← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Rojy Bala, Αρ. Υπόθεσης: 11145/14, 28/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Rojy Bala, Αρ. Υπόθεσης: 11145/14, 28/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B111 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου - Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11145/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας εναντίον Rojy Bala Ημερομηνία: 28 Ιουλίου, 2015 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Γιάλλουρου Για την Κατηγορούμενη: κα Ε. Τουμάζου Κατηγορούμενη παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορούμενη αντιμετωπίζει την κατηγορία της παράνομης πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στην παραπονούμενη, Ανδρούλλα Κυριάκου (ΜΚ1), κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Η κατηγορούμενη υπήρξε οικιακή βοηθός του ηλικιωμένου πατέρα της παραπονούμενης (ΜΚ1) από τον Απρίλιο
  2. Η κατηγορούμενη διέμενε στην οικία του πατέρα της ΜΚ1, ηλικίας περίπου 80 ετών, με σοβαρά προβλήματα υγείας και προβλήματα κινητικότητας. Η ΜΚ1 επέβλεπε τον πατέρα της, όμως η κατηγορούμενη είχε εργοδοτηθεί από αυτόν για την καθημερινή του φροντίδα. Αρχικά δεν υπήρχαν προβλήματα στην σχέση της ΜΚ1 με την κατηγορούμενη. Κατόπιν προτροπής της κατηγορούμενης, ο ηλικιωμένος εργοδότης της εγκατέστησε γραμμή του διαδικτύου στην οικία και τότε η ΜΚ1 αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη έπαψε να ενδιαφέρεται για τη φροντίδα του πατέρα της και της οικίας του, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν προστριβές μεταξύ τους. Αυτές οι προστριβές κορυφώθηκαν όταν ο πατέρας της ΜΚ1 εισήχθηκε στο νοσοκομείο με χαμηλή αιμοσφαιρίνη που η ιατροί την απέδωσαν σε κακή διατροφή. Την ημέρα που ο πατέρας της ΜΚ1 εισήχθηκε στο νοσοκομείο, 16.7.2015, η ΜΚ1 καβγάδισε με την κατηγορούμενη η οποία μάλιστα την έσπρωξε στον ώμο. Εγκατέλειψε την οικία του εργοδότη της και τηλεφώνησε στην αστυνομία. Η κατηγορούμενη βρέθηκε μετά από παρέμβαση της αστυνομίας και κατηγόρησε την ΜΚ1 ψευδώς, ότι την είχε κτυπήσει στο στομάχι. Η κατηγορουμένη αρνήθηκε να εξετασθεί από ιατρό για να επιβεβαιωθεί ο ισχυρισμός της. Παρόλο τούτο η ΜΚ1, η οποία είναι νοσηλεύτρια, επέμενε και η κατηγορούμενη εξετάσθηκε στις πρώτες βοήθειες για να φανεί ότι δεν έφερε καμία κάκωση ή άλλο σημάδι στο σώμα της για να καταδειχθεί ότι δεν είχε δεχθεί επίθεση. Εν τω μεταξύ, η κατηγορούμενη έκανε καταγγελία εναντίον της ΜΚ1 στο τμήμα εργατικών διαφορών. Η κατηγορούμενη ισχυρίστηκε ότι δεν τις είχαν καταβληθεί οι μισθοί της, όμως κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 προέκυψε ότι αυτός ο ισχυρισμός ήταν ψευδής καθότι η κατηγορούμενη είχε υπογράψει αποδείξεις εισπράξεως ότι έλαβε τους μισθούς της. Τις επόμενες μέρες η συμπεριφορά της κατηγορούμενης όλο και χειροτέρευε. Κατά την διαμονή του πατέρα της στο νοσοκομείο, η ΜΚ1 ανακάλυψε ότι η κατηγορούμενη είχε κάνει χρήση του τηλεφώνου του για να κάνει πολλαπλές κλήσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Στις 24 Ιουλίου 2015, η ΜΚ1 επισκέφθηκε την οικία του πατέρα της και απαίτησε από την κατηγορούμενη όπως πληρώσει για τις αμέτρητες κλήσεις που είχε κάνει στην Κύπρο και στο εξωτερικό. Η κατηγορούμενη εξαγριώθηκε και την ώρα που η ΜΚ1 έπλενε δοχείο στην κουζίνα όρμησε κατά πάνω της. Η ΜΚ1 την είδε, πρόταξε το χέρι της πάνω από το πρόσωπο της για προστασία της κεφαλής της και η κατηγορούμενη τη κτύπησε με γροθιά στον αντιβραχίονα. Δεν πέρασε απαρατήρητη η διαφορετική εκδοχή που πρόβαλε η παραπονούμενη σε σχέση με το επεισόδιο, σε σύγκριση με την αστυνομική της κατάθεση. Στην αστυνομική της κατάθεση η παραπονούμενη είχε πει ότι η κατηγορούμενη εξαγριώθηκε, την πλησίασε και την γρονθοκόπησε στο δεξί της χέρι. Ενόρκως, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη όρμησε πάνω της και την κτύπησε την ώρα που πρόταξε το χέρι της μπροστά από το σώμα της για να αμυνθεί. Η ΜΚ1 δεν εξήγησε γιατί εφόσον η κατηγορούμενη ήταν εξαγριωμένη δεν συνέχισε να την κτυπά, αλλά αντ' αυτού μετά από το πρώτο κτύπημα πήγε στην βεράντα και σωριάστηκε στο έδαφος προσποιούμενη την λιπόθυμη. Είναι πολύ αφύσικη αυτή η συμπεριφορά για κάποιον που ήταν πριν ένα δευτερόλεπτο ασυγκράτητα εξαγριωμένος. Η ΜΚ1 απέτυχε να δώσει πειστικές εξηγήσεις ώστε να πεισθώ ότι πράγματι τα γεγονότα έγιναν όπως τα έχει αναφέρει. Στην συνέχεια, η ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν αντιλήφθηκε την έκταση του τραύματος της και η πρώτη της αντίδραση ήταν να μεταβεί στο τμήμα μετανάστευσης για να καταγγείλει την κατηγορούμενη. Η κατηγορούμενη προέβη εκ νέου σε θεατρινισμούς και σωριάστηκε χάμω, προσποιούμενη ότι ήταν σε μεγάλο πόνο. Εν τω μεταξύ, η ΜΚ1 άρχισε να πονάει το χέρι της, πήγε στο νοσοκομείο και ανακάλυψε ότι είχε υποστεί κάταγμα της ωλένης στο σημείο όπου είχε δεχθεί τη γροθιά από την κατηγορούμενη. Αυτή η εκδοχή παρουσιάζει κάποια κενά που με προβληματίζουν. Η κατηγορούμενη, είχε σύμφωνα με τη μαρτυρία της παραπονούμενης, επιτεθεί βάναυσα κατά του πρόσωπο της. Παρόλο τούτο, δεν κάλεσε την αστυνομία αλλά έσπευσε στο τμήμα μετανάστευσης για να την καταγγείλει, αφήνοντας την κατηγορούμενη μόνη με τον πατέρα στο σπίτι. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη σωριάστηκε στο έδαφος προσποιούμενη ότι είχε κτυπηθεί εντούτοις επέλεξε να εγκαταλείψει στο σπίτι του πατέρα της για να μεταβεί στο τμήμα μετανάστευσης αντί να καλέσει την αστυνομία. Ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει πως προσήλθε επί τόπου το ασθενοφόρο για να μεταφέρει την κατηγορούμενη στο νοσοκομείο. Η παραπονούμενη δεν είναι το πρόσωπο που κάλεσε ασθενοφόρο, επειδή είχε αναχωρήσει για το τμήμα μετανάστευσης. Οπότε παραμένει κενό πως κλήθηκε επί τόπου ασθενοφόρο για να παραλάβει την κατηγορούμενη. Είναι ένα κενό που έπρεπε να διερευνηθεί από την αστυνομία. Τα λεγόμενα της παραπονούμενης ενισχύονται με πραγματική μαρτυρία ήτοι τα τραύματα που διαπιστώθηκαν από τους ιατρούς κατά τον ουσιώδη χρόνο. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί που πρόβαλε η κατηγορούμενη στην αστυνομική της κατάθεση σε σχέση με τραύματα που υπέστη διαψεύδονται από τα ιατρικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου. Όμως και άλλοι ισχυρισμοί της κατηγορούμενης διαψεύδονται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου. Ήταν ισχυρισμός της κατηγορούμενης ότι δεν είχε πληρωθεί, ενώ κατά την αντεξέταση της ΜΚ1 φάνηκε ότι είχε πληρωθεί στο ακέραιο και είχε αποδείξεις να το τεκμηριώσει. Η απόσυρση παραπόνου που έκανε η ΜΚ1 στις 25.7.2014, με την προϋπόθεση ότι η κατηγορούμενη θα απελαύνετο από την Κύπρο, επηρεάζει την αξιοπιστία της. Η κατηγορούμενη φρόντιζε τον ηλικιωμένο πατέρα της παραπονούμενης και αυτή αντί να τον φροντίζει τον αμελούσε με αποτέλεσμα αυτός να εισαχθεί στο νοσοκομείο. Μετά αντιλήφθηκε ότι η κατηγορούμενη είχε κλέψει τον εργοδότη της με τις τηλεφωνικές κλήσεις που έκανε από το κινητό του τηλέφωνο και τέλος την κτύπησε με αποτέλεσμα να της προκαλέσει κάταγμα, ταλαιπωρία και οδύνη. Παρόλο τούτο ήταν διατεθειμένη, χωρίς να δώσει άλλη εξήγηση γι' αυτή της την ενέργεια, να αποσύρει καταγγελία εναντίον της κατηγορούμενης για κάταγμα που της προκάλεσε όταν της επιτέθηκε. Αυτή δεν είναι φυσιολογική συμπεριφορά και δημιουργεί ερωτήματα. Η παραπονούμενη είχε κάθε λόγο να επιθυμεί τη δίωξη της κατηγορούμενης. Την έκλεβε, αμελούσε για τη φροντίδα του πατέρα της, είχε κάνει ψευδή καταγγελία εναντίον της για μη καταβολή μισθοδοσίας για την οποία εκκρεμούσε εργατική διαφορά και τέλος της επιτέθηκε με αποτέλεσμα να σπάσει το χέρι της. Δεν είχε κανένα συμφέρον να την κρατήσει και να συνεχίζει να την πληρώνει, παρά τα προβλήματα που της προκάλεσε, μέχρι τη στιγμή της επίθεσης αφού κάθε άλλο παρά φρόντιζε τον ηλικιωμένο πατέρα της. Η παραπονούμενη δεν εξήγησε ικανοποιητικά γιατί απέσυρε το παράπονο της και γιατί μετά το επανέφερε. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της κατηγορούμενης ότι ο ηλικιωμένος της εργοδότης της είχε κάνει άσεμνη πρόταση, κρίνω ότι αυτό ήταν σκέψη εκ των υστέρων. Η κατηγορούμενη ουδέποτε είπε κάτι τέτοιο στην ΜΚ1, αλλά και ούτε ανέφερε κάτι τέτοιο στην αστυνομική της κατάθεση όταν ανακρίθηκε από την αστυνομία. Σε σχέση με τα τραύματα της παραπονούμενης, κλήθηκαν δύο ιατροί του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας. Την ίδια ημέρα μεταφέρθηκε και η κατηγορούμενη στο νοσοκομείο, στη τμήμα πρώτων βοηθειών και κλήθηκε ως μάρτυρας ο ιατρός ο οποίος την εξέτασε και την περιέθαλψε εκείνη την ημέρα. Απορρίπτω τη θέση της υπεράσπισης ότι οι ιατροί του νοσοκομείου δεν έκαναν αμερόληπτα την δουλειά τους σε σχέση με την υπόθεση επειδή η παραπονούμενη τυγχάνει να είναι νοσηλεύτρια στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Οι ιατροί γνωρίζουν την παραπονούμενη υπό την επαγγελματική της ιδιότητα επειδή εργάζεται στο νοσοκομείο αρκετά χρόνια, όμως η σχέση τους δεν είναι φιλική αλλά επαγγελματική. Οι ιατροί δεν έχουν καμία γνώση για τα γεγονότα που πλαισιώνουν τη διαφορά της παραπονούμενης με την κατηγορούμενη και τα ευρήματα τους καταγράφηκαν σε έντυπα που ετοίμασαν παράλληλα με την εξέταση όταν δεν ήταν δυνατόν να γνωρίζουν λεπτομέρειες για το όλο περιστατικό. Οι ιατροί ενήργησαν με την δέουσα επαγγελματικότητα και δεν έχω κανένα λόγο να μην πιστέψω ότι ανεπηρέαστα και αμερόληπτα κατέγραψαν τα ευρήματα τους. Εξάλλου οι θέσεις της υπεράσπισης σε σχέση με την μη εγκυρότητα των καταγραφών των ιατρών στα σχετικά πιστοποιητικά προβλήθηκαν με πολύ γενικό τρόπο. Ήταν θέση της υπεράσπισης, επί παραδείγματι, ότι Δρ. Κιουτενιάν (ΜΚ4) που εξέτασε την κατηγορούμενη, δεν κατέγραψε ορθά τα τραύματα της όμως δεν συμπεριέλαβε στην υποβολή της ποια είναι τα πραγματικά τραύματα της κατηγορούμενης τα οποία όφειλε ο ιατρός να καταγράψει. Οπότε ήταν φανερό ότι η υπεράσπιση δεν είχε κάτι υπόψη της όταν έθεσε την ακεραιότητα των χαρακτήρα των ιατρών, απλά ήθελε να θολώσει τα νερά σε σχέση με την ενοχή της κατηγορούμενης αξιοποιώντας κάθε μέσω και κάθε πιθανό επιχείρημα. Τα ευρήματα των δύο ιατρών που εξέτασαν την παραπονούμενη. Αντρούλλα Χατζηχαρου (ΜΚ2) και Ανδρούλλα Τζιόγκουρου (ΜΚ3) δεν επιδέχονται αμφισβήτησης ειδικά επειδή τα εύρημα τους τεκμηριώνονται από ακτινογραφία που λήφθηκε εκείνη την ημέρα και καταδεικνύει ότι υπήρχε κάταγμα της δεξιάς ωλένης. Τα ιατρικά ευρήματα που αφορούν την παραπονούμενη ενισχύουν την αξιοπιστία της, επειδή το τραύμα της διαπιστώθηκε στο ίδιο σημείο με αυτό που ανέφερε στην ΜΚ2 πριν ληφθεί η ακτινογραφία. Η παραπονούμενη είχε αναφέρει στην ΜΚ2 ότι είχε άλγος κατά της μεσότητας του δεξιού αντιβραχίονα και εκεί διαπιστώθηκε το τραύμα. Επίσης, συγκλίνει με την εκδοχή της παραπονούμενης ότι δεν αντιλήφθηκε τι έγινε αμέσως μετά την επίθεση, διότι εύρημα της ιατρού ήταν ότι δεν υπήρχαν εξωτερικές κακώσεις στο σημείο που να φανερώνουν την ύπαρξη κατάγματος. Είναι μόνο με το πέρασμα του χρόνου και την αυξανόμενη οδύνη της παραπονούμενης που αντιλήφθηκε ότι υπήρχε πρόβλημα και αποφάσισε να πάει στο νοσοκομείο. Συνεπώς, κάποιο επεισόδιο έγινε μεταξύ της κατηγορούμενης και της παραπονούμενης κατά το οποίο τραυματίσθηκε σοβαρά η παραπονούμενη. Αλλά δεν είμαι βέβαιη κατά πόσο η παραπονούμενη είπε όλη την αλήθεια, διότι δεν έδωσε εξήγηση για τις μετέπειτα ενέργειες της και δεν εξήγησε γιατί έπρεπε να μεταφερθεί η κατηγορούμενη στο νοσοκομείο με ασθενοφόρο αφού ήταν εκείνη ο θήτης και η παραπονούμενη το θύμα. Έχω την αίσθηση ότι κάτι περισσότερο είχε γίνει που η παραπονούμενη δεν ήθελε να αποκαλύψει για να έχει το Δικαστήριο πλήρη εικόνα για τα όσα διαδραματίστηκαν εκείνη την ημέρα. Προσήλθε στο Δικαστήριο η ακτινολόγος (ΜΚ2), που εξέτασε την ακτινογραφία που λήφθηκε στις 24 Ιουνίου σε σχέση με το πρόσωπο της κατηγορούμενης, επιβεβαίωσε ότι λήφθηκε τέτοια ακτινογραφία και ότι αυτή έδειξε ότι δεν υπήρχαν παθολογικά ευρήματα στο σώμα της κατηγορούμενης. Σημείωσε όπως και οι άλλοι ιατροί ότι η κατηγορούμενη δεν ήταν καθόλου συνεργάσιμη κατά την λήψη της ακτινογραφίας. Στην περίπτωση της κατηγορούμενης τα διαπιστωθέντα τραύματα της δεν βοηθούν για να διασταυρωθεί η εκδοχή της ως αυτή προέβαλε στην αστυνομική της κατάθεση, αλλά για να την καταρρίψουν. Ήταν θέση της στην αστυνομική της κατάθεση ότι η παραπονούμενη της είχε κτυπήσει το κεφάλι στον τοίχο με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της. Όμως ο ΜΚ4 δεν διαπίστωσε κανένα τραύμα της κατηγορούμενης στην ινιακή χώρα ή σε οποιοδήποτε μέρους του κρανίου. Επιπρόσθετα, η κατηγορούμενη δεν ήταν ήρεμη κατά την ώρα της κλινικής εξέτασης, ως θα ήταν φυσιολογικό να είναι ως άτομο που είχε προηγουμένως χάσει τις αισθήσεις του από σοβαρό κτύπημα στο κεφάλι. Αντιθέτως, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι ήταν σε κατάσταση υστερίας και μη συνεργάσιμη στο σημείο που αναγκάσθηκε να της χορηγήσει ηρεμιστικά χάπια, προκειμένου να ηρεμήσει και να ολοκληρώσει την κλινική του εξέταση. Περαιτέρω, ο ΜΚ4 ανέφερε ότι η κατηγορούμενη αποχώρησε από το τμήμα πρώτων βοηθειών με συνοδεία αστυνομίας. Η εξέταση της παραπονούμενης έγινε στις 10:30 π.μ., σύμφωνα με το Τεκμήριο 7, ενώ της κατηγορούμενης γύρω στις 11:30 π.μ., σύμφωνα με το Τεκμήριο
  3. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι προτού μεταβεί στην αστυνομία είχε μπει στο όχημα της για να μεταβεί στο τμήμα αλλοδαπών και να καταγγείλει την κατηγορούμενη. Είναι μόνο μετά που ένιωσε πόνο που πήγε στο νοσοκομείο. Όμως, ανέφερε ότι η κατηγορούμενη προσποιήθηκε και στο παρελθόν ότι είχε κτυπηθεί, εντούτοις δεν κάλεσε την αστυνομία επί τόπου και αμέσως ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο η κατηγορούμενη να προσποιηθεί την κακοποιημένη. Η εκδοχή της παραπονούμενης έχει κενά που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για το τι συνέβηκε εκείνη την ημέρα. Αλλά και η εκδοχή της κατηγορούμενης δεν είναι καθόλου πιστευτή και δεν δίδει καμία εξήγηση για το γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε υποστεί κάταγμα λίγη ώρα μετά τον καβγά τους. Η εκδοχή της κατηγορούμενης σύμφωνα με αστυνομική της κατάθεση ήταν ότι η παραπονούμενη της επιτέθηκε επειδή έμαθε ότι την κατάγγειλε στο Τμήμα Εργατικών Διαφορών και της είπε κατά την επίθεση ότι «χθες ήθελες να πάεις στο εργατικό Δικαστήριο». Όμως σύμφωνα με την εκδοχή της παραπονούμενης είχαν ήδη μεταβεί στο Τμήμα Εργατικών Διαφορών του Υπουργείου και είχαν δώσει καταθέσεις και οι δύο την προηγούμενη ημέρα. Οπότε θα ήταν εντελώς παράλογο η παραπονούμενη να είχε καθυστερημένο ξέσπασμα οργής κατά της κατηγορούμενης αφού γνώριζε επί μέρους για το παράπονο και είχαν ήδη ληφθεί και καταθέσεις. Οπότε κρίνω ότι η εκδοχή που έχει προβάλει η κατηγορούμενη είναι απίθανη και μη πιστευτή. Η κατηγορούμενη επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως για να εξηγήσει τη θέση της, όμως δεν κατόρθωσε να βοηθήσει τον εαυτό της. Αντιθέτως, σχημάτισα έντονα την εντύπωση ότι κατασκεύασε τα όσα ανέφερε για να αποφύγει την ποινική της ευθύνη για την σοβαρή κατηγορία που αντιλαμβάνεται ότι αντιμετωπίζει. Είχε κάνει παραδεκτό γεγονός το περιεχόμενο της αστυνομικής της κατάθεσης, Τεκμήριο 1, ότι είναι αυτά που είχε πει στην αστυνομία. Υπάρχουν οι υπογραφές της στο Τεκμήριο 1, τις οποίες και αναγνώρισε. Παρόλο τούτο, ενόρκως δεν υιοθέτησε την αστυνομική της κατάθεση και ανέφερε ότι αναγκάστηκε να την υπογράψει επειδή φοβόταν την αστυνομία, αφήνοντας υπονοούμενα ότι το περιεχόμενο της κατάθεσης έγινε καθ' υπόδειξη του αστυνομικού. Θα πρέπει να κριθεί αναξιόπιστη η μαρτυρία της μόνο και μόνο επειδή αυτά που είπε έρχονται σε αντίθεση με παραδεκτά γεγονότα. Δεν είναι δυνατόν ο αστυνομικός να επινοήθηκε αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, εκτός εάν του τα αφηγήθηκε η κατηγορούμενη. Ούτε μπορεί να γίνει πιστευτή η εξωπραγματική της εκδοχή, ότι οι ιατροί του νοσοκομείου και η αστυνομία συνωμότησαν εναντίον της. Δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να υποστηρίζει τέτοιο εύρημα, ειδικά αφού όλα αυτά τα πρόσωπα δεν γνωρίζονται μεταξύ τους και δεν έχουν ιδιαίτερη σχέση με την παραπονούμενη. Για πρώτη φορά ενόρκως ανέφερε ότι η αστυνομία στον αστυνομικό σταθμό και σε συνθήκες κράτησης την υποχρέωσαν να υπογράψει αποδείξεις ότι είχε πληρωθεί τους μισθούς της για να αποσύρει το παράπονο της κατά της παραπονούμενης. Αυτό το γεγονός ουδέποτε υποβλήθηκε στην παραπονούμενη να τοποθετηθεί κατά την αντεξέταση. Ενόρκως ανέφερε ότι ουδέποτε πληρώθηκε από τον ηλικιωμένο εργοδότη της, τον κ. Μιχάλη, για τον οποίο εργάσθηκε 14 μήνες, αλλά στην αστυνομική της κατάθεση είχε αναφέρει ότι δεν πληρώθηκε τους τελευταίους δύο μήνες. Για πρώτη φορά πρόβαλε λεπτομερή ισχυρισμούς κατά του κ. Μιχάλη, ότι την παρενοχλούσε σεξουαλικά και ότι την προέτρεπε να τον βοηθήσει να αυνανίζεται. Για πρώτη φορά ανέφερε ότι η παραπονούμενη συνεχώς την κακοποιούσε και ότι δεν πληρώθηκε ποτέ. Παρόλο τούτο, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει γιατί μέσα σ' αυτό το μεγάλο χρονικό διάστημα δεν προέβηκε σε καταγγελία και συνέχιζε να εργάζεται για τον ίδιο εργοδότη , ηλικίας 80 ετών ,ο οποίος την κακοποιούσε σεξουαλικά συστηματικά. Ούτε τεκμηρίωσε επαρκώς τη θέση της ότι είχαν φύγει 11 οικιακοί βοηθοί από τον ηλικιωμένο εργοδότη της επειδή τις κακοποιούσε σεξουαλικά. Ελαφριά τη καρδιά κατηγόρησε τον ηλικιωμένο εργοδότη της ότι κακοποιούσε σεξουαλικά πολλές γυναίκες χωρίς στοιχεία. Αυτό δείχνει πόσο εύκολα μπορεί να κατασκευάσει μία ιστορία που η ίδια θεωρεί ότι μπορεί να την βοηθήσει. Σε σχέση με την υποτιθέμενη επίθεση κατά του πρόσωπου της, η κατηγορούμενη δεν ήταν σε θέση να την περιγράψει επαρκώς ώστε το Δικαστήριο να σχηματίσει μία καθαρή εικόνα για το τι συνέβηκε. Πολλά από τα πράγματα που είπε δεν είναι λογικό να πραγματοποιήθηκαν με τον τρόπο που εισηγήθηκε. Ανέφερε επί παραδείγματι ότι η παραπονούμενη την πήρε από τα μαλλιά, από το πίσω μέρος της κεφαλής της, επειδή ήρθε αιφνιδίως από πίσω της και η ίδια δεν είχε αντιληφθεί την παρουσία της παραπονούμενης στο σπίτι του κ. Μιχάλη. Ανέφερε ότι την πήρε από τα μαλλιά στο πίσω μέρος της κεφαλής με τα δύο της χέρια. Δεν εξήγησε γιατί δεν αντιστάθηκε αφού τα δικά της χέρια ήταν ελεύθερα. Μετά ανέφερε ότι την κτύπησε με μία βαρετή τσάντα. Όταν αντιλήφθηκε ότι η παραπονούμενη δεν θα μπορούσε να κρατάει τσάντα και την ίδια ώρα να την κρατά από τα μαλλιά με τα δύο της χέρια, προσάρμοσε την εκδοχή της και ανέφερε ότι κρατούσε την τσάντα από τον αγκώνα. Πρόβαλε την εξωπραγματική θέση ότι η παραπονούμενη, που είναι μικρότερης σωματικής διάπλασης από την ίδια, πιο ηλικιωμένη, ενώ κρατούσε με τα δύο της χέρια τα μαλλιά της κατηγορούμενης και κρατώντας μία τσάντα στον αγκώνα, κατόρθωσε να σπρώξει το σώμα της κατηγορούμενης προς τον τοίχο για να κτυπήσει το κεφάλι της στον τοίχο. Ανέφερε ότι κατά την επίθεση τα μαλλιά της ήταν δεμένα με λάστιχο σε κότσο, η παραπονούμενη τράβηξε τα μαλλιά της από το πλάι, από τις δύο πλευρές, με τα δύο χέρια με αποτέλεσμα να ξεδεθεί το μαλλί και να αφαιρεθεί το λάστιχο από τα μαλλιά. Είδα τα μαλλιά της κατηγορούμενης που έχουν μήκος μέχρι τη μέση της. Δεν θα μπορούσε να πέσει το λάστιχο από τα μαλλιά εκτός εάν η παραπονούμενη άγγιζε και τραβούσε το λάστιχο και αυτό είναι κάτι που η κατηγορούμενη ανέφερε ότι η παραπονούμενη δεν έκανε. Νοείται ότι όλες αυτές οι λεπτομέρειες ουδέποτε τέθηκαν στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση για να τοποθετηθεί. Τέλος, η κατηγορούμενη δεν έδωσε εξήγηση για το γεγονός ότι η παραπονούμενη είχε κάταγμα στο χέρι της την ημέρα του επεισοδίου, ενώ η ίδια, που υποτίθεται κακοποιήθηκε βάναυσα, δεν παρουσίασε κανένα κλινικό εύρημα που ήταν αντιληπτό από τον ιατρό που την εξέταση εκτενώς εκείνη την ημέρα για σημάδια κακοποίησης. Κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο για το δικό της ρόλο στο όλο επεισόδιο και για να εξηγήσει πως βρέθηκε η παραπονούμενη με σπασμένο χέρι. Η υπεράσπιση κάλεσε μία μάρτυρα προς υποστήριξη των θέσεων της κατηγορούσα αρχής, όμως η βαρύτητα που μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία αυτή είναι μειωμένη, καθότι βασίζεται σχεδόν εξ' ολοκλήρου σε εξ ακοής μαρτυρία. Η μάρτυρας υπεράσπισης εργάζεται στο «ΚΙΣΑ» που είναι μη κυβερνητική οργάνωση η οποία προωθεί την ίση μεταχείριση των αλλοδαπών που βρίσκονται στην Κυπριακή Δημοκρατία. Ανέφερε ότι δέχθηκε τηλεφωνική καταγγελία από σύζυγο βουλευτή, από οικία η οποία γειτνιάζει της οικίας του ηλικιωμένου πατέρα της παραπονούμενης. Όμως δεν κατονόμασε το όνομα αυτής της γυναίκας και ούτε βέβαια προσήλθε αυτή η γυναίκα στο Δικαστήριο να δώσει μαρτυρία για το όσα γνωρίζει ως αυτόπτης μάρτυρας. Κατέθεσε δύο τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου στα οποία υπήρχε ισχυρισμός της υπεράσπισης ότι υπήρχαν άλλοι αυτόπτες μάρτυρες του επεισοδίου που είδαν το περιστατικό και ήταν πρόθυμοι να μαρτυρήσουν αλλά η αστυνομία αρνήθηκε να τους ανακρίνει. Τέτοια θέση δεν προβλήθηκε από την υπεράσπιση όταν κατέθεταν οι μάρτυρες κατηγορίας. Αντιθέτως, η λήψη της κατάθεσης της κατηγορούμενης έγινε παραδεκτό γεγονός ως και επίσης παραδεκτό γεγονός έγινε το περιεχόμενο της κατάθεσης του αστυφύλακα
  4. Υπήρχε καταγγελία από γυναίκα βουλευτή, όμως η υπεράσπιση η οποία είχε όλη την ευχέρεια εάν ήθελε να την καλέσει ως μάρτυρα δεν το έκανε παρόλο που ήταν θέση της υπεράσπισης στα τεκμήρια που κατέθεσε ότι η ανάκριση της αστυνομίας υπήρξε ελλιπής και συγκεκριμένη κατηγορία ότι η αστυνομία αρνήθηκε να πάρει καταθέσεις από αυτόπτες μάρτυρες. Κρίνω ότι η συμπεριφορά της υπεράσπισης να προβάλει τέτοιους ισχυρισμούς μέσω εγγραφών που είναι εξ' ακοής μαρτυρία χωρίς να προωθήσει αυτή τη γραμμή με το νενομισμένο τρόπο, δηλαδή δια της αντεξέτασης των μαρτύρων κατηγορίας και της κλήσης μαρτύρων υπεράσπισης που να προωθούν αυτή τη θέση ως προνοείται από την ποινική δικονομία και το αντιπαρενθετικό σύστημα που εφαρμόζεται στο δικαϊκο μας σύστημα, είναι εσφαλμένη άδικη και απαράδεκτη. Στην περίπτωση που ήθελε λάβει υπόψη του το Δικαστήριο αυτά τα έγγραφα, θα καταστρατηγούσε κάθε έννοια της δίκαιης δίκης και τα εχέγγυα που τη διασφαλίζουν επειδή η πηγή των πρωτογενών πληροφοριών όχι μόνο δεν εξετάζεται δια της αντεξέτασης, αλλά δεν είναι γνωστή η πηγή των πληροφοριών ώστε να εκτιμηθεί η ορθότητα της. Στο τέλος, αυτή η μαρτυρία ήταν μία προσπάθεια εντυπωσιασμού και παραπλάνησης του Δικαστηρίου με στοιχεία που δεν μπορεί να διασταυρωθούν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, ως προνοείται από το θεσμικό πλαίσιο επί του οποίου διεξάγεται η ποινική διαδικασία. Η γυναίκα βουλευτή που είναι αυτόπτης μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο. Η ΜΥ1 δεν ανέφερε ποια ήταν η πηγή των πληροφοριών της, αλλά και ούτε ποια διαβήματα έκανε για να ελέγξει ότι αυτοί που έκαναν την καταγγελία έλεγαν την αλήθεια. Παραδέχθηκε ότι η παραπονούμενη και ο ηλικιωμένος πατέρας της ουδέποτε ρωτήθηκαν από τον μη κυβερνητικό οργανισμό για τις σοβαρές καταγγελίες που πρόβαλε εναντίον τους η ανώνυμη για το Δικαστήριο γυναίκα που κατάγγειλε το περιστατικό. Το ίδιο ισχύει και για την έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως. Η συνήγορος υπεράσπισης επικαλέσθηκε νομοθεσία που απαγορεύει στους λειτουργούς του Γραφείου της Επιτρόπου Διοικήσεως να δώσουν μαρτυρία, όμως δεν εξήγησε γιατί θεώρησε ορθό να καταθέσει την έκθεση εφόσον δεν είχε πρόθεση να καλέσει τον συντάκτη του έγγραφου. Προφανώς, ήθελε να εντυπωσιάσει το Δικαστήριο με το περιεχόμενο της έκθεσης χωρίς όμως να έχει το δικαίωμα η άλλη πλευρά να διασταυρώσει την πηγή των πληροφοριών που περιέχονται σ' αυτή την έκθεση . Στην ουσία η υπεράσπιση καλούσε το Δικαστήριο να βασισθεί εξ' ολοκλήρου στο συγκεκριμένο πόρισμα εφόσον με τον τρόπο που το κατέθεσε δεν μπορεί να ελεγχθεί το περιεχόμενο του αν τα πρωτογενή γεγονότα που καταγράφονται σε αυτό δεν έχουν αποδειχθεί με τον τρόπο που προνοεί η ποινική δικονομία και ο περί αποδείξεως νόμος. Αυτό είναι ανεπίτρεπτό και καταδικαστέο. Ακόμη και δικαστικές αποφάσεις δεν γίνονται δεκτές από ένα Δικαστήριο σε άλλο Δικαστήριο εκτός και αν επιβάλλεται ρητή στο νόμο για να γίνει εξαγωγή συμπερασμάτων, γεγονότων διότι αυτό καταστρατηγεί κάθε έννοια δικαίου. Κανένα έγγραφο δεν κατατίθεται για την αλήθεια του περιεχομένου του, δηλαδή ως αυταπόδεικτο στοιχείο των ισχυρισμών που περιέχει. (Βλ. Γιάγκου ν. Deme Dairy

(2006)1(Α) ΑΑΔ 91, Γρηγορίου ν. Μιχαλάκης Πογιατζής και Σία Λτδ
(2003)1(Γ) ΑΑΔ 1924.) Το Τεκμήριο 11, είναι εξ' ακοής μαρτυρία που βασίζεται σε άλλη εξ' ακοής μαρτυρία. Δεν κατέθεσαν οι μάρτυρες των πρωτογενών γεγονότων που καταγράφονται στο έγγραφο, αλλά και ούτε ο συντάκτης του εγγράφου που έλαβε τη μαρτυρία από πρωτογενή πηγές μαρτυρίας. Επί της ουσίας, σημειώνεται ότι υπάρχει μία εκδοχή της κατηγορούμενης ως προς τα επίδικα διαδραματισθέντα γεγονότα που διαφέρει από την εκδοχή της ως την προέβαλε ενόρκως στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι η παραπονούμενη έκανε χρήση πέτρας για να σπάσει το κινητό της τηλέφωνο. Τέτοιος ισχυρισμός δεν υπάρχει στην αστυνομική της κατάθεση, αλλά ούτε είπε κάτι τέτοιο στην κυρίως εξέταση και αντεξέταση της. Υπάρχει αναφορά ότι η αστυνομία δεν ερεύνησε σωστά την υπόθεση, όμως δεν είναι γνωστό από πού αντλήθηκαν αυτές οι πληροφορίες ώστε να εκτιμηθεί η ορθότητα τους. Υπάρχει μαρτυρία ότι οι ιατροί του νοσοκομείου αρνήθηκε να εκδώσουν ιατρικά πιστοποιητικά για την κατηγορούμενη, ενώ ιατρικά πιστοποιητικά που αφορούν την κατηγορούμενη έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο ως τεκμήρια. Τέλος, υπάρχουν ισχυρισμοί που ουδέποτε τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, όπως ότι αστυνομικοί εξύβρισαν και εκφόβισαν την κατηγορούμενη, που και πάλι δεν τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου από την κατηγορούμενη. Είναι κατανοητό λοιπόν γιατί όλο το περιεχόμενο του τεκμηρίου δεν μπορεί να έχει αποδεικτική αξία για την απόδειξη πρωτογενών γεγονότων της υπόθεσης. Δεν μπορώ να εκφέρω άποψη και ούτε θα ήταν ορθό να εκφέρω άποψη για την ορθότητα των συμπερασμάτων του Τεκμηρίου
  1. Από την άλλη, δεν επιτρέπεται να κάνω χρήση αυτού του εγγράφου για την εξαγωγή οιονδήποτε πρωτογενών συμπερασμάτων της υπόθεσης. Μόνο ένα γεγονός υπάρχει σ' αυτή την έκθεση που μπορεί να διασταυρωθεί από το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι η κατηγορούμενη τελεί υπό κράτηση ως υπόδικος στην υπόθεση. Στην έκθεση όμως δεν υπάρχει αναφορά στα γεγονότα που οδήγησαν την κατηγορούμενη να τελεί υπό κράτηση. Η κατηγορούμενη ήταν ελεύθερη με όρους. Στις 31 Δεκεμβρίου 2014 δεν παρουσιάσθηκε στο Δικαστήριο με αποτέλεσμα να εκδοθεί ένταλμα συλλήψεως εναντίον της. Αναζητήθηκε από την αστυνομία προς τον σκοπό εκτέλεσης του εντάλματος, χωρίς αποτέλεσμα και έγινε σχετική ενημέρωση στο Δικαστήριο ότι δεν ανευρέθηκε στη διεύθυνση που είχε δηλώσει η δικηγόρος της. Ακολούθησαν αρκετοί μήνες όπου η κατηγορούμενη ήταν απούσα και τελικώς μετά το πέρας σχεδόν πέντε μηνών εκτελέστηκε το ένταλμα σύλληψης και είναι γι' αυτό το λόγο που το Δικαστήριο ακύρωσε του όρους απόλυσης της με εγγύηση επειδή υπήρχαν αποδεδειγμένα στοιχεία ότι η υπήρχε κίνδυνος η κατηγορούμενη να φυγοδικήσει και έπρεπε να εξασφαλισθεί η παρουσία της στο Δικαστήριο. Αυτό το γεγονός απουσιάζει παντελώς από την έκθεση που τέθηκε ενώπιον μου. Συνεπώς, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτή η έκθεση και κρίνω ότι η κατάθεση αυτού το εγγράφου ως τεκμήριο από την υπεράσπιση με τον τρόπο που κατατέθηκε συνιστά ανεπίτρεπτη και αθέμιτη παρέμβαση στο έργο του Δικαστηρίου κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας και προσπάθεια να προκαταλάβει τα ευρήματα του Δικαστηρίου στην υπόθεση. Παρόλο που υπήρξε ανεπίτρεπτη παρέμβαση από την υπεράσπιση στο ρόλο του Δικαστηρίου, θα πρέπει τα υπόλοιπα γεγονότα της υπόθεσης να αξιολογηθούν στο σύνολο τους προς εξαγωγή συμπερασμάτων. Η κατηγορούμενη κρίνεται παντελώς αναξιόπιστη, όμως η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει θετικά την ενοχή της στην κατηγορία. Η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής βασίζεται εξ' ολοκλήρου στην μαρτυρία της παραπονούμενης. Αυτή η μαρτυρία έχει κενά που δημιουργούν εύλογα ερωτήματα για την αξιοπιστία της παραπονούμενης. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για να εξηγηθεί ποιος ειδοποίησε το ασθενοφόρο να μεταφέρει την κατηγορουμένη στο νοσοκομείο. Ούτε δόθηκε μαρτυρία για να εξηγηθεί γιατί η κατηγορούμενη κατέφθασε στο νοσοκομείο συνοδευόμενη από αστυνομία. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία για να εξηγηθεί υπό ποιες συνθήκες η παραπονούμενη απέσυρε το παράπονο της κατά της κατηγορούμενη μια μέρα μετά την καταγγελία της και ούτε λήφθηκε άλλη μεταγενέστερη κατάθεση από την παραπονούμενη για να εξηγηθεί γιατί τελικά μετάνιωσε την απόσυρση του παραπόνου και ήθελε τη συνέχιση της δίωξης της κατηγορούμενους. Η παραπονούμενη είχε αναφέρει ότι της λέχθηκε ότι η κατηγορούμενη επρόκειτο να απελαθεί και γι' αυτό συναίνεσε στην απόσυρση του παραπόνου. Εάν όντως έτσι είχαν τα πράγματα, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να προσκομίσει μαρτυρία για τους λόγους που προτάθηκε η απέλαση της, εάν προτάθηκε κάτι τέτοιο από τις διωκτικές αρχές, ώστε να μην πλανάται το ερώτημα στη διαδικασία κατά πόσο υπήρξε μία κρυφή συναλλαγή που συνέτεινε στην απόσυρση του παραπόνου. Η παραπονούμενη είχε ένα σπασμένο χέρι και μία οικιακή βοηθό που ήταν θέση της ότι την κατάκλεβε με απλήρωτες τηλεφωνικές κλήσεις και κακοποιούσε τον ηλικιωμένο πατέρα της. Ανέφερε ότι η κατηγορούμενη την κατάγγειλε ψευδώς ότι την κτύπησε στο στομάχι στις 16.7.
  2. Εάν όλο αυτά είναι αλήθεια δεν είχε κανένα λόγο να αποσύρει το παράπονο της. Δεν είναι πειστική η εξήγηση της για απόσυρση του παραπόνου της. Μου δημιουργούνται πολλά ερωτήματα για το όλο επεισόδιο. Η παραπονούμενη σηκώθηκε και έφυγε ενώ η κατηγορούμενη ήταν σωριασμένη στο έδαφος και προσποιείτο ότι ήταν κτυπημένη, αντί να καλέσει την αστυνομία επί τόπου. Αυτή δεν είναι φυσιολογική συμπεριφορά. Το ασθενοφόρο δεν ήρθε μόνο του, αλλά κάποιος το κάλεσε. Δε έχω καμία μαρτυρία για να μου εξηγηθεί πως και κάτω από ποιες συνθήκες ήρθε ασθενοφόρο και πως κλήθηκε η αστυνομία στη σκηνή. Μου έχει δημιουργηθεί έντονα η εντύπωση ότι δεν έχει αποκαλυφθεί όλη η αλήθεια για το συγκεκριμένο περιστατικό. Δεν με έπεισε η παραπονούμενη ότι είπε όλη την αλήθεια για το τι συνέβηκε εκείνη την ημέρα. Αναπόφευκτα η κατηγορούμενη αθωώνεται και απαλλάσσεται. (Υπ.).............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.