← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κύπρος Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 3385/13, 8/6/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Κύπρος Στεφάνου, Αρ. Υπόθεσης: 3385/13, 8/6/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B83 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3385/13 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Κύπρος Στεφάνου Ημερομηνία: 8 Ιουνίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Ε. Γιακουμεττή Για τον Κατηγορούμενο: κ. Σ. Σωφρονίου Π Ο Ι Ν Η O κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος σε δύο κατηγορίες κλοπής οχημάτων άλλων προσώπων, κατά παράβαση των άρθρων 255 και 262 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.

  1. Ο κατηγορούμενος βοήθησε κύκλωμα προσώπων να κλέβουν οχήματα ανυποψίαστων πολιτών που ήταν σταθμευμένα στις οικίες τους και να τα μεταφέρουν στα κατεχόμενα όπου θα χάνονταν τα ίχνη αυτών των οχημάτων για πάντα. Από τη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου δεν είναι γνωστό σε ποιο βαθμό ο κατηγορούμενος ήταν αναμεμιγμένος σε αυτό το κύκλωμα οργανωμένου εγκλήματος, όμως η βοήθεια που παρείχε ο κατηγορούμενος σε αυτό το κύκλωμα ήταν ουσιαστική για την πραγματοποίηση των κλοπών. Αυτός είναι το πρόσωπο που τέλεσε τη φυσική μεταφορά των οχημάτων από τις οικίες των ανυποψίαστων πολιτών μέχρι τα κατεχόμενα εδάφη της πατρίδας μας, μέσω των οδοφραγμάτων στη Λευκωσία. Κατά τη διέλευση του στα κατεχόμενα μέσω των οδοφραγμάτων προέβη σε διάφορα τεχνάσματα ώστε να μην γίνει αντιληπτό ότι τα συγκεκριμένα οχήματα ήταν κλοπιμαία. Παρέδιδε τα κλοπιμαία οχήματα σε κλεπταποδόχο στα κατεχόμενα και επέστρεφε στις ελεύθερες περιοχές και πάλι μέσω του οδοφράγματος Αγίου Δομετίου πεζός. Γι' αυτή την υπηρεσία είχε χρηματικό όφελος, ενώ οι παραπονούμενοι έχασαν τα οχήματα τους διά παντός. Προς όφελος του κατηγορούμενου λαμβάνω υπόψη μου τους ακόλουθους μετριαστικούς παράγοντες:
  2. Λευκό ποινικό μητρώο.
  3. Προσωπικές συνθήκες. Είναι 29 ετών, άνεργος και λήπτης ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Πριν τη σύλληψη του διέμενε στην οικία της πατρικής του οικογένειας. Η οικογένεια του είναι πολυμελής και μεγάλωσε με υλική στέρηση διότι τα εισοδήματα της οικογένειας ήταν περιορισμένα. Είναι απόφοιτος λυκείου και ολοκλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία. Είναι άνεργος από το
  4. Ο ίδιος έχει την ευθύνη για τις καθημερινές υποχρεώσεις των γονέων του καθότι οι γονείς του αδυνατούν εξαιτίας χαμηλού μορφωτικού επιπέδου να ανταπεξέλθουν σε αυτές τις υποχρεώσεις.
  5. Καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης. Οι στόχοι του Δικαστηρίου κατά την επιβολή της ποινής είναι ως εξής:
  6. Αναμόρφωση του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια που να δίδονται κίνητρα στον παραβάτη να διορθώσει τα λάθη του και να λάβει τα μέτρα να μην επαναλάβει αυτή τη συμπεριφορά.
  7. Τιμωρία του παραβάτη. Η ποινή που επιβάλλεται πρέπει να είναι τέτοια ώστε να ικανοποιείται το αίσθημα δικαιοσύνης των πολιτών με το να τιμωρηθεί ο παραβάτης για την αξιόμεμπτη του πράξη.
  8. Αποτροπή του εγκλήματος. Η ποινή πρέπει να είναι τέτοια που να επενεργεί ως ανασταλτικός παράγοντας για την επανάληψη της διάπραξης του αδικήματος από τον παραβάτη και από άλλους πιθανούς παραβάτες παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Το Δικαστήριο κατά την επιβολή της ποινής πρέπει να έχει υπόψη του και τους τρεις στόχους. Δεν μπορεί να ικανοποιήσει τον ένα στόχο με αποτέλεσμα να αγνοήσει τους άλλους δύο. Έχει τονισθεί επανειλημμένα από το Aνώτατο Δικαστήριο ότι το συμφέρον της κοινωνίας είναι κατ' εξοχήν παράγοντας που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η αποτελεσματική εφαρμογή των νόμων πρωταρχικό καθήκον των Δικαστηρίων (Βλ. Sentencing in Cyprus, R v S Georgiou[1]). Επομένως, παρόλο που οι ποινές θα πρέπει να εξατομικεύονται και να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δια να βρεθεί η πιο κατάλληλη ποινή, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να επενεργήσει στην εξουδετέρωση της σοβαρότητας του αδικήματος με αποτέλεσμα να μην τιμωρηθεί ο παραβάτης και να μην επιτευχθεί η αποτροπή παρομοίων αδικημάτων στο μέλλον. Τα αδικήματα που έχει παραδεχθεί ο κατηγορούμενος είναι αρκετά σοβαρά λαμβανομένου υπόψη το ανώτατο όριο ποινής όπως προβλέπεται από τους νόμους γι' αυτά τα αδικήματα. Το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για την επιμέτρηση της ποινής. Το ανώτατο όριο ποινής λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για την έκταση της. Το αδίκημα της κλοπής είναι σοβαρό αδίκημα διότι με παράνομη ενέργεια ο δράστης της κλοπής αποστερεί το νόμιμο ιδιοκτήτη του κλαπέντος αντικειμένου από την ιδιοκτησία του. Το δικαίωμα του ανθρώπου να κατέχει την περιουσία του είναι θεμελιώδες δικαίωμα του ανθρώπου που κατοχυρώνεται από το ίδιο το Σύνταγμα. Η πολιτεία οφείλει να εγγυηθεί αυτό το δικαίωμα με νόμους που ποινικοποιούν την άδικη και παράνομη στέρηση της περιουσίας του ανθρώπου. Εκεί όπου η κλοπή έχει επιτευχθεί με σχεδιασμό και με σκέψη θεωρείται πιο σοβαρό το αδίκημα. Εκεί όπου ο παραβάτης έχει χρησιμοποιήσει βία ή απειλή της βίας εναντίον του θύματος για να πετύχει το σκοπό του, το αδίκημα θεωρείται πιο σοβαρό. Στις σοβαρές μορφές της κλοπής η ποινή που πρέπει να επιβληθεί πρέπει να έχει αποτρεπτικό χαρακτήρα. Όμως, στις περιπτώσεις όπου η κλοπή έχει διαπραχθεί με ερασιτεχνικό τρόπο και ο δράστης της κλοπής ενήργησε με αυτό τον τρόπο, από απελπισία ή χωρίς να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεων του, το Δικαστήριο μπορεί να δώσει περισσότερη προσοχή στις προσωπικές του συνθήκες, ιδιαίτερα εάν έχει επιδείξει μεταμέλεια για τις πράξεις του. Αυτή τη θεώρηση των πραγμάτων υιοθέτησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χριστοφής ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5534, ημερ. 13.2.1992, όπου η αξία του κλαπέντος αντικειμένου ήταν πολύ μικρή και η κλοπή διαπράχθηκε από πρόσφυγα πατέρα ο οποίος αμέσως ομολόγησε το έγκλημα του και αποζημίωσε τους ιδιοκτήτες. Επίσης, στην περίπτωση που η κλοπή δεν παρουσιάζει κανένα επιβαρυντικό στοιχείο και ο δράστης έχει με τις ενέργειες του αποδείξει την έμπρακτη μεταμέλεια του το Δικαστήριο, δύναται και οφείλει να του επιβάλει ποινή που προσιδιάζει με την προσωπικότητα του. (Βλ. Ανδρέας Χαραλάμπους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5443, ημερ. 30.4.1991). Ο άλλος λόγος που τα συγκεκριμένα αδικήματα είναι εξαιρετικά σοβαρά είναι επειδή οι παρανοούμενοι έχουν χάσει τα οχήματα τους, δηλαδή αντικείμενα αξίας χιλιάδων ευρώ και έχει εκλείψει κάθε πιθανότητα για ανάκτηση αυτών των οχημάτων. Στην υπόθεση Dirazo v. Αστυνομίας

(1992)2 Α.Α.Δ. 197, επικυρώθηκαν ποινές φυλάκισης τριών ετών για σοβαρά αδικήματα κλοπών και διαρρήξεων λαμβάνοντας υπόψη ως επιβαρυντικό παράγοντα το γεγονός ότι ήταν αδύνατος ο εντοπισμός της κλοπιμαίας περιουσίας από την αστυνομία. Είναι γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε συνεργάτες στη διάπραξη των αδικημάτων, όμως ο ρόλος του στην επίτευξη του στόχου της κλοπής ήταν ουσιαστικός, καθότι αυτός τέλεσε την πράξη της μεταφοράς των οχημάτων από τους ανυποψίαστους ιδιοκτήτες στους κλεπταποδόχους στα κατεχόμενα. Ενδεχομένως να μην είναι το πρόσωπο που είχε το μεγαλύτερο χρηματικό όφελος από την κλοπή των οχημάτων, όμως είναι δεδομένο ότι τα συγκεκριμένα εγκλήματα τα οποία διέπραξε κατ' επανάληψη, έγιναν για χρηματικό όφελος. Δεν είναι βαρύνουσας σημασίας το γεγονός ότι οι συνεργάτες του στο έγκλημα διαφεύγουν της τιμωρίας για τα συγκεκριμένα αδικήματα, διότι για να αποκτήσει σημασία ως σοβαρός μετριαστικός παράγοντας η μη ίση μεταχείριση των αδικοπραγούντων θα πρέπει να έχουν συλληφθεί αυτά τα άτομα και να έχουν προσαχθεί ενώπιον της δικαιοσύνης. (Βλ. Dirazo πιο πάνω). Ούτε θεωρώ ότι η παρούσα είναι περίπτωση που ο κατηγορούμενος θα καταβάλει δυσανάλογο τίμημα για τις εγκληματικές του πράξεις, καθότι δεν ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για την ταυτότητα αυτών των προσώπων, ώστε οι διωκτικές αρχές να έχουν βάσιμες ελπίδες εντοπισμού αυτών των προσώπων. Στην παρούσα περίπτωση υπήρχε βαθμός σχεδιασμού και σκέψης στη διάπραξη των αδικημάτων. Στοχοποιήθηκαν τα οχήματα των συγκεκριμένων παραπονούμενων. Κατόρθωσε να τα κλέψει από τους ιδιοκτήτες τους χωρίς να κανείς να το αντιληφθεί και είναι μόνο μετά από αρκετό χρόνο που προέκυψε μαρτυρία εναντίον του ως το πρόσωπο που οδήγησε τα συγκεκριμένα οχήματα στα κατεχόμενα μέσω οδοφραγμάτων. Η πράξη αυτή έγινε και δεύτερη φορά, χωρίς ποτέ ο κατηγορούμενος να μετανοήσει ή να καταβάλει οποιαδήποτε προσπάθεια αποκατάστασης αυτών των ανθρώπων που έχουν στερηθεί διά παντός την περιουσίας τους. Ο κατηγορούμενος έχει διασυνδέσεις με πρόσωπα ύποπτα και πιθανώς με εγκληματικό παρελθόν, οι οποίοι δραστηριοποιούνται σε κυκλώματα κλοπής οχημάτων από τις ελεύθερες περιοχές και έχει συμφωνήσει να υπηρετεί αυτά τα πρόσωπα για χρηματικό όφελος. Αυτή είναι ιδιαίτερα απεχθής συμπεριφορά. Στην υπόθεση Janes Eock v. Αστυνομία
(1991)2 Α.Α.Δ. 251,το Εφετείο επικύρωσε ποινή φυλάκισης δύο ετών για αδικήματα κλοπής και τόνισε ότι αυτά τα αδικήματα πρέπει να τιμωρούνται με αυστηρές ποινές. Δεν είναι ανεκτό να γίνονται τέτοια σοβαρά αδικήματα μόνο επειδή οι παραβάτες είχαν ανάγκη από χρήματα. Στη δική μας περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει ανεκτό οι παραπονούμενοι να στερηθούν τα οχήματα τους και να τους δημιουργηθούν τρομερά αισθήματα ανασφάλειας, επειδή ο κατηγορούμενος έπρεπε να βρει τρόπο να λύσει τα οικονομικά του προβλήματα. Συνεπώς, πρέπει να τιμωρηθεί με την δέουσα αυστηρότητα ως πρόσωπο που δεν έχει συνείδηση για τις πράξεις του και έχει επιλέξει ως βιοποριστική δραστηριότητα την κλοπή οχημάτων των συνανθρώπων του. Ο άλλος επιβαρυντικός παράγοντας είναι η άνεση με την οποία εισήλθε σε ιδιωτικό χώρο όπου τα οχήματα ήταν σταθμευμένα και τα έκλεψε χωρίς να τον αντιληφθεί κανείς. Οι παραπονούμενοι αντιλήφθηκαν την κλοπή των οχημάτων τους πολύ αργότερα. Αυτό δείχνει ότι είχε την απαιτούμενη ευφυΐα να πραγματοποίησει την κλοπή. Αυτή η μέθοδος δοκιμάστηκε κατ' επανάληψη με επιτυχία. Δεν πρόκειται για μεμονωμένη πράξη απερισκεψίας και ως τέτοια η συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι πιο επικίνδυνη και καταδικαστέα. Υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Παναγιώτου ν. Αστυνομίας Ποινικές Εφέσεις 6739 και 6740, ημερομηνίας 27 Μαρτίου 2000, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν εξετάζει το ζήτημα της καθυστέρησης χωρίς αναφορά στα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα στους λόγους που διαπιστώνεται καθυστέρηση στην ποινική ευθύνη του κατηγορούμενου. Όταν ο κατηγορούμενος είναι αυτός που ευθύνεται για την καθυστέρηση, τότε παύει να έχει την ίδια σημασία η καθυστέρηση ως στοιχείο για την επιμέτρηση της ποινής. (Βλ. Τσιολής ν. Αστυνομίας Ποινική Έφεση 7461, ημερομηνίας 8 Μαρτίου 2004.) Στην παρούσα περίπτωση διαπιστώνω ότι ο κατηγορούμενος δεν ευθύνεται για την καθυστέρηση και η καθυστέρηση που υπάρχει οφείλεται στην αδυναμία των διωκτικών αρχών να καταχωρήσουν πιο γρήγορα την ποινική δίωξη. Η καθυστέρηση είναι σημαντική καθότι στο διάστημα που έχει μεσολαβήσει ο κατηγορούμενος δεν έχει διαπράξει άλλα αδικήματα. Όμως αυτός ο παράγοντας δεν είναι καθοριστικός σε σχέση με το είδος της ποινής που πρέπει να επιβληθεί για την όλα εγκληματική συμπεριφορά του κατηγορούμενου. Δεν έχει ατονήσει καθόλου η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής για τα συγκεκριμένα αδικήματα πάρα το χρονικό διάστημα που έχει παρέλθει από τον χρόνο διάπραξης των αδικημάτων. Οι παραπονούμενοι δεν έχουν ανακτήσει την κυριότητα των οχημάτων τους. Συνεπώς, η απώλεια της περιουσίας των παραπονούμενων υφίσταται και ακόμη βιώνουν την ψυχική αναστάτωση που προκάλεσε η εγκληματική ενέργεια του κατηγορούμενου. Η απώλεια αυτή απαμβλύνεται μόνο διά της ορθής τιμωρίας του παραβάτη για την απεχθή του πράξη. Εφόσον η συνέπειες των πράξεων του κατηγορούμενου έχουν διάρκεια, η καθυστέρηση δεν είναι τέτοια που να έχουν εκλείψει οι λόγοι για τους οποίους θα πρέπει να επιβληθεί σοβαρή τιμωρία για σοβαρά αδικήματα. Εξάλλου η καθυστέρηση δεν ήταν τέτοιας διάρκειας έχοντας υπόψη και την σοβαρότητα των αδικημάτων, που να αναιρεί πλέον την ανάγκη επιβολής της ενδεδειγμένης ποινής για τα αδικήματα. Θεωρώ ότι το στοιχείο της καθυστέρησης δεν επιδρά καταλυτικά στην επιλογή του τύπου της ποινής που θα του επιβληθεί, όμως επιδρά σημαντικά στη διάρκεια της. Η μόνη ενδεδειγμένη ποινή υπό τις περιστάσεις είναι αυτή της φυλάκισης. Ούτε και οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου δικαιολογούν απόκλιση από την ενδεδειγμένη ποινή. (Βλ. Σουτζιής ν. Δημοκρατίας Ποινική Έφεση 7290, ημερομηνίας 29.9.93.) Η επιλογή ποινής φυλάκισης είναι ενδεδειγμένη για επικίνδυνη επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά που βλάπτει τους άλλους. Εξαντλώ την επιείκεια του Δικαστηρίου για να του επιβάλω ποινή φυλάκισης χαμηλότερη από την ενδεδειγμένη σε σχέση με τη σοβαρότητα των πράξεων του, αλλά τέτοιας διάρκειας που να τον απομονώσει από την κοινωνία για χρονική διάρκεια περισυλλογής του και αναμόρφωσής του. Επιβάλλεται στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 16 μηνών σε κάθε μία από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει και να συντρέχουν. Η φυλάκιση να αρχίζει από την ημέρα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση, ήτοι από τις 28 Μαΐου, 2015. Για τους ίδιους λόγους κρίνω ότι αυτή δεν είναι κατάλληλη περίπτωση άσκησης της διακριτικής εξουσίας υπέρ της αναστολής της ποινής. Για τους λόγους που έχω αναλύσει λεπτομερώς πιο πάνω, κρίνω ότι ο κατηγορούμενος πρέπει να εκτίσει την ποινή φυλάκισης και όχι να ανασταλεί η συγκεκριμένη ποινή. Δεν εξυπηρετούνται οι στόχοι του Δικαστηρίου στην περίπτωση αναστολής της ποινής. Σκοπός του Δικαστηρίου στην παρούσα περίπτωση είναι να αναχαιτίσει το σοβαρό πρόβλημα συχνών κλοπών οχημάτων τα οποία είναι εύκολη λεία για αδίστακτους εγκληματίες. Τόσο μάλλον στην παρούσα περίπτωση που ο κατηγορούμενος διατέλεσε μέλος οργανωμένης σπείρας προσώπων που ασχολούνταν με αυτή την εγκληματική δραστηριότητα εις βάρος ανυποψίαστων πολιτών. Δεν είναι ορθή περίπτωση άσκησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ της αναστολής της ποινής. (Υπ.)................ Ν. Ταλαρδίου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] 22 CLR 147 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.