← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Φυλακτή Παυλάγκου κ.α., Υπόθεση αρ.: 14571/2013, 10/7/2015

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Φυλακτή Παυλάγκου κ.α., Υπόθεση αρ.: 14571/2013, 10/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B99 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 14571/2013 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και

(1)Φυλακτή Παυλάγκου
(2)Πέτρου Πέτρου Κατηγορουμένων Ως ετροποποιήθηκε με διάταγμα ημερ. 26.05.2015 10 Ιουλίου, 2015. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η ο κ. Α. Αντωνίου, Δημόσιος Κατήγορος Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζονται η κα Ε. Λουκά με τον κ. Κ. Ταμπούρλα Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) -------------------------------------------------------------------------------- Μετά την διακοπή της ποινικής δίωξης όσον αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 1 και την αναστολή της 1ης κατηγορίας, παρέμεινε επίδικη η 3η κατηγορία. Δια της κατηγορίας αυτής ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται για το κακούργημα της εξασφάλισης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 20, 297 και 298
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ως πρωτογενή γεγονότα, στοιχειοθετούντα την 3η κατηγορία, καταγράφονται, στις λεπτομέρειες, τα εξής: «Αρ. Κατηγορίας 3 .............. Λεπτομέρειες Αδικήματος Ο 2ος κατηγορούμενος ..... (στις 13.03.2012 στην Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας) δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Γιασουμή Παπαγιάννη από την Αραδίππου το χρηματικό ποσό των €5500 ψευδείς παραστάσεις συνισταμένας εις το ότι παρουσιάστηκε ως ο εκδότης των επιταγών με αριθμούς 00315669 και 00315667 και απέσπασε τα πιο πάνω χρήματα ενώ στην πραγματικότητα ο εκδότης τους ήταν άλλο πρόσωπο και δεν μπορούσαν να καταστούν πληρωτέες». Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σημειώνονται, κατ΄ αρχάς, τα κάτωθι εν σχέσει με τα συστατικά του επίδικου κακουργήματος: Διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 298
(1)του Κεφ. 154, κακούργημα όποιος, μεταξύ άλλων, αποκτά από τρίτον ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, μετερχόμενος ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση. Ως ψευδής θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά και η οποία είναι ψευδής. Το δε πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην παράσταση γνωρίζει ότι πρόκειται περί ψευδούς παράστασης ή δεν πιστεύει ότι πρόκειται περί αληθούς παράστασης (άρθρο 297 του Κεφ. 154). Η γνώση, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, ανάγεται στην νοητική λειτουργία του κατηγορουμένου και αυτή «μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» (Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, 110, Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295). Η εκ μέρους του κατηγορουμένου προβολή των ψευδών παραστάσεων πρέπει να προηγείται της απόκτησης της περιουσίας, πρέπει να λειτουργεί στο μυαλό του θύματος και πρέπει να οδηγεί τις ενέργειές του (Halsbury's Laws of England, fourth edition, 2006 reissue, vol. 11
(1), παρά. 309 επ. και Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1994 re-issue, vol. 2, παρά. 21-160). Η απόκτηση της περιουσίας πρέπει να αποτελεί συνέπεια της προβολής των ψευδών παραστάσεων (Blackstone's, Criminal Practise, 2001, Oxford, σελ. 340). Ο κατηγορούμενος για απόκτηση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων είναι ένοχος μόνον εάν οι ψευδείς παραστάσεις προεβλήθηκαν πριν από την απόκτηση της περιουσίας. Κατ΄ αρχήν, ο κατάλληλος τρόπος για να αποδειχθεί το γεγονός πώς οι ψευδείς παραστάσεις ελειτούργησαν στο μυαλό του θύματος και οδήγησαν στην εκ μέρους του μεταβίβαση περιουσίας είναι η παρουσίαση άμεσης μαρτυρίας δια της κατάθεσης του ιδίου του θύματος (δείτε Archbold (ανωτέρω), παρά. 21-162). Για να αποδείξει την υπόθεσή της η κατηγορούσα αρχή επαρουσίασε τρεις μάρτυρες: τον παραπονούμενο Ιάσωνα (ή Γιασουμή) Παπαγιάννη (Μ.Κ.1), τον εξεταστή της υπόθεσης αστυφύλακα 3967 Χρίστο Κημήτρη (Μ.Κ.2) και τον Λούκα Λουκά (Μ.Κ.3). Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, οι δύο γραπτές καταθέσεις του παραπονουμένου Ιάσωνα (ή Γιασουμή) Παπαγιάννη (Μ.Κ.1) στην αστυνομία ημερ. 18.06.2012 και 24.04.2013 (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως) καθώς και η γραπτή κατάθεση του Λούκα Λουκά (Μ.Κ.3) στην αστυνομία ημερ. 20.01.2013 (τεκμήριο 7). Κατά την ακροαματική διαδικασία οι γραπτές αυτές καταθέσεις (τεκμήρια 1, 2 και 7) ανεγνώσθηκαν και υιοθετήθηκαν από τους καταθέσαντες και απετέλεσαν μέρος της κυρίως εξέτασής τους. Μετά το πέρας της παρουσίασης της μαρτυρίας της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι του κατηγορουμένου υπέβαλαν εισήγηση υποστηρίζοντας πώς δεν κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη τους. Μεταξύ άλλων, υπεστηρίχθηκε πώς η μαρτυρία αυτή είναι αντινομική. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους.» (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεσή της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» ........... Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Όσον αφορά στο είδος της δοκιμής στην οποίαν υποβάλλεται η παρουσιασθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία για να διαπιστωθεί κατά πόσον εστοιχειοθετήθηκε υπόθεση ώστε να κληθεί ο κατηγορούμενος σε απολογία παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Blackstone's, Criminal Practice, 2004, Oxford σελ. 1464 επ: «The Test to Be Applied The leading authority on the test a trial judge should apply in determining whether there is a case to answer is Galbraith
(1981)1 WLR 1039. In the course of his judgment in that case, Lord Lane Cj said (at p. 1042B-D): How then should the judge approach a submission of "no case"?
(1)If there is no evidence that the crime alleged has been committed by the defendant, there is no difficulty. The judge will of course stop the case.
(2)The difficulty arises where there is some evidence but it is of a tenuous character, for example because of inherent weakness or vagueness or because it is inconsistent with other evidence. (
  1. a)Where the judge comes to the conclusion that the prosecution evidence, taken at its highest, is such that a jury properly directed could not properly convict upon it, it is his duty, upon a submission being made, to stop the case. (
  2. b)Where however the prosecution evidence is such that its strength or weakness depends on the view to be taken of a witness's reliability, or other matters which are generally speaking within the province of the jury and where on one possible view of the facts there is evidence upon which a jury could properly come to the conclusion that the defendant is guilty, then the judge should allow the matter to be tried by the jury. There will of course, as always in this branch of the law, be borderline cases. They can safely be left to the discretion of the judge.» Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε εξ όψεως η μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ο μάρτυς κατηγορίας ο οποίος ανέλαβε να πληροφορήσει για τις συνθήκες υπό τις οποίες διεπράχθηκε το επίδικο αδίκημα και να αποδείξει τη συνδρομή συστατικών του στοιχείων είναι ο παραπονούμενος Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1), συνταξιούχος αστυνομικός. Στα πλαίσια της πρώτης γραπτής κατάθεσης την οποίαν έδωσε στην αστυνομία στις 18.06.2012 (τεκμήριο 1) και την οποίαν ανέγνωσε και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1), εδήλωσε τα εξής: Στις 13.03.2012 τον προσήγγησε ο επί θυγατρί γαμβρός του Φυλακτής Παυλάγκος και του εζήτησε να του εξαργυρώσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές γιατί είχε άμεση ανάγκη από χρήματα. Επρόκειτο για τις επιταγές υπ΄ αριθμόν 00315667 και 00315669, για το ποσόν των €3500 εκάστη, των οποίων εκδότης ήταν ο κατηγορούμενος. Ο κατηγορούμενος είναι γνωστός και φίλος του. Πριν πράξει ο,τιδήποτε επεκοινώνησε με τον κατηγορούμενο και «Επειδή (αυτός τον) ... καθησύχασε ... δέχτηκ(ε) και παρέλαβ(ε) τις επιταγές και έδωσ(ε) €5500 στον Φυλακτή». Πλην όμως, όταν επαρουσίασε τις επιταγές στην τράπεζα αυτές δεν ετιμήθηκαν γιατί ο κατηγορούμενος ήταν «καταχωρησμένος στο Κ.Α.Π.». Επεκοινώνησε εκ νέου με τον κατηγορούμενο και αυτός του υπεσχέθηκε πώς θα διευθετούσε την εξόφληση των επιταγών εντός των επόμενων ημερών. Επειδή ο κατηγορούμενος δεν ετήρησε την υπόσχεσή του, του ανέφερε πώς θα τον κατήγγειλε στην αστυνομία. «Μετά από λίγη ώρα (τον) .... πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του (κατηγορουμένου) ... (ο Λούκας Λουκά (Μ.Κ.3)] και (τον) παρακάλεσε να μην καταγγείλ(ει) την υπόθεση στην Αστυνομία και (του) ... υποσχέθηκε ότι την επόμενη μέρα θα (του) έφερνε εκείνος λεφτά .... Όντως την επόμενη μέρα ήρθε στο σπίτι (του) ο [Λούκας Λουκά (Μ.Κ.3)] ... και (του) .... έφερε €3000 σε μετρητά και (του) .... ζήτησε να του δώσ(ει) την επιταγή .... και υποσχέθηκε ότι σε λίγες μέρες θα (του) .... έφερνε και τα υπόλοιπα €500 ευρώ της επιταγής. Μετά από δύο τρεις μέρες τηλεφώνησ(ε) στον .... [Λούκα Λουκά (Μ.Κ.3)]» για να δ(ει) για τα υπόλοιπα χρήματα αλλά δεν απαντούσε ...». Εξηγώντας γιατί, ενώ παρέλαβε δύο επιταγές συμποσούμενες στις €7.000, έδωσε στον Φυλακτή τοις μετρητοίς μόνον €5500 ο Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1) ισχυρίσθηκε τα εξής: «... όταν ο Φυλακτής μου έδωσε τις δύο επιταγές εγώ του έδωσα μετρητά μόνον €5.500, γιατί τα υπόλοιπα €1500 μου το χρωστούσε από προηγούμενες μας συναλλαγές» (τεκμήριο 1).
(2)Δια της δεύτερης γραπτής κατάθεσης την οποίαν έδωσε στην αστυνομία δέκα και πλέον μήνες μετά (στις 24.04.2013) και την οποίαν, επίσης, ανέγνωσε και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστη΄ριου (τεκμήριο 2) ο Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1) αναιρεί την ως άνω ρητή και ουσιώδη δήλωσή του σύμφωνα με την οποίαν μόλις έλαβε την διαβεβαίωση από τον κατηγορούμενος «δέκτηκ(ε) και παρέλαβ(ε) τις επιταγές και έδωσ(ε) €5500 στον Φυλακτή». Δια της δεύτερης γραπτής κατάθεσής του (τεκμήριο 2) ο μάρτυς ισχυρίσθηκε πώς τις επιταγές τις παρέλαβε μεν από τον Φυλακτή Παυλάγκο στις 13.03.2013, όμως, το ποσόν των €5500 δεν το έδωσε σε αυτόν. Το έδωσε, την επόμενη ημέρα, σε δικηγόρο στη Λευκωσίας προς το σκοπό διευθέτησης οικονομικών διαφορών στις οποίες ήταν αναμεμειγμένος και ο έτερος επί θυγατρί γαμβρός του Σταύρος. Στην δεύτερη γραπτή κατάθεσή του στην αστυνομία ημερ. 24.04.2013 (τεκμήριο 2) ο Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1) αναφέρει επί λέξει: «... Την επόμενη ημέρα .... πήγα μαζί με τον Φυλακτή και τον άλλο μου γαμπρό τον Σταύρο σε ένα δικηγορικό γραφείο στην Λευκωσία ... (η δικηγόρος) μας είπε ότι εκπροσωπούσε την εταιρεία χονδρικού εμπορίου καπνικών προϊόντων Φεραίος και πώς είχε στην κατοχή της κάποιες ακάλυπτες επιταγές, εκδομένες από τον Φυλακτή για το πουράδικο του γαμπρού μου του Σταύρου και πώς αν δεν έπαιρνε εκείνη την ώρα το ποσόν των εφτά χιλιάδων ευρώ περίπου, την επομένη το πρωί θα καταχωρείτο τόσο ποινική όσο και αστική υπόθεση εναντίον του Σταύρου και του Φυλακτή. Εγώ εκείνη την ώρα έμαθα ότι ήταν μπλεγμένος και ο Σταύρος σε αυτήν την υπόθεση ...... Εγώ μόλις το άκουσα συγχύστηκα αλλά παρ΄ όλη την σύγχυση μου αποφάσισα να δώσω τα χρήματα για να βοηθήσω τους γαμπρούες μου. Έδωσα πέντε χιλιάδες ευρώ στη δικηγόρο και στη συνέχεια ακόμα πεντακόσια ευρώ για δικηγορικά έξοδα, όλα σε μετρητά ... » (τεκμήριο 2).
(3)Εν αντιθέσει προς τα όσα ο Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1) αφηγείται εν σχέσει με την ανάμειξη του Λούκα Λουκά (Μ.Κ.3) στην υπόθεση, τα οποία παρατίθενται πιο πάνω (υπό
(1)και τεκμήριο 1) ο τελευταίος, δια της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία ημερ. 20.01.2013 (τεκμήριο 7) αναφέρει τα εξής: « ... Πριν οκτώ με εννιά μήνες, πήγα στο πρατήριο της ESSO του Φυλακτή για να βάλω πετρέλαιο και εκεί βρήκα τον Φυλακτή ο οποίος με παρακάλεσε να του κάμω μια χάρη. Μου έδωσε τρεις χιλιάδες ευρώ σε χαρτονομίσματα των 500 Ευρώ και μου είπε να τηλεφωνήσω στον πεθερό του για να βρεθώ μαζί του, να του δώσω τα λεφτά και θα έπαιρνα μια επιταγή για να του την πάρω. Εγώ τον ρώτησα γιατί δεν του τα παίρνει ο ίδιος και αυτός μου απάντησε ότι δεν μπορούσε. Επειδή εγώ δεν υποψιάστηκα οτιδήποτε και επειδή όπως σου είπα ήμουν φίλος τόσο με τον Ιάσωνα, όσο και με τον πατέρα του Φυλακτή τον Τάσο πήρα τα χρήματα και επικοινώνησα με τον Ιάσωνα. Όντως την ίδια μέρα βρεθήκαμε στο δρόμο μετά τον Λιοτατή στην Αραδίππου, όπου του έδωσα τα χρήματα και αυτός την επιταγή. Ήταν λίγο επιφυλακτικός στο να μου δώσει την επιταγή γιατί ήταν για το ποσόν των 3500 Ευρώ, αλλά τελικά μου την έδωσε και τότε εγώ μετά που τέλειωσα από τις δουλειές που είχα πήγα στο πρατήριο και την έδωσα στον Φυλακτή. Την ώρα που μου έδωσε την επιταγή ο Ιάσωνας με ρώτησε για το υπόλοιπο των 500 Ευρώ και εγώ του είπα αν μου τα δώσει ο Φυλακτής θα του τα έπαιρνα. Όταν πήρα την επιταγή στα χέρια μου είδα ότι είχε όνομα εκδότη Πέτρο Πέτρου και παραξενεύτηκα. Ο Ιώσωνας μου είπε ότι εκδότης ήταν ο γιος μου και επέμενε. Εγώ του ανάφερα ότι ο Πέτρος δεν είναι κάτοχος μπλοκ επιταγών και επιπλέον η υπογραφή που ήταν πάνω στην επιταγή δεν ήταν του Πέτρου. Αυτή είναι η αλήθεια και θέλω να σου πω ότι ο Ιάσωνας σου λέει ψέματα ότι πήγα σπίτι του και του έδωσα λεφτά για να πάρω την επιταγή για να μην προχωρήσει σε καταγγελία εις βάρος του γιου μου ...» (τεκμήριο 7).
(4)Αυτές οι πρόδηλες και κραυγαλέες αντινομίες αφ΄ ενός μεταξύ των δύο γραπτών καταθέσεων, τις οποίες έδωσε στην αστυνομία ο Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης ημερ. 18.06.2012 και 24.04.2013 (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), και αφ΄ ετέρου μεταξύ της πρώτης από τις καταθέσεις αυτές (τεκμήριο 1) και της γραπτής κατάθεσης στην αστυνομία του Λούκα Λουκά (Μ.Κ.3) ημερ. 20.01.2013 (τεκμήριο 7) είναι μοιραίες για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής. Ο παραπονούμενος Ιάσων (ή Γιασουμής) Παπαγιάννης (Μ.Κ.1), ο οποίος αποτελεί τον κύριο μάρτυρα κατηγορίας και ο οποίος, ως ο αυτόπτης και αυτήκουος μάρτυς όλων των ουσιωδών γεγονότων, ανέλαβε να αποδείξει, μεταξύ άλλων, την εκ μέρους του κατηγορουμένου προβολή των ψευδών παραστάσεων, η οποία οδήγησε στην κατ΄ ισχυρισμόν απόσπαση του ποσού των €5.500, δεν είναι απλώς αντιφατικός. Επιπλέον, ο μάρτυς αυτός διαψεύδεται και από τον έτερο μάρτυρα κατηγορίας Λούκα Λουκά (Μ.Κ.1). Ο Λούκας Λουκά (Μ.Κ.3) διαφωνεί πλήρως με τον Ιάσωνα (ή Γιασουμή) Παπαγιάννη (Μ.Κ.1) όσον αφορά στα περιστατικά γύρω από την εκ μέρους του καταβολή του ποσού των €3.000 και τον διαψεύδει. Ο Λούκας Λούκα (Μ.Κ.3) δηλώνει κατηγορηματικά στον εξεταστή της υπόθεσης αστυφύλακα 3967 Χρίστο Κημήτρη (Μ.Κ.3) πώς «... ο Ιάσωνας (τ)ου λέει ψέματα» (δείτε στο τεκμήριο 7). Οι ως άνω αντινομίες της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή και η κατηγορηματική διάψευση του κύριου μάρτυρος κατηγορίας από έτερο μάρτυρα κατηγορίας αφαιρούν από αυτήν κάθε ίχνος πειστικότητας «σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent Κ.Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου (ανωτέρω)]. Οι αντινομίες αυτές καθιστούν την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής «θνησιγενώς ελαττωματική» (δείτε, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. (ανωτέρω)]. Επί τη βάσει όλων των πιο πάνω διαπιστώνεται πώς η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Η 3η κατηγορία απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3η κατηγορία. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.