Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Βασίλειος Καφατάρης, Αρ. Υπόθεσης: 11091/13, 19/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11091/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Βασίλειος Καφατάρης Ημερομηνία: 19 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Για τον κατηγορούμενο: κ. Μ. Μιχαήλ Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει την κατηγορία ότι επιτέθηκε εναντίον γυναίκας αστυνομικού κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της στο χώρο των Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Αντιμετωπίζει την κατηγορία της αντίστασης για ματαίωση νόμιμης σύλληψης κατά παράβαση του άρθρου 244(α) του Ποινικού Κώδικα και έτερη κατηγορία για τα ίδια γεγονότα ότι απέδρασε από νόμιμη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα. Τέλος, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορία ότι επιτέθηκε κατά ιατρού που εργαζόταν στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής στηρίζεται σε δύο αυτόπτες μάρτυρες. Τη Γ/Αστ. 5322 Θέκλα Ιωακείμ (ΜΚ1) και του ιατρού Γιώργου Αθανασίου (ΜΚ2). Κατά τον επίδικο χρόνο, η ΜΚ1 εκτελούσε καθήκοντα περιφρούρησης του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος προσήλθε στο τμήμα μαζί με τον υιό του, τον οποίο κρατούσε και ισχυρίστηκε ότι ο υιός του είχε καταναλώσει αλκοόλ. Νοσηλευτές τον τοποθέτησαν σε κρεβάτι και τον επισκέφθηκε ο ΜΚ
- Η ΜΚ1 άκουσε φωνές και πλησίασε να δει τι προκαλούσε την ανησυχία. Άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στον ιατρό με τρόπο απαξιωτικό «ίντα σε έχουν δαμέ και πιερώνουσε ρε μιτσή αφού ότι θέλετε κάνετε.» Ο κατηγορούμενος ήθελε ένεση που να θεραπεύει άμεσα τη μέθη και ο ΜΚ2 του έλεγε ότι δεν υπάρχουν τέτοιες ενέσεις. Η ΜΚ1 τον κάλεσε να σταματήσει να φωνάζει, αλλά αυτός συνέχιζε να φωνάζει, να βρίζει τον ιατρό και τέλος τον απείλησε ότι θα τον «σπάσει στο ξύλο». Τότε, η ΜΚ1 μπήκε ανάμεσα στον ιατρό και τον κατηγορούμενο, αλλά ο τελευταίος όρμησε πάνω στον ιατρό και τον έσπρωξε στο στήθος με τα χέρια του. Η ΜΚ1 τον ξανακάλεσε να σταματήσει και αυτός ξανά ακούμπησε στον ώμο του ιατρού. Τότε η ΜΚ1 τον προειδοποίησε δεόντως για το αδίκημα που είχε διαπράξει και τον πληροφόρησε ότι είναι υπό σύλληψη. Στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος αδιαφόρησε πλήρως για το γεγονός ότι ήταν υπό σύλληψη και είπε στην ΜΚ1 «φύε που δαμέ». Η ΜΚ1 επιχείρησε να τον σταματήσει και αυτός για να περάσει την έσπρωξε, βγήκε έξω και μπήκε στο όχημα του που ήταν σταθμευμένο έξω από την είσοδο του Νοσοκομείου και αποχώρησε. Εντοπίσθηκε αργότερα ο κατηγορούμενος επειδή η ΜΚ1 πήγε πίσω του και κατέγραψε τους αριθμούς εγγραφής του οχήματος του. Η αφήγηση της ΜΚ1 ήταν λεπτομερής και είχε λογική συνέχεια. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι έλεγε την αλήθεια. Κατά την αντεξέταση ήταν αυθόρμητη και έτοιμη να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις με ευκρίνεια και λεπτομέρεια. Η ΜΚ1 ήταν στο χώρο και εκτελούσε τα καθήκοντα της, δεν είχε κανένα λόγο να πλησιάσει τον κατηγορούμενο ή να παρεμβαίνει στη λειτουργία του Τμήματος Επειγόντων Περιστατικών, εκτός εάν αυτό ήταν αναγκαίο. Η συμπεριφορά του κατηγορούμενου καθιστούσε αναγκαία την άμεση παρέμβαση της ΜΚ1 και η ΜΚ1 αφηγήθηκε το όλο επεισόδιο τόσο καλά που σχημάτισα καθαρή εικόνα για τα διαδραματισθέντα. Η εκδοχή της ΜΚ1 συγκλίνει ουσιωδώς με την εκδοχή του άλλου αυτόπτη μάρτυρα. Υπάρχουν πολύ μικρές διαφορές μεταξύ της αφήγησης της ΜΚ1 και του ΜΚ2, αλλά αυτές δεν κλονίζουν την αξιοπιστία του ενός ή του άλλου μάρτυρα κατηγορίας αλλά την ενισχύουν, διότι αποκλείεται το ενδεχόμενο συνεννόησης μεταξύ τους και ενισχύουν την πεποίθηση μου ότι και οι δύο έχουν εξιστορήσει το ίδιο επεισόδιο ως το αντιλήφθηκε ο καθένας από την δική του σκοπιά. Ο ΜΚ2 επιβεβαίωσε ότι η ΜΚ1 επενέβηκε την ώρα που ο κατηγορούμενος φώναζε, επειδή ο ΜΚ2 του είπε ότι δεν έχει ένεση που να θεραπεύει άμεσα τη μέθη. Ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος για να τον σπρώξει έπρεπε πρώτα να σπρώξει το σώμα της ΜΚ2, η οποία είχε μπει ανάμεσα τους. Ο κατηγορούμενος τοποθετεί τον εαυτό του στον τόπο του εγκλήματος και παραδέχεται ότι προκάλεσε ανησυχία με τις φωνές του, αλλά πέραν αυτών των παραδοχών η εκδοχή που πρόβαλε ήταν διαμετρικά αντίθετη της εκδοχής που πρόβαλαν οι δύο αυτόπτες μάρτυρες. Η εκδοχή που πρόβαλε είναι εντελώς αφύσικη. Δέχεται ότι ήταν θυμωμένος, αλλά ανέφερε ότι ο λόγος που θύμωσε είναι επειδή ο ΜΚ2 αναίτια τους έδιωξε από το Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και τους είπε να περάσουν έξω διότι «δεν εξετάζουμε μεθυσμένους». Είναι απίθανο ιατρός των Πρώτων Βοηθειών να αρνήθηκε να περιθάλψει πρόσωπο και να εκφράστηκε δημοσίως με αυτό τον τρόπο. Εάν πράγματι είχε κάνει κάτι τέτοιο, ο κατηγορούμενος θα είχε δικαίωμα να τον καταγγείλει, πράγμα το οποίο δεν έκανε. Σημειώνω ότι αυτή η εκδοχή προβλήθηκε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο και δεν προβλήθηκε κατά την αστυνομική του ανάκριση για να δικαιολογήσει τη συμπεριφορά του. Κρίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι η αλήθεια και είναι σκέψη εκ των υστέρων. Ο κατηγορούμενος δέχθηκε ότι φώναζε αλλά ήταν σκόπιμα αόριστος και ασαφής όταν ρωτήθηκε να αναφέρει με ποιο τρόπο εκφράστηκε όταν φώναζε. Η μνήμη του ήταν επιλεκτική. Κατά την αντεξέταση, ο συνήγορος του κατηγορούμενου υπέβαλε στον ΜΚ2 τη θέση ότι αυτός αρνήθηκε να χορηγήσει ένεση στον υιό του κατηγορούμενου για τη μέθη. Ενόρκως, ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν επέμενε στη χορήγηση ένεσης για μέθη αλλά κάποια θεραπεία για το παιδί του. Στην κατάθεση του είχε αναφέρει ότι η ΜΚ1 ουδέποτε τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη, ενόρκως ανέφερε ότι δεν άκουσε κάτι τέτοιο και πιθανόν η ΜΚ1 να είπε κάτι τέτοιο μόνο στον εαυτό της. Ακόμη ενόρκως πρόβαλε τη θέση ότι οι ΜΚ1 και ΜΚ2 είχαν κάνει σκευωρία μεταξύ τους για να τον ενοχοποιήσουν, αλλά δεν ανέφερε σε τι βασίζει αυτό του τον ισχυρισμό αλλά και ούτε εξήγησε γιατί δύο πρόσωπα που εργάζονται στο Νοσοκομείο και απλά εκτελούσαν τα καθήκοντα τους εκείνο το βράδυ να θέλουν να συμπεριφερθούν με αυτό τον τρόπο. Ενόρκως, για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης, ανέφερε ότι ο ΜΚ2 άρχισε να ουρλιάζει όταν αυτός είπε αστείο στον υιό του για να γελάσουν. Όταν ρωτήθηκε να προσδιορίσει ποιο ήταν αυτό το αστείο που θύμωσε τον ΜΚ2 τόσο πολύ, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει οτιδήποτε και πρόβαλε απώλεια μνήμης. Αρνήθηκε ότι η ΜΚ1 τον ακολούθησε μέχρι την έξοδο του Νοσοκομείου ενώ στην κατάθεση του, Τεκμήριο 3, ανέφερε ότι όταν βγήκε έξω ήταν παρούσα η ΜΚ1 και του είπε ότι έγραψε τα νούμερα του αυτοκινήτου του. Ανέφερε ότι είδε την ΜΚ1 όταν αυτός αποφάσισε να αναχωρήσει με τον υιό του, όμως δεν εξήγησε τι μεσολάβησε προηγουμένως. Επέμενε ότι δεν ήταν υπό σύλληψη και όταν ρωτήθηκε να εξηγήσει πως αντιλαμβάνεται ότι δεν ήταν υπό σύλληψη απάντησε χαρακτηριστικά και απαξιωτικά «ποια κράτηση;». Είναι φανερό ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε από το όλο επεισόδιο μόνο εκείνο που ήθελε να αντιληφθεί και όταν δεν έγινε δεκτή η απαίτηση του να του χορηγηθεί ένεση για μέθη η οποία είναι ανύπαρκτη, εξύβρισε και επιτέθηκε κατά του ιατρού που είχε την ατυχία εκείνη τη στιγμή να είναι σε υπηρεσία. Ο κατηγορούμενος κρίνεται παντελώς αναξιόπιστος και απορρίπτεται πλήρως η εκδοχή του. Υιοθετώ πλήρως την εκδοχή που πρόβαλαν οι δύο αυτόπτες μάρτυρες, ΜΚ1 και ΜΚ
- Ο κατηγορούμενος χωρίς αιτία επιτέθηκε κατά των ΜΚ1 και ΜΚ2 και όταν η ΜΚ1 τον πληροφόρησε ότι ήταν υπό σύλληψη για το αδίκημα της επίθεσης που διαπράχθηκε στην παρουσία της, την έσπρωξε και έφυγε από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο