Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) ν. Νίκου Θεοδούλου Κάπελλου, Υπόθεση αρ.: 15867/2013, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B72 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15867/2013 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) και Νίκου Θεοδούλου Κάπελλου Κατηγορουμένου 22 Μαΐου, 2015. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Γ. Φούλιας για τους κ.κ. Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σια. Για τον κατηγορουμένο, εμφανίζεται η κα Γ. Πάτσαλου για τους κ.κ. Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος, παρών Απόφαση Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Επίδικες είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις της περιόδου από τον Ιούνιο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2013 (1η έως και 3η κατηγορία). Οι δόσεις αυτές οφείλονται δυνάμει διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκδοθέντος στις 17.12.2012 προς τον σκοπό εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή αρ. 3365/2011 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Γεώργιου Θεοδούλου κ.α. (Ε.Δ. Λάρνακας), ημερ. 16.03.
- Συναφώς αναφέρεται πώς, από την έναρξη της ισχύος του, στις 18.07.2008, ο Ν.60(Ι)/2008προσέδωσε νέα πρόσθετη διάσταση στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης του εξ αποφάσεως οφειλέτη ο οποίος παραλείπει να εξοφλήσει το χρέος του. Οι διατάξεις του Ν.60(Ι)/2008 ισχύουν παραλλήλως με τις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Κρίνεται αναγκαίο να παρατεθεί αυτούσιο το κείμενο των κρίσιμων διατάξεων του Ν.60(Ι)/2008: «
- Αδικήματα καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών:
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ........ (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4. ..............
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: .............. (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Ως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, το οποίο διαγράφεται από το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008, είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την πρόθεση (την υποκειμενική υπόσταση του εκάστοτε επίδικου αδικήματος) προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Ως, επίσης, προκύπτει από τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις, για το επίδικο αδίκημα καθιερώνεται, ως ειδική υπεράσπιση, μεταξύ άλλων, και η μεταβολή προς το χειρότερο της οικονομικής κατάστασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη. Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη και απλή. Η πλευρά των παραπονουμένων περιορίσθηκε στη δήλωση παραδεκτών γεγονότων (τεκμήρια 1 και 2). Τα ακόλουθα γεγονότα εδηλώθηκαν ως παραδεκτά και ενεκρίθηκαν ως τέτοια: «
- Ο κατηγορούμενος είναι ο εναγόμενος 3 στην Αγωγή με αριθμό 3365/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
- Την 16.03.2012 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή εναντίον του κατηγορουμένου για το ποσόν των €599.479,01 με τόκο 9.75% ετησίως από 05.08.2011 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους πλέον έξοδα.
- Στις 17.12.2012 εκδόθηκε εναντίον του κατηγορουμένου στην πιο πάνω αγωγή διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε όπως εξοφλήσει το πιο πάνω εξ αποφάσεως ποσό δια μηνιαίων δόσεων εκ €600 μηνιαίως και η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 01.05.2013 και να συνεχίζονται οι πληρωμές κάθε επόμενου μηνός μέχρι πλήρους εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους πλέον τόκους και έξοδα.
- Ο κατηγορούμενος δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τις δόσεις που ήταν πληρωτέες την περίοδο από 01.05.2013 έως και 01.12.2013 συμποσούμενες στο ποσόν των €4.800 σύμφωνα και με τις σχετικές λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο κατηγορουμένος.» (τεκμήριο 1). Εδηλώθηκε, ως παραδεκτό, και ενεκρίθηκε, ως τέτοιο, και το ακόλουθο γεγονός: «
- Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 16.03.2012 στην αγωγή Ε.Δ. Λάρνακος με αρ. 3365/2011 αρχικά ήτο η Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ η οποία στις 24.06.2013 μετονομάσθηκε σε Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΤΔ (τεκμήριο 2). Επί τη βάσει των παραδεκτών γεγονότων (τεκμήρια 1 και 2) εκρίθηκε πώς στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου, ο οποίος εκλήθηκε σε απολογία. Κληθείς σε απολογία ο κατηγορουμένος επέλεξε να προβεί σε ένορκη κατάθεση. Η κυρίως εξέτασή του διεξήχθηκε με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Διαμέσου του εγγράφου αρ. 1 ο κατηγορούμενος εδήλωσε τα εξής ουσιώδη: «....
- Είμαι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση και όταν εκδόθηκε το διάταγμα για να πληρώνω με μηνιαίες δόσεις την 17.12.2012 εμφανίστηκα στο Δικαστήριο χωρίς δικηγόρο και δέχθηκα απόφαση για να πληρώνω €600 τον μήνα επειδή νόμιζα ότι δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά εφόσον ήταν το ποσόν που μου ζήτησαν να αποδεχθώ οι δικηγόροι της ΣΠΕ Κοντέας.
- Παρουσιάστηκα στο Δικαστήριο και εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 17.12.2012 αλλά ούτε τότε η οικονομική μου κατάσταση ήταν καλή ούτε και σήμερα είναι καλύτερη εφόσον έχει χειροτερέψει και αντιμετωπίζω σοβαρά οικονομικά προβλήματα και το εισόδημα το οποίο λαμβάνω τώρα δεν μπορεί να καλύψει ούτε και τις στοιχειώδης ανάγκες τόσο εμένα όσο και της οικογένειας μου.
- Όταν δέχθηκα να καταβάλλω το πιο πάνω ποσό ήμουν με την εντύπωση ότι θα το κατέβαλλε η εταιρεία μας που έχει και το ακίνητο πάνω της και εξασφάλιζε το δάνειο της ΣΠΕ και ότι η ΣΠΕ με το διάταγμα εκποίησης που εκδόθηκε θα πουλούσε το ενυπόθηκο ακίνητο για να εξοφληθεί το δάνειο.
- Δυστυχώς μετά τα γεγονότα του κουρέματος των καταθέσεων τον Μάρτιο του 2013 δηλαδή 2 μήνες πριν να αρχίσουν οι μηνιαίες δόσεις μου σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 17/12/2012, αυτό είχε καταστροφικές συνέπειες και στην εταιρεία στην οποία εργάζομαι με αποτέλεσμα σήμερα να λαμβάνω πολύ χαμηλό εισόδημα και υπάρχουν και μερικές φορές που δεν λαμβάνω καθόλου εισόδημα εφόσον η εταιρεία αντιμετωπίζει σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Παρουσιάζω ως τεκμήριο δέσμη των φορολογικών μου δηλώσεων για τα έτη 2011, 2012 και
- Λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει η εταιρεία στην οποία είμαι διευθυντής αναγκαστήκαμε να απολύσουμε και δυναμικό προσωπικό λόγω του ότι ήταν αδύνατο για εμάς να ανταπεξέλθουμε στις συνεχείς αυτές απαιτήσεις εφόσον ο κύκλος εργασιών της εταιρείας μας είχε μειωθεί σε μεγάλο βαθμό.
- Περαιτέρω παρουσιάζω ως Τεκμήριο δέσμη των Καταστάσεων Ασφαλιστικού Λογαριασμού μου από τις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τα έτη 2011, 2012, 2013 και 2014 στις οποίες και πάλι εμφαίνεται η δυσμενής μεταβολή της οικονομικής μου κατάστασης και η αδυναμία μου να συμμορφωθώ με το διάταγμα ημερομηνίας 17/12/
- Είμαι πατέρας 2 ανήλικων τέκνων, της Μαρίνας γεννηθείσας την 02/10/2008 και της Ελευθερίας γεννηθείσας την 15/06/
- Η σύζυγος μου είναι οικοκυρά και δεν εργάζεται παρόλο που έχει κάνει προσπάθειες να εξεύρει οποιαδήποτε εργασία για να μπορέσει να βοηθήσει οικονομικά την οικογένεια μας όμως δυστυχώς λόγω της οικονομικής κρίσης δεν κατόρθωσε να εξεύρει οποιαδήποτε εργασία.
- Οι ανάγκες των τέκνων μου έχουν αυξηθεί δραματικά από το 2012 και δυσκολεύομαι πάρα πολύ να αντεπεξέλθω στις συνεχείς τους ανάγκες εφόσον είμαι το πρόσωπο στο οποίο εξαρτώνται όλα τα μέλη της οικογένειας μου με αποτέλεσμα να μας βοηθούν οικονομικά οι γονείς μας για να μπορέσουμε να ανταπεξέλθουμε και να καλύψουμε τουλάχιστον τις στοιχειώδης ανάγκες μας. και επιπλέον στην οικογένεια μου το 2013 προστέθηκε ακόμα ένα μέλος το ποίο τώρα είναι βρέφος και οι ανάγκες του είναι πάρα πολλές
- Όπως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου Χρίστος Πουτζιουρής η όλη διαδικασία που αντιμετωπίζω είναι ένας συγκαλυμμένος τρόπος φυλάκισης μου ένεκα μη πληρωμής αστικών χρεών μου και το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να εκδώσει το διάταγμα είσπραξης του οφειλόμενου ποσού ως χρηματικής ποινής επειδή δεν έχω λεφτά να τα πληρώσω και θα φυλακιστώ.
- Δεν συμμορφώθηκα με το διάταγμα ημερομηνίας 17/12/2012 όχι γιατί δεν ήθελα αλλά λόγω του ότι ήταν και είναι οικονομικά αδύνατο να το πράξω αυτό εφόσον το ελάχιστο εισόδημα που λαμβάνω το χρειάζομαι για να καλύπτω τις στοιχειώδεις ανάγκες της οικογένειας μου και εμένα.
- Το όνομα της εταιρείας που αναφέρω πιο πάνω ότι δουλεύω είναι G.N.D. CONSTRΑCTIONS LIMITED με αριθμό εγγραφής ΗΕ
- Παρουσιάζω τα πιστοποιητικά του Εφόρου Εταιρειών.
- Το όνομα της εταιρείας που είναι στο όνομα της το ακίνητο που εξασφαλίζει το δάνειο της ΣΠΕ Κοντέας είναι ΝΕΟTERRA PROPERTIES LTD. Παρουσιάζω ηλεκτρονική έρευνα του Εφόρου Εταιρειών που έκανε ο δικηγόρος μου .....». Στα πλαίσια της κυρίως εξέτασή του, ο κατηγοροούμενος κατέθεσε, ως τεκμήρια, δέσμη δηλώσεων εισοδήματος μισθωτού για τα έτη 2011 έως και 2013 (τεκμήριο 3), καταστάσεις αποδοχών ασφαλισμένου για τα έτη 2011 έως και 2014, οι οποίες αφορούν στον ίδιο (τεκμήρια 4), πιστοποιητικά εκδοθέντα από το Τμήμα του Εφόρου Εταιρειών εν σχέσει με τη σύσταση, τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου, τους αξιωματούχους και τους μετόχους της εταιρείας «G.N.D. Constructions Limited» (τεκμήριο 5) και έντυπο το οποίο αφορά στους αξιωματούχους της εταιρείας «Neoterra Properties Ltd» (τεκμήριο 6). Το τεκμήριο 6 επιμαρτυρεί πώς ο κατηγορούμενος είναι αξιωματούχος (κατέχει τη θέση διευθυντή) και μέτοχος της εταιρείας «G.N.D. Constructions Limited», δηλ. της εταιρείας η οποία τον εργοδοτεί. Κατά την αντεξέτασή του, ο κατηγορούμενος επέμεινε στα όσα εδήλωσε κατά την κυρίως εξέτασή του. Κληθείς να εξηγήσει την παράλειψή του να αποταθεί στο πολιτικό δικαστήριο για ακύρωση, αναστολή ή τροποποίηση του κατ΄ ισχυρισμόν επαχθούς επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, ως το άρθρο 90
(2)του Κεφ. 6 προβλέπει, ο κατηγορούμενος επεκαλέστηκε την αδυναμία του να καταβάλει τα απαιτούμενα έξοδα. Όμως, εδέχθηκε ότι ο δικηγόρος, ο οποίος τον εκπροσωπεί στην προκείμενη διαδικασία, τον ενημέρωσε σχετικώς με την δυνατότητα την οποίαν παρέχει το άρθρο 90
(2)του Κεφ. 6. Δια της τελικής του αγόρευσης ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων υπεστήριξε πώς ο κατηγορούμενος δεν απέδειξε την ειδική υπεράσπιση της μεταβολής προς το χειρότερο της οικονομικής του κατάστασης, την οποίαν η πλευρά του προώθησε. Αντιθέτως, δια της τελικής της αγόρευσης, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου υπεστήριξε πώς έχει αποδειχθεί «ότι ο λόγος ο οποίος ο κατηγορουμένος δεν κατέβαλε τις δόσεις του σύμφωνα με το διάταγμα ημερομηνίας 17.12.2012 δεν είναι λόγω αμέλειας ή και λόγω του ότι δεν ήθελε αλλά λόγω της μεταβολής της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος σε τέτοιο σημείο που η συμμόρφωση του με το επίδικο διάταγμα ήταν και είναι αδύνατη» (δείτε στη σελ. 7 της τελικής γραπτής αγόρευσης της κας Πάτσαλου). Δια της τελικής γραπτής αγόρευσής της η κα Πάτσαλου προέβαλε και δύο άλλες υπερασπίσεις: Πρώτον, υπεστήριξε πώς, εν προκειμένω, συντρέχει κατάχρηση διαδικασίας εφ΄ όσον «το επίδικο δάνειο εξασφαλίζεται με ακίνητο για το οποίο ..... έχει εκδοθεί διάταγμα εκποίησης του επομένως (άρα) θα έπρεπε πρώτα οι παραπονούμενοι να προχωρήσουν με την εκποίηση του και εφόσον μείνει υπόλοιπο προς πληρωμή τότε να αποταθούν στον κατηγορούμενο για να εισπράξουν με την παρούσα διαδικασία» (δείτε στη σελ. 7 της τελικής γραπτής αγόρευσης της κας Πάτσαλου). Δεύτερον, η προκείμενη διαδικασία παραβιάζει «το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην φυλακισθεί για αστικά χρέη σύμφωνα με το Παράρτημα 4, Άρθρο 1 της Σύμβασης της Γενεύης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων». Ο Ν.60(Ι)/2008, συνεχίζει η ευπαίδευτη συνήγορος, είναι «ένα(ς) συγκαλυμένος τρόπος είσπραξης αστικών χρεών εφόσον δίνει το δικαίωμα στον παραπονούμενο να ζητήσει την είσπραξη των καθυστερημένων δόσεων σε διάταγμα αστικής διαδικασίας με τη μορφή χρηματικής ποινής που σε περίπτωση μη πληρωμής του πιο πάνω ποσού οδηγεί στην φυλάκιση του κατηγορουμένου» και εφ΄ όσον προβλέπει, ως μέτρο ποινικού κολασμού, και την ποινή φυλάκισης (δείτε στην σελ. 7 της τελικής γραπτής αγόρευσης της κας Πάτσαλου). Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Σημειωνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Οι κεντρικοί και ρητοί ισχυρισμοί του κατηγορουμένου σύμφωνα με τους οποίους «όταν εκδόθηκε το διάταγμα για να πληρών(ει) με μηνιαίες δόσεις της 17.12.2012 εμφανίσθηκ(ε) στο Δικαστήριο χωρίς δικηγόρο και δέχθηκ(ε) απόφαση για να πληρών(ει) €600 το μήνα επειδή νόμιζ(ε) ότι δεν μπορούσ(ε) να κάνει διαφορετικά εφόσον ήταν το ποσόν που (του) ζήτησαν να αποδεχθ(εί) οι δικηγόροι της Σ.Π.Ε. Κοντέας», όταν «εκδόθηκε το διάταγμα ημερομηνίας 17.12.2012 ... ούτε τότε η οικονομική (του) κατάσταση ήταν καλή αλλά ούτε και σήμερα είναι καλύτερη ....» και όταν «δέχθηκ(ε) να καταβάλλ(ει) το πιο πάνω ποσό (ήταν) με την εντύπωση ότι θα το κατέβαλλε η εταιρεία (τους) που έχει και το ακίνητο πάνω της και εξασφάλιζε το δάνειο της Σ.Π.Ε. και ότι η Σ.Π.Ε. με το διάταγμα εκποίησης που εκδόθηκε θα πωλούσε το ενυπόθηκο ακίνητο για να εξοφληθεί το χρέος». (δείτε στις παρά. 1, 2 και 3 του εγγράφου αρ. 1) αφ΄ ενός κρίνονται ως προσχηματικοί και αφ΄ ετέρου αναιρούν την ειδική υπεράσπιση της μεταβολής προς το χειρότερο της οικονομικής κατάστασής του. Ειδικώτερα: Η εικόνα του εξ αποφάσεως οφειλέτη ο οποίος, ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου, παρεπλανήθηκε από τους δικηγόρους του εξ αποφάσεως πιστωτή να δεχθεί την εναντίον του έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων προς το οποίο ανέκαθεν αδυνατούσε να συμμορφωθεί καθώς και η εικόνα του εξ αποφάσεως οφειλέτη ο οποίος δεν αντελήφθηκε την διαδικασία ενώπιον του πολιτικού δικαστηρίου και εδέχθηκε να εκδοθεί εναντίον του ένα διάταγμα μηνιαίων δόσεων ευρισκόμενος υπό πλάνην και πιστεύοντας πώς αυτές τις μηνιαίες δόσεις θα κατέβαλλε, για λογαριασμό του, άλλο πρόσωπο, δεν συνάδει με την εικόνα την οποίαν ο κατηγορούμενος επαρουσίασε καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου. Καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο κατηγορούμενος, άνδρας ώριμης ηλικίας και πατέρας 2 τέκνων, παρουσιάσθηκε ως πρόσωπο εγγράμματο και με αντίληψη, ο οποίος δραστηριοποιείται επαγγελματικά εφ΄ όσον είναι υπάλληλος της εμπορικής εταιρείας «G.N.D. Constructions Ltd», κατέχει την θέση διευθυντή αυτής και είναι μέτοχος της (τεκμήριο 5). Καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ουδόλως έδωσε την εντύπωση ενός αφελούς και αδαούς άνδρα, ο οποίος δεν έχει αντίληψη των γεγονότων και ο οποίος, στα πλαίσια δικαστικών διαδικασιών, δέχεται εξαναγκασμούς ή ενεργεί ευρισκόμενος υπό πλάνην. Εν πάση περιπτώσει, αποδοχή των ισχυρισμών του κατηγορουμένου περί των όσων έλαβαν χώραν ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου, κατά την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων, θα ισοδυναμούσε με αποδοχή της, κατ΄ ουσίαν, θέσης του πώς ενώπιον του πολιτικού Δικαστηρίου δεν ακολουθήθηκε η θεσμοθετημένη, δια του Κεφ. 6, τυπική διαδικασία έκδοσης διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Ας σημειωθεί πώς η διαδικασία αυτή προβλέπει την εξέταση της αίτησης για έκδοση μηνιαίων δόσεων με την ενεργό συμμετοχή του καθ΄ ου η αίτηση εξ αποφάσεως οφειλέτη εφ΄ όσον πρόκειται για εξαναγκάσιμο μάρτυρα (άρθρο 83 του Κεφ. 6). Το δε εκάστοτε διάταγμα μηνιαίων δόσεων εκδίδεται είτε κατώπιν ακροαματικής διαδικασίας είτε κατώπιν της σύμφωνης γνώμης του καθ΄ ου η αίτηση εξ αποφάσεως οφειλέτη (Μέρος VII του Κεφ. 6). Τα ανωτέρω οδηγούν στην διαπίστωση πώς ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο κλονισμένης αξιοπιστίας. Ο κατηγορούμενος προσήλθε στο Δικαστήριο για να δικαιολογήσει την άρνησή του να καταβάλει τις οφειλόμενες δόσεις και όχι για να πει την αλήθεια. Επιπλέον της διαπίστωσης πώς ο κατηγορούμενος είναι πρόσωπο κλονισμένης αξιοπιστίας και πώς όσα αυτός ανέφερε περί της οικονομικής δυσπραγίας του καθώς και περί των συνθηκών έκδοσης του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων είναι προσχηματικά, παρατηρείται πώς η κατ΄ ισχυρισμόν εξ αρχής αδυναμία του να ανταποκριθεί στο επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων δεν καλύπτει την ειδική υπεράσπιση της μεταγενέστερης μεταβολής προς το χειρότερο της οικονομικής κατάστασης του. Κατ΄ ακρίβειαν, τα όσα ο κατηγορούμενος ισχυρίζεται στις παρά 1, 2 και 3 του εγγράφου αρ. 1 αναιρούν και διαψεύδουν την ειδική αυτή υπεράσπιση.
(2)Η προσαγωγή, ενώπιον του ποινικού δικαστηρίου, του εξ αποφάσεως οφειλέτη επί τη βάσει του άρθρου 3 του Ν.60(Ι)/2008 δεν δύναται να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική άνευ άλλου τινός. Εφ΄ όσον πρόκειται για δυνατότητα προβλεπομένη από τον νόμο, η χρησιμοποίησή της, κατ΄ αρχήν, επιτρέπεται. Συναφώς, και όσον αφορά στην νομιμοποίηση των παραπονουμένων, σημειώνεται πώς η αναντίλεκτη δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, η οποία «αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή αμεροληψίας» (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434), προσφέρεται σε οιονδήποτε επηρεάζεται αμέσως από την εγκληματική ενέργεια (Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363). Έτσι, εν προκειμένω, οι παραπονούμενοι νομιμοποιούνται να ασκήσουν ιδιωτική ποινική δίωξη εναντίον του κατηγορούμενου εφ΄ όσον, ως εξ αποφάσεως δανειστές, παρουσιάζονται να είναι το θύμα καταδολιευτικής συμπεριφοράς εκ μέρους του, ως εξ αποφάσεως οφειλέτη τους. Οι παραπονούμενοι παρουσιάζονται να είναι το πρόσωπο το οποίο υφίσταται αμέσως τις συνέπειες της αδικοπραγίας του κατηγορούμενου. Βεβαίως, η καταχώριση ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης επί τη βάσει του άρθρου 3 του Ν.60(Ι)/2008, ως και κάθε άλλη δικαστική διαδικασία, ελέγχεται από το Δικαστήριο όσον αφορά στον καταχρηστικό ή μη χαρακτήρα της. Όμως, ο έλεγχος αυτός αφορά στον τρόπο χρησιμοποίησης της διαδικασίας και όχι στα εσωτερικά ελατήρια αυτού που την εγείρει. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Μερκής ν. Intertobacco (Cyprus) Ltd
(2006)1 (B) Α.Α.Δ. 788, 792) καθώς και στην απόφαση Πετράκη ν. Κίμωνος
(2006)1 (Β) Α.Α.Δ. 1311, 1317, από την οποίαν παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα: «Το όλο θέμα είναι θέμα γεγονότων. Εκεί που δεν υπάρχουν στοιχεία δόλου ή αθέμιτης εξασφάλισης χρημάτων ή πλεονεκτημάτων προς όφελος του συγκεκριμένου αιτητή - πιστωτή και εις βάρος του χρεώστη και των άλλων πιστωτών του, αίτηση εκδόσεων διατάγματος παραλαβής δεν θεωρείται ότι γίνεται για παράλληλο και αθέμιτο σκοπό ή κατά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, έστω και αν έχει σαν συνεπαγόμενο αποτέλεσμα κάποιο πλεονέκτημα για τον πιστωτή». Ως «καταχρηστική» χαρακτηρίζεται, κατ΄ αρχάς, η δικαστική διαδικασία όταν δι΄ αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπόν ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου (Beogradskα DD
(1996)1 C.L.R. 911, καθώς, επίσης, και η δικαστική διαδικασία όταν πραγματικός της σκοπός είναι η εξόντωση ή η καταπίεση του αντιδίκου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522, Mills v. Cooper
(1967)2 All ER 100, 104). Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ΄ όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ΄ ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφ΄ ετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 90/2011 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά. ημερ. 11.09.2013). Η κρίση περί καταχρηστικής διαδικασίας δεν διαμορφώνεται επί τη βάσει υποθέσεων και εικασιών. Τέτοια κρίση διαμορφώνεται επί τη βάσει μαρτυρίας. Σύνοψη του λόγου και των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή της εκ μέρους διαδίκου κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας παρατίθεται στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν στην κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιονδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα, μπορεί να προσλάβουν οποιανδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίον παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Υπάρχουν περιπτώσεις όπου συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία παρουσιάζεται, εκ πρώτης όψεως, ορθή και νόμιμη. Όμως, εξωγενής μαρτυρία καταδεικνύει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της. Στην απόφαση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All ER 566 (C.A.) λέχθηκαν, από τον Lord Denning M.R., τα εξής: «Abuse of legal process In a civilized society, legal process is the machinery for keeping order and doing justice. It can be used properly or it can be abused. It is used properly when it is invoked for the vindication of men's rights or the enforcement of just claims. It is abused when it is diverted from its true course so as to serve extortion or oppression; or to exert pressuve so as to achieve an improper end. When it is so abused, it is a tort, a wrong known to the law. The judges can and will intervene to stop it ... Sometimes abuse can be shown by the very steps being taken in the courts .. At other times the abuse can only be shown by extrinsic evidence that the legal process is being used for an improper purpose. On the face of it in any particular case, the legal process may appear to be entirely proper end correct. What may make it wrongful is the purpose for which it is used. If it is done in order to exert pressure so as to achieve an end which is improper in itself, then it is a wrong known to the law. This appears distinctly from the case which founded this tort. It is Grainger v. Hill
(1838)4 Bing N.C. 212 which arose out of the old process of capias. The plaintiff recovered damages for abuse of the process. It had been abuse because it had been taken, as Tindal CJ said at p. 221, «to effect an object not within the scope of the process» and as Bosanquet J. said at p. 24 «the process was enforced for an ulterior purpose». Εν προκειμένω, και επί τη βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, ουδεμία καταχρηστική συμπεριφορά εκ μέρους των παραπονουμένων παρατηρείται. Επί τη βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν προκύπτει πώς δια της προκείμενης διαδικασίας επιδιώκεται σκοπός άλλος από τον ποινικό κολασμό του κατηγορουμένου. Δεν προκύπτει πώς δια της προκείμενης διαδικασίας επιδιώκεται η εξόντωση ή η καταπίεση του κατηγορουμένου. Και ούτε προκύπτει πώς η προκείμενη διαδικασία κατεχωρίστηκε για τον αλλότριο σκοπό της εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή αρ. 3365/2011 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Γεώργιου Θεοδούλου Κάπελλου κ.α. (Ε.Δ. Λάρνακος), ημερ. 16.03.2012.
(3)Όσον αφορά στο τελευταίο σκέλος των αιτιάσεων της κας Πάτσαλου εναντίον του Ν.60(Ι)/2008 παρατηρείται πώς η δυνατότητα έκδοσης, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας ως η προκειμένη, διατάγματος είσπραξης των εκάστοτε επίδικων οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων δεν είναι αυτόματη. Την δυνατότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος προβλέπει το άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008. Όμως, το άρθρο αυτό προβλέπει, επίσης, κατά τρόπον σαφή και επιτακτικό, την υποβολή σχετικής αίτησης. Στην απουσία τέτοιας αίτησης, δεν παρέχεται το Δικαστήριο εξουσία έκδοσης του διατάγματος. Παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014: «Είναι η θέση του εφεσείονταόμως, ότι κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα στην προκείμενη περίπτωση διότι τούτο δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτησις δεν είχε υποβληθεί. Ανατρέχοντας στο σχετικό άρθρο διαπιστώνουμε ότι πράγματι προβλέπεται ότι: «4.
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η έφεση πρέπει να επιτύχει ως προς αυτή τη πτυχή και είναι απορριπτέα ως προς τα λοιπά. Επιτυγχάνει ως προς τούτο και παραμερίζεται το διάταγμα για είσπραξη των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής...» Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, κρίνεται πώς η υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου έχει αποδειχθεί: Επί τη βάσει των παραδεκτών γεγονότων (τεκμήρια 1 και 2) έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά του επίδικου αδικήματος. Επίσης, υπάρχει επαρκής μαρτυρία όσον αφορά στην πρόθεση του κατηγορούμενου για την τέλεση της επίδικης αδικοπραγίας. Η ιδιότητά του ως εξ αποφάσεως οφειλέτη, ο οποίος εδέχθηκε την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων και ο οποίος, στη συνέχεια, παραλείπει να το ικανοποιήσει, αρκούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων περί της πρόθεσής του να αδικοπραγήσει. Εφ΄ όσον η μαρτυρία αυτή αφορά στην γνώση και τη συμπεριφορά του κατηγορουμένου κατά τον ουσιώδη χρόνο, το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης έχει τεκμηριωθεί. Τέλος, ως αναλύεται ανωτέρω, οι υπερασπίσεις κρίνονται ως αβάσιμες. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο