← Κύπρος

Μagar Terezian ν. Y. THEODOROU HOTEL MANAGEMENT (CYPRUS) LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 8542/2013, 30/7/2015

Μagar Terezian ν. Y. THEODOROU HOTEL MANAGEMENT (CYPRUS) LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 8542/2013, 30/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B114 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 8542/2013 Μagar Terezian και

  1. Y. THEODOROU HOTEL MANAGEMENT (CYPRUS) LTD
  2. Γιάννου Θεοδώρου Κατηγορουμένων 30 Ιουλίου,
  3. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Γ. Χ¨Κωστής Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται o κ. Γρ. Σαββίδης για τους κ.κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου και Σια Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Απόφαση ------------------------------------------------- Ο παραπονούμενος εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, για αδικήματα παράλειψης καταβολής μισθού, ως αυτά διαγράφονται από τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 9, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν.35(Ι)/2007, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η έως και 6η κατηγορία). Αποδίδει σε αυτούς την ιδιότητα των εργοδοτών του. Ο κατηγορούμενος εγκαλεί, επίσης, τον κατηγορούμενο αρ. 2 για συνέργεια στη διάπραξη των αδικημάτων (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) δια της συμμετοχής του στις παράνομες πράξεις των κατηγορουμένων αρ. 1 (7η έως και 12η κατηγορία). Αποδίδει στον κατηγορούμενο αρ. 2 την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων αρ.
  4. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι αρ. 1 παρεδέχθηκαν ενοχή και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτούς, παραμένει για να εκτεθούν γεγονότα και για να επιβληθεί ποινή. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αρνείται ενοχή και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτόν, οδηγήθηκε σε ακρόαση. Σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται γιατί συνήργησε με τους κατηγορουμένους αρ. 1 ώστε (α) κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2009 να μην καταβληθεί στον παραπονούμενο ποσόν ύψους €714.28, το οποίο αντιστοιχεί στις 10 ημέρες άδειάς του για το έτος εκείνο (7η κατηγορία), (β) κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2011 να μην καταβληθεί στον παραπονούμενο ποσόν ύψους €1.500, ως ο 13ος μισθός του για το έτος εκείνο (8η κατηγορία), (γ) κατά τον Δεκέμβριο του έτους 2012 να μην καταβληθεί στον παραπονούμενο ποσόν ύψους €900, ως το υπόλοιπο του μισθού του για τον μήνα εκείνο (9η κατηγορία) και (δ) κατά τον Ιανουάριο, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο του έτους 2013 να μην καταβληθούν στον παραπονούμενο ποσά συνολικού ύψους €4,
  5. ως οι ισόποσοι μισθοί του για τους μήνες αυτούς (10η έως και 12η κατηγορία). Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο παραπονουμένος Magar Terezian (Μ.Κ.1), o οποίος παρουσίασε και έγγραφη μαρτυρία (τεκμήρια 1 και 2). Για να προωθήσει τις υπερασπίσεις του κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ. 2 Γιάννος Θεοδώρου. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την δήλωση και την έγκριση, ως παραδεκτών γεγονότων, των ακολούθων: Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ήσαν και εξακολουθούν να είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο παραπονούμενος εργοδοτείτο από τους κατηγορουμένους αρ. 1, των οποίων διευθυντής ήταν ο κατηγορούμενος αρ.
  6. Δια της τελικής του αγόρευσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αρ. 2 εισηγήθηκε πώς δεν κατεδείχθηκε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, υπόθεση εναντίον του πελάτη του και εκάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει. Συγκεκριμένα ο κ. Σαββίδης εισηγήθηκε τα εξής: (α) Κατ΄ ανάλογην εφαρμογήν της απόφασης Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας

(1999)2 Α.Α.Δ. 272 ουδεμία ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2, δυνάμει του Ν.35(Ι)/2007, δύναται να θεμελιωθεί εφ΄ όσον αυτός δεν είναι ο εργοδότης του παραπονουμένου. Ούτε το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δύναται να θεμελιώσει ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2 εν όψει των ειδικών διατάξεων των παρά.
(4)και
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007. (β) Δεν απεδείχθηκε η ένοχη διάθεση / εγκληματική πρόθεση (mens rea) του κατηγορουμένου αρ. 2 ο οποίος δεν εγνώριζε περί των επίδικων οφειλών. (γ) Δεν απεδείχθηκε η εκ μέρους του κατηγορουμένου αρ. 2 συνέργεια. (δ) Εν πάση περιπτώσει, η μη καταβολή των οφειλομένων οφείλεται στην οικονομική αδυναμία των κατηγορουμένων αρ. 1 και την έλλειψη ρευστότητας την οποίαν αυτοί αντιμετώπιζαν. (ε) Ειδικότερα, και όσον αφορά στην 7η κατηγορία, η οποία ανάγεται σε γεγονότα που έλαβαν χώραν κατά το έτος 2009, αυτή θα πρέπει να απορριφθεί γιατί παραβιάζει το συνταγματικώς κατοχυρωμένο δικαίωμα του κατηγορουμένου αρ. 2 για δίκη εντός ευλόγου χρόνου. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου. Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία. Το κρίσιμο μέρος της θα παρουσιασθεί, θα σχολιασθεί και θα αξιολογηθεί κατά την συζήτηση η οποία ακολουθεί:
(1)Ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο τον μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20).
(2)Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2).
(3)Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 238). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 240-1: «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών»
(4)Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5).
(5)Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης του παραπονουμένου και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3,5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση των επίδικων παράνομων πράξεων, ο διευθυντής της, δηλ. ο κατηγορούμενος αρ. 2. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχονται ειδικές κατηγορίες για τον συνεργό κατηγορούμενο αρ. 2 (7η έως και 12η κατηγορία) οι οποίες, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφουν, ως νομικό υπόβαθρό τους, και το άρθρο 20 του Κεφ. 154.
(6)Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (ανωτέρω) όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην απέδιδαν την ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ. 154.
(7)Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρά.
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρά.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/2007.
(8)Περιπτώσεις ανάλογες της προκειμένης, δηλ. περιπτώσεις όπου η αυτουργία προϋποθέτει ορισμένη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του κατηγορουμένου αυτουργού και του θύματος, ενώ η συνέργεια όχι, δεν είναι άγνωστες στο ποινικό δίκαιο. Αναφέρεται, ενδεικτικώς, η περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154. Επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 αδικοπραγεί ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής, δηλ., στην πράξη, ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού από τον οποίον εκδίδεται η επιταγή. Θύμα δε της παράνομης αυτής πράξης είναι ο δικαιούχος της ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο η τράπεζα θα κατέβαλλε, υπό κανονικές συνθήκες, το ποσόν της επιταγής. Το άρθρο 305Α δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις στην περίπτωση κατά την οποία εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι ένα νομικό πρόσωπο. Όμως, πάγια και πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει το ενδεχόμενο ορισμένο φυσικό πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος αυτού του νομικού προσώπου, να εμπλέκεται στη διάπραξη του διαγραφόμενου, από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος ως συνεργός επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 [(Παύλοπουλος ν. Skopy Shoes Factory Ltd (ανωτέρω)]. Ανάλογα θα πρέπει να αναγνωρισθούν και στην περίπτωση των θεσπισμένων, δια του Ν. 35(Ι)/2007, αδικημάτων τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη, μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου, της ιδιαίτερης σχέσης εργοδότη - εργοδοστουμένου. Απουσία ρητής νομοθετικής διάταξης περί του αντιθέτου, θα πρέπει να αναγνωρισθεί πως, εφ΄ όσον ο αδικοπραγήσας εργοδότης είναι ένα νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη δύναται να φέρει, ως συνεργός, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, και συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος του. Κατ΄ ανάλογην εφαρμογή των παγίως νομολογηθέντων και ισχυόντων στην περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 305Α του Κεφ. 154), όπου η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εκδότης της επιταγής, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, και στην προκείμενη περίπτωση η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εργοδότης, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εργοδότη.
(9)Παραδεκτά γεγονότα καθώς και δηλώσεις του παραπονουμένου Magar Terezian (Μ.Κ.1) δίδουν την ακόλουθη εικόνα ως προς τα κρίσιμα γεγονότα: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία περιορισμένης ευθύνης νομίμως εγγεγραμμένη στην Δημοκρατία, υπήρξαν, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, εργοδότες του παραπονουμένου. Διαρκούσης της επίδικης εργοδότησης του παραπονουμένου, διευθυντής των εργοδοτών του ήταν ο κατηγορούμενος αρ. 2, ο οποίος είχε ανάμειξη στα ζητήματα της μισθοδοσίας του πρώτου και γνώση όλων των σχετικών. Ως όρος της επίδικης εργοδότησης, συνεφωνήθηκε, μεταξύ των κατηγορουμένων αρ. 1 και του παραπονουμένου, και η καταβολή μηνιαίου μισθού ύψους €1,500 καθώς και η καταβολή 13ου μισθού. Επί τη βάσει του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού του παραπονουμένου, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές έναντί του ως εξής: (α) €714.28, ως η οφειλή για 10 ημέρες άδειας του για το έτος 2009, (β) €1,500 ως ο 13ος μισθός του για το έτος 2011, (γ) €900 ως το υπόλοιπο του μισθού του για το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 και (δ) €4,500 ως οι ισόποσοι μισθοί του για τους μήνες Ιανουάριο, Φεβρουάριο και Μάρτιο του έτους 2013. Οι οφειλές αυτές παραμένουν, έως και σήμερα, εκκρεμείς. Ο παραπονούμενος ουδέποτε συνήνεσε στην μη καταβολή των οφειλομένων.
(11)Καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αρ. 2 Γιάννος Θεοδώρου δεν αμφισβήτησε τα όσα ο παραπονούμενος Magar Terezian (Μ.Κ.1) εδήλωσε περί του ύψους του μηνιαίου μισθού του καθώς περί της συμφωνίας για καταβολή 13ου μισθού. Ούτε αμφισβήτησε την εκκρεμότητα των επίδικων οφειλών. Όμως, για τις οφειλές των ετών 2011 έως και 2013 ο κατηγορούμενος αρ. 2 Γιάννος Θεοδώρου επεκαλέστηκε την οικονομική αδυναμία των κατηγορουμένων αρ.
  1. Για δε την οφειλή του έτους 2009 επεκαλέστηκε άγνοια καθώς και την αδυναμία του να ανατρέξει στα γεγονότα δεδομένου του μακρού χρόνου που παρήλθε. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου αρ. 2 Γιάννου Θεοδώρου συνοψίζεται ως εξής: Λόγω των διαρκών οικονομικών προβλημάτων και των διαρκών προβλημάτων ρευστότητος, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, οι οποίοι ήσαν οι διαχειριστές δύο ξενοδοχειακών μονάδων, ετερμάτισαν τις εργασίες τους στις 31.03.
  2. Όλο το προσωπικό, του παραπονουμένου συμπεριλαμβανομένου, απελύθηκε ως πλεονάζον. Ο ίδιος εμερίμνησε ώστε όλο το προσωπικό να λάβει τα ωφελήματά του από το ταμείο πλεονάζοντος προσωπικού. Τα οικονομικά προβλήματα και τα προβλήματα ρευστότητας των κατηγορουμένων αρ. 1 εκορυφώθηκαν περίπου ενάμισυ έτος πριν από τον τερματισμό των εργασιών τους. Αυτοί όφειλαν μεγάλα ποσά σε πιστωτικά ιδρύματα, στο Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων καθώς και σε προμηθευτές τους. Παρά το ότι στις προαναφερθείσες δύο ξενοδοχειακές μονάδες υπήρχε, κατά καιρούς, πληρότητα, εντούτοις, τα ληξιπρόθεσμα χρέη των κατηγορουμένων αρ. 1, η κακή διαχείριση και η κακή διεύθυνση των μονάδων αυτών καθώς και οφειλές πελατών δεν επέτρεπαν την κανονική καταβολή των μισθών στους υπαλλήλους τους. Ο παραπονούμενος, ως διευθυντικό στέλεχος μίας εκ των ξενοδοχειακών μονάδων, εγνώριζε την κατάσταση. Ο ίδιος δεν εγνώριζε για το γεγονός της μη καταβολής, στον παραπονούμενο, της αμοιβής για την άδειά του για το έτος
  3. Δεν ήταν αναμεμειγμένος στο πρόγραμμα εργασίας των υπαλλήλων των κατηγορουμένων αρ. 1 και δεν εγνώριζε πότε ο παραπονούμενος ελάμβανε άδεια. Σήμερα είναι αδύνατον, λόγω του μακρού χρόνου που παρήλθε, να ανατρέξει στα γεγονότα για να διαπιστώσει τι ακριβώς συνέβηκε το έτος
  4. Η μαρτυρία του κατηγορουμένου αρ. 2 Γιάννου Θεοδώρου περί της οικονομικής δυσπραγίας των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά τους ουσιώδες χρόνους, γίνεται δεκτή ως αξιόπιστη. Καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αρ. 2 Γιάννος Θεοδώρου εδημιούργησε θετική εντύπωση. Ο λόγος του υπήρξε συνεκτικός, άμεσος και σταθερός, η δε όλη συμπεριφορά του συνήδε με την συμπεριφορά προσώπου το οποίο προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Επισημαίνεται πώς ο ισχυρισμός του κατηγορουμένου αρ. 2 Γιάννου Θεοδώρου περί του τερματισμού των εργασιών των κατηγορουμένων αρ. 1 στις 31.03.2013, ο οποίος δεν αμφισβητήθηκε, συμφωνεί με τον ισχυρισμό περί των οικονομικών δυσχερειών τους. Επιπλέον, ενώ κατά την κυρίως εξέτασή του ο παραπονούμενος Magar Terezian (Μ.Κ.1) ανεφέρθηκε ακροθιγώς στην ικανότητα των κατηγορουμένων αρ. 1 να του καταβάλουν τα οφειλόμενα, κατά την αντεξέτασή του εδήλωσε άγνοια και δεν απήντησε σε συγκεκριμένες ερωτήσεις και υποβολές οι οποίες του ετέθηκαν και οι οποίες αφορούσαν στη συνεχή ζημιογόνο λειτουργία των κατηγορουμένων αρ. 1 και τις μεγάλες οφειλές τους προς το δημόσιο, πιστωτικά ιδρύματα και προμηθευτές τους. Τέλος, καταθέτωντας ο παραπονούμενος Magar Terezian (Μ.Κ.1) ανεφέρθηκε στην κατά καιρούς τμηματική καταβολή του μισθού του και στους ισχυρισμούς του κατηγορουμένου αρ. 2 πώς αυτό οφείλεται στην οικονομική στενότητα των κατηγορουμένων αρ.
  5. Και η εικόνα αυτή συμφωνεί με την κεντρική θέση της υπεράσπισης.
(12)Εφ΄ όσον ο κατηγορουμένος αρ. 2 Γιάννος Θεοδώρου επέτυχε να αποδείξει, επί τη βάσει του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, το γεγονός πώς κατά τους χρόνους στους οποίους αφορούν η 8η έως και την 12η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 επαρουσίασαν διαρκή και μεγάλα οικονομικά προβλήματα, εκθεμελιώνεται η ένοχη διάθεση / εγκληματική πρόθεση (mens rea) του ως συνεργού. Επαναλαμβάνεται πώς, όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του [δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία, (ανωτέρω)].
(13)Είναι γεγονός πώς η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί θεμελιώδες ανθρώπινο δικαίωμα, συνυφασμένο με το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (Άρθρα 12 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, κυρωθείσα δια του Ν.39/1962). Αντιστοίχως, η έγκαιρη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας και, κατ΄ επέκτασιν, της Δικαστικής Εξουσίας (Χριστόπουλος ν. Αστυνομία
(2001)2 Α.Α.Δ. 100, 105 επ.). Εκτροπή από τα θέσμια της δίκαιης δίκης και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη διαπίστωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου προσμετρά υπέρ αυτού (Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 648). Όμως, στις περιπτώσεις καθυστέρησης στη διάγνωση της ποινικής ευθύνης του κατηγορουμένου, τα δικαιώματα του τα οποία, κατ΄ ισχυρισμόν, θίγονται δεν εξετάζονται ποτέ in abstracto (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση στην Πολιτική Έφεση αρ. 221/2013 Κωνσταντίνος (Ντίνος) Μιχαηλίδης ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ημερ. 02.09.2013). Εν προκειμένω, η, επίσης, αξιόπιστη μαρτυρία του κατηγορουμένου αρ. 2 Γιάννου Θεοδώρου περί της άγνοιάς του για όσα συνέβησαν κατά το έτος 2009 εν σχέσει με την άδεια του παραπονουμένου και περί της τωρινής αδυναμίας του να διαπιστώσει τα γεγονότα αυτά, λόγω του μακρού χρόνου που παρήλθε, καθιστά βάσιμο τον ισχυρισμό του περί εκτροπής της υπόθεσης, σε όση έκταση αυτή αφορά στην 7η κατηγορία, από τα θέσμια της δίκαιης δίκης. Καθιστά, επίσης, βάσιμο τον ισχυρισμό του περί δυσμενούς επηρεασμού του δικαιώματος υπεράσπισής του εν σχέσει με την 7η κατηγορία. Ως εκ τούτου, η 7η κατηγορία οδηγείται σε απόρριψη. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, διαπιστώνεται πώς δεν απεδείχθηκαν η 7η έως και την 12η κατηγορία. Η 7η έως και την 12η κατηγορία απορρίπτονται. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 7η έως και την 12η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.