← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Hassan Toulouei Saga κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2929/15, 28/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Hassan Toulouei Saga κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 2929/15, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B110 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2929/15 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον

  1. Hassan Toulouei Saga
  2. Γιούνες Παζχάρ
  3. Saeed Kashavarzhadad
  4. Mohamarali Kashavarzhadad Ημερομηνία: 28 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Π. Παύλου Για τον Κατηγορούμενο 2: κα Μ. Φούρναρη Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3 παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού συνολικά 5 κατηγορίες. Οι πιο σοβαρές εξ αυτών είναι οι κατηγορίες 2 και 3, ότι βοήθησαν τους κατηγορούμενους 3 και 4 από το Ιράν, αντίστοιχα, να διέλθουν παράνομα του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και να διαμείνουν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 6

(1)(α)
(2), 8, 19Α
(1), 19Β
(1), 19Γ και 19ΣΤ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105. Επίσης ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει την κατηγορία 6, ότι παρέμεινε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας αφού έληξε η προσωρινή του άδεια στις 10.1.14, κατά παράβαση των Άρθρων 2, 19
(1)(λ) του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Καν. του 1972. Ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει την 7η κατηγορία, ότι εισήλθε παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν παρουσιάστηκε αμέσως και αυτοπροσώπως στο Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης για να του δοθεί σχετική άδεια, κατά παράβαση του Άρθρου 12
(3)
(5)του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ.
  1. Ο πιο σημαντικός μάρτυρας της κατηγορούσας αρχής και αυτόπτης μάρτυρας των γεγονότων, είναι ο αστυφύλακας 4281 Πελοπίδας Στέλικος (ΜΚ1). Ο ΜΚ1 στις 28.3.15 εκτελούσε περιπολία στο χωριό Πύλα για αναζήτηση προσώπων που κατείχαν κροτίδες. Μετά πάροδο λίγης ώρας από την είσοδο του στο χωριό πρόσεξε ένα ύποπτο όχημα, το οποίο αργότερο ανέκοψε για έλεγχο, με αριθμούς εγγραφής EKM
  2. Αυτό το όχημα στάθμευσε στο χωριό Πύλα και εκείνο που κέντρισε την προσοχή του ΜΚ1 είναι ότι εκείνη την ώρα πλησίασε άλλο όχημα με κατεύθυνση από τα κατεχόμενα και σταμάτησε κοντά στο όχημα EKM 535, που ήταν σταθμευμένο και σε αναμονή. Ο ΜΚ1 δεν μπορούσε να διακρίνει πρόσωπα, αλλά είδε καθαρά δύο άτομα να κατεβαίνουν με τις αποσκευές τους από το όχημα που ήρθε από τα κατεχόμενα και να επιβιβάζονται στο όχημα EKM
  3. Μόλις επιβιβάσθηκαν στο σταθμευμένο όχημα - ΕΚΜ 535, το όχημα που τους κατέβασε έφυγε αστραπιαία και το όχημα ΕΚΜ 535 αναχώρησε από τη σκηνή με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Εξαιτίας του προχωρημένου της ώρας και το γεγονός ότι από το συγκεκριμένο σημείο που εφάπτεται με τα κατεχόμενα διακινούνται πολλοί παράνομοι μετανάστες, ο ΜΚ1 εύλογα υποψιάστηκε ότι πιθανόν να υπήρχε διακίνηση παράνομων αλλοδαπών και προχώρησε σε καταδίωξη του οχήματος EKM
  4. Κατόρθωσε να τους ανακόψει έξω από το χωριό Πύλα. Στο πίσω κάθισμα ήταν οι κατηγορούμενοι 3 και 4 που είχαν επιβιβαστεί νωρίτερα στο όχημα μαζί με τις αποσκευές τους. Ζήτησε τα στοιχεία τους και του παρουσίασαν Ιρανικό διαβατήριο με σφραγίδα εισόδου 28.3.15, δηλαδή εκείνης της ημέρας, από τη μη αναγνωρισμένη οντότητα στη Βόρεια Κύπρο. Ο ΜΚ1 αναγνώρισε τη σφραγίδα διότι την έχει δει ξανά στο παρελθόν, στα πλαίσια των καθηκόντων του και αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι εισήλθαν στο έδαφος της Κύπρου μέσω του αεροδρομίου της Τύμπου που ελέγχεται από τις δυνάμεις της κατοχής. Επειδή ο ΜΚ1 ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής που διαδραματίσθηκε στο χωριό Πύλα. Δηλαδή είδε τους κατηγορούμενους 1 και 2 να βοηθούν τους κατηγορούμενους 3 και 4, οι οποίοι είναι από το Ιράν και έχουν εισέλθει παράνομα στην Κύπρο μέσω του αεροδρομίου της Τύμπου. Έκρινε ότι μπορούσε να προχωρήσει σε σύλληψη και των τεσσάρων κατηγορούμενων για το αυτόφωρο αδίκημα παράνομης εισόδου. Δεν κρίνω ότι ο ΜΚ1 έκανε οτιδήποτε το μεμπτό. Ήταν αυτόπτης μάρτυρας ύποπτων κινήσεων προσώπων κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης. Μόλις επιβιβάστηκαν τα δύο πρόσωπα στο σταθμευμένο όχημα, αυτό τράπηκε σε φυγή, αφού είχε αντιληφθεί την αστυνομική παρουσία και έγινε καταδίωξη. Η ώρα ήταν προχωρημένη και η κίνηση ανύπαρκτη. Συνεπώς, κρίνω ότι ο ΜΚ1 είχε εύλογη υποψία ότι γινόταν παράνομη διακίνηση αλλοδαπών διαμέσου της γραμμής αντιπαράταξης και είχε δικαίωμα να ανακόψει το όχημα. Όταν ζήτησε τα στοιχεία των κατηγορουμένων 3 και 4, αυτοί του παρέδωσαν διαβατήριο και σφραγίδα εισόδου της μη αναγνωρισμένης οντότητας στα βόρεια εδάφη της Κύπρου κάτω από τον έλεγχο τουρκικών ενόπλων δυνάμεων. Ο ΜΚ1 τους είδε να επιβιβάζονται στο όχημα στο χωριό Πύλα, που έχει μεικτό πληθυσμό και οι 2 κανόνισαν να βρίσκονται πλησίον της γραμμής αντιπαράταξης. Τα πρόσωπα παρουσίασαν διαβατήριο του Ιράν και ο ΜΚ1 αναγνώρισε σφραγίδα εισόδου της ίδιας μέρας από τη μη αναγνωρισμένη οντότητα. Συνεπώς, ο ΜΚ1 είχε ως δεδομένο ενώπιον του ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 είναι αλλοδαποί τρίτων χωρών και είχαν φθάσει στην Κύπρο εκείνη την ημέρα αλλά δεν ήρθαν από σημείο εισόδου που ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά από είσοδο που ελέγχεται από τις κατοχικές δυνάμεις. Περαιτέρω, ο ΜΚ1 τους είχε δει υπό την κάλυψη της νύκτας κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης να κατεβαίνουν από ένα όχημα και να επιβαίνουν σε άλλο, το οποίο τους περίμενε κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης. Τέλος, αναγκάστηκε να καταδιώξει το όχημα στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 3 και 4 για να το ανακόψει. Όλα αυτά τα γεγονότα έγιναν στην παρουσία του ΜΚ1 και έτσι κρίνω ότι ορθά και νομότυπα συνέλαβε τους κατηγορούμενους 3 και 4, για το αδίκημα της παράνομης εισόδου. Μετά τη σύλληψη των κατηγορούμενων 3 και 4, ορθά επίστησε την προσοχή των κατηγορούμενων 3 και 4 στο νόμο καθώς και τους είπε ότι δεν ήταν υπόχρεοι να δώσουν μαρτυρία εναντίον των συμφερόντων τους. Εκεί που έσφαλε ο ΜΚ1, είναι στη χρήση των κατηγορούμενων 1 και 2 να εκτελούν καθήκοντα διερμηνέα, όχι επειδή παραβίασε συγκεκριμένο δικαίωμα των κατηγορούμενων 3 και 4, αλλά κυρίως επειδή δεν θα μπορούσε να είναι βέβαιος για την ορθότητα της μετάφρασης. Όμως, αυτό δεν επηρεάζει την ενοχή των κατηγορούμενων 3 και 4, επειδή δεν έχουν εγείρει θέμα ότι δεν είχαν αντιληφθεί τι τους μετάφραζαν οι συγκατηγορούμενοι τους και επιπρόσθετα, το αδίκημα ήταν αυτόφωρο. Συνεπώς, ακόμη και να μην γίνουν δεκτές εναντίον τους δηλώσεις που έκαναν μετά την σύλληψη τους, δεν έχει σημασία καθότι ήταν και οι δύο υπό νόμιμη σύλληψη για αυτόφωρο αδίκημα. Το ίδιο ισχύει και για τους κατηγορούμενους 1 και
  5. Ο ΜΚ1 είδε τον κατηγορούμενο 2 να οδηγά όχημα στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 3 και 4, που είχαν εισέλθει παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το αδίκημα διαπράχτηκε στη παρουσία του ΜΚ
  6. Συνελήφθηκαν για παροχή βοήθειας σε λαθρομετανάστες. Ο ΜΚ1 ανέκρινε τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος μιλούσε Ελληνικά, παραδέχθηκε ότι αυτός μαζί με τον κατηγορούμενο 1 είχαν παραλάβει τους κατηγορούμενους 3 και 4 που είχαν φθάσει από το Ιράν για να τους μεταφέρει στη Λεμεσό. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο 1, ζητήθηκαν τα έγγραφα ταυτότητας του, τα οποία δεν είχε μαζί του και θεάθηκε μαζί με τον κατηγορούμενο 2 να είναι στο όχημα το οποίο είχε σταθμεύσει στη Πύλα ανάμεσα της γραμμής αντιπαράταξης για να παραλάβει τους δύο κατηγορούμενους που είχαν εισέλθει παράνομα στην Κύπρο από τα κατεχόμενα. Στην υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 411, το Εφετείο επεξήγησε ότι δικαιολογείται η ανακοπή οχήματος και περιορισμός των κινήσεων αυτών που επιβαίνουν στο όχημα εάν υπάρχει εύλογη υποψία ότι διαπράττεται αδίκημα. Η άσκηση της εξουσίας της αστυνομίας για ανακοπή οχήματος και περιορισμό των κινήσεων του ατόμου πρέπει να καθοδηγείται από το δημόσιο συμφέρον και στο πλαίσιο των περιστατικών της κάθε περίπτωσης. Σε εκείνη την περίπτωση, η αστυνομία ανέκοψε τον κατηγορούμενο με εύλογη υποψία ότι διέπραττε ποινικό αδίκημα. Η συμπεριφορά του ήταν αφύσικη και ακολούθησε έρευνα του οχήματος με αποτέλεσμα να βρεθούν ενοχοποιητικά στοιχεία εναντίον του. Η έρευνα δεν κρίθηκε παράνομη με το ακόλουθο σκεπτικό: «Η βασική θέση του εφεσείοντα υπερβαίνει το αυτοτελώς νόμιμο της σύλληψης στο πλαίσιο του άρθρου 11.3 του Συντάγματος και του άρθρου 11
(2)και
(5)του Κεφ. 85. Επίσης, υπερβαίνει και το αυτοτελώς νόμιμο της έρευνας που οδήγησε στην ανεύρεση των αντικειμένων. Μάλιστα, ο κ. Ευτυχίου δήλωσε ρητά πως δεν θέτει θέμα σε σχέση με τη νομιμότητα έρευνα που διενεργείται ενόψει στοιχείων όπως αυτά που υπήρχαν στην παρούσα περίπτωση. Σημειώνουμε πως, σύμφωνα με την απόφαση της πλειοψηφίας του Κακουργιοδικείου, παρείχε έρεισμα για τη διεξαγωγή έρευνας το άρθρο 21
(1)(β) του περί Αστυνομίας Νόμου Κεφ. 285 και, περαιτέρω, τα άρθρα 25
(1)(β) και 26
(1)(α) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Οι εφεσίβλητοι αναφέρθηκαν στα στοιχεία ως αναδεικνύοντας εύλογη την υποψία που σχηματίστηκε και επικαλέστηκαν συναφώς την Al-Hamad a.o. ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 117, στη σελίδα 131. Επίσης, με αναφορά στην Psaras & Another ν. Republic
(1987)2 C.L.R. 132, υπέδειξαν πως η έρευνα αυτοκινήτου ή ακόμα και η είσοδος σε τόπο άλλο από κατοικία, δεν αποτελεί αντικείμενο συνταγματικής ρύθμισης· οπότε και η ενδεχόμενη μη τήρηση του Νόμου, ακόμα και ως προς τα προαπαιτούμενα της, θα ξέφευγε της εμβέλειας της νομολογίας αναφορικά με το ανεπίτρεπτο αποδοχής μαρτυρίας, αφού αυτό συναρτάται προς συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Επ' αυτού είναι ευθέως σχετική η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην David Parris ν. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 186, αλλά, όπως προκύπτει από όσα σημειώσαμε, τέτοιο ζήτημα δεν εγείρεται στην πραγματικότητα στην παρούσα υπόθεση. Προϋποθέτει διαπίστωση παρανομίας και τέτοια, ως προς αυτήν καθ' εαυτήν την έρευνα και τα ερείσματα της που εξειδικεύθηκαν, δεν προτάθηκε και δεν μπορούμε να εντοπίσουμε.» Δεν υπάρχει συνταγματική ρύθμιση που να απαγορεύει την ανακοπή οχήματος για έρευνα στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπάρχει εύλογη υποψία για τη διάπραξη εγκλήματος που να δικαιολογεί την ανακοπή του οχήματος για έρευνα. O ΜΚ1 είδε ύποπτες κινήσεις. Σε σημείο κοντά στα κατεχόμενα και στο χωρίο Πύλα που χρησιμοποιείτο συχνά για διακινήσεις παράνομων μεταναστών, είδε δύο πρόσωπα να επιβιβάζονται από ένα όχημα σε άλλο με τις αποσκευές τους. Ήταν νύκτα και το όχημα που κατέβασε τους επιβάτες αποχώρησε από τη σκηνή προς τα κατεχόμενα. Ο ΜΚ1 ακολούθησε το όχημα όπου είχαν επιβιβαστεί οι κατηγορούμενοι 3 και 4 και έγινε αστυνομική καταδίωξη για να ανακοπεί και να αναχαιτιστεί το όχημα των κατηγορούμενων. Κρίνω ότι υπήρχε εύλογη υποψία για να γίνει ανακοπή του οχήματος και για να γίνει νόμιμη έρευνα για πιθανούς λαθρομετανάστες στο όχημα. Ήταν θέση της υπεράσπισης ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, δεν είχαν την απαιτούμενη νοητική κατάσταση για να τους αποδοθεί το αδίκημα της υποβοήθησης των κατηγορούμενων 3 και 4 να εισέλθουν παράνομα και διέλθουν του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Όμως κρίνω ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι και οι δύο κατηγορούμενοι είχαν γνώση των ουσιώδη γεγονότων ώστε να τους αποδοθεί ποινική ευθύνη για τα συγκεκριμένα αδικήματα. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 ήταν συνοδηγός και οδηγός του οχήματος αντίστοιχα, στο οποίο επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 3 και
  1. Ο ΜΚ1 είδε τους τελευταίους να εξέρχονται από άλλο όχημα που ήρθε από τα κατεχόμενα. Μόλις τους κατέβασε, το όχημα αυτό εξαφανίσθηκε προς τα κατεχόμενα με άγνωστη κατεύθυνση. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 περίμεναν τους κατηγορούμενους 3 και 4 για να τους παραλάβουν. Γνώριζαν ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν από το Ιράν και ότι ήρθαν από τα κατεχόμενα μέσω του αεροδρομίου της Τύμπου. Όταν αντιλήφθηκαν ότι τους ακολουθούσε ο ΜΚ1 δεν σταμάτησαν αλλά ακολούθησε αστυνομική καταδίωξη προκειμένου να αναχαιτιστεί το όχημα των κατηγορούμενων και να ανακοπεί υποχρεωτικά. Οι κατηγορούμενοι 3 και 4 είχαν έρθει από τα κατεχόμενα και οι κατηγορούμενοι 1 και 2 επέλεξαν να τους παραλάβουν από το χωριό Πύλα, κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης και μέσα στο σκότος της νύκτας. Όταν ανακρίθηκαν οι κατηγορούμενοι προέβηκαν σε κάποιους ευφάνταστους ισχυρισμούς για να εξηγήσουν τις πιο πάνω ενέργειες τους. Ο κατηγορούμενος 1, ενώ γνώριζε ότι βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, δέχθηκε, όπως ανέφερε στο Τεκμήριο 7, να συνοδεύσει τον κατηγορούμενο 2 στη Λάρνακα για να παραλάβει τους φίλους του, κατηγορούμενους 3 και
  2. Ανέφερε επίσης ότι ο κατηγορούμενος 2 έλαβε τηλεφώνημα να παραλάβει τους κατηγορούμενους 3 και 4 από την Πύλα αντί από τη Λάρνακα. Πρόβαλε ισχυρισμό ότι δεν γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 εισήλθαν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Kατά την ένορκη μαρτυρία του, ο κατηγορούμενος 1 ήταν φανερό ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Περιέπεσε σε πολλές αντιφάσεις σε σχέση με την αστυνομική του κατάθεση. Ανέφερε, ενόρκως επί παραδείγματι, ότι σε κανένα στάδιο δεν γνώριζε για ποιο λόγο ο κατηγορούμενος 2 τον μετέφερε στη Λάρνακα. Του υποδείχθηκε η αστυνομική του κατάθεση στα περσικά και διάβασε από την κατάθεση κάποιο αριθμό τηλεφώνου. Τότε αντιλήφθηκε ότι αυτό έρχεται σε αντίθεση με την ένορκη μαρτυρία στην οποία θέση του ήταν ότι δεν γνώριζε καθόλου τους κατηγορούμενους 3 και 4 προηγουμένως και έτσι για να διορθώσει την αντίφαση αυτή ανέφερε ότι ο μεταφραστής στα περσικά κατά τη λήψη της κατάθεσης του έγραφε ότι ήθελε και λανθασμένα τον εμπιστεύθηκε. Σημειώνεται ότι έγινε παραδεκτό γεγονός ότι η μετάφραση των Αστυνομικών καταθέσεων των κατηγορουμένων 1 και 2 είναι ορθή και έτσι η προσπάθεια του κατηγορούμενου 1 να αποστασιοποιήσει τον εαυτό του από το περιεχόμενο της κατάθεσης του όταν τον βόλευε δεν πέρασε απαρατήρητη. Ακόμη αυτά που είπε ενόρκως, έρχονται σε αντίθεση με αυτά που είπε ο κατηγορούμενος 2 Αστυνομικές καταθέσεις δεν είναι μαρτυρία εναντίον συγκατηγορούμενων, αλλά όταν ο κατηγορούμενος επιλέξει να δώσει μαρτυρία ενόρκως, τότε η μαρτυρία του μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον συγκατηγορούμενου. Ενόρκως ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι συνάντησε τον κατηγορούμενο 2 στη Λεμεσό τυχαία. Ενόρκως ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο αδελφός του κατηγορούμενου 3, Sadegh, του τηλεφώνησε και του είπε να παραλάβει τον κατηγορούμενο 1 από τα Λεωφορεία στη Λεμεσό και να τον πάρει μαζί του στη Λάρνακα να παραλάβουν τον κατηγορούμενο 3 και τον πατέρα του. Επίσης, ενόρκως ο κατηγορούμενος 2 είδε τον Sadegh να δίδει χρήματα στον κατηγορούμενο
  3. Ο κατηγορούμενος 1 ανέφερε ότι δεν είχε δει ποτέ τον Sadegh και συνεπώς δεν είναι δυνατόν να του είχε δώσει χρήματα. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά του κατηγορούμενου 1 και έτσι αυτή είναι ακόμη μία απόδειξη ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν είπε την αλήθεια όταν παρουσίασε τον εαυτό του ως αθώο, δηλαδή πρόσωπο που δεν γνώριζε τα πραγματικά γεγονότα. Η εκδοχή του ότι ήταν ανίδεος για τη διακίνηση παράνομων μεταναστών θα πρέπει να καταρριφθεί. Ο κατηγορούμενος 1 δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι βρήκε τον κατηγορούμενο 2 τυχαίως στο δρόμο ή για το γεγονός ότι δεν τον ρώτησε τους λόγους που θα μετέβαιναν στη Λάρνακα. Δεν έδωσε ικανοποιητική εξήγηση για το γεγονός ότι δεν αναρωτήθηκε ποιοι είναι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 και για το γεγονός ότι δεν τους μίλησε όταν επιβιβάστηκαν στο όχημα αργά το βράδυ στα σύνορα της Πύλας με τις αποσκευές τους. Δεν έπεισε καθόλου ότι η παρουσία του στο όχημα ήταν ένα τυχαίο γεγονός. Αναφορικά με την άδεια διαμονής του, φάνηκε από την αντεξέταση ότι γνώριζε ότι βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το Τεκμήριο 10, το οποίο κατέθεσε κατά την κυρίως εξέταση του, δεν είναι άδεια παραμονής αλλά ήταν όροι αποφυλάκισης του από τις κεντρικές φυλακές. Του υποδείχθηκε στην επιστολή την οποία και κατανόησε πλήρως, ότι για να εξασφαλίσει έγκυρη άδεια παραμονής έπρεπε να προβεί σε ορισμένες ενέργειες. Δεν προέβηκε στα μέτρα αυτά και έτσι ουδέποτε εξασφάλισε άδεια παραμονής. Συνεπώς, δεν είχε και δεν έχει μέχρι σήμερα καμία άδεια παραμονής και βρίσκεται παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο συνήγορος του κατηγορούμενου 1, εισηγήθηκε ότι δεν συντελείται το αδίκημα της παράνομης παραμονής στην απουσία μαρτυρίας για την έκδοση διατάγματος απέλασης του κατηγορούμενου. Εάν είχε επιδοθεί τέτοιο έγγραφο στον κατηγορούμενο 1, αυτό θα ήταν σημαντικό αποδεικτικό στοιχείο ότι γνώριζε το καθεστώς του ως παράνομος μετανάστης. Όμως δεν είναι απαραίτητο συστατικό στοιχείο του αδικήματος. Ο κατηγορούμενος 1 είναι αλλοδαπός από τρίτη χώρα. Δεν είχε κατά τον επίδικο χρόνο εξασφαλίσει άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατίας από την αρμόδια αρχή. Γνώριζε ότι δεν είχε άδεια διαμονής στη Κυπριακή Δημοκρατία. Συνεπώς αποδεικνύεται στον βαθμό που απαιτείται η ενοχή του στην διάπραξη του αδικήματος που διατυπώνεται στην κατηγορία
  4. Ο κατηγορούμενος 2 πρόβαλε περίπου τους ίδιους ισχυρισμούς αλλά πρόβαλε διαφορετική εκδοχή από τον κατηγορούμενο
  5. Ήταν θέση του κατηγορούμενου 2, στην αστυνομική του κατάθεση, ότι είναι το πρόσωπο που δέχθηκε τηλεφώνημα για να μεταβούν στο ταχυδρομείο για παραλαβή των κατηγορουμένων 3 και
  6. Ενόρκως επιχείρησε να τα αλλάξει, ώστε να συντονιστεί με την εκδοχή που είχε προβάλει ο κατηγορούμενος 1 ενόρκως και ανέφερε ότι η κλήση προήλθε από το δικό του τηλέφωνο αλλά επειδή οδηγούσε το απάντησε ο κατηγορούμενος
  7. Αυτή η εξήγηση δεν είναι ικανοποιητική επειδή στην κατάθεση του, Τεκμήριο 8, είπε επί λέξη ότι ο κατηγορούμενος 1 «δέχθηκε» τηλεφώνημα δύο φορές. Στη μια περίπτωση ανάφερε ότι «δέχθηκε» τηλεφώνημα για να παραλάβει τους κατηγορούμενους 3 και 4, από το ταχυδρομείο Λάρνακας, ενώ στη δεύτερη περίπτωση, ότι ο κατηγορούμενος 1 «δέχθηκε» τηλεφώνημα για να παραλάβει τους κατηγορούμενους 3 και 4 από την Πύλα. Η εκδοχή του κατηγορούμενου 2 ότι του λέχθηκε πρώτα να πάει στη Λάρνακα να παραλάβει τους κατηγορούμενους καταρρίπτεται από την ένορκη μαρτυρία του κατηγορούμενου
  8. Ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε ενόρκως ότι ουδέποτε είπε στον αδελφό του ή σε οποιονδήποτε από ποιο μέρος να τον παραλάβουν από τη Λάρνακα. Μάλιστα ήταν θέση του ότι θα κατέφθανε στην Λάρνακα και μετά θα επικοινωνούσε με τον αδελφό του και τον κατηγορούμενο 2 να τους πει από που να τον παραλάβουν. Αυτό σημαίνει ότι η εκδοχή του κατηγορούμενου 2, ότι περίμενε τους κατηγορούμενους 3 και 4 στο ταχυδρομείο της Λάρνακας για μία ώρα ως μέρος συνάντησης δεν είναι η αλήθεια. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 3 του είπε ότι είχε βίζα, ενώ ο κατηγορούμενος 3 ουδέποτε ανέφερε ότι είπε στους άλλους ότι είχε βίζα. Εξάλλου στην αστυνομική του κατάθεση ο κατηγορούμενος 2 δεν ανέφερε ότι δέχθηκε θετικές παραστάσεις από τον κατηγορούμενο 3 ή από αδελφό του ότι είχε βίζα και μάλλον αυτό είναι σκέψη εκ των υστέρων για να πείσει το Δικαστήριο ότι δεν είχε ιδέα ότι μετέφερε με το όχημα του παράνομους μετανάστες. Στην αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι υποψιάστηκε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 ήρθαν παράνομα από τα κατεχόμενα και προειδοποίησε τον κατηγορούμενο 1 να φύγουν αμέσως για να μην τους πιάσει η αστυνομία, αλλά ότι ο κατηγορούμενος 1 επέμενε να τους παραλάβει. Μάλιστα, αποδίδει στον κατηγορούμενο 1 ότι είναι αυτός που είχε δοσοληψίες με το πρόσωπο ονόματι Sadegh, προκειμένου να παραλάβει τους κατηγορούμενους 3 και 4 για να τους μεταφέρει στη Λεμεσό. Αυτά και πάλι έρχονται σε αντίθεση με τα όσα είπε ο κατηγορούμενος 1, ότι τυχαία πήγε μαζί με τον κατηγορούμενο 2, για παρέα. Για πρώτη φορά ενόρκως ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι σταμάτησε αμέσως όταν αντιλήφθηκε ότι τον ακολουθούσε όχημα της αστυνομίας, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ΜΚ1 ο οποίος ανέφερε ότι έγινε καταδίωξη του οχήματος προκειμένου να ανακοπεί η πορεία του. Επίσης, ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι τον σταμάτησε η αστυνομία για να ελέγξει την άδεια του οχήματος ή το ΜΟΤ. Κάτι τέτοιο δεν είχε αναφέρει στην αστυνομική του κατάθεση και αντιθέτως, στην αστυνομική του κατάθεση, ανέφερε ότι η αστυνομική παρουσία στην περιοχή τον έκανε ανήσυχο, διότι αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν παράνομοι. Αυτά που είπε ενόρκως ο κατηγορούμενος 2 έρχονται σε αντίθεση με την αστυνομική του κατάθεση. Στην αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να δίδει χρήματα στον οδηγό του οχήματος που ήρθε από τα κατεχόμενα μεταφέροντας τους κατηγορούμενους 3 και
  9. Ενόρκως το αρνήθηκε και όταν του υποδείχθηκε η κατάθεση του, ανέφερε ότι δεν ξέρει τι περιέχει η αστυνομική του κατάθεση διότι τυφλά εμπιστεύθηκε τον μεταφραστή. Σημειώνω ότι υιοθέτησε τη γραπτή του κατάθεση στην κυρίως εξέταση χωρίς προϋποθέσεις ή διορθώσεις. Τέλος, σε σχέση μ' αυτό το σημείο, κατά την αντεξέταση και όταν ένιωσε στριμωγμένος να απαντήσει, προσάρμοσε την εκδοχή του και είπε ότι άκουσε τους κατηγορούμενους 1 και 3 να μιλούν για χρήματα αλλά δεν άκουσε ακριβώς τι είπαν. Για όλους τους πιο πάνω λόγους ο κατηγορούμενος 2 κρίνεται παντελώς αναξιόπιστος και η εκδοχή του ότι δεν γνώριζε ότι μετέφερε παράνομους μετανάστες καταρρίπτεται. Ο κατηγορούμενος 3 ανέφερε στην αστυνομική του κατάθεση ότι τηλεφώνησε στον κατηγορούμενο 2 και του είπε πρώτα να τους παραλάβει από τη Λάρνακα και μετά από την Πύλα. Ανέφερε ότι είχε φθάσει στα κατεχόμενα μέσω του αεροδρομίου της Τύμπου στις 28.3.
  10. Τους παρέλαβε στην Πυλα ο κατηγορούμενος 2 και τότε για πρώτη φορά είδε τον κατηγορούμενο 1, τον οποίο δεν γνώριζε προηγουμένως. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 3 διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εισόδου και παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είτε βρισκόταν στα κατεχόμενα είτε στις ελεύθερες περιοχές. Η επικράτεια της χώρας συνάδει με σύνορα του νησιού, απλά υπάρχει αδυναμία ελέγχου του βόρειου τμήματος της Κύπρου λόγω της παρουσίας του κατοχικού στρατού. Ο κατηγορούμενος 3 μετανάστευσε παράνομα στην Κύπρο από το Ιράν και δεν είχε άδεια από την αρμόδια αρχή να εισέλθει στην επικράτεια της χώρας μας. Η προσπάθεια της υπεράσπισης να χαρακτηρίσει τη γραμμή αντιπαράταξης ως σύνορα είναι πρωτάκουστη. Συνεπώς, ο κατηγορούμενος 3 διέπραξε το αδίκημα της παράνομης εισόδου στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Έφθασε στην Κύπρο από τα κατεχόμενα παράνομα και αντί να περάσει από οδόφραγμα όπου θα είχε την ευκαιρία να δηλώσει την παρουσία του επέλεξε υπό την κάλυψη της νύχτας να διέλθει του εδάφους της Δημοκρατίας δια της Πύλας όπου δεν υπάρχουν οδοφράγματα και είναι χωριό με μεικτό πληθυσμό των δύο κοινοτήτων και εύκολα περνά κανείς τη γραμμή αντιπαράταξης χωρίς να γίνει αντιληπτός. Αυτός είναι και ο λόγος που όπως ανέφερε ο ΜΚ1 είναι σύνηθες σημείο διακίνησης παράνομων μεταναστών. Επιχείρησε να προβάλει την εκδοχή ότι δεν γνώριζε ότι ήταν παράνομο αυτό που έκανε. Ήθελε να παρουσιάσει τον εαυτό το ως πρόσωπο που είχε πεπλανημένη εντύπωση για τα πραγματικά γεγονότα που συντελούν τη διάπραξη του αδικήματος, ώστε να πείσει ότι δεν είχε την απαιτούμενη νοητική κατάσταση (mens rea) να θεωρηθεί ένοχος για το αδίκημα της παράνομης εισόδου. Γνώριζε δηλαδή ότι βρισκόταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Παρόλο τούτο δεν παρουσιάσθηκε στις αρμόδιες αρχές να δηλώσει την παρουσία του. Δεν πέρασε τη γραμμή αντιπαράταξης από οδόφραγμα που λειτουργούν οι αρχές, αλλά αντιθέτως υπό την κάλυψη της νύκτας και κάτω από πολύ ύποπτες συνθήκες, χρησιμοποίησε το χωριό Πύλα ώστε να μην γίνει αντιληπτός. Είχε σκοπό, ως είπε, να μεταβεί στη Λεμεσό. Το ύποπτο των κινήσεων του καταδεικνύει και το δόλιο των προθέσεων του, δηλαδή να εισέλθει από μη νόμιμο αερολιμένα της Κύπρου που ελέγχεται από κατοχικές δυνάμεις και στη συνέχεια να κάνει χρήση διαδρομής όπου δεν θα υπήρχαν έλεγχοι των νόμιμων αρχών της Δημοκρατίας. Τον κρίνω ένοχο στην κατηγορία 7, για το αδίκημα της παράνομης εισόδου. Περαιτέρω οι εξηγήσεις του κατηγορούμενου 3 δεν πείθουν για πολλούς λόγους. Ο ίδιος ανέφερε στην κατάθεση του ότι ήρθε στην Κύπρο, στα κατεχόμενα μέρη, αναγνωρίζοντας ότι το συγκεκριμένο σημείο της χώρας δεν ελέγχεται από τις νόμιμες αρχές. Επίσης, αντιλήφθηκε ότι είχε περάσει από τις κατεχόμενες περιοχές στις ελεύθερες περιοχές, όταν πήγε στο χωριό Πύλα. Εφόσον θέση του ήταν ότι δεν έκανε οτιδήποτε μεμπτό, τότε δεν θα είχε κανένα λόγο να μην μεταβεί κατευθείαν στη Λεμεσό και όχι να κάνει σταθμό στη Λάρνακα ή στην Πύλα. Δεύτερον, πέρασε από τα κατεχόμενα υπό την κάλυψη της νύκτας, κάτω από πολύ ύποπτες συνθήκες και θεώρησε ορθό να μεταβεί σε άλλο όχημα, με αριθμούς εγγραφής της Δημοκρατίας όταν βρέθηκε στα σύνορα της Πύλας, κοντά στην γραμμή αντιπαράταξης. Περιέγραψε το όχημα που τον μετέφερε από τα κατεχόμενα ως ταξί, ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε πει στην αστυνομική του κατάθεση. Εάν πράγματι ήταν ταξί για το οποίο πλήρωσε την αστρονομική αμοιβή των €300, τότε γιατί δεν ζήτησε από τον οδηγό του ταξί να τον πάρει κατευθείαν στη Λεμεσό; Ο λόγος είναι επειδή γνώριζε ότι ήταν παράνομος μετανάστης. Στην κατάθεση του, Τεκμήριο 9, παραδέχθηκε ότι είχε αποταθεί για βίζα επισκέπτη και η αίτηση του απορρίφθηκε. Επομένως, γνώριζε ότι για να εισέλθει νόμιμα στην χώρα έπρεπε να εξασφαλίσει βίζα. Ανέφερε ότι κάποιος του είπε ότι μπορούσε να εξασφαλίσει βίζα στα «σύνορα». Όμως δεν ανέφερε ποιος ήταν αυτός που του είπε κάτι τέτοιο, ούτε τι ακριβώς του είπε και δεν εξήγησε γιατί δεν ρώτησε τον ίδιο του τον αδελφό που βρίσκεται στην Κύπρο εδώ και 13 χρόνια εάν κάτι τέτοιο ήταν εφικτό και νόμιμο. Αυτή η εκδοχή πρέπει να καταρριφθεί ως αναξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος 3, για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, γνώριζε ότι ήταν παράνομος μετανάστης και έτσι η ενοχή του για το συγκεκριμένο αδίκημα της παράνομης εισόδου αποδεικνύεται. Το ίδιο ισχύει για τη σειρά αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και 2 και αφορούν την παράνομη διακίνηση παράνομων αλλοδαπών στο έδαφος της χώρας. Προκύπτει από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΚ1, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν παραλάβει δύο παράνομους αλλοδαπούς από το χωριό Πύλα υπό την κάλυψη της νύκτας. Ο ΜΚ1 είδε το όχημα των κατηγορούμενων 1 και 2, το οποίο ήταν στο χωριό Πύλα, κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης και είδε ένα άλλο αυτοκίνητο που ήρθε από την κατεύθυνση της γραμμής αντιπαράταξης. Από το εν λόγω αυτοκίνητο αποβιβάστηκαν δύο πρόσωπα με τις αποσκευές τους και μετά επιβιβάστηκαν στο όχημα των κατηγορούμενων 1 και
  11. Το όχημα που ήρθε από τα κατεχόμενα έφυγε αμέσως και με ταχύτητα. Ο κατηγορούμενος 2 δεν σταμάτησε το όχημα του όταν αντιλήφθηκε την παρουσία αστυνομικού οχήματος που τον ακολουθούσε, αλλά υπήρξε αστυνομική καταδίωξη για να ανακοπεί το όχημα των κατηγορούμενων. Ο ΜΚ1 ανακάλυψε ότι οι δύο αλλοδαποί ήταν παράνομοι, αφού είδε τα Ιρανικά τους διαβατήρια με σφραγίδα εισόδου της ίδιας ημέρας των κατοχικών δυνάμεων. Ήταν πρόσωπα από το Ιράν και είχαν περάσει τη γραμμή αντιπαράταξης από τα κατεχόμενα την ίδια ημέρα της άφιξης τους στην Κύπρο. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι 1 και 2, υποβοήθησαν δύο παράνομους αλλοδαπούς να διέλθουν παράνομα του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, δηλαδή τους παρέλαβαν από το χωριό Πύλα κοντά στη γραμμή αντιπαράταξης τη νύκτα για να τους μεταφέρουν στην Λεμεσό. Στην υπόθεση Hemze v. Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 594, το Εφετείο επεξήγησε ότι όρος διέλθει στη σχετική πρόνοια της νομοθεσίας έχει ευρεία έννοια και αφορά κάθε παροχή βοήθειας διακίνησης προσώπων παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο άρθρο προστίθεται ότι η παροχή βοήθειας σε παράνομο αλλοδαπό κάτω από τις ίδιες συνθήκες, κατά παράβαση νομοθεσίας κράτους μέλους, εμπίπτει στην ίδια συμπεριφορά. Θεωρώ ότι η διακίνηση των κατηγορούμενων 3 και 4 από το χωριό Πύλα με σκοπό να μεταφερθούν στη Λεμεσό όπου θα διέμεναν για λίγες μέρες, εμπίπτει στον όρο της παράνομης διέλευσης προσώπων στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η κατηγορούσα αρχή έχει προσκομίσει θετική μαρτυρία για να αποδείξει ότι σκοπός των κατηγορούμενων 1 και 2 ήταν να μεταφέρουν τους δύο παράνομους αλλοδαπούς από την Πύλα προς τη Λεμεσό και δεν υπάρχει κανένα κενό μαρτυρίας που να θέτει σε αμφισβήτηση αυτό το συμπέρασμα. Το μόνο ζήτημα προς εξέταση είναι το επίπεδο γνώσης των κατηγορούμενων 1 και 2, σε σχέση με την παράνομη είσοδο των δύο αλλοδαπών στην χώρα μας. Ήταν θέση των κατηγορούμενων 1 και 2, ότι δεν γνώριζαν ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 βρίσκονταν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Κρίνω ότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία η οποία έχει τεθεί ενώπιον μου που να αποδεικνύει ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 γνώριζαν όλα τα ουσιώδη γεγονότα που πλαισιώνουν την διάπραξη του αδικήματος. Οι ενέργειες τους και η συμπεριφορά τους καταδεικνύει ότι είχαν αντίληψη του γεγονότος ότι εκείνο που έκαναν ήταν παράνομο. Στην υπόθεση Φανιέρος ν. Δημοκρατίας,
(2003)2 ΑΑΔ 104, επεξηγήθηκε ότι το στοιχείο της γνώσης συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορούμενου και μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ο κατηγορούμενος 2 παραδέχθηκε ότι γνώριζε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 κατάγονται από το Ιράν και γνώριζε ότι είχαν καταφθάσει στην Κύπρο από τα κατεχόμενα το ίδιο βράδυ. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι και ο κατηγορούμενος 1 γνώριζε αυτά τα πράγματα, αφού συναντήθηκε μαζί του για να πάνε μαζί να τους παραλάβουν. Μάλιστα ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν μαζί με τον αδελφό του κατηγορούμενου 3 και υπήρξε ανταλλαγή χρημάτων μεταξύ τους στη Λεμεσό. Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 είναι το πρόσωπο που επικοινώνησε για να διευθετηθεί η Πύλα ως σημείο παραλαβής τους. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 πρόβαλαν ευφάνταστη εκδοχή ότι δεν γνώριζαν ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 δεν είχαν βίζα. Έχω εξηγήσει αναλυτικά πιο πάνω γιατί αυτές οι εκδοχές καταρρίπτονται ως αναληθείς. Περαιτέρω, ο κατηγορούμενος 2 στην αστυνομική του κατάθεση ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι οι κατηγορούμενοι 3 και 4 ήταν παράνομοι. Ενόρκως επιχείρησε ανεπιτυχώς να αποσυνδέσει τον εαυτό του από αυτή την παραδοχή. Εξάλλου οι πράξεις του φανερώνουν ότι γνώριζε πάρα πολύ καλά τι έκανε. Παρέλαβε τους κατηγορούμενους 3 και 4 μέσα στη νύκτα από το χωριό Πύλα για να μην γίνουν αντιληπτές οι κινήσεις τους. Οι αλλοδαποί είχαν κατεβεί από όχημα που ήρθε από τα κατεχόμενα και μόλις αποβιβάστηκαν με τις αποσκευές τους από αυτό, το όχημα εξαφανίσθηκε μέσα στη νύκτα. Γνώριζε ότι τον ακολουθούσε ο ΜΚ1 αλλά προσπάθησε να διαφύγει με ταχύτητα από τη σκηνή του εγκλήματος. Όταν ανακρίθηκε από τον ΜΚ1 επί τόπου, η πρώτη του αντίδραση ήταν να παραδεχθεί ότι είχε έλθει στην Πύλα ειδικά για να παραλάβει τους κατηγορούμενους 3 και 4 και να τους μεταφέρει στη Λεμεσό. Ο κατηγορούμενος 1 ήταν συνοδηγός στο όχημα που επέβαιναν οι κατηγορούμενοι 3 και
  1. Από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου 2 προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 1 δεν τον συνόδευσε τυχαία, αλλά γνώριζε το σκοπό για τον οποίο είχαν μεταβεί στην Πύλα, δηλαδή ότι πήγαν για να παραλάβουν δύο πρόσωπα που κατάγονται από το Ιράν και που ήρθαν από τα κατεχόμενα. Ο κατηγορούμενος 1 είναι και ο ίδιος παράνομος μετανάστης, με μεγάλη εμπειρία σε ζητήματα που αφορούν μετανάστες στην Κύπρο εξαιτίας της προσωπικής του περίπτωσης. Δεν είναι δυνατόν να μην αναρωτήθηκε με ποιο νομικό καθεστώς είχαν καταφθάσει οι δύο κατηγορούμενοι στην Κύπρο. Ήταν συνοδηγός στο όχημα με τον κατηγορούμενο
  2. Επομένως, οι ύποπτες κινήσεις των κατηγορούμενων 1 και 2 και η αντίδραση τους όταν αντιλήφθηκαν ότι υπήρχε αστυνομική παρουσία στη σκηνή του εγκλήματος καταδεικνύει ότι γνώριζαν ότι μετέφεραν στο όχημα δύο παράνομους αλλοδαπούς. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2, αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες 2 μέχρι 3 ως συναυτουργοί των αδικημάτων ως προκύπτει από τη μαρτυρία της υπόθεσης. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα προνοεί ως ακολούθως: «
  3. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετείχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος γι' αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: α) . β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον· γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλο ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη του ποινικού αδικήματος· δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος.» Ο Δικαστής Δ. Κραμβής, στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστάκη Πιρίκκη[1], επεσήμανε ότι είναι καλύτερα να εξειδικεύεται ο ρόλος του συναυτουργού στη διάπραξη του αδικήματος αλλά η απουσία τέτοιας εξειδίκευσης δεν μπορεί να κλονίσει το θεμέλιο μίας καταδίκης αφού ο ίδιος ο νόμος με βάση το άρθρο 20 επιτρέπει τη μεταχείριση συνεργού ως αυτουργού. Σκοπός των κατηγορούμενων 1 και 2, ήταν να παραλάβουν τους δύο παράνομους αλλοδαπούς από την Πύλα και να τους μεταφέρουν στη Λεμεσό. Παρείχαν βοήθεια στους δύο παράνομους αλλοδαπούς να διέλθουν του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι κατηγορούμενοι 1 και 2 είχαν επικοινωνία με το κατηγορούμενο 3 για να συντονιστούν μαζί του και μετά του παρείχαν χειροπιαστή βοήθεια, δηλαδή να τον μεταφέρουν στη Λεμεσό από το σημείο της επιβίβασης του στο όχημα των κατηγορούμενων 1 και
  4. Αποδεικνύεται η ενοχή τους στον βαθμό που απαιτείται σε ποινικές υποθέσεις και κρίνονται ένοχοι σε σχέση με τις κατηγορίες 2 και
  5. Αναφορικά με τις κατηγορίες 4 και 5, κρίνω ότι ορθά αναστάληκαν επειδή δεν αποδεικνύονται αυτές οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 και 2, με τη βεβαιότητα που χρειάζεται σε ποινικές υποθέσεις. Είναι εύλογο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι δεν θα έθεταν τους εαυτούς τους σε τέτοιους κινδύνους και περιπέτειες χωρίς κάποιο όφελος. Η μόνη θετική μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου για χρηματική αμοιβή ήταν αυτό που είπε ο κατηγορούμενος 2, δηλαδή ότι είδε τον Sadegh να δίνει χρήματα στον κατηγορούμενο 1 την ώρα που αυτός επιβιβάστηκε στο όχημα. Μετά στην αστυνομική του κατάθεση, που δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί εναντίον του κατηγορούμενου 1 για την εξαγωγή συμπερασμάτων της υπόθεσης, ανέφερε ότι είδε τον κατηγορούμενο 1 να δίδει χρήματα σε πρόσωπο από το άλλο όχημα στο σημείο συνάντησης στην Πύλα. Όμως, ακόμη και αν συνδυάσω αυτή τη μαρτυρία, δύσκολα αποδεικνύεται ότι παρείχαν βοήθεια στους παράνομους αλλοδαπούς για την αποκόμιση κέρδους με τη βεβαιότητα που χρειάζεται σε ποινικές υποθέσεις. Το αδίκημα της συνομωσίας συνιστά μια συμφωνία μεταξύ προσώπων να διαπράξουν κάτι το παράνομο ή να διαπράξουν κάτι το νόμιμο με παράνομο τρόπο. Πρέπει να αποδειχθεί ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία και δεύτερον πρέπει να αποδειχθεί ότι έχει γίνει τουλάχιστον μία θετική πράξη προς υλοποίηση της συμφωνίας. Η συνωμοσία έχει διαπραχθεί ακόμη και στην περίπτωση που δεν έχει υλοποιηθεί η συμφωνία εξ ολοκλήρου (βλ. Archbold, Pleading, Evidence & Practice, Sweet & Maxwell, Fortieth edition, section 4061). Στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 4076, επεξηγείται ότι συνήθως εξάγεται το συμπέρασμα ότι υπάρχει συνωμοσία όταν διαπιστωθούν ότι τα μέρη της συνομωσίας έχουν διαπράξει διάφορες παράνομες ενέργειες προς υλοποίηση της συνομωσίας. Έχει αποδειχθεί ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν διαπράξει το ουσιαστικό αδίκημα της υποβοήθησης προσώπων τρίτης χώρας να διέλθουν παράνομα τους εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας. Οι δύο κατηγορούμενοι ήταν μαζί ως οδηγός και συνοδηγός του οχήματος που παρέλαβε τους δύο παράνομους αλλοδαπούς. Ο κατηγορούμενος 2 ανέφερε ενόρκως ότι ο κατηγορούμενος 1 ήταν ενήμερος και γνώριζε ότι θα πήγαιναν μαζί για να παραλάβουν τους δύο αλλοδαπούς και να τους μεταφέρουν από Πύλα στη Λεμεσό. Συνεπώς, υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 2, που ως αναφέρεται πιο πάνω διετέλεσαν το ουσιαστικό αδίκημα της υποβοήθησης προσώπων από τρίτη χώρα να διέλθουν παράνομα στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είχαν συμφωνήσει εκ των προτέρων να διαπράξουν το αδίκημα και έτσι αποδεικνύεται η ενοχή τους και στην κατηγορία
  6. (Υπ.)............... Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. [1] Ποινική Έφεση 7001 ημερ. 11.4.
  7. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.