← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κύπρος Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 3385/13, 28/5/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κύπρος Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 3385/13, 28/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B78 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3385/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Κύπρος Στεφάνου Ημερομηνία: 28 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σωφρονίου Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία ότι έκλεψε το όχημα της παραπονούμενης με αριθμούς εγγραφής KTH 943, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα. Αντιμετωπίζει και δεύτερη κατηγορία, ότι έκλεψε και δεύτερο όχημα με αριθμούς εγγραφής KZP

  1. Αντιμετωπίζει και τρίτη κατηγορία, ότι συνωμότησε με άλλο πρόσωπο για να διαπράξει το αδίκημα της κλοπής που εκτίθεται στη δεύτερη κατηγορία. Οι δύο κλοπές έγιναν στις 1.6.2012 και 21.5.2012 αντίστοιχα, στην Επαρχία Λάρνακας. Όλη η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής έγινε παραδεκτό γεγονός. Το αυτοκίνητο, αντικείμενο της κλοπής στη δεύτερη κατηγορία, ανήκε στην Stefka Koycheva και κλάπηκε από τον ισόγειο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διαμένει η παραπονούμενη, ενώ ήταν σταθμευμένο και κλειδωμένο. Τα κλειδιά του οχήματος ήταν στην κατοχή της παραπονούμενης. Ο κατηγορούμενος οδήγησε και πέρασε το όχημα από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου στα κατεχόμενα την 1.6.2012 και ώρα 4.39 μ.μ. Αυτή η πληροφορία λήφθηκε από την αστυνομία στις 14.8.
  2. Το αυτοκίνητο, αντικείμενο της κλοπής στην τρίτη κατηγορία, ανήκε στην Larhisa Plokova και ήταν σταθμευμένο στον χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας όπου διαμένει η παραπονούμενη. Το αυτοκίνητο ήταν κλειδωμένο. Η παραπονούμενη στάθμευσε το όχημα της στις 1:45 μ.μ. και διαπίστωσε την κλοπή στις 6:00 μ.μ. Ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στις 15.9.
  3. Ανακρίθηκε και πληροφορήθηκε για το λόγο της σύλληψης του. Στις 23 Σεπτεμβρίου κατηγορήθηκε για το αδίκημα της κλοπής, πληροφορήθηκε για το δικαίωμα του να μη μιλήσει και αυτός απάντησε μόνο τα ακόλουθα «παραδέχομαι και απολογούμαι.» Στις 15.9.2012 προέβηκε στην ακόλουθη κατάθεση: «Πριν τρεις μήνες, περίπου, τέλη Μαΐου αρχές Ιουνίου, 2012, ο πρώην γαμπρός μου, δηλαδή ο πρώην σύζυγος της αδελφής μου Ουρανίας Στεφάνου τον οποίο γνωρίζω ως Αλέξη ή Rabia επειδή είναι Λιβανέζος, γύρω στα 26-28 χρονών με πήρε τηλέφωνο και με ρώτησε αν χρειάζομαι δουλειά. Εγώ ως άνεργος τον ρώτησα τι δουλειά ήταν και αυτός μου είπε ότι δεν ήξερε λεπτομέρειες για τη δουλειά και θα με έφερνε σε επαφή με ένα φίλο του για να μου εξηγήσει τις λεπτομέρειες. Την επόμενη ημέρα δέχτηκα τηλεφώνημα από τον αριθμό 99103296 όπου ήταν ένας άντρας ο οποίος μου συστήθηκε ως George από τον Λίβανο. Αυτός μου εξήγησε ότι δουλεύει σε κάποια dealer στη Λεμεσό χωρίς να μου πει όνομα και είχε στην κατοχή του σε μάντρα αυτοκινήτων στη Λεμεσό 40-50 αυτοκίνητα τα οποία ήθελε να στείλει από την Λεμεσό στα κατεχόμενα για εξαρτήματα. Αυτές τις κουβέντες μου τις εξήγησε όταν βρεθήκαμε μέσα στο αυτοκίνητο του στα φώτα του Συμιλλίδη στη Λεωφ. Αρχ. Μακαρίου. Το αυτοκίνητο του ήταν Honda Civic, χρώματος γκρίζου, ήταν ενοικιάσεως νομίζω της Six Star αλλά δεν γνωρίζω τα νούμερα. Σημείωσε ότι κατά τη συζήτηση μας μου πρότεινε πως κάθε αυτοκίνητο που θα έπαιρνα από Λεμεσό - Λευκωσία και από εκεί κατεχόμενα θα μου έδινε το ποσό των €150 περίπου και εγώ επειδή δεν είχα δουλειά δέχτηκα. Σημείωσε επίσης ότι τούτος ο George είπε μου ότι εμίνησκε στη Γερμασόγεια αλλά ποτέ του δεν με πήρε σπίτι του. Ο George είναι ηλικίας περίπου 35-38, μιλά ελάχιστα Ελληνικά και καλά Εγγλέζικα και Αραβικά και Ρωσικά. Είναι γύρω στα 1,85 ύψος, μελαχρινός, λεπτοκαμωμένος, είναι φαλακρός με γυρισμένα μαλιά στα πλάγια. Αυτός πρέπει να βρίσκεται αρκετό καιρό στη Κύπρο και μου είπε ότι ο ίδιος είναι Stop-List και δεν μπορεί να φύγει από την Κύπρο ούτε κατεχόμενα μπορεί να πάει. Μετά που την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε μου είπε ότι θα ξεκινούσα δουλειά. Εγώ επήρα στα κατεχόμενα τούντου ανθρώπου συνολικά 6 αυτοκίνητα που τον Ιούνη ως τον Αύγουστο. Δεν θυμάμαι συγκεκριμένες ημερομηνίες αλλά θυμούμαι ότι ήταν αυτοκίνητα ιαπωνέζικα συνήθως Toyota και Honda. Δεν θυμούμαι τα νούμερα τους και ήταν διάφορα χρώματα. Θυμούμαι το Toyota το Vitz το μπεζ, το Honda Accord γκρίζο, ένα Toyota Vitz πράσινο ανοικτό μικρό και νομίζω θυμούμαι και ένα Honda άσπρο. Πάντα η διαδικασία της διακίνησης των αυτοκινήτων ήταν η ίδια. Δηλαδή πάντα με έπιανε ο George τηλέφωνο και μου έλεγε να είσαι έτοιμος σε μια ώρα για να με παραλάβει. Πράγματι ερχόταν και με έπιανε από τη δουλειά μου με το αυτοκίνητο του το Zet και με έπαιρνε σε ερημικά και απόμερα μέρη στη Λεμεσό και μια φορά στο parking του ΓΣΠ στη Λευκωσία όπου υπήρχαν τα αυτοκίνητα που είπα. Πάντα οι πόρτες ήταν ξεκλείδωτες και τα αυτοκίνητα δεν είχαν ζημιά πάνω στις πόρτες οπουδήποτε αλλού. Ο George μου έδινε ένα κλειδί ή μου έλεγε ότι το κλειδί ήταν κάτω από το χαλί και με κατέβαζε και έπαιρνα το αυτοκίνητο και τον ακολουθούσα μέχρι το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου. Αυτός σταματούσε πριν το οδόφραγμα και μου έλεγε όταν έχει κίνηση στο οδόφραγμα να προχωρώ και να περνώ στα κατεχόμενα. Όταν παιρνούσα με το αυτοκίνητο έβγαζα ασφάλεια των αυτοκινήτων με λεφτά που μου έδινε ο George. Η αστυνομία των Τούρκων ποτέ δεν μου ζήτησε να δείξω κοτσιάνι. Εγράφαν περιγραφικά τα στοιχεία του αυτοκινήτου και της ταυτότητας μου και μου έδιναν ένα χαρτί ασφάλειας το οποίο αργότερα έδινα στον George ή το κατάστρεφα. Σημείωσε ότι μετά το τρίτο ή τέταρτο αυτοκίνητο ο George μου είπε αν μπορώ να ρισκάρω και να λέω στους Τούρκους λάθος νούμερα αυτοκινήτων για να γράφουν λάθος πάνω στην ασφάλεια. Όταν παιρνούσα τελικά έπαιρνα όλα τα αυτοκίνητα κοντά σε ένα χώρο στάθμευσης μιας μεγάλης υπεραγοράς μες την κατεχόμενη Λευκωσία δεν θυμούμαι όμως το όνομα της υπεραγοράς και περίμενα τον παραλήπτη των αυτοκινήτων ο οποίος πάντα ήταν ο ίδιος. Αυτός ήταν τουρκοκύπριος, περίπου 43-45 χρονών, μιλούσε σπαστά Ελληνικά, περίπου ήταν 1.50 - 1.60 ύψος, γύρω στα 70-75 κιλά, λίγο μουζουρής με κοντά μαύρα μαλιά. Εγώ με αυτόν μιλούσα μόνο στις παραδόσεις των αυτοκινήτων, μου είπε το όνομα του αλλά δεν το θυμούμαι. Εγώ αυτού του Τουρκοκύπριου του παράδωνα το αυτοκίνητο κάθε φορά και μου έδινε από €1.200 - €1.500 ευρώ. Μετά με έπαιρνε ως το οδόφραγμα και με άφηνε. Παιρνούσα περπατητός και έβρισκα τον George να με περιμένει στο parking μιας φρουταρίας έξω από το οδόφραγμα. Του George έδινα τα λεφτά και κάθε φορά μου έδινε €
  4. Από ότι θυμούμαι τα σημεία που με έπαιρνε στη Λεμεσό και έπαιρνα τα αυτοκίνητα ήταν ένα σημείο στην Τουριστική Γερμασόγειας πίσω από κάτι πολυκατοικίες, ένα άλλο στην Αγ. Φύλα σε κάτι νεόκτιστα σπίτια, ένα άλλο σημείο στο Parking του Mini Football στη Γερμασόγεια, ένα άλλο στο parking του Τσιρείου. Εγώ στην αρχή δεν υποψιάστηκα κάτι αλλά μετά το τρίτο αυτοκίνητο υποψιάστηκε ότι τα αυτοκίνητα ήταν κλεψιμιά ή πιθανό να είχαν κάτι μέσα. Ρώτησα τον George για τις υποψίες μου και αυτός μου απάντησε ειρωνικά να μη φοβάμαι τίποτε. Σε όλες τις κούρσες που έκαμα κατάλαβα ότι ο George ήταν από την επίρρεια ναρκωτικών. Μου το είπε και ο ίδιος ότι ήταν χρήστης. Όλο αυτό το διάστημα εγώ που ανησυχούσα τηλεφώνησα 2-3 φορές του Αλέξη και του είπα τις υποψίες μου. Αυτός με καθησύχαζε ότι μίλησε με τον George και δεν υπήρχε οτιδήποτε. Επίσης μου είπε ότι δεν γνώριζε αν τα αυτοκίνητα ήταν κλοπιμαία. Προσωπικά νομίζω ότι ο Αλέξης δεν γνώριζε για την κουβέντα αυτή και δεν έχω ιδέα αν ο Αλέξης είναι μπλεγμένος σε αυτή την ιστορία. Από ότι ξέρω αυτός δεν πήρε ποτέ του κάποιο αυτοκίνητο στα κατεχόμενα. Εγώ ποτέ μου δεν ήμουν παρόν κατά την κλοπή αυτών των αυτοκινήτων και μόνο τα παράδωσα στα κατεχόμενα. Δεν γυρίζω αν έχει ο George άλλους συνεργούς αλλά είναι πιθανόν. Εγώ κατάλαβα το λάθος μου και απολογούμαι. Να αναφέρω ότι την τελευταία φορά που πήγαμε για να πάρουμε ένα αυτοκίνητο ήταν στην Γερμασόγεια κοντά στο Mini Football αλλά χάσαμε τα κλειδιά και τελικά δεν το πήραμε. Μάλιστα εκείνη την ημέρα ψάξαμε μαζί για τα κλειδιά σε ένα περίπτερο το οποίο είναι κοντά σε μια πιτσαρία κα είναι κοντά στο Mini Football αλλά δεν τα βρήκαμε και η πράξη ακυρώθηκε.» (Δέσμη Τεκμήριων 1) Η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δεν είχε ιδέα ότι τα οχήματα ήταν κλοπιμαία προβλήθηκε για πρώτη φορά την 20.1.2013 με την ακόλουθη κατάθεση: «Εγώ ο Κύπρος Στεφάνου από την Λεμεσό θέλω να κάμω μια κατάθεση. Πληροφορήθηκα ότι μπορώ να γράψω ιδιοχείρως την κατάθεση μου, αλλά επιθυμώ όπως κάποιος γράψει ότι λέω. Πληροφορήθηκα ότι δεν είμαι υπόχρεος να πω οτιδήποτε εκτός εάν θέλω και οτιδήποτε πω δυνατό να δοθεί ως μαρτυρία. Σχετικά με τούτη την υπόθεση της κλοπής του αυτοκινήτου Demio του άσπρου θέλω να σου πω ότι μέσα στο Μάη του 2012 ένας αράπης νόμιζω που μου συστήθηκε ως Τζιώρτζ και τον οποίον γνώρισα στη Λεμεσό είπε μου να παίρνω αυτοκίνητα στα κατεχόμενα από το οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου να τα δίνω σε ένα τουρκοκύπριο. Ο τουρκοκύπριος που του έδινα το αυτοκίνητο με έπαιρνε πίσω στο οδόφραγμα, εγώ περνούσα πεζός και στις ελεύθερες περιοχές με περίμενε τούτος ο Τζιώρτζ και με έπαιρνε στη Λεμεσό. Για τη δουλειά τούτη εγώ πληρωνόμουν €150 για κάθε αυτοκίνητο που έπαιρνα. Από ότι θυμούμαι πήρα στα κατεχόμενα 5-6 αυτοκίνητα νομίζω και πληρώθηκα για όλα. Ένα που τούτα τα αυτοκίνητα ήταν και ένα άσπρο Demio και νομίζω ότι ήταν τον Μάη που το επήρα. Όλα τα αυτοκίνητα που έπερνα μου τα έδινε ο Τζιώρτζ στην Λεμεσό και εγώ τα έπαιρνα στη Λευκωσία αλλά σε καμία περίπτωση δεν γνώριζα ότι ήταν κλοπιμαία. Ο Τζιώρτζ που είπα πριν είναι το ίδιο πρόσωπο που είπα και σε προηγούμενες μου καταθέσεις ότι συνεργαζόμουν μαζί του για να παίρνω αυτοκίνητα στα κατεχόμενα για εξαρτήματα.» (Δέσμη Τεκμηρίων 1) Όταν κατηγορήθηκε για δεύτερη φορά σε σχέση με το αδίκημα της κλοπής ανέφερε τα εξής: «Δεν παραδέχομαι ότι έκλεψα από την Λάρνακα αυτοκίνητο.» Η πιο πάνω μαρτυρία είναι ικανοποιητική για να θεμελιωθεί καταδίκη εναντίον του κατηγορούμενου για το αδίκημα της κλοπής. Κρίνω ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κλοπής έχουν αποδειχθεί κατά του κατηγορούμενου. Στην Αγγλική υπόθεση R v. Lawrence 55 Cr. App. R. 73, καταγράφονται αναλυτικά τα συστατικά στοιχεία της κλοπής. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρξε 1) δόλια 2) ιδιοποίηση 3) περιουσίας άλλου προσώπου 4) με σκοπό ο ιδιοκτήτης αυτής της περιουσίας να στερηθεί για πάντα αυτή την περιουσία. Ιδιοποίηση της περιουσίας συντελείται όποτε πρόσωπο αναλάβει την περιουσία ή διαθέτει την περιουσία χωρίς τη συγκατάθεση του ιδιοκτήτη. Στις δύο περιπτώσεις κλοπής οχημάτων που περιέχονται στο κατηγορητήριο, προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος είναι το πρόσωπο που οικειοποιήθηκε τα οχήματα των παραπονούμενων και τα μετέφερε στα κατεχόμενα όπου τα πώλησε σε άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα οι ιδιοκτήτες των οχημάτων να στερηθούν την περιουσία τους δια παντός. Το μόνο επίδικο ζήτημα που παραμένει προς εξέταση είναι κατά πόσο αυτή η στέρηση της περιουσίας την πραγματοποίησε ο κατηγορούμενος με δόλια πρόθεση. Τα λεγόμενα του κατηγορούμενου στην πρώτη του κατάθεση συνιστούν ικανοποιητική μαρτυρία για να τεκμηριωθεί η θέση της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος είχε τον απαιτούμενο βαθμό γνώσεων, σε σχέση με τα πραγματικά δεδομένα που πλαισιώνουν την όλη του εγκληματική συμπεριφορά, ώστε να εξαχθεί με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι ενεργούσε δόλια. Πληροφορήθηκε ότι κατηγορείται για το αδίκημα της κλοπής και δεν απάντησε οτιδήποτε παρά μόνο ότι παραδέχεται και απολογείται. Η ομολογία αυτή δεν έγινε με επιφυλάξεις ή προϋποθέσεις, αλλά ευθαρσώς και μονολεκτικά και αφού πληροφορήθηκε δεόντως ότι επρόκειτο να κατηγορηθεί για το αδίκημα της κλοπής. Η παραδοχή που αφορά στοιχείο του αδικήματος, μπορεί να αποτελέσει έγκυρο βάθρο για να στοιχειοθετηθεί ανάλογο εύρημα του Δικαστηρίου και σε τελική ανάλυση σε εύρημα ενοχής. (Βλ. Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχάνων ν. Samoa Clothing Industry

(2000)2 Α.Α.Δ. 619 ). Αυτή η ομολογία έγινε λίγες μέρες μετά τη λήψη της πρώτης του ανακριτικής κατάθεσης, όπου περιέγραψε όλες τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οικειοποιήθηκε τα οχήματα και τα μετέφερε στα κατεχόμενα. Σ' αυτή την κατάθεση παραδέχθηκε ότι υποψιάσθηκε ότι τα οχήματα ήταν κλεμμένα, αλλά συνέχισε να προβαίνει στις ίδιες δραστηριότητες δια να παίρνει χρήματα από τον «Τζιώρτζη». Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες οδήγησε και μετέφερε αυτά τα οχήματα στα κατεχόμενα για λογαριασμό προσώπων αμφιβόλου χαρακτήρα, είναι τόσο ύποπτες, που κανένα λογικό πρόσωπο δεν θα αντιλαμβανόταν ότι επρόκειτο για νόμιμη συμπεριφορά. Η πράξη του κατηγορούμενου να οδηγεί και να μεταφέρει οχήματα από τις ελεύθερες περιοχές στα κατεχόμενα χωρίς να γνωρίζει καλά ούτε τους συνεργάτες του ή ποιοι ήταν οι ιδιοκτήτες των αυτοκινήτων και να παίρνει μετρητά €150 γι' αυτή την εξυπηρέτηση, είναι πράξη που από μόνη της συνιστά αυταπόδειξη της ένοχης διάνοιας του κατηγορούμενου. Βέβαια, στη συνέχεια, με τη δεύτερη του κατάθεση και την ένορκη του μαρτυρία, επιχείρησε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που δημιουργεί εναντίον του η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε σχέση με το στοιχείο της ένοχης γνώσης. Όμως, η εκδοχή του κατηγορούμενου ότι δεν κατάλαβε τι γινόταν γύρω από αυτή την επιχείρηση μεταφοράς οχημάτων στα κατεχόμενα θα πρέπει να καταρριφθεί ως αναξιόπιστη. Επιχείρησε να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πρόσωπο εντελώς αφελή και χαμηλής νοημοσύνης. Κατά την ένορκη του μαρτυρία και ειδικά κατά την αντεξέταση, όταν πιέσθηκε να απαντήσει δύσκολες ερωτήσεις, έδειξε ότι έχει ευφυΐα και γνωρίζει να ελίσσεται για να αποφύγει μία δύσκολη ερώτηση. Έξαλλου, ο ίδιος παραδέχθηκε ότι για να γίνουν αυτές οι εργασίες ήταν μία ολοήμερη υπόθεση και υπήρχε αρκετή περιπλοκότητα. Επομένως, ο κατηγορούμενος δεν είναι πρόσωπο μειωμένης αντίληψης, αλλά αντιθέτως σκέπτεται γρήγορα, εύστροφα και είναι φανερό ότι προέβαλε την εκδοχή της αφέλειας και της άγνοιας λίγους μήνες μετά τη λήψη της πρώτης του κατάθεσης, ως σκέψη εκ των υστέρων. Δεν έδωσε πλήρη στοιχεία των συνεργατών του ώστε αυτά τα πρόσωπα να εντοπισθούν. Όταν ρωτήθηκε για τον «Τζιώρτζη» ήταν σκόπιμα αόριστος και ασαφής να μην αναφέρει το πλήρες όνομα του και στοιχεία διεύθυνσης της μάντρας, ώστε να μην είναι εφικτό για την αστυνομία να διασταυρώσει τις πληροφορίες. Κατά την ένορκη του μαρτυρία, η μνήμη του ήταν επιλεκτική. Μπορούσε να θυμηθεί επί παραδείγματι πόσα χρόνια έκανε για να τελειώσει τις πρώτες τρεις τάξεις του Γυμνασίου, αλλά όταν ρωτήθηκε να αναφέρει συγκεκριμένες χρονολογίες που φοίτησε στο Γυμνάσιο, για να διασταυρώσει τα λεγόμενα του η κατηγορούσα αρχή, ανέφερε ότι δεν μπορούσε να θυμηθεί. Όταν η κα Γιακουμμετή του υπέδειξε ότι στην πρώτη του κατάθεση είχε εκφράσει τις υποψίες του ότι τα οχήματα ήταν κλοπιμαία, άλλαξε την εκδοχή του και ανέφερε ότι δεν ανησυχούσε και ότι απλά είχε ένα ενδιαφέρον μόνο. Όταν ρωτήθηκε γιατί να εργασθεί για άνθρωπο του οποίου το όνομα είναι τοποθετημένο στο «stop- list» και να μην υποψιαστεί ότι τον ήθελε για παράνομες εργασίες, ανέφερε ότι το «stop-list» δεν είναι κακό και ότι πολλοί πολίτες μπαίνουν στο «stop-list» για ασήμαντους λόγους. Αυτή η εκδοχή δεν είναι αληθοφανής διότι γεγονός παραμένει ότι ισχυρισμός του ήταν ότι έπαιρνε το ποσό των €150 για να κάνει μία διαδρομή στα κατεχόμενα. Εάν η εργασία ήταν τόσο απλή και νομότυπη, θα την έκανε ο ίδιος ο «Τζιώρτζης» ή θα πλήρωνε κάποιον με πολύ πιο λίγα χρήματα για να κάνει ένα απλό δρομολόγιο. Για να εξηγήσει τη διαφορά μεταξύ της πρώτης του κατάθεσης και της δεύτερης του κατάθεσης, πρόβαλε ισχυρισμό ότι ήταν συγχυσμένος όταν έδωσε κατάθεση την πρώτη φορά επειδή τον ανέκρινε αστυνομία. Όμως εάν συγχύζεται τόσο εύκολα όταν ανακρίνεται από την αστυνομία, το λογικό θα ήταν να είναι συγχυσμένος και κατά τη δεύτερη του ανάκριση. Στην πρώτη του κατάθεση αναφέρθηκε σε πολλές λεπτομέρειες. Ανέφερε, επί παραδείγματι, ότι ο «Τζιώρτζης» του είχε πει να συμπληρώνει τα έγγραφα που ήθελαν οι Τούρκοι αστυνομικοί με πλαστά νούμερα εγγραφής των οχημάτων. Όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει γιατί δεν το θεωρούσε και αυτό ύποπτο, ανέφερε ότι ήταν συγχυσμένος όταν έδιδε κατάθεση στην αστυνομία. Όταν έδωσε την πρώτη κατάθεση ανέφερε ότι παραδέχθηκε επειδή ήταν σε κατάσταση «σοκ». Όταν όμως έδωσε δεύτερη κατάθεση δεν διόρθωσε την πρώτη του κατάθεση με αναφορά στους ανακριτές ότι κατά την πρώτη του κατάθεση ήταν σε κατάσταση «σοκ». Δεν ανέφερε με λεπτομέρεια αυτά που του είπε ο Τζιώρτζης και ο Αλέξης για να τον καθησυχάσουν για την παράνομη δραστηριότητα όταν αυτός εκφράσθηκε σε εκείνους ότι φοβόταν και είχε υποψίες για το παράνομο των πράξεων του. Προέβαλε νέα εκδοχή, για πρώτη φορά ενόρκως και κατά την αντεξέταση ότι ο μόνος λόγος που ανησυχούσε και πήρε τηλέφωνο τον Αλέξη είναι επειδή ο Τουρκοκύπριος που θα τον συναντούσε στα κατεχόμενα είχε αργήσει στο ραντεβού τους. Για πρώτη φορά ενόρκως ανέφερε ότι ο «Τζιώρτζης» είχε και συνέταιρο. Όταν όμως η κυρία Γιακουμμετη ζήτησε όπως κατονομάσει τον συνέταιρο, άλλαξε και προσάρμοσε την εκδοχή του και ανέφερε ότι ο ίδιος φαντάστηκε ότι ο «Τζιώρτζης» πρέπει να έχει συνέταιρο. Η εκδοχή του δεν είναι αληθοφάνης διότι ήθελε να γίνει αποδοχή της θέσης ότι έκανε όλα αυτά τα ύποπτα και παράνομα πράγματα για ύποπτο και παράνομο πρόσωπο χωρίς να θεωρεί ότι υπήρχε οτιδήποτε το μεμπτό σε όλα αυτά. Τίποτα απ' όσα ανέφερε ο ΜΥ1, Ψυχίατρος και Νευρολόγος Δρ. Βερεσιέ, δεν με πείθει, ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε αντίληψη ότι αυτό που έκανε ήταν κλοπή. Ο Δρ. Βερεσιέ υπέβαλε τον κατηγορούμενο σε δύο εξετάσεις Ψυχομετρικής. Η πρώτη εξέταση ήταν συνοπτική δοκιμή δια να μετρήσει τις νοητικές επιδόσεις του κατηγορούμενου και η δεύτερη εξέταση ήταν δοκιμασία ωρολογίου δια να δει κατά πόσο είχε μειωμένη διανοητική ικανότητα. Αυτή η δοκιμή έγινε στις 16.1.2014, δηλαδή εν αναμονή και ετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας αυτής της υπόθεσης και η επανάληψη των ίδιων δοκιμών έγινε στις 30.4.2014, δηλαδή περίπου μία εβδομάδα προτού ο ΜΥ1 προσέλθει στο Δικαστήριο για μαρτυρία. Το αποτέλεσμα αυτών των εξετάσεων καταγράφεται στην έκθεση του Τεκμήριο 3: «Ο Κύπρος είναι άτομο με αγχώδη κατάθλιψη. Ο ίδιος έχει μειωμένες διανοητικές ικανότητες. Υποβλήθηκε σε εξέταση τεστ «Συνοπτική Δοκιμασία Νοητικής επίδοσης» και τα αποτελέσματα δείχνουν πως έχει διαταραχή των Γνωστικών Λειτουργών και το τεστ «Δοκιμασία Ωρολογίου» δείχνει αρχομένη άνοια. Η ψυχοδιανοητική του κατάσταση τον κάνει να μην έχει λογική κρίση και να είναι ευάλωτος σε εξωτερικούς επηρεασμούς στην συμπεριφορά και στις πράξεις του. Ο Κύπρος θα συνεχίσει να βρίσκεται σε ψυχιατρική παρακολούθηση.» Επιπρόσθετα, αποφάνθηκε ότι ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε αρχικά στάδια άνοιας που προσβάλλει συνήθως άτομα προχωρημένης ηλικίας, παρά το γεγονός ότι είναι μόλις 29 ετών. Δεν απέκλεισε όμως το ενδεχόμενο αυτό το αποτέλεσμα να είναι παραπλανητικό και να είναι αποτέλεσμα του άγχους και της κατάθλιψης που επίσης παρουσιάζει κλινικά. Για το ζήτημα της άνοιας παραδέχθηκε στην αντεξέταση ότι η καλύτερη εξέταση που μπορεί να διαγνώσει χωρίς περιθώριο λάθους οργανική βλάβη του εγκεφάλου είναι ο αξονικός τομογράφος. Τέτοια εξέταση δεν έγινε και έτσι η διάγνωση ότι βρίσκεται σε αρχικό στάδιο άνοιας δεν είναι απόλυτη. Παρά την ύπαρξη του πιο πάνω πορίσματος, προέβη στις ακόλουθες παραδοχές κατά το στάδιο της αντεξέτασης, δηλαδή, ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει δυσκολία στον προσανατολισμό ή στην έκφραση του λόγου. Επίσης δεν παρουσίαζε δυσκολία στην σκέψη. Ο ρόλος του εμπειρογνώμονα είναι να δώσει στο Δικαστήριο τα απαιτούμενα στοιχεία ώστε να κρίνει την ορθότητα των δικών του συμπερασμάτων. Δεν είναι ρόλος του εμπειρογνώμονα να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου: «Duty of expert is to furnish the judge or jury with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions so as to enable the judge or jury to form their own independent judgement by the application of these facts proved in evidence».[1] Ελεύθερη μετάφραση: «Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να παρέχει στον Δικαστή ή στους ενόρκους τις αναγκαίες επιστημονικές πληροφορίες διά να εξετάσουν την ορθότητα των συμπερασμάτων των ώστε αυτοί να είναι σε θέση να σχηματίσουν την δική τους κρίση αφού εφαρμόσουν αυτά τα στοιχεία στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί». (Phipson on Evidence 15η edition Sweet & Maxwell opinion Expert Evidence par. 37-12) Πρόθεση της υπεράσπισης ήταν να χρησιμοποιήσει τη μαρτυρία του ΜΥ1 για να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με την νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου (mens rea), κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος. Θα εξηγήσω πιο κάτω γιατί αυτό είναι ανεπίτρεπτο, όμως πρώτα είναι ορθό να αξιολογήσω τα συμπεράσματα του ΜΥ1, όπως θα αξιολογούσα τα συμπεράσματα οποιουδήποτε μάρτυρα ακόμη και αυτού που δεν είναι εμπειρογνώμονας. Ο κατηγορούμενος δεν έγινε πελάτης του ΜΥ1 σε ανύποπτο χρόνο και οι εξετάσεις έγιναν σε ύποπτο χρόνο, δηλαδή προς ετοιμασία και εν αναμονή της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση. Αυτό σημαίνει ότι κατά το χρόνο που διεξαγόταν η εξέταση, ο κατηγορούμενος είχε υπόψη του ότι τα αποτελέσματα θα ήταν μέρος της υπεράσπισης του. Ο ΜΥ1 εξήγησε ότι και οι δύο εξετάσεις γίνονται με ερωτήσεις που πρέπει να απαντήσει ο κατηγορούμενος. Η εξέταση του Ωρολογίου ζητά από τον κατηγορούμενο να επιδείξει κάποιες δεξιότητες. Συνεπώς, δεν αποκλείεται αυτά τα αποτελέσματα να μην είναι έγκυρα, εφόσον ο κατηγορούμενος είχε το κίνητρο να προσποιείται ή να δίδει λάθος απαντήσεις σκόπιμα. Επειδή οι εξετάσεις έγιναν σε ύποπτο χρόνο, θα πρέπει η αξιολόγηση τους να είναι ακόμη πιο προσεκτική δια να αποκλεισθεί το πιο πάνω ενδεχόμενο. Ο ΜΥ1 είχε την ευκαιρία να προβεί σε κλινικές εξετάσεις που θα παρήγαγαν θετικά αποτελέσματα για τη νοητική του κατάσταση όπως εξέταση με αξονικό τομογράφο, αλλά δεν το έκανε. Τα συμπεράσματα του ΜΥ1 δεν είναι αιτιολογημένα και αδυνατεί το Δικαστήριο να ελέγξει την εγκυρότητα αυτών των συμπερασμάτων. Επειδή τα συμπεράσματα δεν ήταν αιτιολογημένα, η κατηγορούσα αρχή δεν μπορούσε να διασταυρώσει τα συμπεράσματα του ΜΥ1 με τα δικά της στοιχεία. Ο ΜΥ1 δεν προσκόμισε τις ερωτήσεις που υποβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, αλλά και τις απαντήσεις του κατηγορούμενου ώστε να είναι γνωστό στο Δικαστήριο γιατί προέβη στα συγκεκριμένα συμπεράσματα. Δεν μπορούσε ούτε να ενημερώσει το Δικαστήριο για τη συγκεκριμένη βαθμολογία του κατηγορούμενου στις εξετάσεις. Συνεπώς, τα συμπεράσματα είναι γενικά, αόριστα και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Μόνο και μόνο γι' αυτό το λόγο δεν θα πρέπει να δοθεί καμία βαρύτητα στα ευρήματα του ΜΥ1. Όμως ο πιο σημαντικός λόγος που αυτή η γνώμη θα πρέπει να μην βαρύνει την κρίση του Δικαστηρίου είναι επειδή επιχειρείται να αντικατασταθεί η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με το καίριο ζήτημα της υπόθεσης με τρόπο ανεπίτρεπτο. Η γνώμη του ΜΥ1 δεν είναι χρήσιμη για να κριθεί η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος και πιο σημαντικό, για να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι διέπραττε έγκλημα εις βάρος ανυποψίαστων πολιτών τα οχήματα των οποίων είχαν κλαπεί. Η γνώμη του ΜΥ1 γι' αυτό το ζήτημα δεν έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και φυσικά δεν μπορεί να αντικαταστήσει η δική του γνώμη την κρίση του Δικαστηρίου. Ούτε και είχε υπόψη του ο ΜΥ1 όλα τα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με θετική μαρτυρία για να αποφανθεί κατά πόσο ο κατηγορούμενος, ο οποίος έδρασε με το συγκεκριμένο τρόπο, σκεπτόταν με συγκεκριμένο τρόπο ή ότι δεν είχε την ικανότητα να σκεφτεί με συγκεκριμένο τρόπο όταν οδηγούσε τα οχήματα στα κατεχόμενα. Δεν μπορεί ο ΜΥ1 με τη γνώμη του να αντικαταστήσει την κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με αποδεκτή και θετική μαρτυρία. «The grounds more commonly assigned for the rejection of opinion evidence are that opinions .in so far as they may be founded on admisaable evidence tend to usurp the functions of the tribunal whose province alone it is to draw conclusions of law and fact.» ( Phipson on Evidence, Sweet & and Maxwell 18 th edition Chapter 33-01 Opinion and Expert Evidence.) Στην περίπτωση που γίνει αποδεκτή η μαρτυρία του ΜΥ1 για να κριθεί η νοητική κατάσταση του κατηγορούμενου κατά τη διάπραξη του αδικήματος, τότε στην ουσία ο ΜΥ1 αποφασίζει για την ενοχή ή την μη ενοχή του κατηγορούμενου και όχι το Δικαστήριο. Στην Αγγλική υπόθεση R ν. MASH
(1986)Crim LR 395 CA, το Αγγλικό Εφετείο ανάφερε ότι ορθά αποφάσισε πρωτόδικος Δικαστής να αποκλείσει από τους ενόρκους μαρτυρία ψυχιάτρου ότι ο κατηγορούμενος βρισκόταν νοητικά στο μεταίχμιο μεταξύ κανονικής νοητικής ικανότητας και υστερημένης νοητικής ικανότητας για να εξαχθούν συμπεράσματα ενοχής ή όχι του κατηγορούμενου σε σχέση με διαπραχθέν αδίκημα. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση R v. Henry
(2006)1 CR. App. R. 6 CA, το Δικαστήριο απέκλεισε μαρτυρία ψυχιάτρου ότι το IQ του κατηγορούμενου ήταν χαμηλό αλλά φυσιολογικό, δηλαδή 75, για να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι δεν είχε την πρόθεση να διαπράξει φόνο. Συνεπώς, όταν η εκτίμηση του εμπειρογνώμονα βασίζεται σε μηχανικά δεδομένα π.χ. αποδεδειγμένη νοητική στέρηση, πρόκειται για χρήσιμη μαρτυρία που βαρύνει στην κρίση του Δικαστηρίου. Εάν όμως η μαρτυρία είναι απλά γνώμη ότι η αντίληψη του κατηγορούμενου είναι μειωμένη ή είναι αργός να διεξάγει συμπεράσματα ή είναι ευκολόπιστος και παρασύρεται από άλλους, είναι αντιληπτό γιατί τέτοια γνώμη δεν είναι βοηθητική και τείνει μόνο να υπονομεύει το ρόλο του τελικού κριτή γεγονότων (trier of fact), δηλαδή του Δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση των δεδομένων που έχουν τεθεί ενώπιον του, με βάση την αποδεκτή και θετική μαρτυρία. Αυτός είναι και ο λόγος που η αναιτιολόγητη, γενική και αόριστη γνώμη του ΜΥ1 σε σχέση με την ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου δεν επηρεάζει την κρίση μου καθόλου. Όλα τα δεδομένα είναι ενώπιον μου για αξιολόγηση. Είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις νοητικές διεργασίες του κατηγορούμενου κατά την ένορκη του μαρτυρία και κρίνω ότι ενήργησε δόλια και εσκεμμένα κατά την μεταφορά των οχημάτων από τους ανυποψίαστους ιδιοκτήτες τους στα κατεχόμενα σε κλεπταποδόχους. Η γνώμη του ΜΥ1 που διαμορφώθηκε κάτω από άγνωστες συνθήκες σε ύποπτο χρόνο και ως ετοιμασία της υπεράσπισης στην ποινική υπόθεση δεν μπορεί να κλονίσει τη βεβαιότητα του Δικαστηρίου για ένοχη σκέψη του κατηγορούμενου με βάση τα αποδεδειγμένα γεγονότα της υπόθεσης. Η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος αποδεικνύεται με τη γνώση του κατηγορούμενου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα που πλαισιώνουν το αδίκημα. Η απόδειξη της ψευδής παράστασης είναι κατά βάση επάλληλη με εκείνη που θεμελιώνει τη γνώση του κατηγορούμενου σε σχέση με τα ουσιώδη γεγονότα (βλ. Hodfield ν. Διευθύντρια Τελωνείου[2]). Στην υπόθεση Φανιέρος ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, επεξηγήθηκε ότι το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εξήγησα αναλυτικά πιο πάνω γιατί θεωρώ ότι οι περιστάσεις που γνώριζε ο κατηγορούμενος και πλαισιώνουν την εγκληματική του δράση οδηγούν στο λογικό συμπέρασμα ότι γνώριζε ότι παρανομούσε. Η άγνοια που επιχείρησε να προβάλει μετά τη σύλληψη του και που καλλιέργησε περαιτέρω κατά την ετοιμασία της υπεράσπισης του, πρόκειται για σκέψη εκ των υστέρων που προβλήθηκε για να αποφύγει την ποινική του ευθύνη. Συνεπώς, αποδεικνύεται εναντίον του το αδίκημα της κλοπής και τον κρίνω ένοχο σε αυτή την κατηγορία. Η κατηγορία της συνομωσίας θα πρέπει να ακολουθήσει το ίδιο αποτέλεσμα με την κατηγορία της κλοπής, όμως απορρίπτεται επειδή έχει συμπεριληφθεί στο παρόν κατηγορητήριο εκ του περισσού. Ο κατηγορούμενος δεν έδωσε πλήρη ονόματα των συνεργατών του, αλλά ανέφερε ότι δεν είναι μόνος του που έστησε αυτή την επιχείρηση κλοπής αυτοκινήτων από τις ελεύθερες περιοχές και μεταφοράς τους στα κατεχόμενα. Εφόσον είναι γνώστης της παρανομίας που διέπραττε και αποδέχτηκε να κάνει τις μεταφορές για λογαριασμό τρίτων προσώπων, υποδηλεί ότι υπήρχε σε ισχύ συμφωνία μεταξύ αυτών των προσώπων. Το αδίκημα της συνομωσίας συνιστά μια συμφωνία μεταξύ προσώπων να διαπράξουν κάτι το παράνομο ή να διαπράξουν κάτι το νόμιμο με παράνομο τρόπο. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία και δεύτερον πρέπει να αποδειχθεί ότι έχει γίνει τουλάχιστον μία θετική πράξη προς υλοποίηση της συμφωνίας. Η συνωμοσία έχει διαπραχθεί ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υλοποιηθεί η συμφωνία εξ ολοκλήρου. (Βλ. Archbold, Pleading, Evidence & Practice, Sweet & Maxwell, Fortieth edition, section 4061). Στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 4076, επεξηγείται ότι συνήθως εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει συνωμοσία όταν διαπιστωθούν ότι τα μέρη της συνομωσίας έχουν διαπράξει διάφορες παράνομες ενέργειες προς υλοποίηση της συνομωσίας. Αποδεικνύεται ότι ο κατηγορούμενος συμφώνησε και βοήθησε στη διάπραξη της κλοπής οχήματος. Από τη στιγμή που το ουσιαστικό αδίκημα αποδεικνύεται κατά του κατηγορούμενου με την ίδια μαρτυρία, δηλαδή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα της κλοπής που περιγράφεται στην δεύτερη κατηγορία και έχει αποδειχτεί ότι δεν ενεργούσε μόνος του αλλά με τρίτους, αποδεικνύεται και το αδίκημα της συνομωσίας. Εφόσον ο κατηγορούμενος θεωρείται αυτουργός του ουσιαστικού αδικήματος και η μαρτυρία για τη συνομωσία είναι η ίδια μαρτυρία που αφορά το ουσιαστικό αδίκημα, η κατηγορία για τη συνομωσία είναι περιττή και απορρίπτεται. Η κατηγορία για τη συνομωσία δεν έχει θέση στο κατηγορητήριο διότι στην παρούσα περίπτωση η κατηγορία της συνομωσίας είναι εφεδρική και η κατηγορούσα αρχή θα μπορούσε να την επικαλεστεί μόνο στην περίπτωση αποτυχίας απόδειξης της ουσιαστικής κατηγορίας. (Βλ. R. v. Jones
(1974)59 Cr. App. R. 120). Το ουσιαστικό αδίκημα ταυτίζεται με το αδίκημα της συνομωσίας, βασίζεται στην ίδια μαρτυρία και έχει αποδειχθεί. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην πρώτη κατηγορία και κρίνεται ένοχος σε σχέση με την δεύτερη και τρίτη κατηγορία. (Υπ.)................ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. [2] Βλ. Hodfield ν Διευθύντρια Τελωνείου, Ποινική Εφεση 7116 ημερ. 13/9/02 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.