν ικανοποιητικά. Ως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου, η κατηγορούμενη εξακολουθεί να είναι ιδρυματική λειτουργός και τα τελευταία χρόνια ήταν τοποθετημένη σε παιδοκομικούς σταθμούς. Έχασε το σύζυγο της μετά που αυτός υπέστη καρδιακό επεισόδιο, πριν δύο χρόνια. Παρακολουθείται από ψυχίατρο. Πάσχει από υπέρταση, διαβήτη και ορθοπεδικό πρόβλημα το οποίο χρήζει χειρουργικής επέμβασης. Οι μητρικοί παππούδες είναι μεγάλης ηλικίας και δεν θα μπορέσουν να αναλάβουν πλήρως τη φροντίδα του ανήλικου τέκνου στην περίπτωση που η κατηγορούμενη φυλακισθεί.
- Πιθανές κυρώσεις στην εργασία της, συμπεριλαμβανομένου και απώλεια της εργασίας της, ως συνέπεια καταδίκης για ποινικό αδίκημα ως δημόσιος λειτουργός.
- Καθυστέρηση στην ποινική της ευθύνη.
- H επιστροφή των χρημάτων που είχαν κλαπεί από την κατηγορούμενη προτού αναμιχθεί η αστυνομία, στις 23.6.
- Ο λόγος για τον οποίο η κατηγορούμενη προέβη στην απεχθή πράξη, ήτοι να βοηθήσει συγγενικό πρόσωπο που είχε πρόβλημα υγείας.
- Το αδίκημα είναι πλημμέλημα, καθότι η κατηγορούμενη δεν απέβλεπε σε προσωπικό χρηματικό όφελος όταν αυτό διαπράχθηκε. Για τα αδικήματα που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή είναι μέχρι 2 χρόνια ποινή φυλάκισης. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
- Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
- Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
- Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δια να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Η κατηγορούμενη δεν διέπραξε το αδίκημα για να επωφεληθεί η ίδια οικονομικά, αλλά για να καλύψει μεγάλη ανάγκη συγγενικού της προσώπου. Το συγκεκριμένο αδίκημα θεωρείται κακούργημα μόνο στην περίπτωση που ο παραβάτης απέβλεπε σε κέρδος. Αυτό δεν ισχύει στην παρούσα περίπτωση, συνεπώς το αδίκημα θεωρείται πλημμέλημα και τιμωρείται με ανώτατη προβλεπόμενη ποινή μέχρι 2 χρόνια ποινή φυλάκισης. Παρόλο τούτο, θα πρέπει να επισημανθεί η ευκολία με την οποία η κατηγορούμενη περιέπεσε σε αδίκημα διαφθοράς καταχραζόμενη τη θέση της ως ιδρυματικός λειτουργός με πρόσβαση σε χρήματα που ανήκαν στον εργοδότη της. Δεν είναι ασήμαντο το ποσό που οικειοποιήθηκε από τον εργοδότη της, αλλά ανέρχεται σε ποσό πολλών χιλιάδων ευρώ. Είχε σημαντική και υπεύθυνη θέση, αλλά διέπραξε οικονομικές ατασθαλίες εις βάρος του δημοσίου και των φορολογουμένων πολιτών που επιδοτούν με δικά τους έσοδα αυτές τις κρατικές στέγες. Τέτοια φαινόμενα διαφθοράς εκ μέρους δημοσίων λειτουργών δυστυχώς έχουν καταντήσει να είναι συχνό φαινόμενο. Κρατικοί λειτουργοί που έχουν καθήκον να υπηρετούν και να προστατεύουν τα συμφέροντα του κράτους προς όφελος των πολιτών πρέπει να τιμωρούνται παραδειγματικά όταν εκμεταλλευτούν την προνομιακή τους θέση για να διαπράξουν οικονομικές ατασθαλίες εις βάρους του δημοσίου. Στην Ποινική Έφεση 55/2012 Χατζηδημητρίου ν. Αστυνομίας, ημερομηνίας 21 Μαΐου 2014, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης του διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών ο οποίος με πλημμελή φύλαξη ισοβίτη και αυθαίρετες του πράξεις επέτρεψε σε αυτόν να δραπετεύσει. Το Εφετείο έλαβε υπόψη του όλες τις επιπτώσεις του εφεσείοντα στην προσωπική του ζωή και στο επαγγελματικό του μέλλον, ως αποτέλεσμα απώλειας της εργασίας του, αλλά επειδή το αδίκημα ήταν σοβαρό έκρινε ότι η ποινή φυλάκισης ήταν επιβεβλημένη. Παρόμοια προσέγγιση υιοθετήθηκε και στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Κυπριακής Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, όταν επικυρώθηκε τριετή ποινή φυλάκισης στον εφεσείοντα για αδίκημα δεκασμού δημόσιου λειτουργού, παρά την πολυετή καθυστέρηση που υπήρχε στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης. Στη δική μας περίπτωση, η ποινική ευθύνη της κατηγορούμενης διαπιστώνεται σχεδόν τέσσερα χρόνια μετά τη διάπραξη του αδικήματος. Όμως, ως έχω εξηγήσει πιο πάνω, κρίνω ότι ο χρόνος, αν και μεγάλος, δεν αναιρεί την ανάγκη επιβολής της ενδεδειγμένης ποινής για σοβαρά κρούσματα διαφθοράς που διαπιστώνονται να έχουν διαπραχθεί από δημοσίους λειτουργούς. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Εφετείο επεξήγησε ότι δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση, τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7461, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004). Η κατηγορούμενη ευθύνεται για μέρος της καθυστέρησης στη διαπίστωση της ποινικής της ευθύνης. Κατά την προγραμματισμένη ημερομηνίας ακρόασης, 10.6.2013, δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως εναντίον της. Η απουσία ήταν δικαιολογημένη, όμως ήταν αιτία καθυστέρησης μέχρι τον Δεκέμβριο
- Η υπόθεση αναβλήθηκε εκ νέου, στις 26 Φεβρουαρίου 2014, εξαιτίας απουσίας της κατηγορούμενης. Εκδόθηκε ένταλμα συλλήψεως εναντίον της, το οποίο εκτελέστηκε στις 10 Απριλίου
- Ως αποτέλεσμα αυτών των απουσιών, η ακροαματική διαδικασία άρχισε στις 22 Μαΐου
- Στη συνέχεια, το Μάιο του 2014, η υπεράσπιση ζήτησε αναβολή της ακροαματικής διαδικασίας διότι ο συνήγορος της κατηγορούμενης ήταν απασχολημένος σε άλλο Δικαστήριο με υπόδικους. Η ακροαματική διαδικασία δεν ήταν χωρίς περιπλοκές, π.χ. διεξήχθη δίκη εντός δίκης, με αποτέλεσμα η διαδικασία διαπίστωσης της ποινικής ευθύνης της κατηγορούμενης να είναι χρονοβόρα λαμβανομένου υπόψη και της αδυναμίας του Δικαστηρίου να ορίζει μόνο αυτή την υπόθεση καθημερινά για να ολοκληρωθεί. Εν τω μεταξύ, οι προσωπικές συνθήκες της κατηγορούμενης είχαν αλλοιωθεί, δηλαδή απεβίωσε ο σύζυγος της. Επίσης, λαμβάνω σοβαρά υπόψη μου το ζήτημα της καθυστέρησης επειδή παρά το σοβαρό της αξιόμεμπτης συμπεριφοράς της, είναι γεγονός ότι αποκατάστησε χρηματικά τον εργοδότη της από τις 23.6.
- Παρόλο τούτο, ενόψει της φύσης του αδικήματος που διέπραξε και το ύψος του χρηματικού ποσού που οικειοποιήθηκε, η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Συνεπώς η καθυστέρηση είναι μεγάλη, όμως συνυπολογίζοντας όλες τις περιστάσεις που οδήγησαν σε αυτή την καθυστέρηση, δεν θεωρώ ότι αυτός ο παράγοντας επιδρά καταλυτικά, τουλάχιστον, σε σχέση με το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη. Η ενέργεια της κατηγορούμενης ήταν εσκεμμένη και κακόβουλη. Αναγκάστηκε να επιστρέψει τα χρήματα όταν η επόπτρια της ανακάλυψε την τρύπα πολλών χιλιάδων ευρώ στα έσοδα της κρατικής στέγης. Η κατηγορούμενη καθυστέρησε και άλλες μέρες μέχρι να βρει τον τρόπο αποπληρωμής του χαμένου ποσού που η ίδια οικειοποιήθηκε, μη αναλογιζόμενη τις συνέπειες των πράξεων της. Συμπεριφέρθηκε με τρόπο που έδειχνε ότι είχε το δικαίωμα να διαχειρίζεται τα χρήματα του εργοδότη της ως ήθελε. Είναι πρόδηλο ότι τέτοια φαινόμενα διαφθοράς, ειδικά από δημόσιους λειτουργούς που έχουν άμεση επαφή με κρατικά έσοδα, πρέπει να παταχθούν με τη δέουσα ποινή που δεν είναι άλλη από την ποινή φυλάκισης. Ο δημόσιος λειτουργός είναι υπηρέτης του κράτους και οφείλει να προωθήσει όσο καλύτερα μπορεί τα συμφέροντα των πολιτών από τη θέση που υπηρετεί. Τα καθήκοντα του δημόσιου λειτουργού πρέπει να εκτελούνται με ευλάβεια και με ψηλό αίσθημα ευθύνης έναντι των φορολογούμενων πολιτών που πληρώνουν το μισθό του. Όταν υπάρχει κατάχρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών με φαινόμενα διαφθοράς από δημόσιους λειτουργούς υπάρχει καθολική απαίτηση των εξαπατημένων πολιτών για ορθολογιστική αντιμετώπιση του παραβάτη. Οποιαδήποτε ποινή πλην της φυλάκισης δεν βοηθά στην πρόληψη της διαφθοράς, αλλά δημιουργεί προπέτασμα για την εξάπλωση της και διαβρώνει ακόμη περισσότερο την πεποίθηση των πολιτών ότι οι δημόσιοι λειτουργοί πράγματι και με ανιδιοτέλεια τους υπηρετούν. Συμφωνώ με το δικηγόρο υπεράσπισης ότι η συγκεκριμένη παραβάτης, η σταδιοδρομία της οποίας ήταν μέχρι πρότινος άμεμπτη, δεν πρόκειται να υποπέσει ξανά στα ίδια λάθη. Οι συνέπειες των πράξεων της είναι ήδη αισθητές και την έχει καταβάλει αγωνία, σύμφωνα με την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, για την τύχη της και την τύχη της οικογένειας της η οποία εκκρεμεί ενόψει αυτής της διαδικασίας. Είναι ώριμη γυναίκα που εάν δεν είχε διαπράξει το συγκεκριμένο αδίκημα θα ήταν υπόδειγμα για άλλους. Δεν διέπραξε το αδίκημα για να αποκτήσει κάποιο αθέμιτο πλεονέκτημα για τον εαυτό της, ως είναι σύνηθες σε υποθέσεις διαφθοράς δημόσιων λειτουργών, αλλά για να καλύψει άμεση ανάγκη συγγενικού της προσώπου. Το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν μεμονωμένο και είναι γι' αυτό που προβληματίστηκα ιδιαίτερα στην εξεύρεση κατάλληλης ποινής διότι έχω αντιληφθεί ότι από το συγκεκριμένο μεγάλο λάθος που έχει διαπράξει, το οποίο η κατηγορούμενη σίγουρα δεν θα το επαναλάβει, δυνατόν να καταστραφεί η επαγγελματική της σταδιοδρομία με την απώλεια της εργασίας της, η οικογένεια της και τα όσα έχει κτίσει μέχρι σήμερα με σκληρή εργασία. Από την άλλη, το αδίκημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό διότι εμπεριέχει το στοιχείο του δόλου και υπάρχει ανάγκη επιβολής ποινής αποτρεπτικού χαρακτήρα για άλλους πιθανούς παραβάτες που σκέφτονται να εκμεταλλευτούν την αδυναμία του συστήματος και τη χαλαρή εποπτεία των υποεισπράκτορων κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, που συμπεριλαμβάνει και την είσπραξη πολλών χιλιάδων ευρώ που πρέπει να αποδοθούν στον εργοδότη αφού εισπραχθούν. Είναι γεγονός ότι η κατηγορούμενη πιθανόν να απολέσει την εργασία της εξαιτίας της καταδίκης της. Όμως, αυτός δεν είναι λόγος κατά την άποψη μου που δικαιολογεί την ανεπαρκή επιβολή ποινής σε σχέση με τη σοβαρότητα του αδικήματος που έχει διαπράξει. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Γεωργίου Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 236, το Εφετείο εξήγησε τους λόγους γιατί μελλοντικές και πιθανές κυρώσεις στην επαγγελματική σταδιοδρομία του αδικοπραγούντα έχουν υποβαθμισμένη σημασία όταν το αδίκημα που έχουν διαπράξει είναι σοβαρό. «Η σοβαρότητα του αδικήματος είναι εκείνο το οποίο αποτελεί κατ' εξοχήν το δείκτη της τιμωρίας. Η επιβληθείσα ποινή θεωρείται ως καταφανώς ανεπαρκής εφόσον δεν αντανακλά τη σοβαρότητα του αδικήματος όπως αυτή στοιχειοθετείται από τα περιστατικά που το περιβάλλουν.» Η κατηγορούμενη χρησιμοποίησε τη θέση της για να οικειοποιηθεί ποσό πολλών χιλιάδων ευρώ. Κατά τον επίδικο χρόνο, η κατηγορούμενη ήταν ιδρυματικός λειτουργός, δηλαδή πρόσωπο που πληρώνεται από τους φορολογούμενους πολίτες για να εκτελέσει εντεταλμένο καθήκον. Συνεπώς, παρά την ύπαρξη όλων των μετριαστικών παραγόντων που έχω λάβει υπόψη μου πιο πάνω, δεν προβληματίστηκα για το είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στην κατηγορούμενη, δηλαδή αυτή της φυλάκισης μικρής διάρκειας. Εκείνο το οποίο με προβλημάτισε, είναι κατά πόσο όλοι οι στόχοι του Δικαστηρίου μπορεί να επιτευχθούν εξίσου καλά στην περίπτωση που δεν εκτίσει άμεσα την ποινή φυλάκισης η κατηγορούμενη. Προς αυτό τον σκοπό έλαβα υπόψη μου όλα τα ελαφρυντικά σε σχέση με τη διάπραξη του αδικήματος, την καθυστέρηση που παρατηρείται σε σχέση με τη διαπίστωση της ποινικής της ευθύνης, αλλά ιδιαίτερα το γεγονός ότι η κατηγορούμενη είναι χήρα και έχει τη φύλαξη και επιμέλεια ενός ανήλικου παιδιού στην εφηβεία με ψυχικά τραύματα. Πρόκειται για γυναίκα ηλικίας 53 ετών. Στη σελίδα 70 του βιβλίου του κ. Πική «Sentencing in Cyprus», 2η έκδοση, αναφέρεται ότι εξαιτίας των προνοιών του άρθρου 28 του Συντάγματος, δεν πρέπει να υπάρχει οποιαδήποτε διαφοροποίηση στη μεταχείριση προσώπων του θηλυκού γένους. Παρόλο τούτο, θεωρώ ότι πρέπει να δοθεί προσοχή στο γεγονός ότι η κατηγορούμενη πρόκειται για γυναίκα που είναι και μητέρα και έχει μόνη της την επιμέλεια και τη φροντίδα ανήλικου παιδιού με ψυχικά προβλήματα. Διάβασα προσεκτικά την έκθεση του Γραφείου Ευημερίας. Προ διετίας η κατηγορούμενη έχασε το σύζυγο της σε καρδιακό επεισόδιο, οι γονείς της είναι πάρα πολύ ηλικιωμένοι και άρρωστοι για να βοηθήσουν ένα ανήλικο τέκνο με προβλήματα. Το ανήλικο τέκνο έχασε τον πατέρα του και τώρα η μητέρα του τελεί υπό κράτηση εν αναμονή επιβολής ποινής σε σχέση με αδίκημα που διέπραξε. Το παιδί βρίσκεται από τις 24 Απριλίου 2015 υπό καθεστώς φύλαξης και επιμέλειας του Γραφείου Ευημερίας. Είναι ξεκάθαρο ότι το ανήλικο τέκνο βρίσκεται σε πολύ ευάλωτη κατάσταση και είναι άγνωστο ποιες θα είναι οι επιπτώσεις σε αυτό από την απώλεια της μητέρας του υπό αυτή τη σύνθεση και πλαίσιο των γεγονότων. Πρέπει νομίζω να τονίσω ότι, δεν είναι η τιμωρία για την πράξη που θα επηρεάσει ένα αθώο θύμα, είναι οι πράξεις της ίδιας της κατηγορούμενης που έχουν φέρει τα πράγματα στην παρούσα κατάσταση. Δηλαδή, δεν είναι η τιμωρία αλλά οι ενέργειες της κατηγορούμενης που έχουν προκαλέσει το συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δηλαδή ότι σήμερα το ανήλικο τέκνο της βρίσκεται με άλλους, μακριά από τη μητέρα του. Αυτό πρέπει να το αντιληφθεί η κατηγορούμενη. Όμως, θεωρώ ότι αυτός είναι ένας παράγοντας που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας προς αυτή την κατεύθυνση και δεν είναι η πρώτη φορά που έχει γίνει κάτι τέτοιο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Πεγιώτη,
(2001)2 Α.Α.Δ. 615, το Δικαστήριο είχε αναστείλει ποινή φυλάκισης μητέρας τεσσάρων ανηλίκων παιδιών παρά το γεγονός ότι διέπραξε σοβαρά αδικήματα. Τότε, το 2001, υπήρχε σε ισχύ η παλαιότερη νομοθεσία όπου ήταν απαραίτητο να υποδειχθούν στο Δικαστήριο εξαιρετικές περιστάσεις για αναστολή της ποινής. Σε εκείνη την περίπτωση, όπως και σε αυτήν, η κατηγορούμενη η οποία ήταν μητέρα τεσσάρων ανήλικων παιδιών είχε βρεθεί ένοχη μετά από ακροαματική διαδικασία σε σοβαρές κατηγορίες. Επιπρόσθετα, σε εκείνη την περίπτωση βαρύνετο και με μία ποινική καταδίκη. Εντούτοις, το Δικαστήριο αποφάσισε, να της αναστείλει την ποινή φυλάκισης και έγινε έφεση από το Γενικό Εισαγγελέα για την αναστολή της ποινής. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επικυρώθηκε και λέχθηκαν τα εξής στις σελίδες 628 και 629 της απόφασης: «Παρίσταται ανάγκη να αναφερθούμε σε κάποια έκταση στις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις της εφεσίβλητης
- Καταγράφονται σε έκθεση του Γραφείου Ευημερίας η οποία ετοιμάσθηκε και τέθηκε ενώπιον μας μετά από σχετικές οδηγίες μας. Η εφεσίβλητη είναι άνεργη. Για τη δική της επιβίωση και εκείνης των 4 ανήλικων παιδιών της τυγχάνει μηνιαίου δημόσιου βοηθήματος από το Τμήμα Κοινωνικής Ευημερίας. Ο εφεσίβλητος 1 σύζυγος της δεν είναι σε θέση να συνεισφέρει οικονομικά για τα 4 ανήλικα παιδιά του ζεύγους. Το μικρότερο από τα 4 παιδιά του ζεύγους ο Δημήτρης προσβλήθηκε από βακτηριακή μηνιγγίτιδα το
- Λόγω της βλάβης που προκλήθηκε στις αρτηρίες του εγκεφάλου από τη βακτηριακή μηνιγγίτιδα ο Δημήτρης έχει ανάγκη από αντισπασμωδικά φάρμακα τα οποία πρέπει να του χορηγούνται χωρίς διακοπή γιατί με τους σπασμούς μπορεί να προκληθεί μόνιμη εγκεφαλική βλάβη.» Σημειώνω, ότι σε εκείνη την περίπτωση είχε κριθεί ότι αυτά τα γεγονότα ήταν εξαιρετικές περιστάσεις και πληρούσαν τους αυστηρούς όρους ικανοποίησης των προνοιών του συγκεκριμένου νόμου. Παρόλο που κρίνω ότι τα προσωπικά προβλήματα της κατηγορούμενης σε εκείνη την περίπτωση ήταν ελαφρώς πιο σοβαρά από αυτά της κατηγορούμενης σε αυτή την υπόθεση, η περίπτωση έχει κάποια ομοιότητα. Η κατηγορούμενη ήδη τελεί υπό κράτηση από τις 24 Απριλίου,
- Λόγω του ότι είναι λευκού ποινικού μητρώου και παρά το γεγονός ότι μέχρι και την υστάτη ουδέποτε αναγνώρισε το λάθος της εκφράζοντας στο Δικαστήριο μεταμέλεια, αλλά και επειδή υπάρχει ανήλικο παιδί χωρίς προστάτη και η ψυχική του κατάσταση κινδυνεύει όσο είναι μακριά από τη μητέρα του, θα ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία και θα αναστείλω την ποινή. Κρίνω ότι όλοι οι στόχοι του Δικαστηρίου ικανοποιούνται ακόμη και με την αναστολή της ποινή φυλάκισης. Επιβάλλεται στην κατηγορούμενη ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για περίοδο τριών ετών. €170 έξοδα της κατηγορούσας αρχής να καταβληθούν από την κατηγορούμενη σήμερα. (Υπ.) ................ Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο