← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Τζιρτζιηπή, Αρ. Υπόθεσης: 3968/14, 5/5/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Τζιρτζιηπή, Αρ. Υπόθεσης: 3968/14, 5/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3968/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Ανδρέα Τζιρτζιηπή Ημερομηνία: 5 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κα Φασιανού Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος έχει παραδεχθεί την κατηγορία ότι επιτέθηκε κατά της Μυρούλας Κωνσταντίνου και της προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα. Για την ίδια σειρά γεγονότων που θεμελιώνουν την ποινική του ευθύνη σε σχέση με την κατηγορία της επίθεσης έχει παραδεχθεί δύο λιγότερο σοβαρές κατηγορίες, ήτοι της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 και της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99. Η παραπονούμενη βρισκόταν εντός του υποστατικού της επιχείρησης της ενώ τα δύο της ανήλικα παιδιά, ηλικίας 9 και 5 ετών, έπαιζαν στο δρόμο. Ξαφνικά άκουσε στροφή λάστιχων που προκλήθηκε από όχημα στο δρόμο που κινείτο με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Από αγωνία για τα παιδιά της βγήκε έξω στο δρόμο, βρήκε το όχημα που οδηγούσε ο κατηγορούμενος σταθμευμένο πιο κάτω στο δρόμο και τον πλησίασε με προταγμένα χέρια ζητώντας το λόγο για την επικίνδυνη του οδήγηση. Όταν τον πλησίασε αυτός εκνευρίστηκε και της έδωσε συνολικά τρεις γροθιές στο πρόσωπο με αποτέλεσμα να υποστεί οίδημα η μύτη της. Αυτή τον χαστούκισε σε αντίδραση και αυτός συνέχισε να την κτυπά με κλωτσιές στην κοιλιακή χώρα, πλάτη και πόδι. Ακολούθως, κατόρθωσε να δραπετεύσει από το χώρο αλλά όχι προτού η κατηγορούμενη καταγράψει τα νούμερα εγγραφής του οχήματος του. Τον εντόπισε αργότερα η αστυνομία και συνελήφθηκε. Παραδέχθηκε την κατηγορία της επίθεσης. Τα τραύματα της παραπονούμενης δεν ήταν μόνιμα αλλά ήταν πολλαπλά σε πολλά σημεία του σώματος, προκαλώντας της γενικευμένο άλγος και οδύνη προσωρινής διάρκειας. Τα αναλυτικά ευρήματα των ιατρών των Πρώτων Βοηθειών καταγράφονται αναλυτικά στο τεκμήριο Α πιο κάτω: «Αναφερόμενη επίθεση από άγνωστο της άντρα. Προσήλθε φανερά αναστατωμένη αιτιώμενη κεφαλαλγία με

(1)2 εκδορές αρ. άκρος χειρός,
(2)ερυθρότητα βάσης ρινός με ήπιο οίδημα αυτής,
(3)ερυθρότητα αρ. μηρού. » Ο κατηγορούμενος ουδέποτε αποζημίωσε το θύμα για τα τραύματα της ή για τη γενική οδύνη, ταλαιπωρία και ψυχική ταραχή που της προκάλεσε, εξαιτίας της ανεξέλεγκτης επίθεσης κατά του προσώπου της. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
  1. Παραδοχή
  2. Λευκό ποινικό μητρώο
  3. Προσωπικές περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος είναι 36 ετών, άνεργος και πάσχει από ψυχική διαταραχή με αντικοινωνικά στοιχεία. Έχει ιστορικό χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών που επιδεινώνουν τη ψυχική του κατάσταση. Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν υπό την επίδραση ηρεμιστικού φαρμάκου που του είχε χορηγηθεί από θεράποντα ιατρό και επίσης είχε κάνει χρήση ρητίνης κάνναβης. Παρακολουθείται από ψυχολόγο από το Νοέμβριο 2014 με εβδομαδιαίες συνεδρίες και ο ψυχολόγος του σημειώνει ότι είναι σταθερός στη θεραπεία του με αποτέλεσμα να σημειώνει ελαφριά και σταθερή πρόοδο. Κύριο χαρακτηριστικό της ψυχικής του διαταραχής είναι αντικοινωνική συμπεριφορά και επιθετικότητα. Έχει επίσης ενταχθεί σε κλειστό πρόγραμμα απεξάρτησης ναρκωτικών δύο εβδομάδες μετά το επεισόδιο, μέχρι τις 17.12.
  4. Καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  5. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
  6. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  7. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να ληφθούν υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δια να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το αδίκημα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρό λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Η ανώτατη προβλεπόμενη ποινή από τον νόμο για το αδίκημα της επίθεσης είναι μέχρι τρία χρόνια ποινή φυλάκισης. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι πολύ σοβαρό. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι το θύμα προκάλεσε τέτοια αντίδραση εναντίον του προσώπου της, έστω και με δεδομένο ότι η παραπονούμενη τον προσέγγισε σε έξαλλη κατάσταση, επειδή ως μητέρα ένιωθε ότι η αλόγιστη οδήγηση του κατηγορούμενου απειλούσε τα παιδιά της που έπαιζαν στο δρόμο. Δεν υπήρχε στιγμή που μετάνιωσε ή που εκδήλωσε τη λύπη του ο κατηγορούμενος για τη συμπεριφορά του, καθότι άφησε το θύμα εκεί αβοήθητο μετά την ανελέητη επίθεση και έφυγε από τη σκηνή του εγκλήματος για να αποφύγει τις συνέπιες των πράξεων του. Περαιτέρω, παρά το γεγονός ότι έχει περάσει περίπου 1 ½ έτος από το εν λόγω επεισόδιο, δεν έχει κάνει τίποτε να αποκαταστήσει το θύμα προς επανόρθωση των σοβαρών λαθών που διέπραξε με την ανεξέλεγκτη επίθεση κατά ανυπεράσπιστης γυναίκας και μητέρας. Αναμφίβολα αδικήματα αλόγιστης βίας εναντίον του προσώπου θα πρέπει να αποτρέπονται με αυστηρές ποινές και η ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή φυλάκισης επειδή η επίθεση ήταν ανελέητη και ανεξέλεγκτη με αποτέλεσμα γενικευμένων τραυμάτων σε πολλά σημεία του σώματος. Στην υπόθεση Κλείτος Θεοκλείτου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 6014, ημερομηνίας 13 Ιουνίου 1995, το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 45 ημερών σε νεαρούς δράστες που επιτέθηκαν εναντίον προσώπου σε δισκοθήκη με αποτέλεσμα το θύμα να τραυματιστεί σοβαρά. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την περίπτωση οι νεαροί δράστες είχαν απολογηθεί και παραδεχθεί, αλλά η ποινή φυλάκισης θεωρήθηκε ως ορθή ποινή για νεαρά πρόσωπα με λευκό ποινικό μητρώο δια να αποτρέπονται παρόμοια αδικήματα από τους ιδίους ή από άλλα άτομα. Αναφορικά με τη διάρκεια της ποινής φυλάκισης που πρέπει να επιβληθεί, σημασία έχει η σοβαρότητα των τραυμάτων του θύματος και η ταλαιπωρία που θα υποστεί το θύμα για αποκατάσταση της σωματικής του ακεραιτότητας. Επί παραδείγματι, στην υπόθεση Δημοκρατίας ν. Ζήνωνα Μάστρου, Ποινική Έφεση 7373, ημερομηνίας 2 Απριλίου 2003, επιβλήθηκε τριετή ποινή φυλάκισης. Το θύμα κακοποιήθηκε άγρια και θεωρήθηκε ότι παραβιάσθηκαν θεμελιώδης αρχές και αξίες που αφορούσαν το πρόσωπο του θύματος κατά την διάπραξη του αδικήματος. Ακόμη και στην υπόθεση Αντωνίου ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 79/07, ημερομηνίας 20 Σεπτεμβρίου 2007, επικυρώθηκε κατά πλειοψηφία ποινή φυλάκισης δύο ετών. Το τραύμα που υπέστηκε το θύμα δεν είχε σοβαρές συνέπειες, όμως ήταν τραύμα που από την φύση του έθετε την υπόθεση στην κατηγορία πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Στη δική μας περίπτωση, οι συνέπειες του αδικήματος ήταν αισθητές για το θύμα. Η μύτη της φούσκωσε και κοκκίνισε από το οίδημα ενώ τα άκρα της είχαν και αυτά κτυπήματα. Παρουσίαζε κεφαλαλγία και υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις για να αποκλεισθεί το ενδεχόμενο μόνιμης κάκωσης σε άλλο μέρος του σώματος. Το πιο σοβαρό είναι ο ψυχικός κλονισμός και η αναστάτωση που υπέστη το θύμα εξαιτίας των πολλαπλών γροθιών και οι κλωτσιές που δέχθηκε συνεπεία της επίθεσης του κατηγορούμενου. Υπέστη βάναυση και εξευτελιστική μεταχείριση στα χέρια του κατηγορούμενου στην οποία δεν είχε περιθώρια άμυνας ή αντίστασης. Επομένως, έχοντας υπόψη τον τρόπο που διαπράχθηκε το αδίκημα και τις σοβαρές συνέπειες του αδικήματος στην υγεία και σωματική ακεραιτότητα του θύματος, η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Σε διαφορετική περίπτωση εκμηδενίζεται η σοβαρότητα του αδικήματος και το Δικαστήριο δεν εκτελεί το καθήκον του για προστασία της κοινωνίας από τέτοιου είδους άνομες ενέργειες. Έπειτα, ο κατηγορούμενος αντί να βοηθήσει το θύμα και να υπομείνει τις συνέπειες των πράξεων του, την άφησε αβοήθητη με τα δύο τις παιδιά και έσπευσε να φύγει από την σκηνή του εγκλήματος. Ως ένα βαθμό λαμβάνω υπόψη μου ότι η ψυχική διαταραχή του κατηγορούμενου που τον ωθεί σε επιθετική συμπεριφορά θα πρέπει να κριθεί ως μετριαστικός παράγοντας. Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει ασυνήθιστες προκλήσεις στην ψυχική του υγεία που τον κάνουν πιο ευάλωτο στην εκδήλωση ανεπιθύμητων συμπεριφορών. Από την άλλη όμως, δεν κρίνω ότι αυτός ο μετριαστικός παράγοντας είναι περίπτωση τέτοιας βαρύνουσας σημασίας που να ευσταθεί η θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τελούσε υπό καθεστώς μειωμένης αντίληψης και ευθύνης για τις πράξεις του (Diminished responsibility). Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 Α.Α.Δ. 323, το Εφετείο επεξήγησε κάτω από ποιες προϋποθέσεις νοητική ή ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου κρίνεται ως παράγοντας που μειώνει την αντίληψη και την ευθύνη του για το διαπραχθέν αδίκημα. Σε ελεύθερη μετάφραση: «Η ψυχική διαταραχή ή ασθένεια του κατηγορούμενου είναι σχετική κατά την επιμέτρηση της ποινής μόνο στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει χρήσιμες πληροφορίες για την ενοχή του κατηγορούμενου και την συμπεριφορά του, εξαιτίας της ύπαρξης αυτής της ασθένειας. Τέτοιος παράγοντας θεωρείται ότι οδηγεί στη μειωμένη αντίληψη και ευθύνη του κατηγορούμενου σε σχέση με τη συμπεριφορά του, μόνο εάν καταδειχθεί ότι ενήργησε με το συγκεκριμένο τρόπο διότι δεν είχε έλεγχο των πράξεων του.» Κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση. Έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εκδηλώνει επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι προέβη σε εσκεμμένη και γενικευμένη επίθεση κατά πρόσωπο πολύ πιο αδύναμο σωματικά από τον εαυτό του, δεν κρίνω ότι η αντίληψη και ευθύνη του ήταν τόσο μειωμένη ώστε αυτός να είναι καταλυτικός παράγοντας που να δικαιολογεί μεταβολή της ενδεδειγμένης ποινής σε περίπτωση βίαιης επίθεσης του κατηγορούμενου κατά άλλου προσώπου. Η ενδεδειγμένη ποινή είναι φυλάκιση. Θεωρώ ότι είναι ανάγκη ο κατηγορούμενος να απομονωθεί από το κοινωνικό σύνολο ώστε να αντιληφθεί την σοβαρότητα των αδικημάτων και τις επιπτώσεις που προκάλεσε στο θύμα με την βάναυση συμπεριφορά του. Είναι γεγονός ότι υπάρχει καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής υπόθεσης του κατηγορούμενου. Όμως στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση, τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. ( Βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7461, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004). Ο κατηγορούμενος δεν είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν είναι συγκλονιστικά μεγάλος λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα του αδικήματος και τις συνέπειες του θύματος της επίθεσης. Όμως δεν είναι αμελητέος παράγοντας με δεδομένο ότι τουλάχιστον τα φυσικά τραύματα της παραπονούμενης έχουν επουλωθεί. Από την άλλη όμως, τα ψυχικά τραύματα της παραπονούμενης δεν έχουν αντιμετωπισθεί και είναι μόνο δια της ορθής τιμωρίας του κατηγορούμενου και ηθικής δικαίωσης του θύματος εξαιτίας της βάναυσης επίθεσης που υπέστη που μπορούν αυτά τα τραύματα να επουλωθούν και το επεισόδιο να ξεχασθεί. Αναγνωρίζω τις προσπάθειες του κατηγορούμενου να απεξαρτηθεί από τα ναρκωτικά σ' αυτό το διάστημα, όμως κρίνω ότι δεν έχει έμπρακτα εκφράσει την μεταμέλεια του καθώς δεν έγινε καμία προσπάθεια στο χρόνο που έχει μεσολαβήσει να κάνει επανορθωτικές κινήσεις προς το θύμα. Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι αυτός ο παράγοντας επιδρά καταλυτικά στην ποινή που θα πρέπει να επιβληθεί στον κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 575, το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώσει ότι τα αδικήματα είναι σοβαρά οφείλει πάντα να εξατομικεύει την ποινή που θα επιβληθεί διότι στόχος του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση επίθεσης είναι η επιβολή δίκαιης ποινής η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η ένταση της επίθεσης και οι επιπτώσεις στο θύμα και πρέπει να επιβληθεί ποινή αποτρεπτικού χαρακτήρα όταν το αποτέλεσμα της επίθεσης είναι η προσβολή και η καταρράκωση της αξιοπρέπειας του θύματος και εκεί όπου πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής του ακεραιότητας. Στην παρούσα περίπτωση η επίθεση ήταν βάναυση και ανελέητη. Ο κατηγορούμενος επιβλήθηκε σε πρόσωπο μικρότερης σωματικής διάπλασης . Επίσης, το θύμα υπέστη πλήρη εξευτελισμό στα χέρια του θήτη στην παρουσία των δύο ανήλικων της παιδιών. Τέλος, αφού την κακοποίησε, την εγκατέλειψε στην μέση του δρόμου αδιαφορώντας πλήρως για την υγεία της και τις συνέπειες των πράξεων του. Κρίνω ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου και οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, ειδικότερα το γεγονός ότι δεν έχει απασχολήσει εκ νέου τις αρχές με παρόμοιο αδίκημα, δεν επιδρούν καταλυτικά στο είδος της ποινής που θα του επιβληθεί αλλά επιδρούν καταλυτικά στη διάρκεια της. Νοείται ότι οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου εάν αξιολογηθούν σε συνδυασμό με την όλη του εγκληματική συμπεριφορά δεν δικαιολογούν αναστολή της ποινής. Η αναστολή της ποινής φυλάκισης στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι δεν εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας αλλά και ούτε συνάδει ως ορθή αντιμετώπιση για την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως αυτή προκύπτει από τα ποινικά αδικήματα που έχει διαπράξει. (Βλ. υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 221/12, ημερ. 19.12.12.) Αφού έχω λάβει υπόψη τη σοβαρότητα του αδικήματος, όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, την ανάγκη να επιβληθεί ποινή που να αρμόζει στις συνέπειες του θύματος και την ανάγκη της προστασίας της κοινωνίας με αποτρεπτική ποινή, θεωρώ ότι η ορθή ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή φυλάκισης. Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2 μηνών στην πρώτη κατηγορία. Καμία ποινή στις υπόλοιπες κατηγορίες καθότι αυτές αφορούν λιγότερο σοβαρά αδικήματα που πηγάζουν από την ίδια σειρά γεγονότων. Η ποινή φυλάκισης να αρχίσει από την ημέρα της κράτησης του, ήτοι 29 Απριλίου 2015. (Υπ.)................. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.