← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη Κυριάκου, Υπόθεση αρ.: 3224/2013, 6/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Χριστάκη Κυριάκου, Υπόθεση αρ.: 3224/2013, 6/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B91 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 3224/2013 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Χριστάκη Κυριάκου Κατηγορουμένου 06 Ιουλίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Α. Αντωνίου, Δημόσιος Κατήγορος Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Μετά την αναστολή της ποινικής δίωξης όσον αφορά στην 1η και την 4η κατηγορία και την συνακόλουθη αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου από τις κατηγορίες αυτές και μετά από την παραδοχή του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 2η κατηγορία, παρέμειναν για ακρόαση η 3η και η 5η κατηγορία. Η 2η κατηγορία παραμένει για να εκτεθούν γεγονότα και για να επιβληθεί ποινή. Ας σημειωθεί πώς, παραδεχόμενος την 2η κατηγορία, ο κατηγορούμενος παρεδέχθηκε πώς την 01.06.2012 και ώραν 13:20, στην Λάρνακα, κατείχε ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β΄ και συγκεκριμένα 43, 1571 gr κάνναβης χωρίς άδεια από τον Υπουργό Υγείας (άρθρα 2, 3, 6

(1)και
(2), 30, 31 και 38 του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου, Ν.29/1977, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Δια της 3ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος διώκεται γιατί στους προαναφερθέντες τόπο και χρόνο κατείχε τη συγκεκριμένη ποσότητα κάνναβης με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο (άρθρα 2, 3, 5
(1), 6
(3), 30, 30Α, 31 και 38 του Ν.29/1977). Δια της 5ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος διώκεται γιατί στους προαναφερθέντες τόπο και χρόνο κατείχε, επίσης, ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Α΄, και συγκεκριμένα κοκαΐνη άγνωστης ποσότητας (άρθρα 2, 3, 6
(1)και
(2), 30, 31 και 38). Ως εξελίχθηκε η ακροαματική διαδικασία και λαμβανομένων υπ΄ όψιν των όσων ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ανέφερε δια της τελικής του αγόρευσης η υπεράσπιση συνοψίζεται ως εξής: Κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος κατείχε τα 43,1571 gr. κάνναβης (ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Β΄) για ιδίαν χρήση και όχι με σκοπό την προμήθειά τους σε άλλο πρόσωπο. Περαιτέρω, κατά τον ουσιώδη χρόνο ο κατηγορούμενος δεν εγνώριζε πώς στη ζυγαριά την οποίαν, επίσης, κατείχε για ιδίαν χρήση υπήρχαν τα ίχνη κοκαΐνης (ελεγχόμενο φάρμακο τάξης Β΄) τα οποία αποτελούν το αντικείμενο της 5ης κατηγορίας. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκε και κατέθεσε, ως μόνος μάρτυς κατηγορίας, ο αστυφύλακας 2702 Λ. Λεωνίδου(Μ.Κ.1), ο οποίος υπηρετεί στην Υπηρεσία Καταπολέμησης Ναρκωτικών («Υ.ΚΑ.Ν.») Λάρνακος. Η υπεράσπιση προωθήθηκε δια της ένορκης κατάθεσης του κατηγορουμένου και των γονέων του Μαρίας Νικολάου (Μ.Υ.1) και Σωτήρη Νικολάου (Μ.Υ.2). Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε έγγραφη και πραγματική. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας και η έγγραφη και πραγματική είναι κατεχωρισμένη ως τεκμήρια. Η παρουσίαση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας θα γίνει στα πλαίσια της συζήτησης η οποία ακολουθεί:
(1)Το άρθρο 30Α του Ν.29/1977 καθιερώνει τεκμήριο για την πρόθεση του κατόχου ποσότητας κάνναβης 30 gr ή μεγαλύτερης να την προμηθεύσει σε άλλο πρόσωπο. Πρόκειται για μαχητό νομοθετικό τεκμήριο το οποίο ουδόλως μεταθέτει το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο. Το βάρος απόδειξης της πρόθεσης του κατηγορουμένου, ως συστατικό του διαγραφομένου, από τα άρθρα 2, 3 5
(1)και 6
(3), αδικήματος παραμένει στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Ο κατηγορούμενος δεν βαρύνεται να αποδείξει ότι δεν είχε πρόθεση να πωλήσει ή κατ΄ άλλον τρόπον να προμηθεύσει το ελεγχόμενο φάρμακο σε τρίτους. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται μόνον να κλονίσει και να ανατρέψει το τεκμήριο περί της πρόθεσής του. Αυτός ο κλονισμός και αυτή η ανατροπή γίνεται συνήθως δια την προσαγωγής σχετικής μαρτυρίας εκ μέρους του κατηγορουμένου. Συναφώς, και όσον αφορά στα νομοθετικά τεκμήρια, αναφέρονται εξής: Κατ΄ εξαίρεσιν του γενικού κανόνος περί της ανάγκης απόδειξης όλων των επίδικων γεγονότων, συμβαίνει ο νομοθέτης να καθορίσει, εν σχέσει με ορισμένα γεγονότα, νομικά τεκμήρια, αμάχητα ή μαχητά, αναλόγως. Εάν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί το εκάστοτε νομικό τεκμήριο αποδείξει την ύπαρξη ενός πρώτου γεγονότος, η ύπαρξη ενός δεύτερου γεγονότος τεκμαίρεται και θεωρείται ως αποδειχθείσα. Αμάχητο νομικό τεκμήριο (irrebuttable presumption) είναι αυτό το οποίο, εφ΄ όσον αποδειχθεί το πρώτο γεγονός, τεκμαίρεται οριστικά η ύπαρξη του δευτέρου, χωρίς να επιτρέπεται η προσαγωγή μαρτυρίας προς τον σκοπό ανατροπής του. Αντιθέτως, μαχητό νομικό τεκμήριο (rebuttable presumption) είναι αυτό το οποίο δύναται να ανατραπεί με την προσαγωγή κατάλληλης μαρτυρίας. Έτσι, εάν η κατηγορούσα αρχή βασίζεται επί ενός μαχητού νομικού τεκμηρίου και επέτυχε να αποδείξει την συνδρομή του πρώτου γεγονότος, το δεύτερο γεγονός θεωρείται ως αποδειχθέν εκτός εάν η υπεράσπιση πετύχει, δια της προσαγωγής μαρτυρίας, να δημιουργήσει εύλογη υποψία περί του αντιθέτου. Η καθιέρωση μαχητών νομικών τεκμηρίων δεν απαλλάσσει την κατηγορούσα αρχή από το βάρος να αποδείξει την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Εφ΄ όσον, όμως, ορισμένο γεγονός καλύπτεται από μαχητό νομικό τεκμήριο, η υπεράσπιση βαρύνεται να δημιουργήσει εύλογη αμφιβολία περί της συνδρομής του γεγονότος αυτού. Η καθιέρωση μαχητών νομικών τεκμηρίων δεν είναι εξ ορισμού ασύμβατη με το συνταγματικώς κατοχυρωμένο τεκμήριο της αθωότητας (Κούκος ν. Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64).
(2)Επιπλέον του νομοθετικού τεκμηρίου περί της πρόθεσης του κατηγορουμένου να προμηθεύσει τα 42,1571gr κάνναβης, τα οποία κατείχε, σε άλλο πρόσωπο, τα ακόλουθα αδιαμφισβήτητα γεγονότα αποτελούν περιστατική μαρτυρία δυναμένη, εκ πρώτης όψεως, να αποδείξει την πρόθεση αυτή: Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλ. την 01.06.2012 και ώραν 13:20, ο κατηγορούμενος συνελήφθηκε στο γκαράζ της πατρικής οικίας, στην οποία διαμένει, κατά την επιστροφή του από έξοδο. Κατά τον χρόνο της σύλληψης, ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του δύο κινητά τηλέφωνα (τεκμήρια 3 και 4), τα οποία είχαν διακεκριμένους αριθμούς επικοινωνίας, ήσαν ενεργοποιημένα και εδύναντο να χρησιμοποιηθούν ανά πάσα στιγμή, δύο διάφανα νάιλον σακουλάκια περιέχοντα την ναρκωτική ουσία κάνναβη σε ποσότητες 26,5928 gr και 16,5643 gr (τεκμήρια 6 και 7), μια ζυγαριά ακριβείας περιέχουσα ίχνη της ναρκωτικής ουσίας κοκαΐνη (τεκμήριο 8) καθώς και το χρηματικό ποσόν των €2.265,50 τοις μετρητοίς (τεκμήριο 9). Ο κατηγορούμενος παρεδέχθηκε πώς όλα αυτά τα αντικείμενα του ανήκαν και τα κατείχε (τεκμήριο 9). Συναφώς, και όσον αφορά στην περιστατική μαρτυρία (circumstantial evidence) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Περιστατική είναι η μαρτυρία η οποία προκύπτει από ή συναρτάται προς τα περιστατικά του εγκλήματος. Αντιδιαστέλλεται προς άμεση μαρτυρία, δηλαδή μαρτυρία η οποία ευθέως αποκαλύπτει τα περιστατικά του εγκλήματος και το έγκλημα ..... ποιοτικά η περιστατική μαρτυρία δεν υπολείπεται, ούτε είναι υποδεέστερης αξίας από την άμεση μαρτυρία. Η σημασία της έγκειται στα συμπεράσματα που μπορεί να εξαχθούν από το περιεχόμενο της ....» (Γεωργίου άλλως Παφίτης ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 444, 450, δείτε και την Fournides ν. Republic
(1986)1 C.L.R. 75). Σημειώνεται, επίσης, πώς « .... η περιστατική μαρτυρία για να οδηγήσει σε καταδίκη πρέπει να είναι τέτοια που στο σύνολό της να οδηγεί αναπόφευκτα σε συμπέρασμα ενοχής, μη επιδεχόμενη λογικά άλλη ερμηνεία ή εξήγηση και μη ούσα συμβατή με άλλη άποψη των πραγμάτων .....» (Καϊμής ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662, 673). Στην απόφαση Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, 200) παρουσιάζεται, με παραστατικότητα, ο τρόπος με τον οποίον λειτουργεί η περιστατική μαρτυρία ως εξής: «Ξεχωριστά (individual) μέρη της περιστατικής μαρτυρίας συχνά παρομοιάζονται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους, έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σύνολο. Άλλες αποφάσεις παρομοιάζουν την περιστατική μαρτυρία με δίκτυ στερεά συνδεδεμένο, ώστε να συγκρατεί χωρίς κίνδυνο πτώσης το περιεχόμενο του».
(3)Ο κατηγορούμενος επεχείρησε να δικαιολογήσει την εκ μέρους του ύποπτη ταυτόχρονη κατοχή των δύο κινητών τηλεφώνων (τεκμήρια 3 και 4), των 43,1571gr κάνναβης, της ζυγαριάς ακριβείας και του ποσού των €2.265,50 (τεκμήρια 6 έως και 9) δηλώνοντας, ενώπιον του Δικαστηρίου, τα εξής: « ... Την 01.06.2012 γύρω στις 15:00 συναντήθηκα ...... με γνωστό έμπορο ναρκωτικών τον οποίον δεν θέλω να κατονομάσω διότι μπορεί και είναι σε θέση να μου κάνει κακό είτε σε μένα είτε σε μέλη της οικογένειας μου και προμηθεύτηκα από αυτόν την ποσότητα την οποίαν αργότερα βρήκε η Αστυνομία στην κατοχή μου. Επειδή εγώ δεν ήθελα μπλεξίματα με την Αστυνομία αλλά ούτε και με εμπόρους ναρκωτικών του ζήτησα να μου φέρει μεγάλη ποσότητα για να εξασφαλίσω καλύτερη τιμή διότι είναι διαφορετικό να αγοράζεις 1 με 2 γραμμάρια την φορά και άλλο να αγοράζεις 40-50 γραμμάρια. Συνεννοηθήκαμε τηλεφωνικώς το πρωί της 01.06.2012 και μου υποσχέθηκε να μου φέρει κάνναβη, όση είχε διαθέσιμη μεταξύ 43-45 γραμμάρια έναντι του ποσού των €400 το οποίο εγώ από την εμπειρία που είχα από προηγούμενες αγορές που έκανα θεώρησα καλή ευκαιρία ..... Όταν βρεθήκαμε, επειδή και οι δύο βιαζόμασταν λόγω του κινδύνου να μας δει κάποιος ή και η Αστυνομία μου έδωσε τα δύο σακουλάκια που βρήκε η Αστυνομία στην κατοχή μου καθώς και την ζυγαριά που βρήκε η Αστυνομία στην κατοχή μου για να ζυγίσω την ποσότητα αργότερα με την ησυχία μου. Εκείνη την στιγμή, μου άρεσε η ιδέα να έχω μια ζυγαριά γιατί σκέφθηκα ότι έτσι θα μπορούσα να ελέγχω την ποσότητα που αγόραζα........ Όσο για το ποσό των €2.265 που βρέθηκε στην κατοχή μου θέλω να αναφέρω ότι από μικρός πάντοτε δούλευα και όλες μου τις οικονομίες από συνήθεια τις έχω μαζί μου. Ούτε λογαριασμούς σε τράπεζα έχω, ούτε φυλάω λεφτά στο σπίτι. Εκείνα τα λεφτά ήταν από την εργασία μου στις οικοδομές αλλά και από κάποιες αγοραπωλησίες μοτόρων αφού ασχολούμαι με τις μοτοσυκλέτες ........... Όταν με πήραν οι Αστυνομικοί στην ΥΚΑΝ και την ίδια μέρα με ανέκριναν, εγώ ούτε δικηγόρο είχα ούτε και εμπειρία με έτσι πράματα και γι΄ αυτό από φόβο και μόνο αρνήθηκα να συνεργαστώ με την Αστυνομία. Όταν άρχισαν να μου λένε ότι θα πάω πολλά χρόνια φυλακή διότι ήμουν έμπορος ναρκωτικών στην προσπάθεια μου να γλιτώσω τους είπα ότι δεν είμαι χρήστης ναρκωτικών αλλά αυτό δεν ήταν αλήθεια και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι κατά την διάρκεια της σύλληψης μου είπα στον αστυνομικό ότι το «πράμαν» ήταν δικό μου...» (έγγραφο αρ. 1). Περαιτέρω, απαντώντας κατά τρόπον συγκεχυμένο και ασαφή, ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο κατείχε τα δύο κινητά τηλέφωνα (τεκμήρια 3 και 4) γιατί η πρώτη συσκευή επαρουσίαζε προβλήματα και ήταν αδύνατη η μεταφορά του αριθμού τηλεφωνικής επικοινωνίας στην δεύτερη συσκευή. Τον κεντρικό ισχυρισμό του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίον κατά τις μετακινήσεις του εκτός οικίας μετέφερε πάντοτε μαζί του τα μετρητά χρήματα τα οποία αποτελούσαν τις οικονομίες του επανέλαβαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, και οι γονείς του Μαρία Νικολάου (Μ.Υ.1) και Σωτήρης Νικολάου (Μ.Υ.2). Η Μαρία Νικολάου (Μ.Υ.1) εδήλωσε τα εξής: « ... Από τον καιρό που εργάζεται (εννοείται ο κατηγορούμενος) σε διάφορους τόπους τα χρήματα που κερδίζει τα κρατά πάντοτε πάνω του και τα προσέχει πολύ ...» (δείτε στο τεκμήριο 16). Ο δε Σωτήρης Νικολάου (Μ.Υ.2) εδήλωσε τα εξής: « ... Απ΄ ότι γνωρίζω ο Χρίστος δεν έχει χρήματα φυλάμενα και πάντα όλα του τα χρήματα τα κρατά μαζί του όπου πηγαίνει. Γνωρίζω ότι πάντα κρατά αρκετά χρήματα μαζί του. Μάλιστα για να είμαι ειλικρινής δεν τον ρώτησα ποτέ αν κρατά λεφτά προπάντως τώρα που δεν εργάζεται γιατί ήξερα ότι του αρέσει πάντα να κρατά λεφτά πάνω του ....» (δείτε στο τεκμήριο 17).
(4)Επί τη βάσει των λοιπών περιστάσεων της υπόθεσης, αυτός ο κεντρικός ισχυρισμός κρίνεται ως, τουλάχιστον, παιδαριώδης, αντίθετος με την κοινή λογική και την ανθρώπινη εμπειρία, και ως εκ τούτου ελάχιστα πιστευτός. Σχετικώς σημειώνεται πώς, επί τη βάσει των όσων ο κατηγορούμενος και οι γονείς του Μαρία Νικολάου (Μ.Υ.1) και Σωτήρης Νικολάου (Μ.Υ.2) κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προβάλλει η εικόνα μιας στοργικής και προστατευτικής οικογένειας, όπου οι γονείς εξακολουθούν να βοηθούν υλικά και να υποστηρίζουν τα τέκνα τους, του ενήλικος κατηγορουμένου συμπεριλαμβανομένου. Από την μαρτυρία των προσώπων αυτών προκύπτει πώς ο κατηγορούμενος, ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ηλικίας 25 ετών (δείτε σχετικώς το κατηγορητήριο) διατηρούσε καλές σχέσεις με τους οικείους του και αισθανόταν άνετα στην πατρική οικία εφ΄ όσον αυτός εδούλευε, επί σειρά ετών, μαζί με τον πατέρα του, διέμενε στην πατρική οικία και ετύγχανε της φροντίδας και της υποστήριξης των γονέων του. Συνεπώς, μόνον ως ψεύδος δύναται να χαρακτηρισθεί ο, κατ΄ ουσίαν, ισχυρισμός πώς ένας ώριμος άνδρας, ο οποίος εξακολουθεί να τυγχάνει της έμπρακτης στοργής και φροντίδας των γονέων του, καθώς και της υλικής υποστήριξής τους, είναι τόσον φιλύποπτος και ανασφαλής ώστε να επιλέγει να μεταφέρει μαζί του, κατά τις μετακινήσεις του εκτός οικίας, τις οικονομίες του, οι οποίες, μάλιστα, ανέρχονται σε μερικές χιλιάδες ευρώ, αντί να τις φυλάττει στην πατρική οικία ή να τις καταθέτει στην τράπεζα. Η επιλογή του κατηγορουμένου να προβάλλει και να επιμένει σε αυτόν τον παιδαριώδη, παράλογο και ψευδή ισχυρισμό τον καθιστά πρόσωπο αναξιόπιστο. Συναφώς σημειώνεται πώς η επανάληψη του ισχυρισμού αυτού και από τους γονείς του κατηγορουμένου Μαρία Νικολάου (Μ.Υ.1) και Σωτήρη Νικολάου (Μ.Υ.2) δεν προσδίδει σε αυτόν οιανδήποτε βαρύτητα. Είναι προφανές πώς οι γονείς του κατηγορουμένου, ωθούμενοι από την φυσική στοργή και αγάπη προς τον υιό τους, προσήλθαν στο Δικαστήριο για να τον βοηθήσουν. Η αναξιοπιστία του κατηγορουμένου οδηγεί στην απόρριψη, ως ψευδούς, και του ισχυρισμού του σύμφωνα με τον οποίον, κατά τον ουσιώδη χρόνο, κατείχε δύο κινητά τηλέφωνα, με διακεκριμένους αριθμούς επικοινωνίας, ενεργοποιημένα και έτοιμα να χρησιμοποιηθούν ανά πάσαν στιγμή, γιατί η πρώτη συσκευή επαρουσίαζε πρόβλημα και γιατί δήθεν οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν μπορούσαν να μεταφέρουν τον αριθμό επικοινωνίας με τον οποίον αυτή λειτουργούσε στην δεύτερη συσκευή. Παρομοίως, ως ψευδής κρίνεται και ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου σύμφωνα με τον οποίον ο ίδιος αγνοούσε την ύπαρξη των ιχνών κοκαΐνης στην ζυγαριά ακριβείας την οποίαν, επίσης, κατείχε κατά τον ουσιώδη χρόνο γιατί ο «γνωστός», πλην όμως μη κατονομασθείς «έμπορος ναρκωτικών» τον προμήθευσε και με την ζυγαριά ακριβείας «για να ζυγίσει την ποσότητα αργότερα με την ησυχία (του)».
(6)Η αναξιοπιστία του κατηγορουμένου και των μαρτύρων υπεράσπισης Μαρίας Νικολάου (Μ.Υ.1) και Σωτήρη Νικολάου (Μ.Υ.2) αφήνουν τις υπερασπίσεις μετέωρες. Καταληκτικά, δεδομένων, των αδιαμφισβήτητων γεγονότων ως αυτά εκτίθενται πιο πάνω, καθώς και του νομοθετημένου τεκμηρίου περί κατοχής των 43,1571 gr. κάνναβης με σκοπό την προμήθεια (άρθρο 30Α του Ν.29/1977), το οποίο παρέμεινε αδιάσειστο, η 3η κατηγορία κρίνεται ως αποδειχθείσα. Ως αποδειχθείσα κρίνεται και η 5η κατηγορία δεδομένων, παρομοίως, των αδιαμφισβήτητων γεγονότων, ως αυτά παρατίθενται πιο πάνω, και δεδομένης της αποτυχίας της υπεράσπισης. Όσον αφορά στην υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος στο οποίο αφορά η 5η κατηγορία, δηλαδή όσον αφορά στην πρόθεση του κατηγορουμένου, σημειώνεται πως αυτή προκύπτει ως εξυπακουομένη επί τη βάσει των αδιαμφισβήτητων και, συνεπώς, αποδειχθέντων γεγονότων (Halsbury΄s Laws of England, Fourth ediotion, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 3η και την 5η κατηγορία. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.