Δημοκρατία ν. Χριστάκη Πόγγουρου, Αρ. Υπόθεσης: 2300/15, 24/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:16 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2300/15 Μεταξύ: Δημοκρατία ν Χριστάκη Πόγγουρου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 24 Ιουλίου, 2015. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Ά. Ματθαίου. Για τον Κατηγορούμενο: Η κ. Μ. Μικελλίδου. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες πράξεων που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορίες 1 και 2), δύο κατηγορίες βαριάς σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και των άρθρων 4
(1)
(2)(ι) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορίες 3 και 4), μια κατηγορία πράξης με την οποία προκαλείται σωματική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 5), μια κατηγορία συμπεριφοράς με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 6) και μια κατηγορία απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91Α του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 7). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των επίδικων κατηγοριών - και που συνοψίζουν κατ' ουσίαν την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής - ο κατηγορούμενος, σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 10.1.15 και 15.1.15, στην Επαρχία Λάρνακας και με σκοπό την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στην συμβία του Ανδριανή Σταύρου [MK5] («η παραπονούμενη»), επιτέθηκε στην τελευταία παρανόμως, προκαλώντας σε αυτήν βαριά σωματική βλάβη (βλ. κατηγορίες 1, 3 και 6). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.2.15 και 5.3.15, στην Επαρχία Λάρνακας και με σκοπό πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης στην παραπονούμενη, επιτέθηκε στην τελευταία παρανόμως προκαλώντας σε αυτήν βαριά σωματική βλάβη (βλ. κατηγορίες 2, 4 και 5). Επίσης, ο κατηγορούμενος την 4.3.15 (σε διάσταση με τη μαρτυρία, η οποία ομιλεί για την 5.3.15), στην Επαρχία Λάρνακας προκάλεσε τρόμο και ανησυχία στην παραπονούμενη απειλώντας την με παράνομη πράξη, δηλαδή προτάσσοντας της το μαχαίρι-Τεκμήριο 4 και λέγοντας της: «εν να σου κόψω και τα δύο τα αυτιά σου». Είναι θέση του κατηγορούμενου πως όσα του καταλογίζονται από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ψευδή και εν πάση περιπτώσει ανεπαρκή για να οδηγήσουν σε καταδίκη του βάσει του κατηγορητηρίου. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9), σειρά γεγονότων που αφορούν σε διάφορες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικώς 12 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να καταθέσει ενόρκως και να καλέσει τρεις μάρτυρες προς υπεράσπιση του. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (συμπεριλαμβανομένου του κατηγορούμενου) και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και παραδεκτών γεγονότων (εκτός της δεύτερης σελίδας τού ιατρικού πιστοποιητικού-Τεκμήριο 17
(2), που κατά τους συνηγόρους παρεισέφρησε εκ παραδρομής), αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό - έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό μας - δίχως να απαιτείται εδώ (πλην μιας σύντομης περίληψης και για πρακτικούς κυρίως λόγους), η επανάληψη του συνόλου του μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, προκειμένου να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της Κατηγορούσας Αρχής. Με τον ίδιο τρόπο, ακολουθεί η σύνοψη της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και των μαρτύρων του. Όλες οι περικοπές από τα πρακτικά και τη γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε στη δίκη, αποτυπώνονται αυτούσια στην παρούσα, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Η αστυφύλακας Αγγελική Δαγκλή (ΜΚ1), κατέθεσε με υπόβαθρο τις γραπτές της καταθέσεις-Έγγραφα Α και Β, ως η ανακρίτρια της υπόθεσης, εξηγώντας και διευκρινίζοντας εκφάνσεις του ανακριτικού έργου και καταθέτοντας σειρά τεκμηρίων σχετιζομένων με την υπόθεση (βλ. Τεκμήρια 1-7). Η αστυφύλακας Αλεξία Παναγή (ΜΚ2), έδωσε μαρτυρία ως εκπαιδευμένη φωτογράφος στο Τμήμα Ανιχνεύσεως Εγκλημάτων. Επεξήγησε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης- Έγγραφο Γ, με αναφορά και στη δέσμη φωτογραφιών (Τεκμήριο 8). Ο αστυφύλακας Αλέξανδρος Ασημάκης (ΜΚ3), με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Δ, είπε για τη σύλληψη του κατηγορούμενου στις 11.3.15 και ώρα 08:30 στον Αστυνομικό Σταθμό Αραδίππου (βλ. Τεκμήριο 1), λέγοντας πως είχαν εξηγηθεί προς αυτόν κανονικώς, τα κατά το νόμο δικαιώματα του, πλην όμως τούτος αρνήθηκε να υπογράψει το σχετικό αστυνομικό έντυπο που του είχε δοθεί, ενασκώντας ωστόσο το δικαίωμα επικοινωνίας με την δικηγόρο του. Ο αστυφύλακας Βαρνάβας Κωνσταντινίδης (ΜΚ4), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Ε, αναφέρθηκε σε ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο της αστυνομικής διερεύνησης της υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένης και της εκτέλεσης εντάλματος έρευνας στην οικία του κατηγορούμενου στις 5.3.15 (βλ. Τεκμήριο 9). Η παραπονούμενη Ανδριανή Σταύρου (ΜΚ5), με επίκεντρο τις γραπτές της καταθέσεις-Έγγραφα ΣΤ, Ζ, Η και Θ, ανέλυσε τα επίδικα περιστατικά, καταλογίζοντας στον κατηγορούμενο όσα είναι που του επιρρίπτονται βάσει του κατηγορητηρίου. Η Στέλλα Σκουρουμούνη (ΜΚ6), με παραπομπή στο περιεχόμενο των γραπτών της καταθέσεων-Έγγραφα Ι και Ι1, έδωσε μαρτυρία ως υπεύθυνη ακτινογράφος στο Ακτινολογικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, κατέχοντας την ειδικότητα της τεχνολόγου-ακτινολόγου. Αναφέρθηκε στις ακτινογραφίες που λήφθηκαν από την παραπονούμενη, ως τα Τεκμήρια 5 και 6, αλλά και στον ιατρικό φάκελο της τελευταίας (βλ. Τεκμήριο 15). Η ακτινολόγος-ιατρική λειτουργός Αργυρώ Βασιλάκη (ΜΚ7), διευκρίνισε το περιεχόμενο της γραπτής της κατάθεσης (Έγγραφο ΙΑ), επεξηγώντας το περιεχόμενο των ακτινογραφιών-Τεκμήρια 5 και 6. Ο ωτορινολαρυγγολόγος Χατσίκ Κεσισιάν (ΜΚ8), επεξηγώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΒ, παρέσχε λεπτομέρειες των ωτικών τραυματισμών της παραπονούμενης, με ιδιαίτερη παραπομπή στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 8 και στο έγγραφο ιατρικής εξέτασης- Τεκμήριο 17
(1). Ο Δημήτρης Χρίστου (ΜΚ9), κατέθεσε ως ειδικευόμενος στη γενική χειρουργική στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας. Με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΙΓ, ανέλυσε τους τραυματισμούς στα αυτιά της παραπονούμενης όπως τους διαπίστωσε στις 5.3.15, στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών, δίνοντας συνάμα μαρτυρία και περί άλλων ιατρικών εξετάσεων στις οποίες προέβη αναφορικώς με την παραπονούμενη στις 15.1.15 και 2.2.
- Η ψυχίατρος Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΚ10), με βάση τη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΙΔ, είπε για εξέταση στην οποία προέβη σε σχέση με την παραπονούμενη στις 6.3.15, στο Ορθοπεδικό Τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας κατόπιν διατάγματος υποχρεωτικής εξέτασης. Ο αστυφύλακας Πέτρος Ελευθερίου (ΜΚ11), με παραπομπή στην γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΙΕ, περιέγραψε τα όσα εκτυλίχθηκαν μετά τον εντοπισμό της παραπονούμενης στο κατάστημα «Art Collection» επί της οδού Πετράκη Κυπριανού 3 στα Λειβάδια, το πρωί της 5.3.
- Ο Σάββας Σάββα (ΜΚ12), πατέρας της παραπονούμενης, με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΙΣΤ, έδωσε λεπτομέρειες γεγονότων που περιήλθαν εις γνώσιν του από την παραπονούμενη και που αφορούσαν σε πράξεις του κατηγορούμενου προς την τελευταία. Ο κατηγορούμενος, υιοθετώντας και το περιεχόμενο της ανακριτικής του κατάθεσης-Τεκμήριο 7, αμφισβήτησε τη μαρτυρία και εκδοχή της παραπονούμενης, παραθέτοντας τη δική του άποψη για τα πράγματα. Ο ψυχίατρος Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ2), κατέθεσε αναφορικώς με τις επιπτώσεις διαφόρων ναρκωτικών ουσιών (όπως οι μεθαμφεταμίνες και αμφεταμίνες), με αναφορά και σε αποσπάσματα σχετικής βιβλιογραφίας, ως τα Τεκμήρια 24-
- Ο Αντρέας Χαραλάμπους (ΜΥ3), έδωσε μαρτυρία περί του (φερόμενα κακού και ανήθικου) χαρακτήρα της παραπονούμενης με επικέντρωση στη χρήση από την τελευταία ναρκωτικών και την εκπόρνευση της προς τρίτους έναντι αμοιβής. Η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε στην αγόρευση της πως αποδείχθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό όλες οι επίδικες κατηγορίες. Η ευπαίδευτη δικηγόρος του κατηγορούμενου προέταξε πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις επίδικες κατηγορίες εναντίον του πελάτη της. Τόσο η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και η δικηγόρος του κατηγορούμενου, εφοδίασαν το Δικαστήριο με κείμενο της αγόρευσης τους κάτι που είχε ως αποτέλεσμα οι θέσεις που αναδίπλωσαν, να καταστούν ακόμη πιο κατανοητές και να περισωθεί τοιουτοτρόπως πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών όπου εκτιμούμε πως τούτο χρειάζεται, δίχως φυσικά να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495), ή καθήκον ενασχόλησης με μαρτυρία, διαζευκτικές εκδοχές ή πιθανότητες που προβάλλονται και κρίνονται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανες ή παράλογες (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται του δικαστικού έργου (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Είχαμε την ευκαιρία κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσουμε και να ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες (και τον κατηγορούμενο εννοείται), που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους - με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης - θέσαμε ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο κατά το οποίο η μαρτυρία αυτή ανέκυψε, την πηγή και κύρος των γνώσεων τους (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές, υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με μικροαντιφάσεις), τις όποιες προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές δηλώσεις τους, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας από μέρους τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αποτιμώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας τού κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχετίσαμε τη μαρτυρία αυτή με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260-261, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Εκεί όπου οι μάρτυρες προέβησαν σε αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις στη μαρτυρία τους (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία), ιχνηλατήσαμε τους λόγους που ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή τους, μη παραβλέποντας και την όποια ετοιμότητα των μαρτύρων αυτών να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλ. κατ' αναλογίαν, Τεβλετιάν και Άλλου v Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, Σάκκος v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510). Υπογραμμίζουμε - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις που αφορούν στην ενώπιον μας μαρτυρία - πως κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσεγγίσαμε την κάθε περίπτωση παράλειψης αντεξέτασης μάρτυρα (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως ενδεικτική έλλειψης συνέπειας στην προώθηση των αντίστοιχων θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, προβαίνοντας όμως, εμείς, σε αξιολόγηση τής κάθε τέτοιας περίπτωσης και σταθμίζοντας τα πράγματα με προσοχή αναλόγως της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 538, 544-545, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298, R v Hart
(1932)23 Cr App R 202, 207). Στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες είχαν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τον κατηγορούμενο ή με μέλη της οικογένειας του ή με την οικογένεια και φίλους της παραπονούμενης όπως για παράδειγμα, έγινε σε σχέση με τον πατέρα της παραπονούμενης, Σάββα Σάββα (ΜΚ12) και τον Αντρέα Χαραλάμπους (ΜΥ3), ήμασταν εξίσου προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης v Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224), καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χαμπή ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Σε σχέση με τους πραγματογνώμονες μάρτυρες - Αλεξία Παναγή (ΜΚ2), Στέλλα Σκουρουμούνη (ΜΚ6), Αργυρώ Βασιλάκη (ΜΚ7), Χατσίκ Κεσισιάν (ΜΚ8), Δημήτρη Χρίστου (ΜΚ9), Άρτεμη Καλυβωκά (ΜΚ10) και Κυριάκο Βερεσιέ (ΜΥ2) - δεν θεωρήσαμε (κατά την αξιολόγηση), τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο κατ' ακολουθίαν σαφών υποδείξεων της νομολογίας επί του θέματος, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες μια και κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναφορικώς με κάποιους εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν στην παρούσα υπόθεση - συμπεριλαμβανομένης της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου - αυτοπροειδοποιηθήκαμε καταλλήλως σε σχέση με τον προβαλλόμενο από τα αντίστοιχα μέρη (κακό) τους χαρακτήρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Liatsos v The Police
(1968)2 CLR 15, 21-23). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων - ασχέτως αν κάποιοι από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πραγματογνώμονες επί όσων κατέθεσαν - την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Σε αντίθεση με τον κατηγορούμενο και τον Αντρέα Χαραλάμπους (ΜΥ3) - με τους οποίους ενασχολούμαστε λίγο πιο κάτω - οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής και ο Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ2), μας δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί. Δεν αμφιταλαντεύονταν. Απαντούσαν με ευθύτητα. Δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Η μαρτυρία τους (ιδιαίτερα εκείνη της παραπονούμενης), κρινόμενη στην ολότητα της αλλά και μεμονωμένως, συνήδε και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε στα λεγόμενα τους και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός μάλιστα να αποτελεί και δείγμα απουσίας αθέμιτης συνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων για το τι είναι που θα έλεγαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Άλλωστε, γνωρίζουμε και ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, πως η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να ταυτίζεται απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι κάποιες διαφορές στη μαρτυρία τους - αναλόγως του είδους των διαφορών αυτών - είναι αναπόφευκτες (βλ. κατ' αναλογίαν, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Μόλο που δεν προκύπτει οποιαδήποτε ιδιαίτερη ανάγκη ενασχόλησης με τη μαρτυρία οιουδήποτε των μαρτύρων που κρίναμε ως αξιόπιστους - και τούτο επειδή τίποτε το ουσιώδες δεν ανακύπτει από τις τοποθετήσεις είτε της Κατηγορούσας Αρχής είτε της Υπεράσπισης σε σχέση με τη μαρτυρία των μαρτύρων αυτών (και πρωτίστως εκείνης των μαρτύρων κατηγορίας) - θεωρούμε ορθό να ενασχοληθούμε με τέσσερεις πτυχές οι οποίες καθάπτονται της αξιοπιστίας της παραπονούμενης ως μάρτυρος. Η πρώτη πτυχή, αφορά στην ψυχοσωματική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η παραπονούμενη ενώ έδινε τη μαρτυρία της για τρίτη συνεχιζόμενη δικάσιμο (στις 23.4.15). Τη μέρα εκείνη και ενώ αντεξεταζόταν εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου (έχοντας προηγουμένως εγκριθεί αίτημα της, με συναίνεση Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης, για συνέχιση της μαρτυρίας της χωρίς τη χρήση κλειστού κυκλώματος τηλεόρασης), η μάρτυς εγκατέλειψε το εδώλιο τρέχοντας έξω από τη δικαστική αίθουσα δίχως να επιστρέφει τη μέρα εκείνη για να συνεχιστεί η διαδικασία. Η εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε τότε αναβολή της υπόθεσης επειδή, ως είπε, κατά το διάλειμμα «. κατά τη διακοπή της διαδικασίας, ρώτησα τη μάρτυρα για ποιο λόγο αντέδρασε με αυτό τον τρόπο και μου έχει απαντήσει ότι πήρε ηρεμιστικά φάρμακα, αλλά πήρε πολλά δυστυχώς. Φαίνεται η κατάσταση της ότι. δεν μπορούσε ούτε να περπατήσει έξω από την αίθουσα.». Όταν η παραπονούμενη παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για να συνεχιστεί η αντεξέταση της στις 30.4.15, απολογούμενη προς το Δικαστήριο, δήλωσε σχετικώς με το όλο ζήτημα και τις περιστάσεις που την οδήγησαν στο να εγκαταλείψει την αίθουσα στις 23.4.15, πως: «. έχω πάρει αρκετά ηρεμιστικά γιατί δεν είμαι ήρεμη πλέον και 15 λεπτά πριν φύγω ενεργήθηκαν κάπως διαφορετικά, έχω και χαρτιά από το νοσοκομείο αν θέλετε μπορώ να σας το δώσω». Επέκεινα, η κ. Μικελλίδου συνέχισε την αντεξέταση της παραπονούμενης δίχως να ενασχοληθεί καθοιονδήποτε ουσιαστικό τρόπο με την πτυχή αυτή των πραγμάτων, επιλέγοντας για πρώτη φορά να εγείρει ζήτημα παρενεργειών ηρεμιστικών φαρμάκων στη δυνατότητα μάρτυρα (κατά συνειρμό, της παραπονούμενης), να παρουσιάζει τη μαρτυρία του ενώπιον Δικαστηρίου, στην ψυχίατρο Άρτεμη Καλυβωκά (ΜΚ10). Ως βάση των ερωτήσεων της δικηγόρου προς την μάρτυρα, χρησιμοποιήθηκε (το προτασσόμενο ως γεγονός, το οποίο όμως παρέμεινε αναπόδεικτο), πως η παραπονούμενη είχε λάβει κατά την κρίσιμη εκείνη ημερομηνία (στις 23.4.15) «.10 χάπια ζάναξ.». Η Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΚ10) σημείωσε, δίχως να αμφισβητηθεί, πως ακόμη και «.μονοκοπανιάς, εκείνη την στιγμή όλα» (ως εισηγήθηκε η κ. Μικελλίδου), να λαμβάνονταν από την παραπονούμενη τα χάπια αυτά, τούτο το γεγονός μπορούσε να δημιουργήσει στην τελευταία, υπερδιέγερση παρά οποιοδήποτε άλλο σύμπτωμα. Δεν υποβλήθηκε στην μάρτυρα από την αντεξετάζουσα ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης είχε τωόντι επηρεαστεί ή θα μπορούσε να επηρεαστεί (εξαιτίας της φαρμακευτικής αυτής περίστασης), αναφορικώς, με την αλήθεια αυτών που έλεγε η παραπονούμενη, τον ειρμό των σκέψεων της, τη μνήμη της ή με οποιαδήποτε άλλη παράμετρο δυνητικώς καθοριστική της αξιοπιστίας της. Παρεμβάλλουμε, πως παρόμοιες θέσεις με αυτές της Αρτέμιδος Καλυβωκά (ΜΚ10), διατύπωσε και ο ψυχίατρος Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ1), ο οποίος δήλωσε πως οι παρενέργειες των υπό αναφορά χαπιών (στην ποσότητα που συζητούμε) «.εξαρτάται από την κατάσταση που έχει κάποιος...». Σημείωσε ο μάρτυς, ότι μια δόση 10 χαπιών «ζάναξ» χαρακτηρίζεται ως «.υπερβολική δόση» και πως το άτομο που την λαμβάνει (και δεν μιλούσε εξατομικευμένα για την παραπονούμενη επειδή δεν την είχε εξετάσει) «.θα έχει βραδυψυχισμό πολλά πιθανόν και πολλά πράγματα ακόμα και από πλευράς της μνήμης αναφέρεται ότι δεν θα μπορεί να ανταποκριθεί και αντιδρά με μια βραδύτητα σε όλα, η αντίληψη μπορεί να είναι του χώρου, πιο δύσκολη παρά αν ήταν χωρίς φάρμακα». Στη βάση των ανωτέρω, καταλήγουμε πως η μαρτυρία της παραπονούμενης (ως τούτη εδόθη στις 23.4.15), ήταν πηγαία και ποσώς επηρεασμένη από τα όσα όψιμα διατείνεται η Υπεράσπιση επί της θεματικής αυτής, ως έχουμε ήδη αναλύσει. Απολήγοντας στο πιο πάνω, συγκρίναμε (αυτοπροειδοποιούμενοι δεόντως ως εκ των πραγμάτων), τη συμπεριφορά της παραπονούμενης στο εδώλιο (και τη λεπτομέρεια των όσων εξέφραζε), με τον τρόπο που κατέθετε (και τα όσα δήλωνε ενώπιον μας στη μαρτυρία της), πριν από την 23.4.15, αλλά και μετά την ημερομηνία αυτή μέχρι και την περάτωση της επανεξέτασης της. Η δεύτερη πτυχή, σχετίζεται με τη σταθερή θέση της παραπονούμενης σε όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, πως παρόλο που κακοποιείτο από τον κατηγορούμενο, εντούτοις επέλεγε εκουσίως να παραμένει μαζί του, γεγονός που, κατά την Υπεράσπιση, δεν μπορεί παρά να αποτελέσει ένδειξη αναξιοπιστίας της ως μάρτυρα. Καθηκόντως είναι που πραγματευτήκαμε το επιχείρημα αυτό της κ. Μικελλίδου, για να καταλήξουμε παρά ταύτα πως τούτο δεν ευσταθεί. Επεξηγούμε. Ποτέ δεν αποτέλεσε την ουσία της μαρτυρίας της παραπονούμενης το κατά πόσο μπορούσε ή δεν μπορούσε, ως ζήτημα πραγματικής δυνατότητας, να ξεφύγει μια και καλή από τον κατηγορούμενο. Ασφαλώς και μπορούσε. Το έπραξε εξάλλου αρκετές φορές. Τούτο, ακριβώς, ενδυναμώνει έτι περισσότερον τη θέση της πως ο λόγος για τον οποίο δεν ήθελε ή και δεν μπορούσε να παραμείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα μακριά από τον κατηγορούμενο, ήταν ο φόβος που ένιωθε πως ο τελευταίος θα έβλαπτε την ίδια και την οικογένεια της (και ιδιαίτερα το παιδί της). Δεν ήταν όμως μόνο αυτός ο λόγος που την έφερνε ξανά και ξανά πίσω στον κατηγορούμενο. Ήταν και ο εθισμός της στα ναρκωτικά, με τον κατηγορούμενο να την προμηθεύει με αυτά αφειδώλευτα και δίχως χρηματική χρέωση. Ήταν και η αγάπη της για τον κατηγορούμενο - ένα ψήγμα της οποίας αποτυπώνεται σε μία από τις σελίδες επιστολής που του είχε αποστείλει γύρω στις 15.1.15 (βλ. Τεκμήριο 12) - αλλά και η ευγενής της προσδοκία πως τούτος θα μπορούσε σε κάποια στιγμή να βελτιώσει τη συμπεριφορά του έναντι της για να μπορέσει επιτέλους να στεριώσει η σχέση τους. Η καθεμία περίπτωση στην οποία παρέπεμψε η κ. Μικελλίδου στην αγόρευση της επί του αναλυόμενου θέματος, μολονότι αξιολογήθηκε, δεν θα μπορούσε (και έτσι είναι που έγινε), να οδηγήσει στα συμπεράσματα και ευρήματα που τούτη επιθυμούσε, για τους λόγους που εκθέσαμε. Η τρίτη πτυχή, άπτεται του γεγονότος πως η παραπονούμενη έδωσε τέσσερεις γραπτές καταθέσεις προς την Αστυνομία στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης. Η ανακριτική αυτή διαχείριση - και το σημειώνουμε επειδή αφέθηκαν κάποιες αιχμές από την κ. Μικελλίδου κατά την αντεξέταση της παραπονούμενης - καθόλου δεν συνδέθηκε από την Υπεράσπιση με περιστάσεις που θα μπορούσαν να κατατείνουν ευλόγως στο ότι η παραπονούμενη ψευδόταν ή δεν είχε επίγνωση αυτών περί των οποίων κατέθετε προς τους ανακριτές, ή ακόμη, στο ότι το ανακριτικό έργο δεν ήταν ικανοποιητικό. Ακριβώς το αντίθετο. Η περιγραφόμενη λειτουργία, κατέστην επιτακτική στην προκειμένη περίπτωση, λόγω των ζωντανών και εγγενώς μεταβαλλόμενων ανακριτικών αναγκών, δίχως να προκύπτει από τούτο κάτι το μεμπτό είτε σε σχέση με το ανακριτικό έργο (που υπήρξε δίκαιο και ορθό), είτε σε σχέση με τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στη δίκη και στις γραπτές της καταθέσεις-Έγγραφα ΣΤ, Ζ, Η και Θ. Η τέταρτη πτυχή, έχει να κάνει με τη θέση της παραπονούμενης κατά τη δίκη πως κάποιες λεπτομέρειες που παρέθεσε στη μαρτυρία της δεν περιλήφθηκαν ευθύς εξαρχής σε οποιαδήποτε από τις τέσσερεις γραπτές της καταθέσεις προς την Αστυνομία, ως τα Έγγραφα ΣΤ, Ζ, Η και Θ. Αξιολογώντας τη μαρτυρία της παραπονούμενης και υπό αυτή την οπτική, εκτιμήσαμε με προσοχή την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς της σε γεγονότα ή στοιχεία στις εν λόγω γραπτές της καταθέσεις τα οποία επέλεξε να παραθέσει μόνο κατά τη μαρτυρία της στην ακροαματική διαδικασία. Εξήγησε πως μπορούσε πλέον να θυμηθεί κάποιες λεπτομέρειες λόγω της μεσολαβήσασας απεξάρτησης της από τα ναρκωτικά (χωρίς αυτό, προσθέτουμε, να υπονοεί με οποιοδήποτε τρόπο πως τα όσα είχε πει η παραπονούμενη στις γραπτές της καταθέσεις-Έγγραφα ΣΤ, Ζ, Η, Θ, δόθηκαν υπό την επήρεια ναρκωτικών σε βαθμό που τούτα να μην ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα). Λειτουργώντας τοιουτοτρόπως, δεν εντοπίσαμε κάτι που να παραπέμπει είτε σε διάθεση ψεύδους είτε σε ύπαρξη δόλιων κινήτρων από μέρους της παραπονούμενης. Πράττοντας έτσι, είχαμε κατά νουν και την ευρύτερη νομική αρχή (απόρροια κοινής λογικής), ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση οποιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναποδράστως σε απόρριψη της μαρτυρίας του, η οποία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς εδώ (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19). Ο κατηγορούμενος μάς προξένησε πολύ αρνητική εντύπωση. Ήταν ασαφής, αμφίλογος, αντιφατικός και ανακόλουθος. Οι απαντήσεις του (όπως θα αναπτύξουμε αμέσως πιο κάτω) χαρακτηρίζονταν κατά κανόνα (ακόμη και κατά την κυρίως εξέταση), από διστακτικότητα και μια αισθητή προσπάθεια απομάκρυνσης από οτιδήποτε θα μπορούσε δυνητικώς να καταταχθεί ως βλαπτικό για την εκδοχή και συμφέροντα που προωθούσε. Εξηγούμε. Ο κατηγορούμενος δήλωσε στην αντεξέταση ότι η παραπονούμενη εγκατέλειψε την οικία τους στις 15.1.15 σαν δεν είχαν τσακωθεί, ενώ σε κατοπινό στάδιο μετέβαλε την εκδοχή του ισχυριζόμενος πως τη μέρα εκείνη είχε μεταβεί στην οικία του πατέρα της παραπονούμενης Σάββα Σάββα (ΜΚ12), για να συζητήσει με τον τελευταίο τους λόγους για τους οποίους είχε καβγαδίσει με την παραπονούμενη «. και έσπασα τα πλευρά τάχα της κόρης του». Η αντίφαση έχει τη σημασία της δεδομένου ότι αφορά σε επίδικο περιστατικό βάσει του κατηγορητηρίου και αποτελεί και τούτη μια από τις πολλές εμφανείς προσπάθειες του κατηγορούμενου να αποστασιοποιηθεί από ό,τι θα μπορούσε ενδεχομένως να τον εμπλέξει σε όσα του προσάπτονται. Είχε πει επίσης ο κατηγορούμενος κατά την κυρίως εξέταση, ότι στις 5.3.15, δεν είχε χρησιμοποιήσει χειροπέδες ούτε ο ίδιος αλλά μήτε και η παραπονούμενη για να δεθούν μεταξύ τους. Παρ΄ όλα αυτά, στην Απάντηση 28 της ανακριτικής του κατάθεσης-Τεκμήριο 7, παραδέχθηκε ότι πράγματι στις 5.3.15, ήταν δεμένος «. με χειροπέδα πάνω στο πόδι» (μαζί με την παραπονούμενη). Όταν κατά την αντεξέταση, του υποδείχθηκε πολύ εύστοχα από την κ. Ματθαίου η αντιφατικότητα της θέσης του, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε πως είχε πει ψέματα επί της πτυχής αυτής στην ανακριτική του κατάθεση-Τεκμήριο 7, για να καλυφθεί («.ήταν ένα ψέμα που είπα και εγώ. για να καλύψω το τομάρι μου από εκείνην την κυρία που μου σύναψε εκείνες τες κατηγορίες...»). Περαιτέρω, στην κυρίως εξέταση του, ο κατηγορούμενος δήλωσε πως είχε χτυπήσει την παραπονούμενη μια και μόνο φορά, δίνοντάς της μια «.πατσαρκά. γιατί χάθηκαν τα ρούχα μου.». Μάλιστα δε, τη θέση αυτή ο κατηγορούμενος την είχε προτάξει και στην Απάντηση 12 της ανακριτικής του κατάθεσης-Τεκμήριο 7. Μολαταύτα, κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε πως είχε χαστουκίσει την παραπονούμενη σε περισσότερες από μια περιπτώσεις. Δικαιολογώντας την πασιφανή ανακολουθία στις εκδοχές του, ισχυρίστηκε (με καθόλου πειστικό τρόπο θα πρέπει να πούμε έχοντας παρατηρήσει τις αντιδράσεις του στο εδώλιο του μάρτυρα πολύ προσεκτικά), ότι δεν επρόκειτο περί ουσιώδους αντίφασης, επειδή «.εν ο ένας τζιαι οι δύο πάτσοι κύριε; Έδωσα 1-2 πάτσους, παραδέχομαι, είναι πράγμα φανερό, δεν μπορώ να σας περιπέξω». Περιττεύουν νομίζουμε τα οποιαδήποτε άλλα σχόλια επί της απάντησης αυτής. Επιπροσθέτως, μια ακόμη (μικρή) ένδειξη της γενικότερης στάσης και διάθεσης του κατηγορούμενου να επιλέγει κατά τη μαρτυρία του, την ψευδολογία και την ανειλικρίνεια, αποτέλεσε και η παραδοχή του στην αντεξέταση, πως ενώ είχε δηλώσει στην ανακριτική του κατάθεση- Τεκμήριο 7 (Απάντηση 5), πως δεν εργαζόταν, στην πραγματικότητα εργαζόταν και μάλιστα έναντι εισοδήματος και ότι ο λόγος που είπε ψέματα (όπως παραδέχτηκε), ήταν επειδή λάμβανε επίδομα από το Γραφείο Ευημερίας. Υπογραμμίζουμε - και τούτο έχει τη δική του σημασία ασφαλώς - πως ο κατηγορούμενος είχε υιοθετήσει την ανακριτική του κατάθεση-Τεκμήριο 7 κατά την κυρίως εξέταση, τονίζοντας μάλιστα πως εκεί είναι «.αλήθειες που λαλώ». Απορρίπτουμε τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορούμενου, ως αναξιόπιστη. Καταλήγοντας στα περί αναξιοπιστίας του κατηγορούμενου, λάβαμε υπόψη και τα όσα προβλήθηκαν ως δεικτικά του φερόμενα κακού του χαρακτήρα (όπως η παρουσιαζόμενη και ενίοτε προτασσόμενη και από τον ίδιο, προηγούμενη καταδίκη του σε πολυετή φυλάκιση), δίχως εν προκειμένω να διαγνώσουμε - κατόπιν των απαιτούμενων αυτοπροειδοποιήσεων - οποιοδήποτε λόγο που θα μπορούσε να επηρεάσει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα στην παρούσα διαδικασία ως εξ΄ αυτού του λόγου και μόνον (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v McLeod
(1994)3 All ER 254), με δεδομένο βεβαίως, πως η προηγούμενη αυτή καταδίκη δεν θα μπορούσε ποτέ να οδηγήσει άνευ εταίρου στην καταδίκη του κατηγορούμενου ή να αμβλύνει καθοιονδήποτε τρόπο το τεκμήριο αθωότητας που τον περιβάλλει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v X
(2012)EWCA Crim 2276). Ομοίως, αποφαινόμαστε σε σχέση και με τα όσα λέχθηκαν αναφορικώς με τον υποτιθέμενο (κακό και ανήθικο) χαρακτήρα της παραπονούμενης, προβαίνοντας και πάλι στις επιβαλλόμενες αυτοπροειδοποιήσεις (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Enriu
(2011)All ER (D) 96). Ο Ανδρέας Χαραλάμπους (ΜΥ3), ήρθε στο Δικαστήριο με μοναδικό στόχο (δρομολογημένο όπως πολύ σωστά προσδιόρισε η κ. Ματθαίου), να υποστηρίξει, με αθέμιτο τρόπο, θέσεις του κατηγορούμενου περί του κακού και ανήθικου χαρακτήρα της παραπονούμενης, όπως λόγου χάριν ότι τούτη ήταν χρήστης ναρκωτικών (κάτι βεβαίως που παραδέχθηκε και η ίδια) και ότι «.είναι πουτάνα . και πουλιέται» (με αμφιλεγόμενο το χρόνο που η δήλωση του αυτή αφορά). Όταν ο μάρτυς κλήθηκε να αιτιολογήσει την τελευταία αυτή αναφορά του, δήλωσε πως δεν μπορούσε να το πράξει επειδή, δήθεν, δεν ήταν σε θέση να μιλήσει και να αποκαλύψει την ταυτότητα φίλου του με τον οποίο η παραπονούμενη «.έκαμε σεξ.» και αυτό επειδή, καθώς μας πληροφόρησε ο μάρτυς, ο τελευταίος ήταν «.παντρεμένος. και η γυναίκα μου είναι εδώ στην αίθουσα.». Η κρίση μας περί της αξιοπιστίας του Ανδρέα Χαραλάμπους (ΜΥ3), διαμορφώθηκε μετά και από αποτίμηση του γεγονότος πως η παραπονούμενη - και ήδη το θίξαμε αυτό επιγραμματικά πιο πάνω - δεν αμφισβήτησε στη δική της μαρτυρία το ότι, μέχρι που γνώρισε τον κατηγορούμενο, επιδιδόταν σε ενέργειες που θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως πράξεις εκπόρνευσης, ποτέ όμως κατά τη διάρκεια της σχέσης της με τον τελευταίο, κάτι που δεχόμαστε. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του Ανδρέα Χαραλάμπους (ΜΥ3), ως αναξιόπιστη. Προχωρούμε με τη διατύπωση των ευρημάτων μας. Η παραπονούμενη (γεννηθείσα την 19.2.87), γνώρισε τον κατηγορούμενο (γεννηθέντα την 28.11.76), μέσω τρίτου προσώπου, περί τον Νοέμβριο
- Η σχέση τους προχώρησε ταχέως, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να συμβιώνουν ως ανδρόγυνο στις 26.11.14, στην οικία του κατηγορούμενου στην οδό Πετράκη Κυπριανού 3 στα Λειβάδια, η οποία κατέστη πλέον η οικογενειακή τους κατοικία, κατά τα προνοούμενα στο άρθρο 2 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/
- Όταν γνώρισε τον κατηγορούμενο, η παραπονούμενη είχε ήδη μία θυγατέρα ηλικίας 7 ετών περίπου (η οποία διέμενε με την μητέρα της παραπονούμενης που ήταν και η κηδεμόνας του παιδιού λόγω της εξάρτησης τής παραπονούμενης από τα ναρκωτικά) και δούλευε τα βράδια σε μπυραρία. Όταν η παραπονούμενη άρχισε να διαμένει με τον κατηγορούμενο, σταμάτησε να δουλεύει κατόπιν επιθυμίας του τελευταίου ο οποίος ήθελε να την φροντίζει αποκλειστικώς. Η παραπονούμενη γνώριζε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους πως ο κατηγορούμενος ήταν χρήστης ναρκωτικών (crystal meth), όπως κα η ίδια. Τα ναρκωτικά αυτά, η παραπονούμενη τα εξασφάλιζε από τον κατηγορούμενο χωρίς να χρειάζεται να τον πληρώνει. Η σχέση τους άρχισε με τους καλύτερους οιωνούς (τουλάχιστον όπως έβλεπε τα πράγματα η παραπονούμενη), η οποία ένιωθε ευτυχισμένη επειδή ο κατηγορούμενος τής συμπεριφερόταν πολύ καλά. Δυστυχώς όμως, τα προβλήματα στη σχέση τους δεν άργησαν να δημιουργηθούν. Περί το Δεκέμβριο 2014, ο κατηγορούμενος άρχισε να ζηλεύει την παραπονούμενη και να παραπονιέται πως χάνονταν από την οικογενειακή κατοικία διάφορα ρούχα και λεφτά, κατηγορώντας την πως τα έκλεβε και πως διατηρούσε ερωτική σχέση με άλλο άνδρα και ότι τον συναντούσε μετά που υπνώτιζε τον κατηγορούμενο στην οικογενειακή κατοικία (γεγονός αναληθές και εκπορευόμενο ίσως από τις επιδράσεις της χρήσης των ναρκωτικών/μεθαμφεταμινών στην οποία προέβαινε). Ο κατηγορούμενος άρχισε να γίνεται βίαιος προς την παραπονούμενη. Ξεκίνησε με το να την χαστουκίζει στο πρόσωπο, με τη βία να κορυφώνεται περί τα μέσα Ιανουαρίου 2015, οπόταν (όπως πολύ παραστατικά το έθεσε η παραπονούμενη στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΣΤ), άρχισε το αληθινό «.το ξύλο.». Την άρπαζε από το κεφάλι και την κτυπούσε στο πάτωμα γρονθοκοπώντας την στα μάτια δίχως αυτή να μπορεί να αντιδράσει. Της έπαιρνε το κινητό τηλέφωνο για να μην μπορεί να επικοινωνεί με την οικογένεια της και την φοβέριζε προξενώντας της τρόμο και ανασφάλεια πως, εάν τον εγκατέλειπε, τα πράγματα για την ίδια και το παιδί της θα επιδεινώνονταν, με απρόβλεπτες συνέπειες. Γύρω στις 11.1.15 και ενώ το ζεύγος βρισκόταν στην οικογενειακή κατοικία, ο κατηγορούμενος επιτέθηκε στην παραπονούμενη γρονθοκοπώντας την στα πλευρά και ρίχνοντας την στο δάπεδο, καθήμενος πάνω της και αρπάζοντας την από το λαιμό. Ένεκα των κτυπημάτων του κατηγορούμενου (μέλους της οικογένειας) επί της παραπονούμενης (επίσης μέλους της οικογένειας), προκλήθηκε στην παραπονούμενη βαριά σωματική βλάβη (ως τούτη ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), δηλαδή, κατάγματα στην 1η, 7η, 8η και 9η αριστερή πλευρά, τα οποία διαπιστώθηκαν ιατρικώς στις 15.1.15 (βλ. Τεκμήριο 6) και στις 2.2.15 [βλ. Τεκμήριο 15] (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Christou v The Police
(1972)2 CLR 38, 40). Αυτή η βαριά σωματική βλάβη, προκλήθηκε με την απαιτούμενη πρόθεση από μέρους του κατηγορούμενου συμφώνως των προνοιών του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 4
(1)
(2)(ι) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/00 (βλ. κατηγορία 3), όχι όμως με τρόπο που να αποδεικνύει το κακούργημα της πρόθεσης πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης, βάσει του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, μια και η εμβέλεια και περιεχόμενο της σχετικής αξιόπιστης μαρτυρίας, δεν αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ύπαρξη (στους κρίσιμους χρόνους), της απαιτούμενης προς τούτο ειδικής πρόθεσης διάπραξης του εν λόγω κακουργήματος από τον κατηγορούμενο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αχτάρ και Άλλων ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, 421-422), με αποτέλεσμα τούτος να δικαιούται σε απαλλαγή και αθώωση στην αντίστοιχη κατηγορία (βλ. κατηγορία 1). Στις 15.1.15, ο κατηγορούμενος κλείδωσε την παραπονούμενη στο δωμάτιο της οικογενειακής κατοικίας για να μην μπορεί να διαφύγει. Αίτιο της ενέργειας του αυτής ήταν το ότι ήθελε να συνευρεθεί σεξουαλικώς μαζί με την παραπονούμενη τη μέρα εκείνη, με την τελευταία να αντιτίθεται. Η παραπονούμενη (τραυματισμένη ούσα στο αριστερό πλευρό λόγω των κτυπημάτων που είχε δεχθεί από τον κατηγορούμενο περί την 11.1.15, ως έχουμε ήδη αποφανθεί με αναφορά στην κατηγορία 3 [βαριά σωματική βλάβη]), κατόρθωσε να αποδράσει από το δωμάτιο, πηδώντας από τη βεράντα και πατώντας πρώτα σε «.σημιντήρι» που βρισκόταν ενδιαμέσως της βεράντας και του καταστήματος κάτωθεν της οικογενειακής κατοικίας, δίχως να υποστεί οποιοδήποτε περαιτέρω τραυματισμό αφού η απόσταση από το σημείο που πήδηξε, μέχρι το έδαφος, το επέτρεπε. Τηλεφώνησε προς τον πατέρα της Σάββα Σάββα (ΜΚ12) και του είπε να έρθει να την παραλάβει από φούρνο της περιοχής. Όταν ήρθε ο πατέρας, η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη, τρομοκρατημένη και αγχωμένη. Παραπονιόταν για πόνους στις πλευρές, με αποτέλεσμα ο Σάββας Σάββα (ΜΚ12) να την μεταφέρει στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και διαπιστώθηκε πως είχε υποστεί τα προρρηθέντα κατάγματα (από τα κτυπήματα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο περί την 11.1.15). Η παραπονούμενη παρέμεινε στην οικία του πατέρα της για τρεις περίπου μέρες δίχως να καταγγείλει τον κατηγορούμενο στην Αστυνομία διότι τον αγαπούσε. Στη συνέχεια (γύρω στις 19.1.15), επέστρεψε στην οικογενειακή κατοικία, όχι μόνο για να πάρει τη δόση της (σε ναρκωτικά) αλλά και επειδή αγαπούσε τον κατηγορούμενο και παράλληλα τον φοβόταν μια και τούτος της τηλεφωνούσε συνεχώς και την ενοχλούσε απειλώντας την για τη ζωή της. Η παραπονούμενη τελούσε σαφώς υπό το κράτος σύγχυσης, μη γνωρίζοντας (όπως χαρακτηριστικά ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση), «. ποιο ήταν το σωστό και ποιο το λάθος, αλλά αγαπούντον και είπα να του δώσω μια ευκαιρία ότι θα άλλαζε.». Συμφώνησαν μεταξύ τους να δώσουν ακόμη μία ευκαιρία στη σχέση τους. Εντός όμως των επόμενων λίγων ημερών, ο κατηγορούμενος άρχισε και πάλι να την κατηγορεί (παντελώς αβάσιμα), πως του έκλεβε τα ρούχα, αρχίζοντας και πάλι να την κτυπά. Το βράδυ της 2.2.15, ο κατηγορούμενος μετέφερε την παραπονούμενη με το αυτοκίνητο του από την οικογενειακή κατοικία, στην οικία του πατέρα της Σάββα Σάββα (ΜΚ12) στις Κόκκινες. Σαν έφθασαν εκεί και στην προσπάθεια της παραπονούμενης να εξέλθει του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος την τράβηξε από το λαιμό για να την αποτρέψει από του να εξέλθει. Συγχρόνως, ο κατηγορούμενος ξεκίνησε το αυτοκίνητο και ενώ τούτο κινείτο, η παραπονούμενη πετάχτηκε έξω από αυτό θέλοντας να ξεφύγει από τον κατηγορούμενο. Επακόλουθο τούτου ήταν να κτυπήσει στο κεφάλι. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε αμέσως το αυτοκίνητο, κατευθύνθηκε προς το μέρος της παραπονούμενης, την πήρε στα χέρια και την μετέφερε στο Τμήμα Α΄ Βοηθειών του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας, όπου και η τελευταία εγχειρίστηκε στο δεξί αυτί και της έγινε συρραφή στο κεφάλι. Κατά παρέκβαση, σημειώνουμε πως ο τραυματισμός της παραπονούμενης στο δεξί αυτί (και η συνακόλουθη εγχείριση), δεν συνδέθηκε επαρκώς με οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη του κατηγορούμενου παρόλο που ο τελευταίος αρκετές φορές είναι που κτυπούσε την παραπονούμενη και στα δύο αυτιά. Η παραπονούμενη παρέμεινε κλινήρης στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας μέχρι την 7.2.15. Τη μέρα εκείνη, εξήλθε του νοσοκομείου μετά από δική της επιθυμία. Στις 12.2.15, μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης μαζί με τον πατέρα της και κατήγγειλε το περιστατικό. Δεν επιθυμούσε όμως την προσαγωγή του κατηγορούμενου στο Δικαστήριο επειδή τον φοβόταν και διότι θεωρούσε πως τούτη είναι που έφταιγε επειδή πετάχτηκε από το αυτοκίνητο με τον τρόπο που εξηγήσαμε. Καθημερινώς και για μια περίπου εβδομάδα πριν από την 5.3.15, ο κατηγορούμενος κτυπούσε βίαια και παράνομα την παραπονούμενη σε διάφορα μέρη του σώματος της «. μέχρι αηδίας.» (όπως είπε η τελευταία κατά την αντεξέταση), δένοντας την μάλιστα κάποιες φορές (κάτι που ο κατηγορούμενος άρχισε να πράττει μετά την 15.1.15) και σε κολόνα που βρισκόταν σε διάδρομο της οικογενειακής κατοικίας (ακόμη και γυμνή) και χαστουκίζοντας την στο πρόσωπο ώσπου να αιμορραγήσει. Την έβαζε να αγκαλιάζει την κολόνα και ακολούθως της έδενε τα χέρια με χειροπέδες ώστε να μην μπορεί να διαφύγει και να περιορίζεται απλώς σε περιμετρικές κινήσεις (γύρω από την κολόνα), προσπαθώντας να αποφύγει (ματαίως) τα κτυπήματα του κατηγορούμενου (λέγοντας μας επί τούτω η παραπονούμενη εμφανώς ταραγμένη κατά την αντεξέταση, πως «Έπαιρνα αγκαλιά μια κολόνα τζιαι έμενε λίγος αέρας για να μπορέσω να κινούμε τα χέρια μου, να δίνω γύρους - γύρους της κολόνας για να μεν πλησιάζει να με.» και ότι «Με έδενε στην κολόνα όταν ξυπνούσε και δεν με έβρισκε δίπλα του στο κρεβάτι και άρχιζε θα εκνευρίζεται. Και γυμνή πάνω στην κολόνα με έχει δέσει και μου είπε πώς θα με αφήσει εκεί μέσα διμμένη χωρίς φαγητό, χωρίς ποτό, χωρίς να. χωρίς να με βρει κανείς και κάποια μέρα, κάποιος θα έψαχνε να με βρει και θα με έβρισκαν εκεί μέσα νεκρή»). Στις 5.3.15 και γύρω στις 08:00 και επειδή ήσαν τσακωμένοι μεταξύ τους - μόλις τα ξημερώματα της 5.3.15, ήταν που ο κατηγορούμενος προέταξε προς αυτήν το μαχαίρι (Τεκμήριο 4), απειλώντας την με παράνομη πράξη και προκαλώντας σε αυτήν (δικαιολογημένη και σίγουρα όχι εξωπραγματική ως εκ των συνθηκών που περιστοίχισαν το συμβάν), ανησυχία και τρόμο, λέγοντας της: «εν να σου κόψω και τα δύο τα αυτιά σου», κατά τρόπο αποδεικτικό των συστατικών στοιχείων του αδικήματος της απειλής, κατά παράβαση του άρθρου 91(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, που αποτελεί το αντικείμενο της Κατηγορίας 7 (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νετζιήπ ν Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 1, 6) - η παραπονούμενη κατόπιν οδηγιών του κατηγορούμενου, πήρε ένα ζεύγος χειροπέδων (που δεν εντοπίστηκαν ποτέ από τις ανακριτικές αρχές) και κλείδωσε με το ένα μέρος τους το δεξί της πόδι (όπως ξάπλωνε ανάσκελα στο κρεβάτι, με τον κατηγορούμενο να βρίσκεται στα δεξιά της) και με το άλλο μέρος των χειροπέδων κλείδωσε το δεξί πόδι του κατηγορούμενου (ενώ τούτος ξάπλωνε μπρούμυτα έχοντας την παραπονούμενη στα δεξιά του). Αφού κοιμήθηκαν για λίγη ώρα, ξύπνησαν γύρω στις 10:00, με τον κατηγορούμενο να ψάχνει ματαίως το κλειδί των χειροπέδων-Τεκμήριο 2, για να τις ξεκλειδώσει. Νόμισε πως το είχε κλέψει η παραπονούμενη, με συνεπόμενο να αρχίσει να την κτυπά με τα χέρια στο κεφάλι και στο υπόλοιπο σώμα και να την τραβά από τα μαλλιά γονατισμένος με το ένα πόδι πάνω στην κοιλιά της. Από τη βιαιοπραγία αυτή - αλλά και τα κτυπήματα που επέφερε ο κατηγορούμενος στην παραπονούμενη καθ΄ όλη τη διάρκεια της αμέσως προηγούμενης εβδομάδας (χωρίς να μπορεί να διατυπωθεί εύρημα ως προς την ακριβή ημερομηνία πρόκλησης των προκυψάντων τραυματισμών εντός της συζητούμενης περιόδου μεταξύ 25.2.15 και 5.3.15) - η παραπονούμενη υπέστη βαριά σωματική βλάβη (ως ορίζεται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154), δηλαδή κατάγματα 6ης-10ης πλευράς (βλ. Τεκμήρια 5 και 16), τα οποία (κατάγματα), ήσαν διαφορετικά από εκείνα που είχε υποστεί η παραπονούμενη λόγω του ξυλοδαρμού της από τον κατηγορούμενο γύρω στις 11.1.15 (βλ. κατηγορία 3). Οι υπό αναφορά πράξεις του κατηγορούμενου και η πρόκληση των καταγμάτων (6ης-10ης πλευράς) στην παραπονούμενη, έγιναν με την απαιτούμενη προς τούτο πρόθεση βάσει των προνοιών του άρθρου 231 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και του άρθρου 4
(1)
(2)(ι) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/00 (βλ. κατηγορία 4), όχι όμως με τρόπο που να αποδεικνύει το κακούργημα της πρόθεσης πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης συμφώνως του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, μια και η μαρτυρία που δόθηκε σχετικώς και κρίθηκε ως αξιόπιστη, δεν αποδεικνύει πέραν από κάθε λογική αμφιβολία την ύπαρξη (κατά τους κρίσιμους χρόνους), της απαιτούμενης προς τούτο ειδικής πρόθεσης διάπραξης του εν λόγω κακουργήματος από τον κατηγορούμενο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αχτάρ και Άλλων ν Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 397, 421-422), με αποτέλεσμα τούτος να δικαιούται σε απαλλαγή και αθώωση στην αντίστοιχη κατηγορία (βλ. κατηγορία 2). Μετά που βρέθηκε το κλειδί-Τεκμήριο 2 από την παραπονούμενη (κάτω από το σημείο που ξάπλωνε ο κατηγορούμενος), τούτη, εντοπίζοντας σε απόσταση χειρός το μαχαίρι-Τεκμήριο 4 (με το οποίο ο κατηγορούμενος την είχε απειλήσει τα ξημερώματα της ίδιας μέρας), το άρπαξε και προτάσσοντας το προς τον κατηγορούμενο, τον κάλεσε επιτακτικώς τρεις με τέσσερεις φορές να της δώσει αμέσως το κλειδί-Τεκμήριο 2, για να μπορέσει να ξεκλειδώσει τις χειροπέδες και να αποτμηθεί από αυτόν. Τελικώς, ο κατηγορούμενος συμμορφώθηκε μπροστά στην πολύ αποφασισμένη παραπονούμενη η οποία έπρεπε, ως έκρινε, να φύγει αμέσως από εκεί για να γλιτώσει από τα χειρότερα. Μόλις πήρε στα χέρια το κλειδί-Τεκμήριο 2, η παραπονούμενη ξεκλείδωσε τις χειροπέδες από το πόδι της και όπως ήταν ντυμένη με τη φόρμα, τις κάλτσες και μία μπλούζα (βλ. φωτογραφία 1 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 8), έτρεξε έξω από την οικογενειακή κατοικία κατορθώνοντας να δραπετεύσει (αυτός είναι ο δόκιμος όρος) και να καταφύγει στο κατάστημα «Art Collection», που βρισκόταν κάτω από την κατοικία, ζητώντας εκεί βοήθεια από το προσωπικό. Κάποια κοπέλα που βρισκόταν στο κατάστημα, τηλεφώνησε στην Αστυνομία. Στο μεταξύ, την ώρα που η παραπονούμενη ήταν κρυμμένη στο κατάστημα (πίσω από κάποια ρούχα) πρόσεξε τον κατηγορούμενο να βρίσκεται έξω από αυτό και να την γυρεύει, χωρίς όμως να την εντοπίζει. Είναι στο ίδιο κατάστημα που βρήκαν την παραπονούμενη λίγο αργότερα οι αστυφύλακες Αγγελική Δαγκλή (ΜΚ1) και Πέτρος Ελευθερίου (ΜΚ11). Η παραπονούμενη ήταν σε κατάσταση πανικού και τραυματισμένη και ματωμένη στη μύτη, στο στόμα και στα χέρια, ενώ και τα δύο της αυτιά ήσαν φουσκωμένα από αιματώματα. Μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου και εγχειρίστηκε στο δεξί και αριστερό αυτί, παραμένοντας κλινήρης για μια εβδομάδα. Ως αποτέλεσμα της βίαιης συμπεριφοράς (σωματικής και λεκτικής) τού κατηγορούμενου προς την παραπονούμενη μεταξύ 10.1.15 και 5.3.15 (ως την έχουμε ήδη καταγράψει και πλειστάκις περιγράφεται και από την παραπονούμενη στη μαρτυρία της), προκλήθηκε σε αυτήν ψυχική βλάβη (ασύνδετη από τον εθισμό της στα ναρκωτικά), συνιστάμενη από ποικίλα ψυχολογικά προβλήματα απορρέοντα από μία γενικευμένη αγχώδη διαταραχή με καταθλιπτικά στοιχεία και φοβίες που δημιουργήθηκαν στην παραπονούμενη για τη ζωή της και τη ζωή της οικογένειας της, κατά τρόπο ώστε (η ψυχική αυτή βλάβη), να εντάσσεται στα προνοούμενα στο άρθρο 3 του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(I)/00, με αποτέλεσμα να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κατηγορία 6 [συμπεριφορά με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας] (βλ. κατ΄ αναλογίαν, R v Ireland
(1997)4 All ER 225). Σε σχέση με τον τραυματισμό στα δύο αυτιά της παραπονούμενης, η μαρτυρία που δόθηκε - προφανώς σε σχέση με την κατηγορία 5 (πράξη με την οποία προκαλείται σωματική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας) - δεν αποδεικνύει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας πως ο τραυματισμός αυτός προκλήθηκε ως εκ της βίαιης συμπεριφοράς του κατηγορούμενου στις 5.3.15, ή σε άλλη προγενέστερη ημερομηνία (καλυπτόμενη από τις λεπτομέρειες αδικήματος της ανάλογης κατηγορίας), δεδομένου ότι οι αναφορές της παραπονούμενης (εξειδικευμένα πλέον σε σχέση με τον τραυματισμό αυτό), ήσαν κάπως συγκεχυμένες από απόψεως χρονικού προσδιορισμού αλλά και ταύτισης τους με συγκεκριμένες πράξεις του κατηγορούμενου κατά τους κρίσιμους αυτούς χρόνους, πέραν του ότι και η ιατρική προς τούτο μαρτυρία απέτυχε να συνταυτίσει (υπό το πρίσμα που συζητούμε), τα κτυπήματα του κατηγορούμενου με τα υπό αναφορά τραύματα, σε βαθμό που να ικανοποιεί το επίπεδο απόδειξης σε ποινική υπόθεση. Έτσι, τα συστατικά στοιχεία του υπό συζήτηση αδικήματος δεν αποδεικνύονται πέραν από κάθε λογική αμφιβολία και ο κατηγορούμενος δικαιούται σε αθώωση και απαλλαγή στην αντίστοιχη κατηγορία (βλ. κατηγορία 5). Χρειάζονται στο στάδιο αυτό δύο διευκρινίσεις δικονομικής υφής. Η πρώτη διευκρίνιση, αφορά στην έλλειψη αντιστοιχίας μεταξύ της ημερομηνίας που αποτυπώνεται στις λεπτομέρειες της κατηγορίας 7 (απειλή) - που είναι η 4.3.15 - και της ημερομηνίας που σύμφωνα με τα ευρήματα μας διαπράχθηκε το εν λόγω αδίκημα (που είναι η 5.3.15). Στρέψαμε την προσοχή στην προβληματική αυτή, μετά από επισήμανση της κ. Ματθαίου, έτσι ώστε να αποκλείσουμε κάθε ενδεχόμενο δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων του κατηγορούμενου (ουσιαστικών και δικονομικών), αποφαινόμενοι στο τέλος - έχοντας γνώση των αρχών που περιβάλλουν το θέμα (ως τούτες παρατίθενται στο σύγγραμμα Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015, παρ. 1-205 μέχρι 1-206) - πως υπό τις περιστάσεις, ο κατηγορούμενος δεν επηρεάζεται από την επουσιώδη αυτή έλλειψη εξομοίωσης ευρημάτων και λεπτομερειών αδικήματος στο κατηγορητήριο, μια και τούτος είχε (έτσι και αλλιώς), τη δυνατότητα να αντεξετάσει (και αντεξέτασε) σχετικώς την παραπονούμενη. Τούτου δοθέντος, δεν επιβάλλεται τροποποίηση των λεπτομερειών της υπό αναφορά κατηγορίας στο κατηγορητήριο από το Δικαστήριο (βλ. Archbold: Criminal Pleading, Evidence and Practice 2015, παρ. 1-204). Η δεύτερη διευκρίνιση, σχετίζεται με την πτωχή διατύπωση των λεπτομερειών αδικήματος σε όλες τις επίδικες κατηγορίες, πλην της κατηγορίας 7 (απειλή). Η διατύπωση των εν λόγω κατηγοριών, πόρρω απέχει από το να είναι η αναμενόμενη και πρέπουσα βάσει των προνοιών των άρθρων 38-39 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155, δεδομένου ότι δεν εξειδικεύουν πλήρως και ικανοποιητικώς τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ο κατηγορούμενος επέδειξε την παράνομη συμπεριφορά που του αποδίδεται. Μολοντούτο, η δικονομική αυτή αστοχία, καθόλου δεν επηρέασε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου σε οποιοδήποτε επίπεδο, όχι μόνο λόγω της δυνατότητας που τούτος είχε να αντεξετάσει (και αντεξέτασε), όλους σχεδόν τους μάρτυρες που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή αναφορικώς με την απόδειξη των επίδικων κατηγοριών, αλλά και της παράλειψης του να ζητήσει εγκαίρως, περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με το περιεχόμενο των κατηγοριών αυτών (βλ. κατ΄ αναλογίαν, ΣΠ ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 207/13, ημ. 25.6.14). Οι χειρισμοί αυτοί από μέρους της Υπεράσπισης, υποδηλώνουν εδώ και συναίνεση στο κατηγορητήριο όπως και απεμπόληση οιουδήποτε δικαιώματος ένστασης ή παραπόνου εν σχέσει με αυτό, με το βάρος ασφαλώς απόδειξης της κάθε κατηγορίας στη βάση του συνταχθέντος κατηγορητηρίου να βαραίνει πάντα και αποκλειστικώς την Κατηγορούσα Αρχή (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χαμάλη ν Αστυνομικού Διευθυντή Αμμοχώστου
(2010)2 ΑΑΔ 329, 342). Εν κατακλείδι. Η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει εναντίον του κατηγορούμενου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες 1 και 2 (πράξεις που σκοπεύουν την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης), καθώς και την κατηγορία 5 (πράξη με την οποία προκαλείται σωματική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας), με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να δικαιούται σε απαλλαγή και αθώωση στην κάθε μία από αυτές και έτσι αποφασίζεται. Η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε πέραν από κάθε λογική αμφιβολία εναντίον του κατηγορούμενου τις κατηγορίες 3 και 4 (βαριά σωματική βλάβη), 6 (συμπεριφορά με την οποία προκαλείται ψυχική βλάβη σε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας) και 7 (απειλή), στην κάθε μια από τις οποίες ο κατηγορούμενος καταδικάζεται. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο