← Κύπρος

Δήμος Λάρνακας ν. Δημήτρη Αναστασίου, Υπόθεση αρ.: 3259/2012, 3/7/2015

Δήμος Λάρνακας ν. Δημήτρη Αναστασίου, Υπόθεση αρ.: 3259/2012, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B90 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 3259/2012 Μεταξύ: Δήμος Λάρνακας και Δημήτρη Αναστασίου Κατηγορουμένου Ως τροποποιήθηκε δια των διαταγμάτων ημερ. 22.05.2013 και 25.05.2015. 03 Ιουλίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Μ. Σοφοκλέους για τους κ.κ. Μάμας ΧατζηΧριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για σωρεία παραβάσεων δυνάμει του περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμου (Κεφ. 96, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Σύμφωνα με τις καταγεγραμμένες, στο κατηγορητήριο, λεπτομέρειες, επίδικη είναι οικοδομή, ανεγερθείσα εντός των τεμαχίων αρ. 93 και 97, σύμπλεγμα 6, Φ/Σχ. XLI/57.4.1, ενορία Σκάλα, τα οποία ευρίσκονται εντός των τοπικών ορίων του Δήμου Λάρνακας. Η επίδικη οικοδομή συνίσταται σε «μεταλλική κατασκευή διαστάσεων 17, 6Χ6,2μ περίπου, πάνω από την οροφή υφιστάμενης οικοδομής με αριθμό άδειας 190/09 και εφαπτόμενη με διατηρητέα οικοδομή, η οποία καλύπτεται από τραπεζοειδή τσίγκους άνωθεν και είναι επενδυμένη με sandwich panels» («η επίδικη οικοδομή»). Ως χρόνος τέλεσης όλων των αδικημάτων προσδιορίζεται η περίοδος «κατά ή περί την 08/02/2012 ή/και προγενέστερα σε χρόνο άγνωστο για την κατηγορούσα αρχή». Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος διώκεται συλλήβδην γιατί ξεκίνησε εργασίες για την ανέγερση της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή, δηλ. το Δήμο Λάρνακας (άρθρο 3
(1)(β) και (στ) του Κεφ. 96 - 1η κατηγορία), γιατί επέτρεψε και ανέχθηκε την έναρξη εργασιών για την ανέγερση της οικοδομής χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή (άρθρο 3
(1)(β) και (στ) του Κεφ. 96 - 2η και 3η κατηγορία, αντιστοίχως), γιατί κατέχει και χρησιμοποιεί την οικοδομή χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, εκδοθέν από την αρμόδια αρχή (άρθρο 10
(1)του Κεφ. 96 - 4η και 5η κατηγορία, αντιστοίχως) και γιατί ενήργησε ώστε άλλο πρόσωπο να κατέχει και να χρησιμοποιεί την οικοδομή χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, εκδοθέν από την αρμόδια αρχή (άρθρο 10
(1)του Κεφ. 96 - 6η και 7η κατηγορία). Σημειώνεται, εξ αρχής, η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων το οποίο καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων, τα οποία στοιχειοθετούν το αδίκημα, αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ο Γιαννάκης Ιωάννου (Μ.Κ.1), Αρχιτέκτων, ο οποίος υπηρετεί στην Τεχνική Υπηρεσία του Δήμου Λάρνακος, ο Αντώνης Πελάου (Μ.Κ.2), δημόσιος υπάλληλος ο οποίος υπηρετεί στην Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακος, στην Υπηρεσία Διαχείρισης Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών, και ο Κίκης Φιλίππου (Μ.Κ.3), προσοντούχος και επαγγελματίας Τοπογράφος Μηχανικός. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και σημαντική έγγραφη μαρτυρία, η οποία ευρίσκεται καταχωρισμένη στο φάκελο της διαδικασίας και είναι σημειωμένη ως τεκμήρια. Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου, δια της ανεπτυγμένης αγόρευσής του, εισηγήθηκε πώς δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Ο κ. Θωμά εβάσισε την εισήγησή του σε ποικίλους και πολυσχιδείς λόγους. Αυτοί συνοψίζονται ως εξής:
(1)Δεν απεδείχθηκαν τα επίδικα ακίνητα, ως αυτά περιγράφονται στο κατηγορητήριο.
(2)Δεν απεδείχθηκε η επίδικη οικοδομή ως αυτή περιγράφεται στο κατηγορητήριο.
(3)Δεν απεδείχθηκε «ανέγερση οικοδομής» εν τη εννοία του νόμου.
(4)Ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε τείνουσα να καταδείξει πώς ο κατηγορούμενος είτε ανήγειρε είτε επέτρεψε να ανεγερθεί είτε ανέχθηκε να ανεγερθεί η οικοδομή χωρίς άδεια από την αρμόδια αρχή είτε κατέχει είτε χρησιμοποιεί είτε ενήργησε ώστε άλλος να κατέχει και να χρησιμοποιεί την οικοδομή χωρίς πιστοποιητικό τελικής έγκρισης, εκδοθέν από την αρμόδια αρχή.
(5)Υπάρχει λογική αντίφαση μεταξύ της 1ης, της 2ης και της 3ης κατηγορίας, μεταξύ της 4ης και της 6ης κατηγορίας και, τέλος, μεταξύ της 5ης και της 7ης κατηγορίας. Δια της αγόρευσής του ο ευπαίδετος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής απέρριψε τις πιο πάνω εισηγήσεις. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» .................................................................................................................. Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Εμελετήθηκαν τα επίδικα ζητήματα και εξετάσθηκε εξ όψεως η μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Η μαρτυρία παρουσιάζει την ακόλουθη εικόνα: Αποκλειστικός κάτοχος, ως μισθωτής, των τεμαχίων αρ. 93 και 97, τα οποία αποτελούν τουρκοκυπριακή περιουσία, είναι ο κατηγορούμενος (τεκμήριο 2). Εντός των τεμαχίων αυτών έχει ανεγερθεί οικοδομή προοριζόμενη να λειτουργήσει ως μουσείο θαλάσσιας ζωής. Το όνομα του κατηγορουμένου εμφανίζεται στις αιτήσεις για την ανάπτυξη των τεμαχίων αυτών δια της ανέγερσης οικοδομής για το σκοπό αυτό (τεκμήρια 5 και 8). Αιτήσεις και επιστολές, είτε υπογεγραμμένες από τον κατηγορούμενο (τεκμήριο 4) είτε εμφανίζουσες το όνομά του (τεκμήρια 5, 8 έως και 10, 12 έως και 15), αφορούν στο αίτημά του «για την ανέγερση ορόφου πάνω από το υποστατικό που έχ(ει) ήδη ανεγείρει» επί των τεμαχίων αρ. 93 και 97, «για την δημιουργία αποθηκευτικού χώρου, μηχανοστασίου καθώς και βοηθητικών χώρων και τοποθέτηση ντεπόζιτου και νερού» (τεκμήριο 4). Το αίτημα αυτό απερρίφθηκε. Σχετική είναι διοικητική απόφαση ημερ. 18.04.2012. Πλην όμως, όπως διεπίστωσε προσωπικώς ο Γιαννάκης Ιωάννου (Μ.Κ.1) κατά την επιτόπια επίσκεψη του στις 08.02.2012, εντός των τεμαχίων αρ. 93 και 97 και στην οροφή υφιστάμενου κτίσματος ευρίσκοντο ήδη σε εξέλιξη εργασίες για την ανέγερση της επίδικης οικοδομής. Σχετικώς με το ζήτημα, ο κατηγορούμενος ανέφερε στον Γιαννάκη Ιωάννου (Μ.Κ.1) «ότι προβαίνει στις εργασίες αυτές για να δημιουργήσει την προσωπική του επιχείρηση» (δείτε στην παρά. 10 του εγγράφου αρ. 1). Σήμερα ευρίσκεται ανεγερθείσα, επί των τεμαχίων αρ. 93 και 97, η επίδικη οικοδομή (τεκμήρια 11 και 16). Η μαρτυρία αυτή δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 1η και την 4η κατηγορία.
(2)Εν όψει της δημιουργίας εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 1η και την 4η κατηγορία, η 2η, η 3η και η 6η κατηγορία απορρίπτονται. Είναι λογικώς άτοπο να εγκαλείται κάποιος γιατί προέβηκε σε ορισμένη αδικοπραγία (έναρξη εργασιών ανέγερσης παράνομης οικοδομής και κατοχής τέτοιας οικοδομής) και ταυτοχρόνως γιατί επέτρεψε και γιατί ανέχθηκε την εκδήλωση των αδικοπραγιών αυτών (Ηροδότου ν. Δήμος Λευκωσίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 244, 248).
(3)Η ρητή δήλωση του Γιαννάκη Ιωάννου (Μ.Κ.1) πώς σήμερα η επίδικη οικοδομή δεν χρησιμοποιείται, σε συνδυασμό με την απουσία οιασδήποτε μαρτυρίας τείνουσας να αποδείξει πώς η επίδικη οικοδομή εχρησιμοποιήθηκε από οιονδήποτε καθ΄ οιονδήποτε χρόνο, οδηγεί στην απόρριψη της 5ης και της 7ης κατηγορίας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 2η, την 3η, την 5η, την 6η, και την 7η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 1η και την 4η κατηγορία. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.