Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Εταιρεία Μίλτος Νικολάου Λτδ κ.α., Αρ. υπόθεσης: 12529/14, 20/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B69 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. υπόθεσης: 12529/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον
- Εταιρεία Μίλτος Νικολάου Λτδ
- Μίλτος Νικολάου Ημερομηνία: 20 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γιάλλουρου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Λουκά Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η Οι δύο κατηγορούμενοι, εταιρεία και φυσικό πρόσωπο ήτοι διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, έχουν παραδεχθεί μία κατηγορία για απείθια δικαστικού διατάγματος κατά παράβαση των άρθρων 20, 29 και 137 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Η διαταγή του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 14 Μαΐου 2013, αφορούσε την υποχρέωση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας εντός 4 μηνών να υποβάλει στον Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων δηλώσεις εισοδήματος για τα έτη 2003 μέχρι 2008, αμφοτέρων συμπεριλαμβανομένων. Ο κατηγορούμενος 2, ως διευθυντής της εταιρείας, ήταν παρών κατά την έκδοση της εν λόγω διαταγής και γνώριζε την υποχρέωση του να φροντίσει να υποβληθούν οι δηλώσεις για τα έτη 2003 μέχρι 2008, στον Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Εσόδων, μέχρι 14 Σεπτεμβρίου
- Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι παραδέχθηκαν την εν λόγω κατηγορία στις 19 Ιανουαρίου 2015 και ζητήσαν χρόνο όπως συμμορφωθούν με την εν λόγω διαταγή. Στις 2 Απριλίου 2015, παρουσιάσθηκαν εκ νέου και ζήτησαν επιπρόσθετο χρόνο, ο οποίος τους δόθηκε, χωρίς όμως αυτοί να εκμεταλλευτούν το περιθώριο που τους έδωσε το Δικαστήριο να υπακούσουν στη δικαστική διαταγή ούτως ώστε αυτό να ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
- Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
- Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
- Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S. Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Τα αδικήματα που έχουν παραδεχθεί οι κατηγορούμενοι είναι αρκετά σοβαρά, λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Η ανυπακοή σε νόμιμη διαταγή του Δικαστήριου θεωρείται πλημμέλημα και τιμωρείται στην παρούσα περίπτωση με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο έτη. Κρίνω ότι η παρατεταμένη ανυπακοή των κατηγορούμενων σε δικαστικό διάταγμα που τους διατάσσει να συμμορφωθούν με τις φορολογικές τους υποχρεώσεις είναι αρκούντως σοβαρό παράπτωμα. Η ανυπακοή αφορά μη υποβολή φορολογικών δηλώσεων για 5 συναπτά έτη. Δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως αμέλεια η παράλειψη του κατηγορούμενου 2 να φροντίσει να παραδώσει φορολογικές δηλώσεις που αφορούν τα εισοδήματα της οικογενειακής επιχείρησης του μακρινού παρελθόντος, αλλά αδιαφορία. Το Δικαστικό διάταγμα που εκδόθηκε για να τον υποχρεώσει να κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση δεν ήταν ικανοποιητικό για να τον σπρώξει σε δράση. Πρώτη φορά που έλαβε μέτρα για να εκλείψει η συνεχιζόμενη του ανυπακοή ήταν μετά την καταχώρηση ποινικής δίωξης εναντίον του. Δυστυχώς, όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε με το διάταγμα, αλλά προέβη σε διαβεβαίωσεις ότι τελικά θα υπάκουε στο Δικαστικό διάταγμα έστω και καθυστερημένα εμπαίζοντας το ίδιο το Δικαστήριο χωρίς όμως να το πράξει αυτό. Σήμερα, λίγα δευτερόλεπτα προτού απαγγελθεί η ποινή στον κατηγορούμενο 2, έχω ενημερωθεί ότι την υστάτη δηλαδή στις 19.5.15, ο κατηγορούμενος 2 έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα. Είναι γεγονός ότι υπάρχει καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής υπόθεσης του κατηγορούμενου
- Όμως, στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση, τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. (βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7461, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004). Μέρος της καθυστέρησης οφείλεται στους κατηγορούμενους, καθότι ζήτησαν οι ίδιοι αναβολή προκειμένου να συμμορφωθούν με τη Δικαστική διαταγή, για να ληφθεί υπόψη αυτό το γεγονός από το Δικαστήριο. Επίσης, κρίνω ότι η καθυστέρηση έχει μειωμένη σημασία στην παρούσα περίπτωση κατά την επιμέτρηση της ποινής λόγω της παρατεταμένης ανυπακοής των κατηγορουμένων στο Δικαστικό διάταγμα. Οι επιπτώσεις συνεχιζόμενης ανυπακοής έχουν εκλείψει, όμως αυτό έγινε την τελευταία στιγμή και ενώ ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο σοβαρών κυρώσεων. Στην περίπτωση συνεχιζόμενης και παρατεταμένης ανυπακοής που δεν καταστέλλεται με σοβαρή τιμωρία, υπονομεύεται η φοροεισπρακτική ικανότητα του κράτους και η δυνατότητα των Δικαστηρίων να εφαρμόσουν την έννομη τάξη. Συνεπώς, η καθυστέρηση δεν θεωρώ ότι επιδρά καταλυτικά στο είδος της ποινής που θα πρέπει να επιβληθεί στους κατηγορούμενους. Υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικού χαρακτήρα ποινής. Στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι υπήρξε συνειδητή αδιαφορία από τον κατηγορούμενο 2 να μην αναλάβει τις υποχρεώσεις του με βάση το Δικαστικό διάταγμα. Έχει επικαλεσθεί ως δικαιολογία τις πλυμμήρες που έπληξαν το υποστατικό του, συνέπεια των οποίων είχαν χαθεί αναγκαίες πληροφορίες προς ετοιμασία των φορολογικών δηλώσεων. Όμως, αυτές οι πλημμύρες σημειώθηκαν τον Δεκέμβριο 2014, πολύ μεταγενέστερα της ημερομηνίας έναρξης της απείθειας σε Δικαστική διαταγή. Το διάταγμα εκδοθηκε τον Μάιο 2013 και του δόθηκαν ακόμη 4 μήνες να συμμορφωθεί. Οι πράξεις του και η συμπεριφορά του αποκαλύπτουν μία στάση αδιαφορίας προς εκπλήρωση του διατάγματος και για σεβασμό προς την Δικαστική διαταγή. Το διάταγμα το οποίο απείθησε δεν αφορά ιδιωτικό συμφέρον, αλλά εμπίπτει στη σφαίρα δημοσίου συμφέροντος διότι αρνείται να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις της οικογενειακής του επιχείρησης για τα έτη 2003 - 2008, που είναι καθολική υποχρεώση των πολιτων με βάση το άρθρο 24.1 του Συντάγματος. Το άρθρο 24.1 ορίζει ότι έκαστος υποχρεούται να συνεισφέρει εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων αυτού. Η άρνηση του κατηγορούμενου 2 να υποβάλει φορολογικές δηλώσεις της επιχείρησης του για 5 χρόνια συνιστά έμμεση φοροδιαφυγή. Η συνεχιζόμενη παρακοη του διατάγματος καταστρατηγεί το θεμέλιο λίθο του κράτους δικαίου. Στην υπόθεση CCC Laundries (Paphos) Ltd. v. Ελισάβετ Θεοφάνους
(2010)2 Α.Α.Δ. 288, το Εφετείο εξήγησε τους λόγους για τους οποίους η μη συμμόρφωση σε Δικαστικά διατάγματα οδηγεί σε αναρχία και κατάλυση του κράτους. «Ένα διάταγμα Δικαστηρίου ισοδυναμεί με διαταγή του ιδίου του νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει να γίνει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Τονίσθηκε στην ίδια υπόθεση ότι η συμμόρφωση με διάταγμα του Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της σύγχρονης πολιτισμένης κοινωνίας και ότι η ανυπακοή προς αυτό δυναμιτίζει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικάσιας με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες.» Σε περιπτώσεις παρατεταμένης ανυπακοής διατάγματος είναι αυτονόητο ότι μία ποινή στερητική της ελευθερίας είναι η αρμόζουσα ποινή αντιμετώπισης αυτής της συμπεριφοράς. Δεν υπάρχουν εναλλακτικοί τρόποι αντιμετώπισης αυτής της συμπεριφοράς, διότι στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο εξάντλησε όλα τα περιθώρια επιείκειας όταν παραχώρησε περίπου τέσσερεις μήνες παράταση στον κατηγορούμενο 2, με την ελπίδα ότι έστω και καθυστερημένα και ενώ συνέχιζε από τον Σεπτέμβριο του 2014 να είναι σε παρακοή να συμμορφωθεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι ατονεί η υποχρεώση του Δικαστηρίου να εξατομικεύσει την ποινή, ειδικά όταν ο αδικοπραγόυντας τυχγάνει να είναι 66 ετών, με προβλήματα στην οικογενειακή και προσωπική του ζωή. Όμως, όταν η παρακοή του διατάγματος αγγίζει τα όρια της αδιαφορίας και της συνηδειτής καταφρόνησης της διαταγής του Δικαστηρίου, δεν μπορεί ο συγκεκριμένος παραβάτης να αναμένει ότι το Δικαστήριο θα αποποιηθεί το καθήκον του ως φρουρός της έννομης τάξης και να ανεχθεί καταφανούς παρανομία με την επιβολή ανεπαρκούς ποινής. Έχουν επιβληθεί ποινές ψηλών προστίμων για το συγκεκριμένο αδίκημα, δηλαδή της ανυπακοής διατάγματος, που να διατάττει την επιβολή φορολογικών δηλώσεων στο Διευθυντή Εσωτερικών Προσόδων. Αλλά σ' αυτές τις περιπτώσεις ο παράγοντας που καθόριζε την επιλογή αυτής της ποινής είναι η άρση της παρανομίας με την καθυστέρημενη υπακοή στο Δικαστικό διάταγμα. Στην υπόθεση Εταιρεία Rodafinia Imports - Exports Ltd. v. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 282, το Εφετείο τόνισε ότι η πράξη της καθυστερημένης συμμόρφωσης στο Δικαστικό διάταγμα είναι ο λογος που αποφεύχθηκε η ανάγκη επιβολής της έσχατης των ποινών. Το αδίκημα έχει τέτοιο χαρκατήρα που υπάρχει αυξημένη ανάγκη επιβολής ποινής με ανασταλτικό χαρακτήρα, εξαιτίας των πολύπλευρων συνεπειών που πηγάζουν από τη διάπραξη του. Λαμβάνω υπόψη μου ότι πρόκειται για ακραία περίπτωση μη έγκυρης ρύθμισης φορολογικών υποχρεώσεων που ακολουθήθηκε από ακόμη πιο ακραία συμπεριφορά παρακοής Δικαστικού διατάγματος. Επιβάλλεται ποινή φυλάκισης η οποία μειώνεται σε διάρκεια εξαιτίας των μετριαστικών στοιχείων που παρατίθενται πιο πάνω και ειδικά εξαιτίας των προσωπικών δεδομένων του κατηγορούμενου
- Νοείται ότι επειδή ο κατηγορούμενος 2 έχει άρει την παρακοή του διατάγματος έστω και την τελευταία στιγμή και ήταν υπό κράτηση μέχρι την ημερομηνία επιβολής της ποινής, ενδείκνυται να ασκήσω τη διακριτική μου εξουσία υπέρ της αναστολής. Είναι κατάλληλη περίπτωση άσκησης της διακριτικής μου εξουσίας υπέρ της αναστολής και πιστεύω ότι ενόψει της συμμόρφωσης του κατηγορούμενου 2, έστω και την υστάτη στιγμή, αυτό δικαιολογείται. Η αναστολή της ποινής με αυτά τα δεδομένα λαμβάνει υπόψη την υποχρέωση του Δικαστηρίου να καταστείλει την παρανομία με ποινή που να είναι αποτελεσματική γι' αυτό τον σκοπό. Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο 2 ποινή φυλάκισης 3 μηνών. Η ποινή φυλάκισης αναστέλλεται για 3 έτη. Δεν κρίνω σκόπιμο να επιβάλω ποινή στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία, επειδή πρόκειται για νομικό πρόσωπο, δηλαδή οικογενειακή επιχείρηση του κατηγορούμενου 2 και η συμμόρφωση της στο διάταγμα μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσω φυσικού προσώπου, δηλαδή του κατηγορούμενου
- (Υπ.) ................. Ν. Ταλαρίδου -Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο