Δημοκρατία ν. Ανδρέα Γρηγορίου κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 8694/14, 29/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 8694/14 Μεταξύ: Δημοκρατία ν
- Ανδρέα Γρηγορίου
- Νεόφυτου Θεοδώρου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 29 Μαΐου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο 1: Οι κ.κ. Α. Κυπρίζογλου και Ά. Πολυκάρπου. Κατηγορούμενος 1: Παρών. ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος 1 («ο κατηγορούμενος»), καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στις κατηγορίες της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (99,93 κιλών μεθεδρόνης [methedrone]), κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 2), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση του άρθρου 6
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 3), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση του άρθρου 6
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 4) και της απόπειρας παράνομης εξαγωγής της ίδιας ποσότητας του εν λόγω ελεγχόμενου φαρμάκου, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(β) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 και του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 5). Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία μας, διατυπώνονται στο σκεπτικό που εκδώσαμε στις 5 Μαΐου, 2015, όπου και καταδικάσαμε τον κατηγορούμενο και απαλλάξαμε και αθωώσαμε τον πρώην συγκατηγορούμενο του Νεόφυτο Θεοδώρου (κατηγορούμενο 2). Για ευκολία παραθέτουμε περικοπή από τα τελικά μας ευρήματα, δίχως τούτο να σημαίνει πως παραγνωρίσαμε καθοιονδήποτε τρόπο τα όσα άλλα περιλαμβάνονται στην ετυμηγορία: «Από τα μέσα του έτους 2011, ο κατηγορούμενος 2 - που αντιμετώπιζε τότε οικονομικά προβλήματα - προσπαθούσε μαζί με τον κατηγορούμενο 1 να συμπράξουν με κάποιο τρόπο έτσι ώστε να αλληλοβοηθηθούν και βελτιώσουν τα οικονομικά τους. Γύρω στο 2013 και ενώ (σε κάποια στιγμή), συζητούσαν μεταξύ τους για τις εργασίες τού κατηγορούμενου 2, ο κατηγορούμενος 1 είπε προς τον τελευταίο πως σχεδίαζε να αρχίσει την ενασχόληση με τις εισαγωγές οικοδομικών προϊόντων, κάρβουνων και άλλων εμπορευμάτων σχετιζόμενων με φυτά, μπογιές και μπαταρίες. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε προς τον κατηγορούμενο 2 πως για να υλοποιούνταν οι σχεδιασμοί του αυτοί χρειαζόταν (ο πρώτος) να είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (ΦΠΑ) και επειδή δεν ήταν, ζήτησε από τον δεύτερο, ο οποίος κατείχε προσωπικό αριθμό εγγραφής ΦΠΑ (CY00640575W), να χρησιμοποιεί προς τούτο επί των διαφόρων σχετικών εγγράφων το όνομα του (κατηγορούμενου 2). Ως αντάλλαγμα, ο κατηγορούμενος 2 θα λάμβανε αμοιβή, ίση με το 5% τής αξίας των εκάστοτε εμπορευμάτων. Όλα όσα θα αφορούσαν στην παραγγελία και πληρωμή των εμπορευμάτων αυτών θα ενέπιπταν εντός της αποκλειστικής ευθύνης τού κατηγορούμενου
- Εάν τα εμπορεύματα θα παρέμεναν στην Κύπρο, ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 θα περιοριζόταν στη μετάβαση του τελευταίου στο Τελωνείο για σκοπούς παραλαβής και ακολούθως μεταφοράς τους σε καθορισμένο αποθηκευτικό χώρο, δίχως (ο κατηγορούμενος 2), να γνωρίζει οτιδήποτε αναφορικώς με το περιεχόμενο των εμπορευμάτων τα οποία και θα πωλούσαν μετέπειτα, μοιραζόμενοι μεταξύ τους τα προκύπτοντα καθαρά κέρδη. Εάν τα εμπορεύματα θα εισάγονταν στην Κύπρο (στο όνομα του κατηγορούμενου 2) και στη συνέχεια θα επανεξάγονταν στο εξωτερικό, συμφωνήθηκε μεταξύ τους πως ο κατηγορούμενος 2 θα πληρωνόταν με ποσοστό 5% επί της αξίας των εμπορευμάτων. Υπό αυτό το αμοιβαίως συμφωνηθέν καθεστώς - και κατόπιν προτροπών και ενεργειών του κατηγορούμενου 1 - ο κατηγορούμενος 2, προέβη σε όλα τα ενδεδειγμένα διαβήματα ώστε να συμπληρωθούν όλες οι σχετικές εγγραφές για να αρχίσουν να υλοποιούνται οι εμπορικές προσδοκίες του κατηγορούμενου 1 (και σε κάποιο βαθμό, του κατηγορούμενου 2). Περί το Σεπτέμβριο 2013, ο κατηγορούμενος 1 επισκέφθηκε τον Δημήτρη Κοτσώνια (ΜΚ2) - ο οποίος ήταν Διευθυντής και Υπεύθυνος του Τμήματος Διεθνών Μεταφορών τής εταιρείας μεταφορών και εκτελωνίσεων Five Continents Logistics Co Ltd, με έδρα την Λάρνακα - και του δήλωσε ότι ήθελε να εκτελεί εισαγωγή εμπορευμάτων στην Κύπρο διά αερομεταφοράς από την Ινδία και ακολούθως επανεξαγωγή των εμπορευμάτων αυτών προς το Ηνωμένο Βασίλειο. Ο Δημήτρης Κοτσώνιας (ΜΚ2), ρώτησε καθηκόντως τον κατηγορούμενο 1 περί της ακριβούς φύσης των εμπορευμάτων που θα εισάγονταν στη χώρα μας καθώς και για τους λόγους εισαγωγής και επανεξαγωγής τους. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε προς τον μάρτυρα πως αντικείμενο της εμπορικής του αυτής δραστηριότητας θα αποτελούσε μια εξειδικευμένη πρώτη ύλη κατασκευής καλλυντικών περί των καταβολών της οποίας δεν επιθυμούσε να γνωρίζουν οι παραλήπτες. Δεδομένου ότι η πρακτική αυτή τού τριγωνικού εμπορίου δεν ήταν παράτυπη ή παράνομη, ο μάρτυς εξήγησε προς τον κατηγορούμενο 1, πως για σκοπούς εκτελώνισης και επανεξαγωγής των εμπορευμάτων, ο τελευταίος θα έπρεπε τωόντι να λειτουργεί και ενεργεί μέσω φυσικού ή νομικού προσώπου εγγεγραμμένου στο ΦΠΑ, διότι έτσι επέβαλλε η σχετική νομοθεσία. Μετά από κάποιες μέρες, ο κατηγορούμενος 1 (έχοντας ήδη συνεννοηθεί σχετικώς με τον κατηγορούμενο 2), μετέβη μαζί με τον τελευταίο στα γραφεία τής Five Continents Logistics Co Ltd. Εκεί, ο κατηγορούμενος 1 είπε στον Δημήτρη Κοτσώνια (ΜΚ2) πως θα χρησιμοποιούσαν (για τους σκοπούς που είχαν συζητήσει μεταξύ τους κατά την προηγούμενη τους συνάντηση), τον προσωπικό αριθμό εγγραφής ΦΠΑ τού κατηγορούμενου
- Αφού συμπληρώθηκαν όλες οι νενομισμένες διαδικασίες και εγγραφές (ακόμη και στο τελωνειακό μητρώο «Θησέας» στις 6.9.13), ο κατηγορούμενος 2 μπορούσε πλέον να προχωρήσει με όσα χρειάζονταν για έναρξη των επιθυμούμενων εισαγωγών/επανεξαγωγών. Προς τούτο, όλες οι σχετικές επαφές θα έπρεπε να γίνονται πια με τον Αντώνη Κούσουλο (ΜΚ6), που ήταν τοποθετημένος στο Τμήμα Αερομεταφορών τής Five Continents Logistics Co Ltd. Εκείνος που προέβαινε στις επαφές αυτές με τον Αντώνη Κούσουλο (ΜΚ6) καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν ο κατηγορούμενος 1 (και όχι ο κατηγορούμενος 2). Η αναλυόμενη συνεργασία μεταξύ των κατηγορουμένων οδήγησε σε δύο συνολικώς εισαγωγές προϊόντων από την Ινδία. Η πρώτη, έγινε στις 22.9.13 και αφορούσε σε ένα κιβώτιο βάρους 24 κιλών με περιγραφή προϊόντων («Ηerbal Face Pack Powder») και με προμηθευτή κάποια εταιρεία με την ονομασία Novelty Impex, που είχε ως έδρα την Ινδία (βλ. Τεκμήριο 8 [1-13]). Τα σχετικά προϊόντα έφθασαν στην Κύπρο με πτήση των Βρετανικών Αερογραμμών από το Mubai, μέσω Λονδίνου. Για τα προϊόντα τούτα είχε παρατηρηθεί κάποια καθυστέρηση μιας περίπου εβδομάδας στην εκτελώνιση επειδή δεν συνοδεύονταν από τιμολόγια και ήσαν άγνωστης φύσης. Ο Αντώνης Κούσουλος (ΜΚ6), επικοινωνούσε με τον κατηγορούμενο 1σε σχέση με τα ανακύψαντα αυτά προβλήματα. Τελικώς, το υπό αναφορά φορτίο ελέγχθηκε από το Τελωνείο χωρίς να εντοπιστεί οποιαδήποτε παράνομη ή ύποπτη ουσία. Η επανεξαγωγή του φορτίου στο Ηνωμένο Βασίλειο έγινε στις 7.10.13, μετά από συνεννόηση με τον κατηγορούμενο 1, που πλήρωσε σε μετρητά όλα τα έξοδα εκτελώνισης και επανεξαγωγής. Στις 24.5.14, κατέφθασε στο Αεροδρόμιο Λάρνακας το επίδικο φορτίο (από Mubai μέσω Dubai), με την πτήση ΕΚ107 τής Emirates Airlines (βλ. Τεκμήριο 6). Το επίδικο φορτίο είχε ως αποστολέα τη Veen Traders από την Ινδία και ως παραλήπτη τη «Neofutos Theodorou Lmd», αφορούσε δε (κατά τη σχετική περιγραφή [βλ. Τεκμήριο 23]) «malic acid to be used in food products». Επρόκειτο περί τεσσάρων πλαστικών βαρελιών, διαστάσεων 42x42x60, συνολικού (μικτού) βάρους 112 κιλών (βλ. φωτογραφία 1 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 2). Όλα τα σχετικά έγγραφα και διεργασίες εκτελώνισης, διεκπεραιώθηκαν από τον Ορθόδοξο Ορθοδόξου (εκ μέρους του κατηγορούμενου 1 ως εντεταλμένου αντιπροσώπου του [βλ. Τεκμήριο 14]), ο οποίος εργαζόταν ως Εκτελωνιστής στη Five Continents Logistics Co Ltd. Το άτομο αυτό είχε παραλάβει από τον Αντώνη Κούσουλο (ΜΚ6) - σε σχέση πάντοτε με το επίδικο φορτίο - το έντυπο της αφορούσας φορτωτικής, με αριθμό 176-8129-7661 (βλ. Τεκμήριο 9 [1-2]), για να διευθετήσει τα περί της εκτελώνισης του. Έτσι και έγινε. Όταν ο Ορθόδοξος Ορθοδόξου παρέλαβε τα σχετικά έγγραφα από την Emirates Airlines και συμπληρώθηκε η απαιτούμενη διασάφηση μέσω του τελωνειακού μητρώου «Θησέας» από τη Five Continents Logistics Co Ltd στις 26.5.14, τούτος μετέβη αυθημερόν στο Τελωνείο για να διευθετήσει τα περί της εκτελώνισης. Στο μεταξύ, είχε επικοινωνήσει μαζί του ο Υπεύθυνος της Τελωνειακής Αποθήκης στο παλαιό Αεροδρόμιο Λάρνακας Αντώνης Γεωργίου (ΜΚ8), ο οποίος του ζήτησε να συναντηθούν πριν την εκτελώνιση. Αυτό έγινε επειδή ο Αντώνης Γεωργίου (ΜΚ8), είχε πληροφορηθεί στις 23.5.14 από τον αστυφύλακα της ΥΚΑΝ Λέανδρο Μάμα (ΜΚ4), ότι αναμενόταν να φθάσει στο Αεροδρόμιο Λάρνακας κάποιο ύποπτο φορτίο που ενδεχομένως να περιείχε ναρκωτικά. Ο Λέανδρος Μάμα (ΜΚ4), είχε αποστείλει προς τον Αντώνη Γεωργίου (ΜΚ8), την επίδικη φορτωτική (Τεκμήριο 9 [1-2]), επί της οποίας περιέχονταν όλα τα στοιχεία περιγραφής, προέλευσης και άφιξης στην Κύπρο τού επίδικου φορτίου. Ακολουθησομένων των νομίμων διαδικασιών, τα τέσσερα βαρέλια που αποτελούσαν το επίδικο φορτίο - και τα οποία είναι τα ίδια με εκείνα που περιγράφονται στην επίδικη φορτωτική (βλ. Τεκμήριο 23), με τον αριθμό της τελευταίας να αναγράφεται στο καθένα από τα βαρέλια αυτά (βλ. φωτογραφίες 3, 5, 8, 9, 15 και 19 στη δέσμη φωτογραφιών [Τεκμήριο 2]) - κρατήθηκαν υπό ασφαλή και ελεγχόμενη επιτήρηση μέχρι την 26.5.14, οπόταν και αφίχθηκε κλιμάκιο τής ΥΚΑΝ Αρχηγείου για σκοπούς επιθεώρησης, όπως και έγινε. Ένα από τα επίδικα βαρέλια είχε παραληφθεί ανοιγμένο, υπό την έννοια ότι το στεφάνι ασφαλείας που το κάλυπτε περιμετρικώς είχε μετακινηθεί από τη θέση του. Αυτό, το είχε διαπιστώσει ο Βοηθός Τελωνειακός Λειτουργός Λένας Σκιτίνης ο οποίος, είχε προσέξει πως εντός του βαρελιού αυτού περιείχετο άσπρη σκόνη που ήταν όμως σφραγισμένη σε πλαστικό σακούλι. Ο Λένας Σκιτίνης έκλεισε αμέσως το καπάκι του εν λόγω βαρελιού προβαίνοντας σε σχετική γραπτή αναφορά-Τεκμήριο 24, διά της οποίας ενημέρωνε σχετικώς τον προϊστάμενο του Αντώνη Γεωργίου (ΜΚ8). Η παραβίαση του υπό αναφορά βαρελιού δεν οδήγησε, καθώς ευλόγως συμπεραίνεται από το σύνολο της ενώπιον μας αξιόπιστης μαρτυρίας, σε οποιαδήποτε παράνομη ή αθέμιτη παρεμβολή με το περιεχόμενο του συζητούμενου βαρελιού, ή ακόμη και σε οποιαδήποτε αντικατάσταση του περιεχομένου του. Δεν διαφεύγει την προσοχή (και παραμένουμε επί του σημείου αυτού), πως κατά την αντεξέταση τού Αντώνη Γεωργίου (ΜΚ8) από τον κ. Κυπρίζογλου, διερευνήθηκε η δυνητική σημασία και νόημα της αυτοκόλλητης ένδειξης επί των επίδικων βαρελιών «SECURITY CHECKED» (βλ. φωτογραφίες 1, 3 και 6 τής δέσμης φωτογραφιών-Τεκμήριο 2). Ο μάρτυς ανέφερε ότι η αυτοκόλλητη αυτή επιγραφή είχε επικολληθεί επί των επίδικων βαρελιών από την αεροπορική εταιρεία που τα μετέφερε και πως η τελευταία, δεδομένου του παραπλανητικού περιεχομένου τού επίδικου τιμολογίου ενέκρινε τη φόρτωση τους δίχως να μπορεί να προβεί σε οποιοδήποτε άλλο έλεγχο, θέση που δεν αντικρούστηκε ουσιωδώς από μέρους οιουδήποτε των κατηγορουμένων. Επανερχόμαστε, για να πούμε πως το ταυτόσημο περιεχόμενο και των τεσσάρων επίδικων βαρελιών με την ίδια παράνομη ουσία (τα τρία υπόλοιπα βαρέλια παραλήφθηκαν σφραγισμένα), εξοβελίζει το εύλογο κάθε αντίθετου συνειρμού ή συμπεράσματος για ό,τι εδώ ενδιαφέρει. Δεδομένων των υποψιών της ΥΚΑΝ πως τα επίδικα βαρέλια περιείχαν παράνομη συνθετική ουσία για την κατασκευή ναρκωτικών, τούτα κατασχέθηκαν νομίμως και κανονικώς στις 27.5.14 (βλ. Τεκμήριο 13) και στο τέλος παραδόθηκαν για τα περαιτέρω (χωρίς οποιαδήποτε επέμβαση ή αλλοίωση), προς τον Βάσο Βαρνάβα (ΜΚ3) διά του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου (ΜΚ5). Το ότι οι αρμόδιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας εξασφάλισαν πρόσβαση στα επίδικα βαρέλια δεν σημαίνει πως ανέλαβαν κιόλας την κατοχή και έλεγχο του επίδικου φορτίου (με το περιεχόμενο του), εν τη εννοία του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (ως εισηγήθηκε ο κ. Κυπρίζογλου). Η παρέμβαση αυτή, συνέβη αναγκαστικώς (και για καλούς λόγους δημοσίου συμφέροντος), ώστε να διερευνηθεί και διαπιστωθεί το περιεχόμενο του επίδικου φορτίου, υπό τις συνθήκες που έχουμε παραθέσει. Όπως και στην περίπτωση τής ελεγχόμενης παράδοσης (που δεν διεξήχθηκε στην παρούσα περίπτωση), οι ενέργειες των αρμόδιων τελωνειακών και αστυνομικών αρχών (όπως επεξηγήθηκαν), δεν θα μπορούσαν να νομιμοποιήσουν την οποιαδήποτε εξεταζόμενη παράνομη συμπεριφορά [του κατηγορούμενου 1] (βλ. κατ' αναλογίαν, Χατζημάρκου v Δημοκρατίας
(2002)2 ΑΑΔ 482, 492-493). Καθώς διαπιστώθηκε μετά από δέουσα έρευνα και ανάλυση τού Κρατικού Χημείου (που έγινε μετά τις 28.5.14), στο καθένα από τα επίδικα βαρέλια περιεχόταν η ουσία 4-μεθοξυμεθκαθινόνη (Methedrone [δηλαδή μεθεδρόνη]) - που αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β βάσει του Πρώτου Πίνακα στον Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμο 29/77, κατόπιν συναφούς τροποποίησης του διά της Κανονιστικής Διοικητικής Πράξης 385/10 - συνολικού (καθαρού) βάρους 99,93 κιλών. Το πρώτο επίδικο βαρέλι (βλ. φωτογραφία 2 στη δέσμη φωτογραφιών [Τεκμήριο 2]), περιείχε μεθεδρόνη βάρους 24,99 κιλών, το δεύτερο επίδικο βαρέλι (βλ. φωτογραφία 4 στη δέσμη φωτογραφιών [Τεκμήριο 2]),περιείχε μεθεδρόνη βάρους 25 κιλών, το τρίτο επίδικο βαρέλι (βλ. φωτογραφία 6 στη δέσμη φωτογραφιών [Τεκμήριο 2]), περιείχε μεθεδρόνη βάρους 25,2 κιλών και το τέταρτο επίδικο βαρέλι (βλ. φωτογραφία 7 στη δέσμη φωτογραφιών [Τεκμήριο 2]), περιείχε μεθεδρόνη βάρους 24,92 κιλών. Οι ποσότητες αυτές ξεπερνούν σε κάθε περίπτωση (και κατά πολύ), την ποσότητα των 20 γραμμαρίων που προβλέπεται στο άρθρο 30Α του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως δημιουργούσα τεκμήριο κατοχής με σκοπό την προμήθεια της σε τρίτο πρόσωπο. Το ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν επέδειξε οποιαδήποτε παράνομη ή άλλη ύποπτη συμπεριφορά κατά την πρώτη εισαγωγή/επανεξαγωγή που διενήργησε περί το Σεπτέμβριο 2013 (ως φαίνεται και επί του Τεκμηρίου 8), μολονότι το αποτιμήσαμε πρεπόντως ως στοιχείο δεικτικό τής απουσίας αντικειμενικής ροπής του εν λόγω κατηγορούμενου στη διάπραξη παρόμοιων ή όμοιων αδικημάτων ή συμπεριφορών (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Aziz
(1995)3 All ER 149, 152-154, R v Vye
(1993)3 All ER 241, 243-248 και Antoniou and Others v R
(1958)23 CLR 98, 106), δεν οδηγεί εδώ (μετά από κατάλληλη αξιολόγηση των πραγμάτων) - και μας βρίσκει διαφωνούντες η περί του αντιθέτου τοποθέτηση του κ. Κυπρίζογλου - στη δημιουργία αμφιβολιών «. γύρω από το άτομο του [κατηγορούμενου 1] σε σχέση με την ύπαρξη γνώσης εκ μέρους του για την ύπαρξη ναρκωτικών στο επίδικο φορτίο αφού όπως οι ΜΚ αυτοί ομολογούν, στην μία και μοναδική εισαγωγή προϊόντων από τους Κατηγορούμενους 1 και 2 από την Ινδία, αυτή αφορούσε σε φυτικά προϊόντα απολύτως νόμιμα» και αυτό επειδή, στη λογική τάξη των πραγμάτων αλλά και των εδώ αξιόπιστων γεγονότων, η προηγούμενη τούτη καλή συμπεριφορά του κατηγορούμενου 1, δεν αποκλείει άνευ ετέρου τα όσα αξιόποινα τού αποδίδει η Κατηγορούσα Αρχή. Ο κατηγορούμενος 1 απέκτησε κατοχή και έλεγχο του επίδικου φορτίου (και της μεθεδρόνης που περιελάμβανε), όταν τούτο εισάχθηκε στην Κύπρο στις 24.5.14, ασχέτως εάν δεν περιήλθε αυστηρώς υπό τη φυσική του φύλαξη (βλ. κατ' αναλογίαν, Queiss v The Republic
(1987)2 CLR 49). Ο κατηγορούμενος 1 διατηρούσε δυνατότητα επέμβασης επί του επίδικου φορτίου αμέσως μετά την εισαγωγή του στην Κύπρο όπως και μετά την καταβολή των απαιτούμενων τελωνειακών χρεώσεων (βλ. Τεκμήριο 10) για σκοπούς επανεξαγωγής του φορτίου (με τα ναρκωτικά), στο Ηνωμένο Βασίλειο την 27.5.14 (βλ. Τεκμήριο 9[7]), με την εξ αποστάσεως εμπλοκή του να μην αμβλύνει υπό τις περιστάσεις την αξιόποινη εμπλοκή του στα πράγματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256). Ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε - καθώς συμπεραίνεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας από τη μαρτυρία που έχουμε αναλύσει πιο πάνω (βλ. κατ' αναλογίαν, Youssef v Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 289) - πως το περιεχόμενο του επίδικου φορτίου αφορούσε στα επίδικα ναρκωτικά, με την εκδοχή του κατηγορούμενου 1 πως δεν γνώριζε το τι αυτό περιείχε, να παραμένει απογυμνωμένη αξιόπιστης ή έστω πειστικής επίρρωσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Κλεομένης v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 29/12, ημ. 20.5.13, R v Hussain
(1981)2 All ER 287, 289, Warner v Metropolitan Police Commissioner
(1968)2 All ER 356, 376, 381, 383-384).» Όλα τα αποσπάσματα από τα πρακτικά στα οποία παραπέμπουμε κατωτέρω, παρατίθενται αυτούσια χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Η δικηγόρος του κατηγορούμενου, αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, εισηγήθηκε πως θα πρέπει να ληφθούν επί τούτω υπόψη οι συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων «. που απέδωσε το Δικαστήριο στον κατηγορούμενο» και δη, τα σοβαρά οικονομικά του προβλήματα «. όντας ο ίδιος άνεργος τα τελευταία 5 χρόνια στον τομέα εργασίας όπου εργαζόταν, δηλαδή στον τομέα της οικοδομικής βιομηχανίας και των παράλληλων πολύ σοβαρών οικογενειακών και προσωπικών υποχρεώσεων που ο ίδιος είχε, με δεδομένο πως ο τελευταίος είναι πατέρας τεσσάρων ανηλίκων παιδιών ηλικίας από 1 έτους μέχρι 10 ετών και με δεδομένο επίσης πως, η σύζυγος του κατηγορούμενου δε δύναται να εργάζεται επειδή φροντίζει, ελλείψει άλλης εξωτερικής βοήθειας τα ανήλικα τέκνα τους και με δεδομένο επίσης το γεγονός πως, ο κατηγορούμενος την ίδια στιγμή που αντιμετωπίζει τα πιο πάνω προβλήματα, ταυτόχρονα, οφείλει ποσό ύψους €130.000 σε συγκεκριμένο τραπεζικό ίδρυμα λόγω σύναψης οικιστικού δανείου, το οποίο δεν εξυπηρετείται συνεπεία της οικονομικής δυσπραγίας του κατηγορούμενου, η οικογένεια του οποίου επιβιώνει και καλύπτει τις βασικές ανάγκες της από το ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων, λύγισε το βάρος των πιο πάνω δεδομένων θόλωσε κατά τρόπο σημαντικό η πνευματική του διαύγεια και τον οδήγησε να προβεί για πρώτη φορά στη ζωή του στη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων». Υπέδειξε περιπλέον, πως απουσιάζουν εν προκειμένω τα περιστατικά εκείνα που θα μπορούσαν να ταξινομήσουν τα περί ου ο λόγος εγκλήματα ως ιδιαιτέρως σοβαρά βάσει των προνοιών του άρθρου 30
(4)(α)(i)-(vii) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, παραπέμποντας επιπροσθέτως στις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του πελάτη της, στο χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, στα παρεπόμενα της τιμωρίας που θα του επιβληθεί, στην σύζυγο και τα τέσσερα του ανήλικα παιδιά, στην επί ένα σχεδόν έτος υποδικία του, στο γεγονός πως η παράνομη ναρκωτική ουσία είναι Τάξεως Β και στο ότι ο κατηγορούμενος δεν απεκόμισε οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την καταγνωσθείσα παράνομη του συμπεριφορά. Πέρανε η κ. Πολυκάρπου, πως το Δικαστήριο θα πρέπει να ταξινομήσει την παρούσα στην κατηγορία των πολύ σοβαρών υποθέσεων που χρήζουν επιβολής αποτρεπτικής ποινής, όχι όμως της μεγίστης προβλεπόμενης από το νόμο, ή άλλη ποινή «. πάρα πολύ υψηλή που θα επιτρεπόταν να επιβληθεί σε υπότροπους και καθ' έξιν αδικοπραγίσαντες σε σχέση με τα αδικήματα αυτά αλλά μια ποινή μέτριας κλίμακας». Αναφορικώς με τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου - ως καταγράφονται στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που ετοιμάστηκε για τους παρόντες σκοπούς και υιοθετήθηκε από την κ. Πολυκάρπου - σημειώνουμε πως τούτος γεννήθηκε στη Λάρνακα στις 10.1.80 και είναι ηλικίας 35 ετών. Προέρχεται από πολυμελή οικογένεια χαμηλής κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Ο πατέρας του (ο οποίος ήταν κτηνοτρόφος), απεβίωσε το 1999 λόγω καρδιακών προβλημάτων, ενώ η μητέρα του (η οποία ήταν οικοκυρά), πέθανε το 2010, ένεκα χρόνιων προβλημάτων υγείας. Ο κατηγορούμενος είναι ο όγδοος στη σειρά από τα δέκα παιδιά της οικογένειας και από τα οποία τα τρία έχουν αποβιώσει. Φοίτησε μέχρι τη Β΄ Τάξη Γυμνασίου, διακόπτοντας τη φοίτηση του λόγω χαμηλής επίδοσης. Από νεαρής ηλικίας και με σκοπό την οικονομική ενίσχυση της οικογένειας του, εργαζόταν στις οικοδομές μέχρι το 2010. Τα τελευταία πέντε έτη είναι άνεργος και συντηρείται (μαζί με την οικογένεια του), από το Ταμείο Δημοσίων Βοηθημάτων. Το 2004, παντρεύτηκε με την σύζυγο του (που είναι σήμερα ηλικίας 33 ετών) και με την οποία απέκτησαν τέσσερα παιδιά, με το μικρότερο να είναι ηλικίας ενός έτους και το μεγαλύτερο δέκα ετών. Η σχέση του με την σύζυγο και τα παιδιά του είναι άριστες. Αξιολογήσαμε καθετί που τέθηκε ενώπιον μας στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, όπως και την προαναφερθείσα Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας, στην πλήρη έκταση της. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων - προφανής ως είναι (βλ. Ευριπίδου v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 187/13, ημ. 22.5.14) - αναδεικνύεται με ενάργεια από τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές της ισοβίου φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατηγορία της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορία 2) και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα (βλ. κατηγορία 4), της οκταετούς φυλάκισης και/ή προστίμου για την κατηγορία της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορία 3) και της επταετούς φυλάκισης για την κατηγορία της απόπειρας παράνομης εξαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β (βλ. κατηγορία 5). Τα αδικήματα τούτα κατατάσσονται ως σοβαρά ενόψει και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων συνεπόμενων που επιφέρουν (ή που μπορεί να επιφέρουν), στον κοινωνικό ιστό. Αυτή η σοβαρότητα, μαζί με την πολύ μεγάλη συχνότητα διάπραξης τους - τέτοιου είδους εγκλήματα αποτελούν το αντικείμενο του κυριότερου όγκου των υποθέσεων που τίθενται (με αδιάπτωτα αυξανόμενη συχνότητα), ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας/Αμμοχώστου από το Σεπτέμβριο 2013, στις οποίες δηλώνεται παραδοχή ή προκύπτει καταδίκη μετά από ακρόαση - σε συνδυασμό με την κοινωνική απαξία που τα χαρακτηρίζει, καλούν στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών, με στόχο όχι μόνο την ειδική και γενική αποτροπή αλλά και την προστασία της κοινωνίας και ασφαλώς την αναμόρφωση των κατηγορουμένων. Βεβαίως, ακόμη και εντός του πλαισίου που περιγράφουμε, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί αφού το Δικαστήριο καθηκόντως και δεόντως είναι που οφείλει - και έτσι πράξαμε και εμείς - να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του. Τούτη όμως η διεργασία εξατομίκευσης δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτοχρόνως να υπερακοντίζει και το έτερο δικαστικό καθήκον για επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις τιμωρίας. Επιβάλλεται, επομένως, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων στην κάθε περίπτωση. Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, την ηλικία του, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων όπως τις εξέθεσε η δικηγόρος του (και στο βαθμό βεβαίως που δεν συγκρούονται με τα ευρήματα στην ετυμηγορία μας), το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο, το χρόνο τέλεσης των αδικημάτων και το χρόνο που μεσολάβησε μέχρι σήμερα, τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής στον ίδιο και στη νεαρή του οικογένεια (με άμεσα θύματα των πράξεων του την σύζυγο και τα πολύ μικρά του παιδιά) και το ότι δεν απεκόμισε τελικώς οποιοδήποτε οικονομικό όφελος από την κακουργηματική του συμπεριφορά. Αποτιμούμε επίσης προς όφελος του κατηγορούμενου το γεγονός πως δεν υφίστανται εδώ περιστατικά που θα μπορούσαν να ταξινομήσουν τα επίδικα εγκλήματα ως ιδιαιτέρως σοβαρά βάσει των προνοιών του άρθρου 30
(4)(α)(i)-(vii) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, γεγονός που αξιολογήσαμε και σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του άρθρου 30
(4)(β)(vii) του ιδίου νόμου, υπό την έννοια ότι δεν ενυπάρχουν οποιαδήποτε από τα περιστατικά που προσδιορίζονται ως επιβαρυντικά στο άρθρο 30
(4)(α)(i)-(vii) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77. Σταθμίζοντας τα πράγματα - και εκτιμώντας τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων, όπως τις παραθέσαμε στην ετυμηγορία μας - δεν μπορούμε να μην υποδείξουμε ως επιβαρυντικά στοιχεία για τον κατηγορούμενο (και τα οποία εντείνουν τη σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων), τον προσεκτικό σχεδιασμό, προγραμματισμό και αποφασιστικότητα που τούτος επέδειξε κατά την προετοιμασία και εκτέλεση των εγκλημάτων στα οποία καταδικάστηκε. Η κ. Πολυκάρπου πρότεινε ότι θα πρέπει να συνυπολογίσουμε, αποφαινόμενοι περί της τιμωρίας του κατηγορούμενου, πως οι «. εν λόγω ναρκωτικές ουσίες δεν είχαν ως τελικό προορισμό τους την Κύπρο αλλά την επανεξαγωγή τους σε άλλη χώρα». Έχουμε σημειώσει την εισήγηση, πλην όμως αποκλίνουμε από την ποινολογική διάσταση που προσέδωσε στο γεγονός η ευπαίδευτη δικηγόρος και προς τούτο παραθέτουμε, αντί άλλης αιτιολογίας, τα όσα σχετικώς ανέφερε το Εφετείο στην Celik και Άλλοι v Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 391, 395, διά του Νικήτα, Δ.: «Είναι όμως εξίσου σωστό ότι χωρίς τη σύμπραξη ανθρώπων όπως οι εφεσείοντες το λαθρεμπόριο των ναρκωτικών θα περιοριζόταν σημαντικά. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται η μεγάλη ευθύνη τους. Μας έχει λεχθεί επίσης ότι δεν διέπραξαν έγκλημα εναντίον της χώρας αυτής. Φαίνεται πως το παράνομο φορτίο προοριζόταν για τη Λιβύη. Ωστόσο είναι άσχετο ότι τα ναρκωτικά θα κατέληγαν σε ξένη χώρα. Η διεθνής σημασία και σοβαρότης του προβλήματος και η αρχή της αμοιβαιότητας μεταξύ των εθνών υπαγορεύει την αυστηρή εφαρμογή του νόμου (Βλέπε R v. Faulkner [1977] 63 Cr. App. Rep. 295). Πρόκειται για εγκλήματα τα οποία στρέφονται εναντίον πανανθρώπινων συμφερόντων και η αυστηρότητα των ποινών είναι ένας από τους αποτελεσματικούς τρόπους αντιμετώπισής τους». Προσθέτουμε στα πιο πάνω, ότι το γεγονός πως ο τελικός προορισμός των ναρκωτικών δεν ήταν η Κύπρος, ποσώς μειώνει τη σημασία της αποτρεπτικότητας που πρέπει να χαρακτηρίζει την ποινή που θα επιβληθεί (βλ. κατ' αναλογίαν, Khmetova v Δημοκρατίας
(1995)2 ΑΑΔ 111, 113). Η κ. Πολυκάρπου μας παρέπεμψε σε διάφορες δικαστικές αποφάσεις στη θεμιτή της προσπάθεια να οριοθετήσει τις ευρύτερες παραμέτρους της προσδοκώμενης ποινολογικής μεταχείρισης του πελάτη της, ιδιαίτερα ως εκ του γεγονότος ότι δεν φαίνεται να υπάρχει νομολογιακό προηγούμενο στην Κύπρο που να αφορά εξειδικευμένα στη μεθεδρόνη (μια και αποτελεί ένα σχετικώς καινούργιο ναρκωτικό), το οποίο, παρεμπιπτόντως - και σύμφωνα με τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα που διατυπώθηκαν στο στάδιο των αγορεύσεων με παραπομπή στο Έγγραφο Β - ανήκει στην ομάδα των αμφεταμινών και παίρνει «. τη μορφή ταμπλετών ή πούδρας και οι χρήστες το λαμβάνουν από το στόμα, με εισπνοή ή ακόμα και ενδοφλεβίως. Οι δράσεις του μοιάζουν με αυτές της κοκαίνης, των αμφεταμινών και του MDMA. Είναι νευροτοξικό. Προκαλεί μνήμη μικρής διάρκειας, ψευδαισθήσεις, παραισθήσεις, βίαιη συμπεριφορά, αύξηση της θερμοκρασίας σώματος, αυξημένες σφύξεις, αναπνευστική δυσχέρεια, ανορεξία, υπεριδρωσία, άγχος, παράνοειδή συμπεριφορά, κατάθλιψη, δυσχρωματισμό οδόντων. Όταν λαμβάνεται με εισπνοή από τη μύτη επίσης προκαλεί ρινική αιμορραγία και καύσο. Ακόμη, μπορεί να προκαλέσει σπασμούς και οι χρήστες να χρειαστούν θεραπεία με βενζοδιαζεπίνες (ηρεμιστικά, σπασμολυτικά). Η ουσία είναι πολύ νέα, πολύ επικίνδυνη για τον χρήστη και τον περίγυρό του και οι μακροπρόθεσμες συνέπειες της χρήσης της δεν έχουν ακόμη ανακαλυφθεί». Το ότι αδικήματα όπως αυτά που μας απασχολούν εδώ, με αντικείμενο τους το ελεγχόμενο φάρμακο της μεθεδρόνης, δεν διαπιστώνεται δικαστικώς (και ευτυχώς), να διαπράττονται με συχνότητα, δεν μειώνει τη σοβαρότητα τους ούτε και δικαιολογεί χαλάρωση στην αντιμετώπιση τους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας v Παύλου
(1997)2 ΑΑΔ 170, 175, Pavlides and Others v The Republic
(1979)2 CLR 138, 156). Μελετήσαμε τις υποθέσεις στις οποίες παραπεμφθήκαμε από την κ. Πολυκάρπου, όπως και άλλες ασφαλώς, έχοντας υπόψη πως το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Νικήτα, Δ.), σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, τα οποία είχαμε συνεχώς κατά νουν - όπως και το ότι (ως υπέδειξε ο Ναθαναήλ, Δ.), «. ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης .» (βλ. LCA Domiki Ltd v RKA Kikkos Developers Ltd και Άλλου, Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 17.3.15) - : «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Εν σχέσει με τη μεταχείριση κατηγορούμενων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις - και προβαίνοντας πάντοτε στις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές στη βάση του τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων - σημειώνουμε πως στην Κούκος v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 64, επικυρώθηκε ποινή δεκατετραετούς φυλάκισης στον εφεσείοντα (μετά από ακροαματική διαδικασία), για το αδίκημα της εισαγωγής 110.236,2497 γραμμαρίων ρητίνης καννάβεως και ξηρής φυτικής ύλης καννάβεως. Το Κακουργιοδικείο αναγνώρισε ότι ο ρόλος του εφεσείοντος (καίτοι δευτερεύων), ήταν σημαντικός. Ο εφεσείων βαρυνόταν με μια προηγούμενη καταδίκη για σοβαρά αδικήματα, έχοντας εγκληματήσει σύντομα μετά την αποφυλάκιση του τελώντας τα αδικήματα για τα οποία είχε καταδικαστεί. Στη Σιδερένου v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 190, το Εφετείο επικύρωσε ποινή δεκαπενταετούς φυλάκισης που είχε επιβληθεί στην εφεσείουσα (μετά από παραδοχή), για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 189 κιλών καννάβεως. Είχε κριθεί πως μολονότι δεν ήταν ο ιθύνων νους των πραγμάτων (αυτός ήταν ο σύζυγος της ο οποίος είχε τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης 23 ετών, μετά από παραδοχή), αποτελούσε ένα σημαντικό στέλεχος του όλου εγχειρήματος, διαδραματίζοντας ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διακίνηση και προτιθέμενη εμπορία των ναρκωτικών. Αξίζει υποσημείωσης πως η Σιδερένου v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 190, συζητήθηκε στο Εφετείο στη βάση του κατά πόσο δικαιολογείτο η διαφοροποίηση μεταξύ της ποινής που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί στην εφεσείουσα και της ποινής που είχε επιβληθεί στον συγκατηγορούμενο της (12 έτη φυλάκισης) και όχι για το κατά πόσο η ποινή με την οποία τιμωρήθηκε η εφεσείουσα ήταν ή όχι υπερβολική. Πραγματευόμενοι τις νομολογιακές αυθεντίες - Κούκος v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 64 και Σιδερένου v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 190 - οφείλουμε να υποδείξουμε (και το πράξαμε αυτό, με κάπως διαφορετική φρασεολογία ανωτέρω), πως τούτες ποσώς υποδηλούν ότι οι ποινές που κρίθηκαν εκεί ως μη υπερβολικές υπό τις περιστάσεις ήσαν και οι μόνες ορθές (βλ. κατ' αναλογίαν, Αδάμου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 494, 499). Εάν η προσέγγιση που τώρα συζητούμε ήταν διαφορετική, αυτό θα σήμαινε πως ποινές που είχαν επικυρωθεί από το Εφετείο σε προηγούμενα έτη και οι οποίες αφορούσαν σε πολύ μεγαλύτερες ποσότητες, θα έπρεπε ίσως να οδηγούσαν και σε διαφορετική εφετειακή απόληξη. Κάτι που δεν έγινε. Για παράδειγμα, στην Celik και Άλλοι v Δημοκρατίας
(1993)2 ΑΑΔ 391, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη ποινή εξαετούς φυλάκισης που είχε επιβληθεί στον εφεσείοντα (μετά από παραδοχή), για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια 1232 περίπου κιλών ρητίνης καννάβεως. Η ποσότητα αυτή είχε χαρακτηριστεί από το Εφετείο ως κολοσσιαία. Στην Komurgu και Άλλου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 103, το Εφετείο επικύρωσε τις πρωτόδικες ποινές φυλάκισης των 5½ και 6 ετών που είχαν επιβληθεί στους εφεσείοντες (μετά από παραδοχή), για το αδίκημα της κατοχής με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα 297 κιλών και 40 γραμμαρίων ρητίνης καννάβεως (με ανώτατο όριο ποινής τότε την δεκατετραετή φυλάκιση). Συνεκτιμώντας όλα όσα παραθέσαμε και συζητήσαμε - και έχοντας κατά νουν και την πολύ μεγάλη ποσότητα των επίδικων ναρκωτικών (99,93 κιλά μεθεδρόνης), αλλά και το γεγονός πως τούτα κατατάσσονται ως Τάξεως Β «. και ως εκ τούτου όχι από τα σκληρότερα ναρκωτικά .» (βλ. Ηλιάδη v Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 412, 414) - κρίνουμε πως η μοναδική ενδεικνυόμενη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αφεύκτως αυτή της φυλάκισης του κατηγορούμενου. Καθορίζοντας το είδος και ύψος της τιμωρίας, δεν λησμονήσαμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, μιας και η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο έργο της επιμέτρησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ghafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 636-637), χωρίς ποτέ βεβαίως να παραγκωνίζει την εμπεδωμένη αρχή πως (στο πλαίσιο που εξετάζεται), η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κουτσούδης v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 574, 578). Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις ακόλουθες ποινές φυλάκισης: Στην κατηγορία 2 (εισαγωγή μεθεδρόνης), ποινή φυλάκισης 14 ετών. Στην κατηγορία 4 (κατοχή μεθεδρόνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα), ποινή φυλάκισης 14 ετών. Στην κατηγορία 5 (απόπειρα εξαγωγής μεθεδρόνης), ποινή φυλάκισης 3 ετών. Δεν επιβάλλουμε ποινή στην κατηγορία 3 (κατοχή μεθεδρόνης), δεδομένης της ταύτισης των συστατικών στοιχείων του αδικήματος με εκείνα που αποτελούν, εν μέρει, τα συστατικά στοιχεία του κακουργήματος που αποτελεί το αντικείμενο της κατηγορίας 4 (κατοχή μεθεδρόνης με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα). Οι ποινές να συντρέχουν. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα επίδικα ναρκωτικά δημεύονται. Τούτα, να καταστραφούν μετά την παρέλευση του χρόνου έφεσης. (Υπ.)............... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο