Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κώστα Αντωνίου, Υπόθεση αρ.: 9626/2013, 15/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B85 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9626/2013 Μεταξύ: Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και Κώστα Αντωνίου Κατηγορουμένου 15 Iουνίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Π. Δημοσθένους Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος, παρών. Απόφαση Δια του κατηγορητηρίου, το οποίο κατεχωρίστηκε στις 29.07.2013, ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής, στον Έφορο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας («ο Έφορος»), ποσού ύψους €21.718,46, ως ο οφειλόμενος φόρος προστιθέμενης αξίας («ο φ.π.α») για την περίοδο από την 01.11.2005 έως και την 31.01.
- Το αδίκημα διαγράφεται από τα άρθρα 46
(9)και 20
(1)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν. 95(Ι)/2000, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) και από τους Καν. 17
(1)και 29
(2)των περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Γενικών) Κανονισμών (Κ.Δ.Π. 314/2001, ως αυτή ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Η επίδικη οφειλή προέκυψε επί τη βάσει των καταγεγραμμένων στην τελική φορολογική δήλωση την οποίαν υπέβαλε ο κατηγορούμενος στις 10.03.2006 («η φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006», τεκμήριο 3). Όπως δε εδήλωσε η Δώρα Γεωργίου (Μ.Κ.3), αρμόδια λειτουργός στο τμήμα του Εφόρου, η οφειλή αυτή κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή άμα τη υποβολή της σχετικής φορολογικής δήλωσης, δηλ. από τις 10.03.2006. Ας σημειωθεί πώς η θέση αυτή της Δώρας Γεωργίου (Μ.Κ.3) ευρίσκει έρεισμα στις πρόνοιες των Καν. 17
(1)και 29
(2)της Κ.Δ.Π. 314/
- Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε απλή και, όπως διεφάνηκε, απλή υπήρξε και η διερεύνηση του αδικήματος και η συγκέντρωση της απαραίτητης μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής. Κατ΄ ακρίβειαν, και δεδομένου του αδιαμφισβήτητου γεγονότος πώς ο κατηγορούμενος ήταν εγγεγραμμένος στο Μητρώο του Εφόρου καθ΄ όλην την διάρκεια της περιόδου από την 01.07.1998 έως και την 31.12.2005, οπότε και διεγράφηκε, κατ΄ αρχήν αναγκαία, για την απόδειξη της υπόθεσης, είναι η μαρτυρία περί της τελικής φορολογικής δήλωσης την οποίαν αυτός υπέβαλε εν σχέσει με την φορολογική περίοδο τριμήνου από την 01.11.2005 έως και την 31.01.2006, περί του γεγονότος της ύπαρξης καταβλητέου φ.π.α. εν σχέσει με την περίοδο αυτή, περί του ύψους του καταβλητέου φ.π.α. καθώς και περί της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του. Γι΄ αυτά τα απλά γεγονότα επαρουσιάσθηκε η απαραίτητη προφορική και έγγραφη μαρτυρία (τεκμήρια 1, 3 και 4). Κεντρική υπεράσπιση του κατηγορουμένου είναι η εξής: Πράγματι, ο ίδιος υπέγραψε την φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006 (τεκμήριο 3), πλην όμως, τα καταγεγραμμένα σε αυτήν ποσά, τα οποία παρουσιάζονται ως τα εισοδήματά του για την συγκεκριμένη τρίμηνη περίοδο και επί τη βάσει των οποίων υπελογίσθηκε ο επίδικος φ.π.α., κατεγράφηκαν εκ παραδρομής. Ουδέποτε είχε ως εισοδήματα τα ποσά αυτά. Έως και τις 31.12.2005, οπότε διεγράφηκε από το Μητρώο του Εφόρου, ασχολείτο επαγγελματικώς με τις οικοδομικές εργασίες. Πριν από το κρίσιμο τρίμηνο της περιόδου από την 01.11.2005 έως και τις 31.01.2006 εξετέλεσε, ως επιτυχών προσφοροδότης, δημόσια έργα. Κατ΄ ακρίβειαν το δημόσιο ήταν ο κύριος και ουσιαστικός εργοδότης του. Τέτοια έργα δεν εξετέλεσε κατά το κρίσιμο τρίμηνο της περιόδου από την 01.11.2005 έως και τις 31.01.
- Εξ ου και για την περίοδο αυτή τα εισοδήματά του ήσαν πολύ περιορισμένα. Εν πάσει περιπτώσει, για την περίοδο αυτή δεν είχε, ως εισοδήματα, τα ποσά τα οποία, εκ παραδρομής, καταγράφονται στην φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006 (τεκμήριο 3). Η παραδρομή αυτή οφείλεται στο γεγονός πώς, λόγω οικονομικής αδυναμίας, η φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006 δεν συνεπληρώθηκε από λογιστή. Την παραδρομή αυτή, την διεπίστωσε, κατά πρώτον, περί τον Μάρτιον του έτους 2011 όταν του επεδόθηκε η υπόθεση αρ. 4494/2011 (Ε.Δ. Λάρνακας) Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κώστα Αντωνίου (τεκμήριο 8), η οποία αφορά στην ίδια, με την επίδικη, οφειλή. Έως και την επίδοση του κατηγορητηρίου στην προαναφερθείσα υπόθεση (τεκμήριο 8) ο ίδιος δεν έτυχε καμίας ενημέρωσης και καμίας όχλησης περί της επίδικης οφειλής του από τον Έφορο. Αμέσως μόλις έλαβε γνώση της επίδικης οφειλής επεχείρησε να διορθώσει την παραδρομή. Επισκεπτόταν τακτικώς τα αρμόδια δημόσια τμήματα, συζητούσε την υπόθεσή του με τους αρμοδίους δημόσιους λειτουργούς και εναγωνίως προσπαθούσε να πείσει για την αλήθεια των θέσεών του. Πλην όμως, το μεγάλο χρονικό διάστημα το οποίο παρήλθε από την υποβολή της φορολογικής δήλωσης ημερ. 10.03.2006 (τεκμήριο 3) έως και την ενημέρωσή του περί της επίδικης οφειλής (περί τον Μάρτιο του έτους 2011) κατέστησαν αδύνατον τον εντοπισμό των στοιχείων τα οποία αποδεικνύουν την παραδρομή και την ανακρίβεια των καταγεγραμμένων στην εν λόγω δήλωση (τεκμήριο 3). Κατά την δικάσιμο ημερ. 24.10.2012 εδηλώθηκε αναστολή της υπόθεση αρ. 4494/2001 (Ε.Δ. Λάρνακας) Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κώστα Αντωνίου (τεκμήριο 8) και αυτή διεκόπηκε (τεκμήρια 11 και 13). Όμως, το επίδικο ζήτημα επανήλθε δια της προκείμενης υπόθεσης. Η αδυναμία του να εντοπίσει τα στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν την παραδρομή και την ανακρίβεια των καταγεγραμμένων στην φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006 (τεκμήριο 3) εξακολουθεί να υφίσταται. Η μακρά και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση τόσον της υπόθεσης αρ. 4494/2011 (Ε.Δ. Λάρνακας) Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κώστα Αντωνίου (τεκμήριο 8) όσον και της προκείμενης τον θέτει σε μειονεκτική θέση εφ΄ όσον τον στερεί από την δυνατότητα εντοπισμού στοιχείων για την απόδειξη της υπεράσπισής του. Η κεντρική αυτή υπεράσπιση του κατηγορουμένου προεβλήθηκε τόσον κατά την ακροαματική διαδικασία (δια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας και δια της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου) όσον και δια της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου του. Επί τη βάσει της θέσης αυτής ο κ. Ταμπούρλας εζήτησε την αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου. Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η εκατέρωθεν προσκομισθείσα μαρτυρία. Παρατηρούνται και διαπιστώνονται τα εξής:
(1)Η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, συνυφασμένο με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας - «το Σύνταγμα» - και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, κυρωθείσα δια του Ν.39/1962 - «η Ευρωπαϊκή Σύμβαση»). Αντιστοίχως, η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και, κατ΄ επέκτασιν, της δικαστικής εξουσίας (Χριστόπουλος ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, 105 επ.). Εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου προσμετρά υπέρ αυτού (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 648). Όμως, στις περιπτώσεις καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, τα δικαιώματά του τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν, θίγονται δεν εξετάζονται ποτέ in abstracto (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 221/2013 Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερ. 02.09.2013). Η εξέταση του ισχυρισμού περί εκτροπής από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και η εξέταση του ενδεχομένου δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορουμένου προϋποθέτουν την παρουσίαση σχετικής μαρτυρίας.
(2)Όσον αφορά στις ποινικές υποθέσεις, το θεμελιώδες και αναγνωρισμένο δικαίωμα της εκδίκασης εντός ευλόγου χρόνου (the «reasonable time» guarantee) σκοπόν έχει την προστασία του κατηγορουμένου αφ΄ ενός από υπερβολικές καθυστερήσεις της δικαστικής διαδικασίας και αφ΄ ετέρου από την μακρόχρονη αβεβαιότητα περί της ποινικής του ευθύνης [Stogmuller v. Austria A.9 p.40
(1969), Cf Wemhloff v. FR6 A7
(1968)και D.J. Harris, M O'Boyle, C. Warbrick, Law of the European Convention on Human Rights, Butterworths, 1995, σελ. 163 επ.]. Η διαπίστωση του κατά πόσον μια ποινική υπόθεση εξεδικάστηκε εντός ευλόγου χρόνου προϋποθέτει αφ΄ ενός την διαπίστωση του βαθμού δυσκολίας της υπόθεσης, για σκοπούς διερεύνησης και συγκέντρωσης της απαραίτητης μαρτυρίας, και αφ΄ ετέρου την διαπίστωση και την αξιολόγηση τόσον των ενεργειών και συμπεριφορών της κατηγορούσας αρχής όσον και των ενεργειών και συμπεριφορών του κατηγορουμένου.
(3)Επιπλέον, και όσον αφορά, πάντοτε, στις ποινικές υποθέσεις, το Άρθρο 12.5.(β) του Συντάγματος και το Άρθρο 6.3.(b) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, καθιερώνουν, ως πρόσθετο ελάχιστο δικαίωμα του κατηγορουμένου, το δικαίωμα παροχής επαρκούς χρόνου και επαρκών διευκολύνσεων για την ετοιμασία της υπεράσπισής του. Τα κείμενα έχουν ως εξής: «ΑΡΘΡΟΝ 12: .......
- Πας κατηγορούμενος δι΄ αδίκημα τι έχει τα ακόλουθα κατ΄ ελάχιστον όρον δικαιώματα: ............... (β) να έχη επαρκήν χρόνον και διευκόλυνσιν δια την προπαρασκευήν της υπερασπίσεως αυτού». «Article 6: ..
- Everyone charged with a criminal offence has the following minimum rights. ..... (β) to have adequate time and facilities for the preparation of his defense. ....»
(4)Εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης επιβάλλει την παρέμβαση του Δικαστηρίου και τον τερματισμό της διαδικασίας. Το Δικαστήριο, το οποίο κυριαρχεί επί των μηχανισμών της δικαιοσύνης και το οποίο έχει ως σύμφυτο καθήκον και σύμφυτη εξουσία την περιφρούρηση του δικαίου (Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217), οφείλει να απορρίψει το κατηγορητήριο και να τερματίσει την διαδικασία εάν διαπιστώσει πώς ενέργειες ή παραλήψεις της κατηγορούσας αρχής στερούν από τον κατηγορούμενο ένα απολύτως βασικό και ουσιαστικό δικαίωμα το οποίο ο νόμος του παραχωρεί.
(5)Εν προκειμένω, από την μαρτυρία την οποία επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή προκείπτει πώς από 10.03.2006, οπότε διεπράχθηκε το επίδικο αδίκημα, έως και τις 16.03.2011, οπότε κατεχωρίστηκε η υπόθεση αρ. 4494/2011 (Ε.Δ. Λάρνακας) Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κώστα Αντωνίου (τεκμήριο 8), αυτή παρέμεινε παντελώς άπρακτη. Ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας ανέφερε ο,τιδήποτε σχετικό με ενέργειες της κατηγορούσας αρχής για την είσπραξη του επίδικου φ.π.α. μόλις αυτός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, δηλ. στις 10.03.2006. Ουδείς εκ των μαρτύρων κατηγορίας ανέφερε ο,τιδήποτε σχετικό με την δυσκολία διερεύνησης της υπόθεσης και ή την δυσκολία εντοπισμού αποδεικτικών στοιχείων. Αντιθέτως, όπως προαναφέρεται, η ακροαματική διαδικασία κατέδειξε πώς τόσον η διερεύνηση του επίδικου αδικήματος όσον και η διαδικασία συγκέντρωσης του απαραίτητου αποδεικτικού υλικού ήσαν απλά. Ούτε ανεφέρθηκε ο,τιδήποτε σχετικό με ενέργειες ή συμπεριφορές του κατηγορουμένου οι οποίες να εμπόδισαν ή, καθ΄ οιονδήποτε τρόπον, να καθυστέρησαν την λήψη, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, των αναγκαίων μέτρων. Τέτοιες ενέργειες ή συμπεριφορές εκ μέρους του κατηγορουμένου, θα μπορούσαν να ήσαν, για παράδειγμα, η καταχώριση διοικητικών ενστάσεων ή η καταχώριση ένδικων μέσων και η συνακόλουθη παραμονή της νομιμότητας της επίδικης οφειλής σε εκκρεμότητα (δείτε, για ανάλογη, εφαρμογή Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, 425, Κωνσταντίνου ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 403, 407).
(6)Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος, δια της ένορκης κατάθεσής του, έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου την κεντρική υπεράσπισή του, ως αυτή συνοψίζεται πιο πάνω, και εξήγησε με ποιον τρόπον η μακρά και αδικαιολόγητη απραξία της κατηγορούσας αρχής τον έθεσε, πράγματι, σε μειονεκτική θέση. Αυτή η μακρά και αδικαιολόγητη απραξία της κατηγορούσας αρχής του στέρησε την δυνατότητα να συγκεντρώσει τα απαραίτητα, για την διόρθωση των λαθών τα οποία περιέχει η φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006, στοιχεία. Ας σημειωθεί πώς ο κατηγορούμενος, άνδρας ώριμης ηλικίας, ο οποίος δεν έτυχε του ευεργετήματος της συμπλήρωσης σπουδών μέσης εκπαίδευσης και ο οποίος, επί σειρά ετών, αντιμετωπίζει οικογενειακές και οικονομικές δυσχέρειες (δείτε και την καταχωρισμένη, στο φάκελο της διαδικασίας, έκθεση του Γραφείου Ευημερίας), απευθύνθηκε στο Δικαστήριο με λόγο άμεσο, σταθερό και ευκρινή. Καθ΄ όλην δε την διάρκεια της μαρτυρίας του ήταν εμφανής η ειλικρινής αγωνία την οποίαν αισθάνεται εν όψει της επίδικης κατηγορίας, και εμφανές το γνήσιο αίσθημα αδικίας το οποίο τον διακατέχει. Ας σημειωθεί, επίσης, πώς τους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου πώς αμέσως μόλις έλαβε το κατηγορητήριο της υπόθεσης αρ. 4494/2011 (Ε.Δ. Λάρνακας) Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. Κώστα Αντωνίου (τεκμήριο 8) ανησύχησε έντονα και επεσκέφθηκε επανειλημμένως τους αρμόδιους λειτουργούς του Εφόρου, στους οποίους εξέθεσε το πρόβλημα του εντοπισμού των αναγκαίων αποδεικτικών στοιχείων επεβεβαίωσαν, κατ΄ ουσίαν, οι λειτουργοί αυτοί Δώρα Γεωργίου (Μ.Κ.3) και Φίλιππος Λαζάρου (Μ.Υ.1). Η μαρτυρία του κατηγορουμένου κρίνεται ως αξιόπιστη.
(7)Καταληκτικά, και επί τη βάσει των ανωτέρω, διαπιστώνεται πώς ο κατηγορούμενος απέδειξε, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την υπεράσπιση του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Ιωάννου ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 244, 251-2): Ο κατηγορούμενος απέδειξε, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πώς η καταχώριση, στις 29.07.2013 (ή έστω στις 16.03.2011 - τεκμήριο 8), εναντίον του ενός κατηγορητηρίου για αδίκημα το οποίο συνετελέστηκε στις 10.03.2006 και το οποίο, ως κατεδείχθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, ήταν απλό για σκοπούς διερεύνησης και απόδειξης, σε συνδυασμό με την απουσία οιασδήποτε μαρτυρίας τείνουσας να αιτιολογήσει αυτήν την πολυετή καθυστέρηση, συνιστά παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματός του για εκδίκαση της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου (Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος και Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης - the «reasonable time» guarantee). Ταυτοχρόνως, ο κατηγορούμενος απέδειξε, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, πώς τα γεγονότα αυτά σε συνδυασμό με το εύρημα πώς, υπό τις περιστάσεις, και ένεκα της καθυστέρησης στην καταχώριση του κατηγορητηρίου, ήταν αδύνατον αυτός να συλλέξει τα στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν την παραδρομή στα καταγεγραμμένα στην φορολογική δήλωση ημερ. 10.03.2006, την οποίαν αυτός επικαλείται ως υπεράσπιση, θεμελιώνουν και παραβίαση του δικαιώματός του για παροχή επαρκών διευκολύνσεων για την ετοιμασία της υπεράσπισής του (Άρθρο 12.5.(β) του Συντάγματος και Άρθρο 6.3(b) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το κατηγορητήριο απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία την οποίαν αντιμετωπίζει. (Υπ.) .................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο