← Κύπρος

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) ν. Νίκης Βασιλείου, Υπόθεση αρ.: 15868/2013, 24/6/2015

Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) ν. Νίκης Βασιλείου, Υπόθεση αρ.: 15868/2013, 24/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B87 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15868/2013 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) και Νίκης Βασιλείου Κατηγορουμένης 24 Ιουνίου, 2015. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται ο Δρ Α. Π. Ποιητής και ο κ. Γ. Φούλιας για τους κ.κ. Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σια Δ.Ε.Π.Ε Για την κατηγορουμένη, εμφανίζονται ο κ. Χρ. Πουτζιουρής και η κα Γ. Πάτσαλου για τους κ.κ. Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορουμένη, παρoύσα Απόφαση Η κατηγορουμένη διώκεται για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 3

(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Επίδικες είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις της περιόδου από τον Μάιο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2013 (1η έως και 3η κατηγορία). Οι δόσεις αυτές οφείλονται δυνάμει διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκδοθέντος στις 17.12.2012 προς τον σκοπό εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή αρ. 3365/2011 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Γεώργιου Θεοδούλου κ.α. (Ε.Δ. Λάρνακας), ημερ. 16.03.
  1. Συναφώς αναφέρεται πώς, από την έναρξη της ισχύος του, στις 18.07.2008, ο Ν.60(Ι)/2008προσέδωσε νέα πρόσθετη διάσταση στο ζήτημα της ποινικής ευθύνης του εξ αποφάσεως οφειλέτη ο οποίος παραλείπει να εξοφλήσει το χρέος του. Οι διατάξεις του Ν.60(Ι)/2008 ισχύουν παραλλήλως με τις σχετικές διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 6, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Κρίνεται αναγκαίο να παρατεθεί αυτούσιο το κείμενο των κρίσιμων διατάξεων του Ν.60(Ι)/2008: «
  2. Αδικήματα καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτών:
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ........ (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4. ..............
(4)Σε οποιαδήποτε ποινική διαδικασία για αδίκημα δυνάμει του εδαφίου
(1)αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο αν αποδείξει: .............. (γ) προκειμένου περί κατηγορίας δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), ότι έχει συμμορφωθεί με το διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις ή ότι έχει μεταβληθεί η οικονομική του κατάσταση από την ημερομηνία έκδοσης του εν λόγω διατάγματος ή ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, πριν από την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν». Ως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, το οποίο διαγράφεται από το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008, είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την πρόθεση (την υποκειμενική υπόσταση του εκάστοτε επίδικου αδικήματος) προκύπτει, ως εξυπακουομένη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Ως, επίσης, προκύπτει από τις ως άνω νομοθετικές διατάξεις, για το επίδικο αδίκημα καθιερώνονται, ως ειδικές υπερασπίσεις, η συμμόρφωση με το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, η μεταβολή προς το χειρότερο της οικονομικής κατάστασης του εξ αποφάσεως οφειλέτη και η υποβολή αίτησης για την τροποποίηση ή την αναστολή του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Η κατηγορουμένη αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη και απλή. Η πλευρά των παραπονουμένων περιορίσθηκε στη δήλωση παραδεκτών γεγονότων (τεκμήρια 1 και 2). Τα ακόλουθα γεγονότα εδηλώθηκαν ως παραδεκτά και ενεκρίθηκαν ως τέτοια: «
  1. Η κατηγορουμένη είναι η εναγομένη 5 στην Αγωγή με αριθμό 3365/2011 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας.
  2. Την 16.03.2012 εκδόθηκε απόφαση στην πιο πάνω αγωγή εναντίον της κατηγορουμένης για το ποσόν των €599.479,01 με τόκο 9.75% ετησίως από 05.08.2011 μέχρι εξοφλήσεως με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30.06 και 31.12 εκάστου έτους πλέον έξοδα.
  3. Στις 17.12.2012 εκδόθηκε εναντίον της κατηγορουμένης στην πιο πάνω αγωγή διάταγμα με το οποίο διατάχθηκε όπως εξοφλήσει το πιο πάνω εξ αποφάσεως ποσό δια μηνιαίων δόσεων εκ €600 μηνιαίως και η πρώτη δόση ήταν πληρωτέα την 01.05.2013 και να συνεχίζονται οι πληρωμές κάθε επόμενου μηνός μέχρι πλήρους εξοφλήσεως του εξ αποφάσεως χρέους πλέον τόκους και έξοδα.
  4. Η κατηγορούμενη δεν έχει καταβάλει οποιοδήποτε ποσό για τις δόσεις που ήταν πληρωτέες την περίοδο από 01.05.2013 έως και 01.12.2013 συμποσούμενες στο ποσόν των €4.800 σύμφωνα και με τις σχετικές λεπτομέρειες της κατηγορίας που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη.» (τεκμήριο 1). Εδηλώθηκε, ως παραδεκτό, και ενεκρίθηκε, ως τέτοιο, και το ακόλουθο γεγονός: «
  5. Ο εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής προς όφελος του οποίου εκδόθηκε η απόφαση ημερ. 16.03.2012 στην αγωγή Ε.Δ. Λάρνακος με αρ. 3365/2011 αρχικά ήτο η Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ η οποία στις 24.06.2013 μετονομάσθηκε σε Σ.Π.Ε. ΚΟΝΤΕΑΣ ΛΤΔ (τεκμήριο 2). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, η πλευρά της κατηγορουμένης δεν υπέβαλε οιανδήποτε εισήγηση για το ζήτημα της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Επί τη βάσει των παραδεκτών γεγονότων (τεκμήρια 1 και 2) εκρίθηκε πώς στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορουμένης, η οποία εκλήθηκε σε απολογία. Κληθείσα σε απολογία η κατηγορουμένη επέλεξε να παραμείνει σιωπηλή. Και ούτε επαρουσιάσθηκε, εκ μέρους της, οιαδήποτε μαρτυρία. Ως διεφάνηκε η κατηγορουμένη στηρίζει την υπεράσπισή της σε νομικά μόνον ζητήματα. Επί τη βάσει του περιεχομένου της τελικής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορουμένης, εντοπίζονται οι εξής υπερασπίσεις:
(1)Μεταξύ των όσων οι παραπονούμενοι οφείλουν να αποδείξουν, ως συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, είναι και το γεγονός πώς η κατηγορουμένη δεν εμποδίζεται από φυσική ή οικονομική αδυναμία για να ανταποκριθεί στο επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων.
(2)Οι παραπονούμενοι απέτυχαν να αποδείξουν αυτό το συστατικό στοιχεία (την απουσία οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας της κατηγορουμένης) και, κατά συνέπειαν, η επιλογή της κατηγορουμένης να ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής (άρθρο 74
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) δεν μπορεί να έχει οιανδήποτε δυσμενή επίπτωση εις βάρος της.
(3)Οι καθιερωθείσες, δια του άρθρου 3
(4)(γ) του Ν.60(Ι)/2008, υπερασπίσεις παραβιάζουν σωρευτικώς το δικαίωμα του κατηγορουμένου να παραμείνει σιωπηλός (άρθρο 74
(1)(γ) του Κεφ. 155), το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου καθώς και το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην αυτοενοχοποιηθεί (Άρθρο 12 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας).
(4)Εάν θεωρηθεί πώς ο Ν.60(Ι)/2008δημιουργεί τεκμήριο κατά τρόπον ώστε, για την στοιχειοθέτηση του επίδικου αδικήματος, ο παραπονούμενος να μην έχει την υποχρέωση να αποδείξει την απουσία οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας του κατηγορουμένου, αυτό το τεκμήριο παραβιάζει το Άρθρο 12.4 του Συντάγματος καθώς και το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (κυρωθείσα δια του Ν.39/196 - «η Ευρωπαϊκή Σύμβαση». Και αυτό γιατί «... ο Νόμος 60(Ι)/2008 είναι ένας συγκαλυμμένος τρόπος είσπραξης αστικών χρεών εφόσον δίνει το δικαίωμα στον παραπονούμενο να ζητήσει την είσπραξη των καθυστερημένων δόσεων σε διάταγμα του Δικαστηρίου με την μορφή χρηματικής ποινής που σε περίπτωση μη πληρωμής του πιο πάνω ποσού οδηγεί στην φυλάκιση της κατηγορουμένης. Επίσης, αν και στον Νόμο προβλέπεται ποινή προστίμου για το πρώτο αδίκημα τέτοιας υφής εντούτοις σε μεταγενέστερη διάπραξη παρομοίου αδικήματος προβλέπεται στον Νόμο ποινή φυλάκισης που πάλιν παραβιάζει το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 4....» Επιπροσθέτως, «Τα γεγονότα προς τεκμηρίωση της ενοχής της κατηγορουμένης δεν είναι πλέον στην απόλυτη αποκλειστική γνώση της εφόσον η κατηγορούσα αρχή μπορεί να προσκομίσει μαρτυρία προς απόδειξη της οικονομικής της ευχέρειας όπως παράδειγμα το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, το Τμήμα Φορολογίας, Τράπεζες και εργοδότες της κατηγορουμένης .... η κατηγορούσα αρχή είναι πιστωτικός οργανισμός ο οποίος έχει στην διάθεση του όλα τα οικονομικά δεδομένα και προσωπικά στοιχεία της κατηγορουμένης εφόσον ήδη έχει παραχωρήσει κάποια πιστωτική διευκόλυνση για την οποία καταδικάστηκε η κατηγορουμένη σύμφωνα με τα παραδεκτά γεγονότα ....» (δείτε στις σελ. 3 έως και 5 της γραπτής αγόρευσης του κ. Πουτζιουρή, ημερ. 24.04.15). Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι εισηγούνται δια των τελικών αγορεύσεών τους, και εξετάστηκε η μαρτυρία. Παρατηρούνται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Η άποψη περί της υποχρέωσης των παραπονουμένων να αποδείξουν, ως συστατικό στοιχείο του επίδικου αδικήματος, και την απουσία οικονομικής ή φυσικής αδυναμίας της κατηγορουμένης η οποία να την εμποδίζει να ανταποκριθεί στο επίδικο διάταγμα μηνιαίων δόσεων είναι εσφαλμένη. Από την συνδυασμένη ερμηνεία των παρά
(1)(γ) και
(4)(γ) του άρθρου 3 του Ν.60(Ι)/2008 προκύπτει πώς στην περίπτωση μη συμμόρφωσης με διάταγμα μηνιαίων δόσεων, καθιερώνεται μαχητό τεκμήριο περί της οικονομικής και φυσικής δυνατότητας του εξ αποφάσεως χρεώστη για τέτοια συμμόρφωση. Εν σχέσει με τα νομοθετικώς προβλεπόμενα τεκμήρια αναφέρονται τα ακόλουθα: Κατ΄ εξαίρεσιν του γενικού κανόνος περί της ανάγκης απόδειξης όλων των επίδικων γεγονότων, συμβαίνει ο νομοθέτης να καθορίσει, εν σχέσει με ορισμένα γεγονότα, νομικά τεκμήρια, αμάχητα ή μαχητά, αναλόγως. Εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί το εκάστοτε νομικό τεκμήριο αποδείξει την ύπαρξη ενός πρώτου γεγονότος, η ύπαρξη ενός δεύτερου γεγονότος τεκμαίρεται και θεωρείται ως αποδειχθείσα. Αμάχητο νομικό τεκμήριο (irrebuttable presumption) είναι αυτό το οποίο, εφ΄ όσον αποδειχθεί το πρώτο γεγονός, τεκμαίρεται οριστικά η ύπαρξη του δευτέρου, χωρίς να επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας προς τον σκοπό ανατροπής του. Αντιθέτως, μαχητό νομικό τεκμήριο (rebuttable presumption) είναι αυτό το οποίο δύναται να ανατραπεί με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας. Έτσι, εάν η κατηγορούσα αρχή βασίζεται επί ενός μαχητού νομικού τεκμηρίου και επέτυχε να αποδείξει την συνδρομή του πρώτου γεγονότος, το δεύτερο γεγονός θεωρείται ως αποδειχθέν εκτός εάν η υπεράσπιση πετύχει, δια της προσαγωγής μαρτυρίας, να δημιουργήσει εύλογη υποψία περί του αντιθέτου. Η καθιέρωση μαχητών νομικών τεκμηρίων δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εφ΄ όσον, όμως, ορισμένο γεγονός καλύπτεται από μαχητό νομικό τεκμήριο, το σχετικό βάρος απόδειξης μετατοπίζεται στους ώμους της υπεράσπισης η οποία βαρύνεται να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία περί της συνδρομής του γεγονότος αυτού. Η καθιέρωση μαχητών νομικών τεκμηρίων δεν είναι εξ ορισμού ασύμβατη με το συνταγματικώς κατοχυρωμένο τεκμήριο της αθωότητας (Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64). Κριτήριο για να διαπιστωθεί η συνταγματικότητα του εκάστοτε νομικού μαχητού τεκμηρίου και της συνακόλουθης μετατόπισης του αποδεικτικού βάρους αποτελεί και η ευκολία ή η δυσκολία κάθε πλευράς να εντοπίσει και να εξασφαλίσει τη σχετική μαρτυρία. Εν προκειμένω, η εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής απόδειξη της ιδιότητας της κατηγορουμένης ως εξ αποφάσεως οφειλέτιδας, η οποία εδέχθηκε την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων και η οποία, στη συνέχεια, παραλείπει να το ικανοποιήσει, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο σύμφωνα με το οποίο η παράλειψη αυτή δεν οφείλεται σε οικονομική ή φυσική αδυναμία της κατηγορουμένης. Πρόκειται για μαχητό τεκμήριο συμβατό, καθ΄ όλα, με την λογική των πραγμάτων: Θα ήταν υπερβολικό και παράλογο και, μάλλον, θα οδηγούσε το άρθρο 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/2008 σε αχρησία εάν η κατηγορούσα αρχή επιφορτιζόταν με το βάρος να αποδείξει την οικονομική και φυσική δυνατότητα του εκάστοτε κατηγορουμένου να ανταποκριθεί στο διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Άλλωστε, το διάταγμα αυτό έχει εκδοθεί στα πλαίσια μιας νομοθετικώς καθορισμένης διαδικασίας, είτε κατώπιν ακρόασης είτε επί τη βάσει της σύμφωνης γνώμης του κατηγορουμένου (Μέρος VII του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) και εξακολουθεί να ισχύει. Θα ήταν, επίσης, καταπιεστικό για την κατηγορούσα αρχή να επιφορτίζεται, για δεύτερη φορά, με το βάρος απόδειξης της οικονομικής και φυσικής δυνατότητας του κατηγορουμένου να εξοφλήσει το εξ αποφάσεως χρέος του με μηνιαίες δόσεις όταν έχει ήδη προηγηθεί η διαδικασία του Μέρους VII του Κεφ. 6, στα πλαίσια της οποίας αυτή, ως αιτητής, είχε παρόμοιο βάρος. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος, ο οποίος γνωρίζει επακριβώς τις συνθήκες υπό τις οποίες αναγκάσθηκε να μην ανταποκριθεί στο εν ισχύι διάταγμα μηνιαίων δόσεων, είναι ευκολότερο να τις παρουσιάσει και να στοιχειοθετήσει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, την σχετική υπεράσπιση. Κατά συνέπειαν, το καθιερωθέν, δια του άρθρου 3
(1)(γ) και
(4)(γ) του Ν.60(Ι)/2008 μαχητό νομικό τεκμήριο δεν είναι αντισυνταγματικό.
(2)Οι καθιερωθείσες δια του άρθρου 3
(4)(γ) του Ν.60(Ι)/2008 υπερασπίσεις συνιστούν ειδικές υπερασπίσεις, η νομοθετική καθιέρωση των οποίων ουδόλως πλήττει το τεκμήριο αθωότητας του κατηγορουμένου και ουδόλως περιορίζει το δικαίωμά του να προβάλλει οιανδήποτε άλλη υπεράσπιση επιθυμεί. Επιπροσθέτως προς τις ειδικές αυτές υπερασπίσεις, ο κατηγορούμενος δύναται να εγείρει οιονδήποτε άλλο ζήτημα επιθυμεί το οποίο τείνει να εκθεμελιώσει οιονδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος για το οποίο διώκεται. Κατά συνέπειαν, το άρθρο 3
(4)(γ) του Ν.60
(3)/2008 δεν είναι αντισυνταγματικά.
(3)Το αναγνωρισμένο, υπέρ του κατηγορουμένου, δικαίωμα σιωπής και μη αυτοενοχοποίησης θεωρείται ως έκφανση του τεκμηρίου αθωώτητας και της αρχής της δίκαιης δίκης. Η επιλογή του κατηγορουμένου να ασκήσει, κατά την εκδίκαση της υπόθεσής του, το δικαίωμα της σιωπής δεν προσφέρεται για εξαγωγή οιουδήποτε συμπεράσματος και, ιδίως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ενοχή του (Δημοκρατία ν. Αβρααμίδου κ.α.
(2004)2 Α.Α.Δ. 5).
(4)Όσον αφορά στο τελευταίο σκέλος των αιτιάσεων του κ. Πουτζιουρή εναντίον του Ν.60(Ι)/2008 παρατηρείται πώς η δυνατότητα έκδοσης, στα πλαίσια ποινικής διαδικασίας ως η προκειμένη, διατάγματος είσπραξης των εκάστοτε επίδικων οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων δεν είναι αυτόματη. Την δυνατότητα έκδοσης τέτοιου διατάγματος προβλέπει το άρθρο 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008. Όμως, το άρθρο αυτό προβλέπει, επίσης, κατά τρόπον σαφή και επιτακτικό, την υποβολή σχετικής αίτησης. Στην απουσία τέτοιας αίτησης, δεν παρέχεται στο Δικαστήριο εξουσία έκδοσης του διατάγματος. Παρατίθεται το ακόλουθο εκτενές απόσπασμα από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.02.2014: «Είναι η θέση του εφεσείονταόμως, ότι κακώς το Δικαστήριο εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα στην προκείμενη περίπτωση διότι τούτο δεν εκδίδεται αυτεπαγγέλτως ή υποχρεωτικώς παρά μόνο κατόπιν αιτήσεως, και αίτησις δεν είχε υποβληθεί. Ανατρέχοντας στο σχετικό άρθρο διαπιστώνουμε ότι πράγματι προβλέπεται ότι: «4.
(3)Το δικαστήριο σε περίπτωση καταδίκης δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1)του άρθρου 3, εκδίδει, εφόσον υποβληθεί αίτηση προς τούτο, διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους, ως χρηματικής ποινής, σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου ή οιουδήποτε άλλου νόμου καταργούντος ή τροποποιούντος τούτο. Το δικαστήριο κατά την έκδοση του εν λόγω διατάγματος δύναται να διατάξει την αναστολή της εκτέλεσής του για περίοδο μέχρι έξι μήνες.» Δεν υπάρχει τρόπος να υπερβούμε την σαφή πρόνοια του νόμου με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου για την εφεσίβλητη ότι το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει έχει δικαίωμα αυτεπαγγέλτως να εκδώσει τέτοιο διάταγμα. Εδώ το θέμα ρυθμίζεται ρητώς και σαφώς διά νόμου και οι πρόνοιες του νόμου πρέπει να τηρηθούν. Εφόσον δεν είχε υπάρξει αίτηση προς είσπραξη των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής, το Δικαστήριο δεν είχε δικαίωμα να εκδώσει το διάταγμα. Δεν είναι τυπικής φύσεως η πρόνοια αυτή αλλά ουσιαστική, εφόσον η αίτηση η οποία μπορεί να υποβληθεί θα κριθεί αναλόγως των συνθηκών οι οποίες θα τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου και αφορούν όχι μόνο την επιλογή της υποβολής αίτησης αλλά και την κρίση του Δικαστηρίου επί αυτής. Περαιτέρω, προκύπτει θέμα ενδεχόμενης ένστασης του καταδικασθέντος ώστε το Δικαστήριο να πρέπει να ασκήσει δικαστική κρίση. Πέραν τούτου, και λαμβανομένων υπόψη όλων των παραμέτρων που πρέπει να σταθμισθούν, υπάρχει και το θέμα της ενδεχόμενης αναστολής εκτελέσεως που προβλέπεται στο νόμο. Όλα αυτά μπορούν να εξετασθούν μόνο εφόσον υποβληθεί αίτηση. Για τους λόγους αυτούς θεωρούμε ότι η έφεση πρέπει να επιτύχει ως προς αυτή τη πτυχή και είναι απορριπτέα ως προς τα λοιπά. Επιτυγχάνει ως προς τούτο και παραμερίζεται το διάταγμα για είσπραξη των οφειλομένων δόσεων υπό μορφή χρηματικής ποινής...» Για τους πιο πάνω λόγους όλες οι υπερασπίσεις κρίνονται ως αβάσιμες και απορρίπτονται.
(5)Κατ΄ ακολουθίαν των ανωτέρω, κρίνεται πώς η υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης έχει αποδειχθεί: Επί τη βάσει των παραδεκτών γεγονότων (τεκμήρια 1 και 2) έχουν αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τα συστατικά του επίδικου αδικήματος. Επίσης, υπάρχει επαρκής μαρτυρία όσον αφορά στην πρόθεση της κατηγορουμένης για την τέλεση της επίδικης αδικοπραγίας. Η ιδιότητά της ως εξ αποφάσεως οφειλέτιδας, η οποία εδέχθηκε την έκδοση του επίδικου διατάγματος μηνιαίων δόσεων και η οποία, στη συνέχεια, παραλείπει να το ικανοποιήσει, αρκούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων περί της πρόθεσής της να αδικοπραγήσει. Εφ΄ όσον η μαρτυρία αυτή αφορά στην γνώση και τη συμπεριφορά της κατηγορουμένης κατά τον ουσιώδη χρόνο, το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης έχει τεκμηριωθεί. Η κατηγορούμενη κρίνεται ένοχη σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.