Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Βασίλειος Καφατάρης, Αρ. Υπόθεσης: 11091/13, 22/5/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B73 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11091/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Βασίλειος Καφατάρης Ημερομηνία: 22 Μαΐου, 2015 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τον κατηγορούμενους: κ. Πολυχρόνης Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η (Ex- Temopre) Ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος στην κατηγορία επίθεσης κατά ιατρού των Πρώτων Βοηθειών, κατά παράβαση του Άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα και για το ίδιο περιστατικό έχει βρεθεί ένοχος για επίθεση κατά της αστυνομικού η οποία προσπάθησε να αποτρέψει την επίθεση του κατηγορούμενου κατά του ιατρού των Πρώτων Βοηθειών, κατά παράβαση του άρθρου 244(β) του Ποινικού Κώδικα. Έχει βρεθεί ένοχος σε ακόμη τρεις κατηγορίες για το ίδιο περιστατικό που επεσυνέβηκε στο χώρο των Πρώτων Βοηθειών ήτοι της ανησυχίας, κατά παράβαση του άρθρου 95, της αντίστασης με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η σύλληψη του, κατά παράβαση του άρθρου 244(α) και τέλος της απόδρασης από νόμιμη κράτηση κατά παράβαση του άρθρου 128(β) του Ποινικού Κώδικα. Σε σχέση με την κατηγορία της ανησυχίας κατά παράβαση του άρθρου 95 του Ποινικού Κώδικα ο κατηγορούμενος έχει προβεί σε παραδοχή. Η καταδικαστική απόφαση καταπιάνεται με όλα τα γεγονότα που πλαισιώνουν τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου στο σύνολο της. Όμως είναι σημαντικό να αναδειχθεί το απαράδεκτο και το επικίνδυνο της συμπεριφοράς του στο χώρο των Πρώτων Βοηθειών, όπου οι ιατροί του Νοσοκομείου ασχολούνται με επείγοντα περιστατικά και σώζουν ζωές. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο ανατάραξε τη γαλήνη του ιατρού που έσπευσε κοντά στον υιό του για να τον περιθάλψει, αλλά τον απείλησε, τον εξύβρισε και του επιτέθηκε. Οι ιατροί των Πρώτων Βοηθειών εργάζονται κάτω από αντίξοες συνθήκες πίεσης. Στην πραγματικότητα εξαρτώνται ζωές ανθρώπων από τις πράξεις αυτών των ιατρών γι' αυτό πρέπει να αφήνονται απερίσπαστα στο έργο τους. Ο ιατρός δεν τραυματίσθηκε από την απρόκλητη επίθεση του κατηγορούμενου αλλά η σωματική του ακεραιότητα απειλήθηκε, αναστατώθηκε και υπέστη εξευτελισμό δημοσίως στο χώρο εργασίας του. Χαρακτηριστικό του παραλογισμού που διακατείχε τον κατηγορούμενο είναι η απαίτηση του να χορηγήσει ο ιατρός μια ένεση για μέθη στον υιό του που είναι ανύπαρκτη. Η ένταση που προκάλεσε ο κατηγορούμενος είχε διάρκεια. Μεσολάβησε αστυνομικός για να τον συνετήσει και να του υπενθυμίσει τον χώρο στον οποίο βρισκόταν και αυτός την αγνόησε και της επιτέθηκε. Ο κατηγορούμενος είναι σωματώδης και η μικροκαμωμένη αστυνομικός δεν ήταν σε θέση να του επιβληθεί σωματικά μόνη της για να αποτρέψει την επίθεση κατά του ιατρού ή την απόδραση του από νόμιμη σύλληψη. Ο κατηγορούμενος αδιάντροπα και χωρίς όρια ήθελε όπως επιβληθεί κατά του ιατρού για να τον εξυπηρετήσει σε κάθε του παράλογη απαίτηση εις βάρος των υπολοίπων ασθενών που τον είχαν ανάγκη εκείνη τη στιγμή. Ο κατηγορούμενος δεν επέδειξε κανένα σεβασμό στην ιδιότητα του παραπονούμενου ως ιατρού και καταρράκωσε την αξιοπρέπεια του με την συμπεριφορά του. Η αυθαιρεσία, παραλογισμός και ακραία επιθετικότητα του κατηγορούμενου στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών πρέπει να αντιμετωπισθεί από το Δικαστήριο με την δέουσα σοβαρότητα. Ακολούθως, κατόρθωσε να δραπετεύσει από το χώρο αλλά όχι προτού η παραπονούμενη καταγράψει τα νούμερα εγγραφής του οχήματος του. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
- Λευκό ποινικό μητρώο.
- Προσωπικές περιστάσεις. Ο κατηγορούμενος είναι 52 ετών και επιχειρηματίας. Λειτουργεί τρία εστιατόρια και εργοδοτεί 50 άτομα. Όμως υπέστη κακουχίες μέχρι να δημιουργήσει αυτή την υποδομή και ως ανέφερε ο συνήγορος του είναι συνεπής με όλες του τις υποχρεώσεις στην πολιτεία και σε τρίτα πρόσωπα. Έχει τρία ενήλικα παιδιά και δύο ανήλικα ηλικίας 17 και 14 ετών. Το ένα ανήλικο παιδί πάσχει από μόνιμη αναπηρία του άνω και κάτω άκρου. Διαμένει με τη δεύτερη του σύζυγο και τα δύο τους ανήλικα παιδιά. Πάσχει από υπέρταση.
- Καθυστέρηση στη διαπίστωση ποινικής ευθύνης.
- Για το αδίκημα έχει προβάλει ότι κατά τον επίδικο χρόνο έπασχε από συναισθηματική φόρτιση με αποτέλεσμα να συμπεριφέρεται παράλογα.
- Τελούσε υπό κράτηση εν αναμονή της ποινής και στο χρόνο που έχει μεσολαβήσει εν αναμονή της διαπίστωσης της ποινικής του ευθύνης έχει προβεί σε απολογία στους δύο παραπονούμενους μέσω του δικηγόρου του. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
- Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή την συμπεριφορά.
- Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με τα να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
- Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανόν παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονιστεί επανειλημμένα από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχή παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v. S Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου διά να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Στην παρούσα περίπτωση θα πρέπει να επιβληθεί αυστηρή ποινή σε σχέση με τον στόχο της τιμωρίας και της αποτροπής. Το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρό λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους για αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Η ανώτατη προβλεπόμενη από το νόμο για το αδίκημα της επίθεσης και της αντίστασης για την ματαίωση σύλληψης είναι μέχρι δύο χρόνια ποινή φυλάκισης. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν ήταν κατάδικος κατά την απόδραση του από νόμιμη σύλληψη, η πράξη θεωρείται πλημμέλημα που και αυτή τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι δύο ετών. Ο κατηγορούμενος δεν προκάλεσε τραυματισμούς στους δύο μάρτυρες στους οποίους επιτέθηκε. Αλλά δεν θεωρώ ότι οι πράξεις του ήταν χωρίς υπολογίσιμες συνέπειες. Καταρράκωσε την αξιοπρέπεια του νεαρού ιατρού εν ώρα καθήκοντος του και κατέστησε σαφές σε δημόσιο χώρο ότι ο συγκεκριμένος ιατρός είναι ανυπόληπτος, δεν κάνει σωστά τη δουλειά του και είναι αντικείμενο χλευασμού. Το ίδιο ισχύει για την συμπεριφορά του προς την αστυνομικό. Αδιαφόρησε επιδεικτικά κατά της νόμιμης εξουσίας της αστυνομικού να πραγματοποιήσει σύλληψη όταν διαπράττεται αδίκημα στην παρουσία της και απείλησε την ασφάλεια του προσωπικού και των ασθενών στο Γενικό Νοσοκομείο. Ακόμη και η σύλληψη δεν συνέτισε τον κατηγορούμενο ο οποίος επέλεξε να αψηφήσει νόμιμη σύλληψη και να εγκαταλείψει το χώρο του Νοσοκομείου. Μετέτρεψε το χώρο των Επαγόντων Περιστατικών σε πεδίο μάχης. Δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα θύματα προκάλεσαν τέτοια αντίδραση εναντίον του προσώπου τους. Δεν υπάρχει στιγμή που ο κατηγορούμενος μετάνιωσε ή που εκδήλωσε τη λύπη του για τη συμπεριφορά του αφού εγκατέλειψε το Νοσοκομείο αφήνοντας τους πάντες άφωνους για την απαράδεκτη του συμπεριφορά. Ο κατηγορούμενος ένιωθε υπό πίεση και υπό συναισθηματική φόρτιση κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, επειδή τον διακατείχε ανησυχία για την υγεία του παιδιού του. Έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εκδήλωσε επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά, αλλά εξαιτίας του γεγονότος ότι προέβη σε εσκεμμένη και γενικευμένη επίθεση κατά προσώπου πολύ πιο αδύναμου σωματικά από τον ίδιο δεν κρίνω ότι η αντίληψη και ευθύνη του ήταν τόσο μειωμένη ώστε αυτό να αποτελεί μετριαστικός παράγοντας που να ακυρώνει την ανάγκη επιβολής ποινής με αποτρεπτικό χαρακτήρα. Ως ένα βαθμό λαμβάνω υπόψη μου ότι η ταραχή και αγωνία του κατηγορούμενου για το παιδί του τον ώθησε σε επιθετική συμπεριφορά και θα πρέπει να κριθεί ως μετριαστικός παράγοντας. Από την άλλη όμως δεν κρίνω ότι αυτός ο μετριαστικός παράγοντας είναι περίπτωση τέτοιας βαρύνουσας σημασίας που να ευσταθή η θέση της υπεράσπισης ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο τελούσε υπό καθεστώς μειωμένης αντίληψης και ευθύνης για τις πράξεις του (diminished responsibility). Στην υπόθεση Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1984)2 Α.Α.Δ. 323, το Εφετείο επεξήγησε κάτω από ποιες προϋποθέσεις νοητική ή ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου κρίνεται ως παράγοντας που μειώνει την αντίληψη και την ευθύνη του για το διαπραχθέν αδίκημα. «Η ψυχική διαταραχή ή ασθένεια του κατηγορούμενου είναι σχετική κατά την επιμέτρηση της ποινής μόνο στο βαθμό που το Δικαστήριο μπορεί να αντλήσει χρήσιμες πληροφορίες για την ενοχή του κατηγορούμενου και τη συμπεριφορά του εξαιτίας της ύπαρξης αυτής της κατάστασης. Τέτοιος παράγοντας θεωρείται ότι οδηγεί στη μειωμένη αντίληψη και ευθύνη του κατηγορούμενου σε σχέση με τη συμπεριφορά του μόνο εάν καταδειχθεί ότι ενήργησε με το συγκεκριμένο τρόπο διότι δεν είχε έλεγχο των πράξεων του.» (ελεύθερη μετάφραση) Κάτι τέτοιο δεν έχει καταδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση. Αντιθέτως, η όλη του συμπεριφορά καταδεικνύει ότι εσκεμμένα και κακόβουλα ήθελε να επιβληθεί κατά των μαρτύρων κατηγορίας όταν δεν ενέδωσαν στις παράλογες του απαιτήσεις. Η ενδεδειγμένη ποινή είναι η φυλάκιση. Αναμφίβολα αδικήματα βίας εναντίον του ιατρού και κατά προσώπου που έχει εντεταλμένο καθήκον να πραγματοποιήσει νόμιμη σύλληψη εκεί όπου χρειάζεται πρέπει να αποτρέπονται με αυστηρές ποινές. Η ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι φυλάκιση παρά το γεγονός ότι η επίθεση του κατηγορούμενου δεν επέφερε τραύματα στον ιατρό και την αστυνομικό. Το απαράδεκτο ξέσπασμα του κατηγορούμενου είχε διάρκεια και ανεπιθύμητες προεκτάσεις στο συγκεκριμένο χώρο. Στην υπόθεση Yeates v. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 320, το Εφετείο είχε αντικαταστήσει ποινή φυλάκισης μικρής διάρκειας που επιβλήθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο με ποινή προστίμου σε νεαρούς στρατιώτες των βάσεων που είχαν παραδεχθεί παρόμοιες κατηγορίες με το σκεπτικό ότι η ποινή λαμβάνοντας υπόψη το πρόσωπο των κατηγορουμένων είναι δυσανάλογη προς τη βαρύτητα των πταισμάτων τους. Κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης διαφοροποιούνται. Το τμήμα των Πρώτων Βοηθειών πρέπει πλέον να φρουρείται από αστυνομικούς. Στη περίπτωση που το Δικαστήριο δεν επιβάλει ποινή στερητική της ελευθερίας του ατόμου ακόμη και σε περιπτώσεις άσκησης βίας και πρόκλησης αναστάτωσης στο χώρο του Νοσοκομείου ο στόχος της καταστολής δεν πετυχαίνεται. Δύο πρόσωπα που είχαν την ατυχία να είναι σε υπηρεσία εκείνη την ώρα και ενώ έκαναν όσο καλύτερα μπορούσαν την εργασία τους, που είναι πολύτιμη και αναγκαία για τους πολίτες, κινδύνευσαν από την οργίλη αντίδραση του κατηγορούμενου και υπέστησαν άνευ προηγουμένου εξευτελισμό και απαξίωση κατά του προσώπου τους. Το Δικαστήρια δεν μπορεί ως φρουρός της έννομης τάξης να θεωρηθεί ότι υποθάλπει και ανέχεται κρούσματα αδικαιολόγητης βίας κατά λειτουργών που περιθάλπουν ανθρώπους και σώζουν ζωές, αλλά και κατά αστυνομικών που κινδυνεύει η σωματική τους ακεραιότητα για να εφαρμόσουν το νόμο και να προστατεύσουν άλλους πολίτες από άνομες πράξεις, με την επιβολή ανεπαρκούς ποινής. Στην υπόθεση Θεοχάρης Θεοχάρους ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 575, το Εφετείο επεξήγησε ότι το Δικαστήριο ακόμη και στην περίπτωση που διαπιστώσει ότι τα αδικήματα είναι σοβαρά οφείλει πάντα να εξατομικεύει την ποινή που θα επιβληθεί διότι στόχος του Δικαστηρίου σε κάθε περίπτωση επίθεσης είναι η επιβολή δίκαιας ποινής η οποία να αρμόζει τόσο στο έγκλημα όσο και στο δράστη. Πρέπει επίσης να λαμβάνεται υπόψη η ένταση της επίθεσης και οι επιπτώσεις στο θύμα και πρέπει να επιβάλλεται ποινή αποτρεπτικού χαρακτήρα όταν το αποτέλεσμα της επίθεσης είναι η προσβολή και η καταρράκωση της αξιοπρέπειας του θύματος και εκεί όπου πλήττει το θεμελιώδες δικαίωμα της σωματικής του ακεραιότητας. Διαπιστώνω τέτοια παραβίαση στην προκειμένη περίπτωση και έτσι ανάλογη πρέπει να είναι και η τιμωρία. Η πρόληψη του εγκλήματος έχει βαρύνουσα σημασία στην παρούσα περίπτωση. Κάθε πολίτης δικαιούται να αναμένει τη φροντίδα και περίθαλψη των ιατρών στο χώρο των Πρώτων Βοηθειών. Όμως δεν μπορεί οι παράλογες απαιτήσεις κανενός να θέσουν σε κίνδυνο την ομαλή λειτουργία ζωτικού χώρου εργασίας στον τομέα της υγείας. Πρέπει να επιβληθεί ποινή παράδειγμα στην παρούσα περίπτωση επειδή πρόσωπο χρησιμοποιούσε την υπέρτερη του φυσική δύναμη για να υποσκάψει τις ενέργειες της ΜΚ1 ώστε να μην πραγματοποιήσει νόμιμη σύλληψη δια να τον επαναφέρει σε τάξη και να επανέλθει η γαλήνη στο χώρο των επειγόντων περιστατικών. Έχει καταδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος εκδηλώνει επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά με τρόπο που απειλεί τη σωματική ακεραιότητα άλλων προσώπων και τους εμποδίζει από την εκτέλεση των καθηκόντων τους. Η συμπεριφορά αυτή ήταν ακραία και παρατεταμένη χωρίς ο κατηγορούμενος οιανδήποτε στιγμή να εκδηλώσει μεταμέλεια. Η ενδεδειγμένη ποινή είναι αυτή της φυλάκισης. Είναι γεγονός ότι υπάρχει καθυστέρηση στην διαπίστωση της ποινικής υπόθεσης του κατηγορούμενου. Όμως στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση, τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 7461, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004). Ο κατηγορούμενος ευθύνεται μόνο για μικρό μέρος της καθυστέρησης στη διαπίστωση της ποινικής του ευθύνης, καθότι δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο κατά την πρώτη δικάσιμο της υπόθεσης με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα σύλληψης εναντίον του. Ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος δεν είναι συγκλονιστικά μεγάλος λαμβάνοντας υπόψη και τη σοβαρότητα του αδικήματος. Όμως δεν είναι αμελητέος παράγοντας, με δεδομένο ότι οι παραπονούμενοι δεν έχουν υποστεί τραύματα από την επίθεση του κατηγορούμενου. Από την άλλη όμως, η ψυχική αναστάτωση και απειλή που ένιωσαν τα θύματα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους δεν έχουν αντιμετωπισθεί και είναι μόνο δια της ορθής τιμωρίας του κατηγορούμενου και ηθικής δικαίωσης των θυμάτων εξαιτίας του εξευτελισμού και της επίθεσης που υπέστησαν που μπορούν αυτά τα τραύματα να επουλωθούν και το επεισόδιο να ξεχασθεί. Αφού έχω λάβει υπόψη μου τη σοβαρότητα του αδικήματος, όλους τους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, την ανάγκη να επιβληθεί ποινή που να αρμόζει στις συνέπειες στα θύματα και την ανάγκη της προστασίας της κοινωνίας με αποτρεπτική ποινή, θεωρώ ότι η ορθή ποινή υπό τις περιστάσεις είναι η ποινή φυλάκισης μικρής διάρκειας. Ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση κάποιες μέρες. Δεν είναι πρόσωπο με παραβατικό παρελθόν, παρά τα 52 του χρόνια και έχει δύο ανήλικα παιδιά να συντηρεί. Επιπρόσθετα, από αυτή την μια εγκληματική πράξη του δυνατόν, ως ανέφερε ο συνήγορος του, να καταστραφεί το μέλλον το δικό του και των παιδιών του. Έχει εκφράσει τη μεταμέλεια του, έστω και την υστάτη, στα θύματα που έχουν υποστεί το ξέσπασμα του. Κρίνω ότι ο συγκεκριμένος παραβάτης δεν πρόκειται να επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά. Δεν είναι ανάγκη να εκτίσει την ποινή φυλάκισης για να αντιληφθεί ότι αυτό που έκανε ήταν λάθος και άδικο. Ποινή φυλάκισης με αναστολή είναι ποινή φυλάκισης και έτσι μπορεί ο στόχος της αποτροπής του εγκλήματος κάτω από τις περιστάσεις να επιτευχθεί χωρίς να είναι ανάγκη ο κατηγορούμενος να εκτίσει την ποινή. Η αναστολή της ποινής φυλάκισης στην παρούσα περίπτωση θεωρώ ότι εξυπηρετεί τους πολλαπλούς σκοπούς της τιμωρίας και συνάδει ως ορθή αντιμετώπιση για την εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου ως αυτή προκύπτει από τα ποινικά αδικήματα που διέπραξε. (Βλ. υπόθεση Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 221/2012, ημερ. 19.12.2012.) Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης δύο μηνών σε έκαστη των κατηγοριών που αντιμετωπίζει. Οι ποινές να συντρέχουν και αναστέλλονται για δύο έτη. Τα έξοδα της δίκης, ήτοι €110, θα πληρωθούν από τον κατηγορούμενο άμεσα. (Υπ.) ............... Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο