Ελισάβετ Στυλιανίδου ν. E.M. STUDIO BAGNO LIMITED κ.α., Υπόθεση αρ.: 9978/2013, 24/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B108 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 9978/2013 Ελισάβετ Στυλιανίδου και
- E.M. STUDIO BAGNO LIMITED
- Ευστάθιου Ευσταθίου Κατηγορουμένων 24 Ιουλίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Θεοδούλου για τους κ.κ. Χ. Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται o κ. Α.Β. Ζαχαρίου Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Απόφαση -------------------------------- Η παραπονουμένη εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής 13ου μισθού, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 9, 10, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν.35(Ι)/2007, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Αποδίδει σε αυτούς την ιδιότητα των εργοδοτών της. Η κατηγορουμένη εγκαλεί, επίσης, τον κατηγορούμενο αρ. 2 για συνέργεια στη διάπραξη του προαναφερθέντος αδικήματος (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) δια της παρακίνησης των κατηγορουμένων αρ.
- Αποδίδει στον κατηγορούμενο αρ. 2 την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων αρ.
- Για την παρακολούθηση της συζήτησης η οποία ακολουθεί κρίνεται αναγκαία η παράθεση αυτουσίου του κειμένου των επίδικων κατηγοριών: «ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πρώτη Κατηγορία Μη καταβολή μισθών κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 5, 6, 9, 10, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Η κατηγορουμένη 1 κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 στην Λάρνακα, ενώ ήταν εργοδότρια εταιρεία, παρέλειψε να καταβάλει στην εργοδοτούμενη της Ελισάβετ Στυλιανίδου, τον 13ο μισθό της, με αποτέλεσμα να της οφείλει το συνολικό ποσό των €1.
- ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Δεύτερη Κατηγορία Παρακίνηση μη καταβολή μισθών κατά παράβαση των άρθρων 3, 5, 6, 9, 10 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007, Ν.35(Ι)/2007, και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, όπως τροποποιήθηκε. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί τον Δεκέμβριο του 2012 στην Λάρνακα, υπό την ιδιότητα του διευθυντή της κατηγορουμένης 1, παρακίνησε την κατηγορουμένη 1, προς τη μη καταβολή 13ου μισθού προς την εργοδοτούμενη της Ελισάβετ Στυλιανίδου, με αποτέλεσμα να της οφείλει το συνολικό ποσό των €1.398». Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή της κατέθεσε ενόρκως η ιδία η παραπονουμένη Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1). Για την προώθηση των υπερασπίσεων κατέθεσε ενόρκως ο κατηγορούμενος αρ. 2 Ευστάθιος Ευσταθίου. Επιπλέον της προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά επαρουσίασαν και έγγραφη μαρτυρία. Επαρουσιάσθηκαν και κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, απόσπασμα από το μηχανογραφημένο αρχείο του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη εν σχέσει με τους κατηγορουμένους αρ. 1 (τεκμήρια 1 και 2), έγγραφα για την μισθοδοσία της παραπονουμένης για το μήνα Δεκέμβριο των ετών 2009, 2010 και 2011 (τεκμήρια 3, 4 και 6, αντιστοίχως), αντίγραφα καταστάσεων του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 056400001983, του οποίου δικαιούχος είναι η παραπονουμένη, που καλύπτουν την περίοδο από τις 13.12.2011 έως και τις 24.01.2012 και την περίοδο από τις 18.09.2012 έως και τις 21.08.2013 (τεκμήρια 5 και 7, αντιστοίχως), αντίγραφο εγγράφου ημερ. 21.12.2012 (τεκμήριο 8), αντίγραφα επιστολών ημερ. 12.02.2013, 12.04.2013 και 17.05.2013 (τεκμήρια 9, 10 και 11, αντιστοίχως), δέσμη εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων για τα έτη 2010, 2011 και 2012 οι οποίες αφορούν στους κατηγορουμένους αρ. 1 (τεκμήριο 12) και πρωτότυπο εγγράφου ημερ. 21.12.2012 (τεκμήριο 13). Δια της τελικής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πώς δεν κατεδείχθηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, υπόθεση εναντίον των πελατών του και εκάλεσε το Δικαστήριο να τους αθωώσει και να τους απαλλάξει. Συγκεκριμένα ο κ. Ζαχαρίου εισηγήθηκε τα εξής: (α) Κατ΄ ανάλογην εφαρμογήν της απόφασης Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 272 ουδεμία ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2, δυνάμει του Ν.35(Ι)/2007, δύναται να θεμελιωθεί εφ΄ όσον αυτός δεν είναι ο εργοδότης της παραπονουμένης. Ούτε το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δύναται να θεμελιώσει ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2 εν όψει των ειδικών διατάξεων των παρά.
(4)και
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/
- (β) Δεν απεδείχθηκε η ένοχη διάθεση / εγκληματική πρόθεση (mens rea) των κατηγορουμένων. (γ) Δεν απεδείχθηκε η εκ μέρους του κατηγορουμένου αρ. 2 συνέργεια, δια της παρακίνησης των κατηγορουμένων αρ.
- Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος της παραπονουμένης. Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία. Το κρίσιμο μέρος της θα παρουσιασθεί και θα σχολιασθεί κατά την συζήτηση η οποία ακολουθεί:
(1)Ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο του μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20).
(2)Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2).
(3)Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 238). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 240-1: «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών»
(4)Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5).
(5)Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης της παραπονουμένης και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3,5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση της επίδικης παράνομης πράξης, ο διευθυντής της, δηλ. ο κατηγορούμενος αρ. 2. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχεται ειδική κατηγορία για τον συνεργό κατηγορούμενο αρ. 2 (2η κατηγορία) η οποία, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφει, ως νομικό υπόβαθρό της, και το άρθρο 20 του Κεφ. 154, και η οποία, στις λεπτομέρειες, εξειδικεύει τη συγκεκριμένη πράξη δια της οποίας εξεδηλώθηκε η εγκαλούμενη συνεργεία (παρακίνηση των κατηγορουμένων αρ. 1).
(6)Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (ανωτέρω) όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην ανταπεκρίνοντο στην ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ. 154.
(7)Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρά.
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρά
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρά.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/2007.
(8)Περιπτώσεις ανάλογες της προκειμένης, δηλ. περιπτώσεις όπου η αυτουργία προϋποθέτει ορισμένη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του κατηγορουμένου αυτουργού και του θύματος, ενώ η συνέργεια όχι, δεν είναι άγνωστες στο ποινικό δίκαιο. Αναφέρεται, ενδεικτικώς, η περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154. Επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 αδικοπραγεί ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής, δηλ., στην πράξη, ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού από τον οποίον εκδίδεται η επιταγή. Θύμα δε της παράνομης αυτής πράξης είναι ο δικαιούχος της ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο η τράπεζα θα κατέβαλλε, υπό κανονικές συνθήκες, το ποσόν της επιταγής. Το άρθρο 305Α δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις στην περίπτωση κατά την οποία εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι ένα νομικό πρόσωπο. Όμως, πάγια και πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει το ενδεχόμενο ορισμένο φυσικό πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος αυτού του νομικού προσώπου, να εμπλέκεται στη διάπραξη του διαγραφόμενου, από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος ως συνεργός επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 [(Παύλοπουλος ν. Skopy Shoes Factory Ltd (ανωτέρω)]. Ανάλογα θα πρέπει να αναγνωρισθούν και στην περίπτωση των θεσπισμένων, δια του Ν. 35(Ι)/2007, αδικημάτων τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου της ιδιαίτερης σχέσης εργοδότη - εργοδοστουμένου. Απουσία ρητής νομοθετικής διάταξης περί του αντιθέτου, θα πρέπει να αναγνωρισθεί πως, εφ΄ όσον ο αδικοπραγήσας εργοδότης είναι ένα νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη δύναται να φέρει, ως συνεργός, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, και συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος του. Κατ΄ ανάλογην εφαρμογή των παγίως νομολογηθέντων και ισχυόντων στην περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 305Α του Κεφ. 154), όπου η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εκδότης της επιταγής, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, και στην προκείμενη περίπτωση η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εργοδότης, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εργοδότη.
(9)Σαφείς, συνεκτικές και πλήρεις δηλώσεις της παραπονουμένης Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1), οι οποίες είναι ευθυγραμμισμένες με έγγραφη μαρτυρία, δίδουν την ακόλουθη εικόνα ως προς τα κρίσιμα γεγονότα: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μια υπαρκτή και εν δράσει εταιρεία (τεκμήρια 1 έως και 4, 6 και 9), υπήρξαν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εργοδότες της παραπονουμένης. Μεταξύ των όρων της επίδικης εργοδοσίας, συνεφωνήθηκε, μεταξύ των κατηγορουμένων αρ. 1 και της παραπονουμένης, η καταβολή και 13ου μισθού. Επί τη βάσει του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού της παραπονουμένης, ο οφειλόμενος, για το έτος 2012, 13ος μισθός αυτής ανήρχετο στο ποσόν των €1.398 (τεκμήρια 4 έως και 7). Περί τον Δεκέμβριο του έτους 2012 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 παρέλειψαν να καταβάλουν στην παραπονουμένη το συμφωνηθέντα, για το έτος αυτό, 13ο μισθό της. Η οφειλή αυτή παραμένει, έως και σήμερα, εκκρεμείς. Παρά το ότι άλλοι εργοδοτούμενοι των κατηγορουμένων αρ. 1 συνήναισαν στην μη καταβολή του 13ου μισθού τους για το έτος 2012, η παραπονουμένη ουδέποτε συνήνεσε σε κάτι τέτοιο (τεκμήρια 8 και 13). Επιπλέον της σαφήνειας, της συνοχής και της πληρότητάς της, η ως άνω εκδοχή γεγονότων, επαρουσιάσθηκε από ένα πρόσωπο το οποίο κρίνεται ως αξιόπιστο. Η παραπονουμένη Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1) υπήρξε ευκρινής, ήρεμη και άμεση στις απαντήσεις της. Η δε όλη συμπεριφορά της, ενόσω κατέθετε, δηλώνει πρόσωπο το οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Η αξιοπιστία της παραπονουμένης Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1) καθιστούν αποδεδειγμένη την ως άνω εκδοχή περί τα γεγονότα.
(10)Επί τη βάσει της ανάλυσης που προηγείται [ανωτέρω υπό
(1)έως και
(3)] τα πιο πάνω αποδεδειγμένα γεγονότα στοιχειοθετούν τόσον την αντικειμενική όσον και την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος το οποίο διαγράφεται στα άρθρα 3, 5, 9 και 20 του Ν.35(Ι)/2007 όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1. Συναφώς αναφέρεται πώς η προβαλλομένη, από την πλευρά των κατηγορουμένων, υπεράσπιση της συγκατάθεσης της παραπονουμένης για την μη καταβολή του επίδικου μισθού (άρθρο 10
(1)(ε) του ν.35(Ι)/2007) απορρίπτεται: Η μαρτυρία της παραπονουμένης Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1) περί του ζητήματος αυτού υπήρξε σαφής, σταθερή και αξιόπιστη. Επιπλέον, το τεκμήριο 13, το οποίο ο κατηγορούμενος αρ. 2 επαρουσίασε προς υποστήριξη της θέσης του περί της συγκατάθεσης της παραπονουμένης και το οποίο φέρει τις υπογραφές άλλων εργοδοτουμένων των κατηγορουμένων αρ. 1 δεν φέρει την υπογραφή αυτής. Εάν, πράγματι, η παραπονουμένη συγκατατίθετο στην μη καταβολή του επίδικου μισθού της θα υπέγραφε το τεκμήριο 13 ως έπραξαν συνάδελφοί της. Συναφώς αναφέρεται, περαιτέρω, πώς η προβαλλόμενη, από την πλευρά των κατηγορουμένων, υπεράσπισης της οικονομικής δυσπραγίας των κατηγορουμένων αρ. 1 δεν επηρεάζει την υποκειμενική υπόσταση του επίδικου αδικήματος όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1. Επαναλαμβάνονται όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό
(3)με επίκεντρο την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω).
(11)Για την οικονομική αδυναμία, των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο κατέθεσε ο κατηγορούμενος αρ. 2 Ευστάθιος Ευσταθίου. Αυτός, μεταξύ άλλων, εδήλωσε τα εξής: « ... Από το 2010 η οικονομική κατάσταση των κατηγορουμένων 1 άρχισε να παρουσιάζει προβλήματα αφού η οικοδομική βιοτεχνία στην Κύπρο έχει καταρρεύσει και οι κατηγορούμενοι 1 ασχολούνται με την εμπορία ειδών υγιεινής και άλλων υλικών οικοδομής το δε 2012 ήταν καταστροφικό για την εταιρεία όπως φαίνεται και στους εξελεγμένους λογαριασμούς .... Το 2010 είχαμε μεικτά εισοδήματα €2.014.691, το 2011 €1.985.210 ήτοι μείωση 1,46% και το 2012 €1.078.102 ήτοι μείωση 45,69%. Το 2010 είχαμε κέρδος €14.395, το 2011 ζημιά €82.123, ήτοι 670,50% και το 2012 ζημιά €255.898, ήτοι 211,60%. Η ρευστότητα μας κατά το 2012 μειώθηκε κατά €303,502 και το τέλος του 2012 οφείλαμε €152.921 δηλαδή όχι μόνο δεν είχαμε καθόλου ρευστότητα αλλά οφείλαμε το ως άνω ποσό και δεν μπορούσαμε να εξασφαλίσουμε άλλη πίστωση ...» Ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αρ. 2 Ευστάθιος Ευσταθίου με λόγο άμεσο και σαφή ανέλυσε τις πιο πάνω δηλώσεις του και τις ετεκμηρίωσε καταθέτοντας, ως τεκμήριο 12, δέσμη εκθέσεων και οικονομικών καταστάσεων των κατηγορουμένων αρ. 1 για τα έτη 2010, 2011 και
- Ας σημειωθεί πώς στη σελ. 2 της έκθεσης και των οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2012 (τεκμήριο 12) καταγράφονται τα εξής: «Ανασκόπηση τρέχουσας κατάστασης, προβλεπόμενες μελλοντικές εξελίξεις και σημαντικοί κίνδυνοι. Η εξέλιξη της εταιρείας μέχρι σήμερα, τα οικονομικά της αποτελέσματα και η οικονομική της θέση, όπως παρουσιάζονται στις οικονομικές καταστάσεις δεν θεωρούνται ικανοποιητικά και το Διοικητικό Συμβούλιο καταβάλλει προσπάθεια για περιορισμό των ζημιών». Ας σημειωθεί, επίσης, πώς στην σελ. 6 της έκθεσης και οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2012 (τεκμήριο 12) καταγράφεται πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 επαρουσίασαν, κατά το έτος αυτό, ζημιές ύψους €255.
- Η μαρτυρία του κατηγορουμένου αρ. 2 Ευστάθιου Ευσταθίου περί της οικονομικής δυσπραγίας των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά το έτος 2012 ενισχύεται και από τα τεκμήρια 9 και 10, τα οποία κατέθεσε η ίδια η παραπονουμένη Ελισάβετ Στυλιανίδη (Μ.Κ.1). Επικαλούμενοι την οικονομική του δυσπραγία, στις 12.02.2013 και στις 12.04.2013 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 απεφάσισαν την την περικοπή απολαβών των υπαλλήλων τους καθώς και απολύσεις (τεκμήρια 9 και 10). Ας σημειωθεί, τέλος, πώς, ερωτηθείσα κατά την αντεξέτασή της, για το εάν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 επαρουσίασαν, το κατά το έτος 2012, ζημιές ή κέρδη, η παραπονουμένη Ελισάβετ Στυλιανίδου (Μ.Κ.1) απήντησε, επί λέξει: «Α. Το 2012 δεν ξέρω. Δεν θυμούμαι. Εγώ θυμούμαι ότι η εταιρεία πήγαινε καλά. Το cash flow πήγαινε καλά». Δεδομένων των πιο πάνω, οι δηλώσεις του κατηγορουμένου αρ. 2 Ευστάθιου Ευσταθίου για τις μεγάλες ζημιές των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά το έτος 2012 και για την δυσπραγία τους κρίνονται ως αξιόπιστες. Η κρίση αυτή δεν επηρεάζεται από την κρίση περί της ανακρίβειας των δηλώσεων του ιδίου προσώπου εν σχέσει με την συγκατάθεση της παραπονουμένης για μη καταβολή του επίδικου 13ου μισθού. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Νικολαϊδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271, 285-6 το Δικαστήριο δύναται να αποδεχθεί ως αξιόπιστο μέρος της μαρτυρίας ενός προσώπου και να απορρίψει, ως αναξιόπιστο, άλλο εάν το πρώτο υποστηρίζεται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία. Εν προκειμένω, οι δηλώσεις του κατηγορουμένου αρ. 2 Ευστάθιου Ευσταθίου περί των μεγάλων ζημιών των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά το έτος 2012 και περί της δυσπραγίας του είναι ευθυγραμμισμένες με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 9, 10 και 12. Επιπλέον, οι δηλώσεις αυτές δεν αμφισβητήθηκαν κατά τρόπον τεκμηριωμένο, από την πλευρά της παραπονουμένης. Εφ΄ όσον η πλευρά των κατηγορουμένων επέτυχε να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το γεγονός πώς κατά το έτος 2012 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 επαρουσίασαν μεγάλες ζημιές και δυσπραγία εκθεμελιώνεται η ένοχη διάθεση / εγκληματική πρόθεση (mens rea) του κατηγορουμένου αρ. 2 ως συνεργού. Επαναλαμβάνεται πώς, όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του [δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία, (ανωτέρω) ]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, διαπιστώνεται πώς απεδείχθηκε, πέραν πάσης αμφιβολίας η 1η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 κρίνονται ένοχοι στην 1η κατηγορία. Η 2η κατηγορία απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η κατηγορία. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο