← Κύπρος

Δημοκρατίας ν. Αλέξη Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 16022/14, 3/7/2015

Δημοκρατίας ν. Αλέξη Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 16022/14, 3/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:13 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16022/14 Μεταξύ: Δημοκρατίας ν Αλέξη Αναστασίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 3 Ιουλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Πολυχρόνης. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη του εγκλήματος του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση του άρθρου 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Πιο συγκεκριμένα - και συμφώνως των λεπτομερειών αδικήματος στο κατηγορητήριο - ο κατηγορούμενος στις 16.11.14 στη Λάρνακα, εκ προμελέτης και με παράνομη πράξη επέφερε το θάνατο στον Michael Antony Louis Μηνά (ΑΔΤ 1087153), τέως από τη Λάρνακα («ο Μιχάλης Μηνά»). Αποτελεί εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής πως ο κατηγορούμενος κατά την ως άνω αναφερόμενη ημερομηνία δολοφόνησε με τη χρήση μαχαιριού τον Μιχάλη Μηνά ηλικίας 22 ετών (γεννηθέντα την 21.10.92). Είναι θέση του κατηγορούμενου πως όσα του καταλογίζονται από την Κατηγορούσα Αρχή είναι ψευδή και εν πάση περιπτώσει ανεπαρκή για να οδηγήσουν σε καταδίκη του βάσει του κατηγορητηρίου. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο (βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9), σειρά γεγονότων που αφορούν σε διάφορες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα στο σύνολο της μαρτυρίας θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικώς 12 μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο κατηγορούμενος μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε (όπως είχε κάθε δικαίωμα), να προβεί σε ανώμοτη δήλωση από το εδώλιο του κατηγορούμενου και να καλέσει 10 μάρτυρες υπεράσπισης. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων (όπως και η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου) καθώς και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων και παραδεκτών γεγονότων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό - έστω και αν το περιεχόμενο τους δεν διατυπώνεται ρητώς στο σκεπτικό μας - δίχως να απαιτείται (πλην μιας σύντομης περίληψης και για πρακτικούς κυρίως λόγους), η επανάληψη του συνόλου του μαρτυρικού αυτού υλικού (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας καταλήγοντας σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε σε πρώτο στάδιο τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας προκειμένου να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης, κατά την οπτική της Κατηγορούσας Αρχής. Με τον ίδιο τρόπο, ακολουθεί η παράθεση της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου και η σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων υπεράσπισης. Υποσημειώνουμε πως όλες οι περικοπές από τα πρακτικά και τη γραπτή μαρτυρία που κατατέθηκε στη δίκη (αλλά και η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου), αποτυπώνονται αυτούσια στην παρούσα, χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Ο αστυφύλακας Σάββας Τταντής (ΜΚ1), με αναφορά στη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Α, κατέθεσε ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, εξηγώντας τις περί τούτου ενέργειες του - όπως τη διαδικασία υπόδειξης σκηνών από τον κατηγορούμενο στις 16.11.14 (βλ. Τεκμήρια 26 και 27) - καταθέτοντας και κατάλογο κατάσχεσης και διακίνησης τεκμηρίων αναφορικώς με την υπόθεση, ως τα Έγγραφα Β και Γ. Ο Λοχίας Γιώργος Χαραλάμπους (ΜΚ2), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Δ, έδωσε μαρτυρία ως μέλος της ανακριτικής ομάδας επεξηγώντας τα διαβήματα στα οποία προέβη, μεταξύ των οποίων και η εκτέλεση εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου στις 16.11.14 (βλ. Τεκμήριο 77) και η εξήγηση των δικαιωμάτων του τελευταίου δυνάμει του Περί Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν Υπό Κράτηση Νόμου 163(Ι)/05 (βλ. Τεκμήριο 78). Ο αστυφύλακας Γρηγόρης Χατζησέργης (ΜΚ3), με παραπομπή στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο Ε, είπε για τις ενέργειες στις οποίες προέβη στο πλαίσιο του ανακριτικού έργου, ανάμεσα στις οποίες ήταν και η λήψη γραπτής κατάθεσης από τον κατηγορούμενο στις 16.11.14 (βλ. Τεκμήριο 30) και η διενέργεια διαδικασίας υπόδειξης σκηνών από τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στις 19.11.14 (βλ. Τεκμήριο 86) και τον κατηγορούμενο στις 16.11.14 (βλ. Τεκμήριο 27). Ο Ιωάννης Έντγκαρ Αλογιάν (ΜΚ4), με σημείο αναφοράς τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Ζ (αλλά και τη συμπληρωματική του κατάθεση-Τεκμήριο 87), έδωσε λεπτομέρειες συνομιλιών και επαφών μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος (με τον οποίο ήσαν παιδικοί φίλοι), στις οποίες ήταν αυτήκοος μάρτυς. Η Ζωή Λουΐζα Μηνά (ΜΚ5), αδελφή του Μιχάλη Μηνά, με υπόβαθρο τις γραπτές της καταθέσεις-Έγγραφα Η και Θ, αναφέρθηκε σε πτυχές της προσωπικής ζωής του θύματος και της σχέσης του με τον κατηγορούμενο. Η Μαρία Ιωαννίδη (ΜΚ6), με βάση αναφορές της στη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο Ι, κατέθεσε αυτά που γνώριζε για την προσωπική ζωή του Μιχάλη Μηνά και τη σχέση του τελευταίου με κάποια κοπέλα επ' ονόματι Josie (ή Τζώση) [Josephine Μaurer (MK9) στο κατηγορητήριο] («η Josephine Maurer»). Ο Κυριάκος Γεωργίου (ΜΚ7), με υπόβαθρο τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο ΙΑ, έδωσε λεπτομέρειες για την προσωπική ζωή του Μιχάλη Μηνά και του κατηγορούμενου. Ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8), υιοθετώντας το περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΒ (με κάποιες διορθώσεις), έδωσε μαρτυρία σε σχέση με το επίδικο περιστατικό ως αυτήκοος/αυτόπτης μάρτυς. Ο Λοχίας Ανδρέας Λουκά (ΜΚ9), του οποίου η γραπτή κατάθεση εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός για την αλήθεια που εκφράζει (βλ. Τεκμήριο 82), κατέθεσε ως ειδικευμένος αστυνομικός φωτογράφος-δακτυλοσκόπος. Ο Κυριάκος Πισιόφτας (ΜΚ10), με αναφορά στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΓ, είπε για επικοινωνίες και επαφές που είχε με τον Μιχάλη Μηνά μεταξύ 15 και 16.11.
  1. Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), κατέθεσε και αυτός ως αυτήκοος/αυτόπτης μάρτυς του επίδικου περιστατικού με παραπομπή και στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΔ. Ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12), κατέθεσε σε σχέση με τη Μεταθανάτιο Ιατροδικαστική Έκθεση που συνέταξε αναφορικώς με τον Μιχάλη Μηνά (βλ. Έγγραφο ΙΕ), την οποία επεξήγησε και ανέλυσε. Αναφέρθηκε επίσης και στην αυτοψία που διενήργησε (μεταξύ άλλων χώρων), στη σκηνή του εγκλήματος τη 16.11.
  2. Ο κατηγορούμενος είπε τα ακόλουθα στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΙΣΤ (συμπυκνώνουμε τις παραγράφους): «Έντιμοι κύριοι Δικαστές, Για τούτο που έγινε έκλαψα πικρά και νιώθω πολλά άσχημα. Ειλικρινά δεν ήθελα να πεθάνει το κοπελούι. Από εκείνη τη μέρα δεν είμαι καλά, εφάν με οι τύψεις. Ο δικηγόρος μου έδειξε μου ούλα τα άλπουμ με τις φωτογραφίες της Αστυνομίας στη σκηνή και στο νεκροτομείο και κάθε νύχτα θωρώ το Μακαρίτη στον ύπνο μου. Ακόμα δεν το πιστεύκο ότι έγινε έτσι πράμα. Επία και σε παπά της εκκλησιάς και εξομολογήθηκα. Δυστυχώς δεν μπορώ να φέρω το χρόνο πίσω, μακάρι να μπορούσα. Έγιναν ούλα πολλά γρήγορα. Με το μακαρίτη ήμασταν φίλοι που τον καιρό που ήμουν 12-13 χρονών περίπου πριν 4 χρόνια. Κάμναμε πολύ παρέα, και ναρκωτικά μαζί. Ξεκίνησα από το χόρτο, αλλά πολύ γρήγορα μέσα σε 2-3 μήνες έμαθε με τα σκληρά ναρκωτικά, MDMA, κοκαΐνη, Κρύσταλ μεθ- γνωστό ως Κρύσταλ ICE, και ΚΡΑΚ. Μαζί με τα ναρκωτικά έπινα και ποτό, αλκοόλ. Έκαμνα κάθε μέρα χρήση Κρακ και για να με πιάσει ο ύπνος ήθελα χόρτο, Κάνναβη και ηρεμιστικά. Στην αρχή πίναμε μαζί που το πράμα του, ήταν πολύ καλός μαζί μου, δεν πλήρωνα τίποτε. Μετά επειδή ήθελα κάθε μέρα και ήταν ακριβά τούτα τα πράματα έπρεπε να πληρώνω και ξεκίνησα τις κλεψιές για να βρίσκω λεφτά να αγοράζω τα πράματα που έπιναμε. Ήθελα πολλά λεφτά για τούτα τα πράματα και ο Μαικ πάντα εβοήθαν με να βρίσκω το πράμα που ήθελα με βερεσιέ ή όταν του έπαιρνα πελάτες να αγοράσουν εκανόνιζε μου μετά το δικό μου. Οι σχέσεις μας με το μακαρίτη ήταν πολύ καλές ένα διάστημα ήταν ο καλύτερος μου φίλος. Άφηνε με να πιάνω βερεσιέ ως τα €1000 το MAXIMUM. Μετά έπρεπε να γυρέψω από αλλού πράμα ή να ξεχρεώσω το Μαίκ, και ανακατώθηκα και με άλλους που επουλούσαν Ναρκωτικά, Σε κάποιες φάσεις εχρώστουν πολλά λεφτά σε διάφορους εμπόρους και τούτοι απειλούσαν με. Τα ναρκωτικά επηράξαν με πολλά, ξέρω το, εκατάληξα στο ψυχιατρείο 4 φορές, εμπήκα φυλακή γιατί έκλεφκα για να βρω λεφτά να ξεχρεώσω, εμάλλωνα με την Οικογένεια μου έκρουσα το σπίτι μου, εβάλανα με σε κελιά με βαρυποινίτες που 15 χρονών και εζούσα μαζί τους.. Έπαθα πολλά. Θα σας τα πουν οι γιατροί που με παρακολουθούσαν. Όσες φορές προσπάθησα να ξεκόψω, δεν τα κατάφερα, πάντα είχα μέσα μου ένα κέρβερο που με έτρωεν. Συνήθισα να κρατώ μαχαίρι πάνω μου, τα τελευταία 1 με 2 χρόνια, γιατί ένιωθα συνέχεια κίνδυνο για τη ζωή μου, μετά που περιστατικό που έγινε το καλοκαίρι του 2013 όταν μαζί με το φίλο μου το Τσουρή εμπηκαμε σε μια μπυραρία και εκάμαμε ζημιές και εγυρεύκαν μας οι ιδιοκτήτες, ανθρώποι επικύνδυνοι της νύχτας. Για τούτη την υπόθεση επίαμε μαζί στο Δικαστήριο στην κυρία Λυκούργου, και εφάαμε και ποινή. Εμένα η Αστυνομία εσύλλαβε με που τη πρώτη μέρα όμως το φίλο μου το Τσουρή ήβραν τον η Αστυνομία την νύχτα μες το Τεκκέ της Αλικής της Λάρνακας, αιμόφυρτο και κάμναμε τις προσωποκρατήσεις στο νοσοκομείο, γιατί επίεν εντατική. Μόλις τον είδα από τότε κρατά με φόβος να μην πάθω έτσι πράμα εάν κόψω μόνος μου. Χρωστούσα λεφτά σε εμπόρους ναρκωτικών, άλλους από το μακαρίτη, επικίνδυνους και δέχθηκα επανειλημμένα απειλές ότι ήταν να μου κάμουν κακό εάν δεν ξοφλήσω αμέσως, άμαν καθυστερούσα και για τούτο εκρατούσα μαχαίρι μαζί μου πάντα για άμυνα. Αντιμετώπισα και υπόθεση στο Δικαστήριο για το ότι εκράτουν μαχαίρι και έφαα και ποινή από τη κυρία Ταλαρίδου αλλά πίστευκα προτιμότερο να κινδυνεύω από το Δικαστήριο παρά από τούτους που με εγυρεύαν. Η παρεξήγηση με το Μακαρίτη εξεκίνησε όταν τα έπιασα με τη πρώην φιλενάδα του τη Τζώζη. Με την Τζώση ερωτευτήκαμε, ήταν σχεδόν κάθε μέρα μαζί μου. Η Τζώση δεν ήθελεν το Μακαρίτη, ενώ ο Μάικ ήθελεν την πολλά,ήθελε να τα ξανάβρουν και να πάν μαζί Αμερική. Τις πρώτες μέρες που ήμουν μαζί της προσπάθησα να μεν μαθευτεί όμως εμαθεύτηκε γρήγορα. Η Τζώση κάθε μέρα έκαμνε μου παράπονα ότι Μαικ έπιανε τη τηλέφωνο και απείλαν την για να τα ξαναβρούν, ότι εζήλευκε, ότι συνέχεια επαρακολούθαν την με το αυτοκίνητο, εκαταδίωκεν και εξυτίμαζε την και απείλαν την. Μια φορά ήμουν και εγώ μες το αυτοκίνητο και έρκετουν πίσω να την τουμπάρει. Εγώ, δεν νεκατώθηκα μες τη κουβέντα του Μακαρίτη και της Τζώσης, πίστευκα ότι θα του περάσει και θα έβρει άλλη. Ώσπου δεν με απείλαν εμένα εγώ δεν επία να τον έβρω να του πω τίποτε. Οι σχέσεις μας εψυχράθηκαν, μόλις ξεκίνησα να κυκλοφορώ με τη Τζώση, δεν εμιλιούμασταν, όμως ποττέ δεν είπαμε τίποτε ο ένας του άλλου για τούτο το πράμα. Δεν έβγαινα σε κόσμο να φιλιούμε με τη Τζώζη δεν έδειχαν κανενού ότι είχαμεν τα ώσπου να του περάσει του Μαικ και να έβρει άλλη κοπελούα. Εγώ όμως είχα ένοια, από το Μακαρίτη, εφοούμουν να μην το μάθει ή να μην ζηλέψει που ήμουν πολλές ώρες μαζί της και σπίτι της και να έρτει να μου κάμει κακό, γιατί ήξερα ότι ο Μάικ και η οικογένεια του, είχαν διασυνδέσεις με ανθρώπους δυνατούς της νύχτας και είχε εμμονές με τη Τζώζη, όμως δεν μου έκαμε τίποτα για 3-4 μήνες που ήμουν μαζί της, επάενε πάντα πάνω της μόνος του άμαν δεν ήμουν εγώ τζαμέ εκτος που την φορά που σας είπα πριν.Το κακό εξεκίνησε μεταξύ μας τη Παρασκευή 14/11/2014 έξω από το σταθμό της Αστυνομίας στις Φοινικούδες της Λάρνακας, που επία να υπογράψω την εγγύηση μου για να πάω στο Δικαστήριο. Το τελευταίο μήνα πριν το κακό, έπαιρνε με στο σταθμό η Τζώζη επειδή είχε άδεια οδηγού και δεν ήθελα να πηγαίνω με το αυτοκίνητο της μάνας μου γιατί εσυλλαμβάναν με συνέχεια, Δεν ηξέρω πως εβρέθηκε τζαμέ ο Μακαρίτης, εάν του είπε κανένας κοινός μας φίλος τις ώρες και τις μέρες που υπέγραφα, όμως εφοήθηκα πολλά μόλις έμαθα ότι εβρέθηκε Τζαμέ, γιατί όπως σας είπα και πριν είχα του ένοια. Ενόμισα ότι έστησεν μου την και εκαρτέραν με, ότι εξεκίνησε ναμε καταδιώκει και εμέναόπως έκαμνε της Τζώζης. Εμίλισα με τη Τζώζη και είπεν μου ότι εξιτίμασε την σκατοπουτάν και τούτη τη φορά είπεν της και για μένα ότι έβκαλεν Νάμι μαζί μου. Εγώ εκατάλαβα ότι ξεκίνησε να έχει πρόβλημα και μαζί μου εμένα προσωπικά ο Μαικ και ήθελα να λυθεί η παρεξήγηση. Μόλις τον έπιασα τηλέφωνο απείλησε με ότι θα με κάμει μάυρο που το ξύλο, έβριζε με μπάσταρτο είπεν μου γαμώ τη μάνα σου, ότι θα με θάψει και πολλά άλλα που δεν αθυμούμαι ακριβώς. Τότε εκατάλαβα ότι έβαλεν τα μαζί μου και έπρεπε να ξεκαθαρίσει η κουβέντα. Όταν λαλώ να ξεκαθαρίσει η κουβέντα δεν εννοώ να σκοτώσω, δεν ήθελα να έχει έτσι κατάληξη, ήθελα εάν εγίνετουν να μπορέσουμε να τα έβρουμε όμως εάν εχρειάζετουν να δερτούμε και να του περάσει, να τελιώνει το κακό ήμουν έτοιμος. Τονίζω το ότι δεν ήθελα να σκοτώσω τον άνθρωπο.Έπιασα τον πολλές φορές τηλέφωνο και έπιανε με και εκείνος και από το δικό του τηλέφωνο αλλά και από άλλα νούμερα στέλλαμε μηνύματα ο ένας πας το κινητό του άλλου. Ήξερα ότι ο Μάικ κάθε λίγο άλλαζε κάρτες και συσκευές γιατί επούλαν ναρκωτικά και εφοάτουν ότι μπορεί να τον παρακολουθήσει η Αστυνομία και να τον πιάσουν. Τη Παρασκευή δεν καταλήξαμε πουποτε η κουβέντα μας έμεινε ανοιχτή και δεν ετέλιωσε. Ήθελα να τον δω από κοντά μες τα μάθκια για να μείνει ως τζαμέ η κουβέντα και είπα του και στο τηλέφωνο όμως τούτος ήταν πολλά επιθετικός και συνέχεια εσυνάφερνε τη Τζώζη. Την νύχτα του Σαββάτου ήμουν με το Τερεζίδη και το Βασίλη που ήρταν μάρτυρες στο Δικαστήριο. Ξέρω το ότι δεν το είπα στην κατάθεση μου ότι ήμουν μαζί τους γιατί δεν ήθελα να του μπερτέψω σε τούτη τη κουβέντα. Οι απειλές που αναφέρω στην κατάθεση μου έγιναν τη Παρασκευή με τα τηλέφωνα και όχι το Σάββατο όπως λαλώ στη σελίδα 2 της κατάθεσης μου. Είπα σας δεν ήθελα να τους μπλέξω σε έτσι υπόθεση είχαν ήδη προβλήματα με την Αστυνομία. Έκαμα πολλά ναρκωτικά εκείνη τη μέρα, που έγινε το κακό φαίνονται και πας την έκθεση του χημείου. Συγκεκριμένα ξεκίνησα από την ώρα που εξύπνησα. Ήπια, κοκαΐνη νοθευμένη με αμφεταμίνες, έκαμα Κρύσταλ καπνιστό στη λάμπα, δηλαδή κρακ, εκάπνιζα χασίσι και έπινα και μπύρες. Έμεινε μες το νου μου η κουβέντα τούτη με το Μάικ και συνέχεια είχα μες το νου μου την ίδια σκέψη, να μην με παρακολουθήσει και να με κόψει μόνο μου με τους παρέες του, ή όταν θα είμαι μαζί με τη κοπελούα μου, τη Τζώζη και να μας κάμει κακό. Ήμουν σίγουρος που τον τρόπο που με απειλούσε στο τηλέφωνο ότι εάν με ξαναέβρισκε με τη Τζώζη σίγουρα ήταν να δώσει πάνω μου και εφοούμουν να μην μου στήσει καρτέρι με άλλους παρέες του. Ήθελα να πάμε να τον έβρουμε όταν ήμουν με το Τερενζίδη και το Βασίλη, για να εξηγηθώ μαζί του όταν θα είχα και δικούς μου ανθρώπους μαζί μου, εάν εγίνετουν τίποτε να μπουν μες τη μέση. Είπα τους ότι είπα ότι θέλω να λοαρκαστούμε αλλά δεν ενοούσα ότι ήθελα να σκοτώσω τον άνθρωπο. Ήξερα ότι εμπορούσε να καταλήξουμε να δερτούμε, όμως ήταν να μας χωρίσουν. Δεν εννοούσα σε καμία περίπτωση ότι ήθελα να σκοτώσω τον άνθρωπο. Τούτοι είπαν μου να το ξεχάσω. Εφύαμε από το σπίτι του Τερενζίδη μετά τα μεσάνυχτα γιατί μένει με τη μάνα του και ήταν αργά έπεσε να κοιμηθεί και δεν θέλαμε να την ξυπνήσουμε. Ξεκινήσαμε γυρούς στη Λάρνακα με το αυτοκίνητο. Εγυρίζαμε 3 -4 ώρες δεν θυμούμαι ακριβώς. Εσυζητήσαμε ξανά την κουβέντα μαζί τους. Εγώ δίπλα στο Τερενζίδη ένιωθα ασφάλεια γιατί ήταν πιο μεγάλος και έχει και κορμί. Με τις κουβέντες μας εξεχάστηκε η κουβέντα με το Μαικ.Κατά τις 4:30 περίπου, περνούσαμε τυχαία από το περίπτερο λίγα μέτρα πριν το παρκούι και ο Βασίλης είπεν μου ότι ετέλιωσε του η βενζίνα. Είπα τους να σταματήσουμε στο παρκούι, γιατί θέλαμε κάπου να κάτσουμε να πιούμε. Εκείνη την ώρα που σταματήσαμε θυμήθηκα ότι εκεί ήταν το σπίτι του Μακαρίτη. Δεν ήμουν σίγουρος εάν ήταν σπίτι δεν φαινόνταν τα αυτοκίνητα στο παρκιγκ ήταν πού σκοτεινά. Μια φάση σταμάτησε το αυτοκίνητο του Μαικ και κόλλησε το πας το τοιχούι σαν ήταν αναμέννα τα φώτα του, και κατάφερα να το δω. Πήγα να τον έβρω μόνος μου, λίγα μέτρα δίπλα ήταν οι 2 φίλοι μου που σας είπα πριν. Εάν εγίνετουν κάτι θα έβαλα μια φωνή και θε έρχουνταν να τον πιάσουν. Εκράτουν και το μαχαίρι μου, εάν εχρειάζετουν να τον τραυματίσω. Δεν εσκέφτηκα να τον σκοτώσω, δεν ήθελα να έχει έτσι κατάληξη.Εφώναξα του για να γυρίσει πάνω μου. Ήταν γυρισμένος πας το αυτοκίνητο και επροσπάθαν να το κλειδώσει. Εγώ σταμάτησα σε απόσταση 5-10 μέτρων. Γύρισε πάνω μου. Είδεν με. Κλείδωσε το αυτοκίνητο. Έβαλεν μου τη φωνή πίσω, νομίζω είπε μου «ήντα μπου ρεε» πολύ θυμωμένα και ξεκίνησε να έρχεται περπατητός προς τα πάνω μου. Τα μάθκια του όταν γύρισε και με είδε εγυάλιζαν και είχε πολύ θυμωμένο ύφος και μίσος. Είδα ότι εκράταν κάτι μες τα χέρια του όπως τη λεπίδα που εγυάλιζε έντονα. Κατάλαβα ότι ήταν να μου το μπήξει. Εκείνη την ώρα ετοιμάστηκα να την κόψω. 'Εγινε όπως είπα στη κατάθεση μου. Άπλωσα το χέρι μου πριν με φτάσει το δικό του. Έκοψα την. Πήγα να του καρφώσω το μαχαίρι πας τον όμο ψηλά και να βουρήσω να φύω να έρτουν οι άλλο να μπουν μες την μέση. Έσκυψε, έχασε την ισορροπία του την ώρα που έκοψα τη μαχαιριά του, πρέπει, εμπήκε μες το λαιμό του. Δεν ξέρω. Μπορεί να μην σημάδεψα καλά. Έχασε τη δύναμη του ούλη και έκραζε, Εκείνη την ώρα έπιασεν με πανικός. Ένιωσα το μαχαίρι που εμπήκε βαθιά. Εβούρησα να φύω δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Έγιναν όλα πολύ γρήγορα τζε ενστικτωδώς. Εφοήθηκα ότι εσκότωσα τον Μάικ. Πανικοβλήθηκα, και σοκαρίστηκα. Δεν ήθελα να γίνω φονιάς. Επήρεν με ο Βασίλης στο σπίτι του Τερενζίδη και έχωσα το μαχαίρι, ώσπου να μάθω τι έπαθε. Επία σπίτι μου περπατητός. Δεν εκοιμήθηκα. Παρακαλούσα να μην έγινε έτσι κακό, δεν ήξερα δεν είχα νέα. Το πρωί κατά τις 10:40 ήβρα αναπάντητες και μήνυμα του δικηγόρου μου Γιάννη Πολυχρόνη, να τον πιάσω επείγον στο τηλέφωνο του.
  3. Μετά από λίγη ώρα έπιασα τον από τον άλλο μου αριθμό, που ήβρεν η Αστυνομία, το
  4. Είπεν μου ότι επέθανε ο Μάικ. Είπεν μου ότι είμαι ύποπτος και ότι είναι πολύ σοβαρή υπόθεση και είπα του την αλήθεια ότι έκαμα το. Εκείνη την ώρα έμαθα για πρώτη φορά ότι επέθανεν το κοπελούι. Είπεν μου ο δικηγόρος μου ότι γυρεύει με η Αστυνομία και ότι θα έρτει να με παραδώσει ότι μίλησε με τον Υπεύθυνο του C. I. D. Είπα του να με αφήσει καμιά ώρα γιατί δεν ήμουν καλά. Δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Εφοήθηκα. Έπιασα τηλέφωνο το Τσαγγαρίδη μετά από το τηλεφώνημα του δικηγόρου μου να κρύψει τα ρούχα. Ο δικηγόρος μου ειδοποίησε την Αστυνομία και ήρταν και επιάσαν με. Όταν με εσυνέλαβαν ξαναμίλησα στο τηλέφωνο μου με το δικηγόρο μου. Είπεν μου ότι πρέπει να συνεργαστώ και να τους πω την αλήθεια και να δείξω που έβαλα το μαχαίρι και τα ρούχα που εφόρουν. Συνεργάστηκα αμέσως επήρα τους και έδωσα τους το μαχαίρι και τα ρούχα. Έδωσα και κατάθεση μόλις επία στο σταθμό. Δεν ήθελα να πεθάνει το κοπελούι και όπως σας είπα και στην αρχή έκλαψα πολλές φορές για τούτο που έγινε και δεν κοιμούμαι τις νύχτες. Άσχημη ώρα. Μακάρι να έφερνα το χρόνο πίσω. Έγιναν όλα πολλά γρήγορα Τωρά έρκουνται στο νου μου καθαρά και όσο περνάει ο χρόνος καταλάβω τι έγινε». Ο νευρολόγος-ψυχίατρος Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ1), κατέθεσε περί των ιδιοτήτων, επιδράσεων και άλλων τινών, διαφόρων ναρκωτικών και φαρμάκων (ψυχοδραστικών ουσιών) στο χρήστη, με κύριο σημείο αναφοράς την Έκθεση Εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους-Τεκμήρια 94, 95 και
  5. Η παιδοψυχίατρος Ειρήνη Λόρδου (ΜΥ2), με παραπομπή (και) στην Ιατρική Έκθεση (βλ. Τεκμήριο 102), παρέσχε διευκρινίσεις σε σχέση με συναφή ιατρική αξιολόγηση του κατηγορούμενου. Ο πατέρας του κατηγορούμενου Πολυνείκης Αναστασίου (ΜΥ3), αναφερόμενος στο περιεχόμενο της γραπτής του κατάθεσης-Έγγραφο ΙΗ, έδωσε λεπτομέρειες της ζωής και χαρακτήρα του γιού του αλλά και ενεργειών του τελευταίου κατά τους επίδικους χρόνους. Η μητέρα του κατηγορούμενου Παναγιώτα Αναστασίου (ΜΥ4), με θεμέλιο τη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΙΘ, κατέθεσε και αυτή στην ίδια βάση όπως ο σύζυγος της περί του γιου τους. Ο Χριστόδουλος Χριστοδούλου (ΜΥ5), έδωσε μαρτυρία ως θείος του κατηγορούμενου, εξηγώντας τη γραπτή του κατάθεση-Έγγραφο Κ και ιδιαίτερα κάποια περιστατικά που αφορούσαν στο γενικότερο χαρακτήρα και αντιδράσεις του τελευταίου. Η αδελφή του κατηγορούμενου Ιωάννα Πολυνείκη (ΜΥ6), με σημείο αναφοράς τη γραπτή της κατάθεση-Έγγραφο ΚΑ, είπε και τούτη περί του χαρακτήρα τού κατηγορούμενου, επικεντρωνόμενη σε πτυχές της προσωπικής ζωής του τελευταίου. Ο παιδοψυχίατρος Γεώργιος Καπούλας (ΜΥ7), εξήγησε το περιεχόμενο επιστολών του σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου, ως τα Τεκμήρια 100, 103 και
  6. Όλα τα διατάγματα υποχρεωτικής νοσηλείας που αναφέρονται από τον μάρτυρα στην επιστολή-Τεκμήριο 100, εκδόθηκαν (κατά παραδεκτό γεγονός), βάσει του Περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου 77(Ι)/97, με αποτέλεσμα τη νοσηλεία του κατηγορούμενου συμφώνως των εν λόγω διαταγμάτων. Η Κυριακή Γιαννάκη (ΜΥ8), κατέθεσε ως Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών, αναφερόμενη και στο περιεχόμενο επιστολών, ενόρκων δηλώσεων και εκθέσεων της σε σχέση με τον κατηγορούμενο, ως τα Έγγραφα ΚΒ, ΚΓ, ΚΔ, ΚΕ, ΚΣΤ, ΚΖ και ΚΗ. Η Καίτη Κολατσή (ΜΥ9), έδωσε μαρτυρία και αυτή ως Λειτουργός Κοινωνικών Υπηρεσιών περιγράφοντας από κοινού ενέργειες της με την Κυριακή Γιαννάκη (ΜΥ8), σε σχέση με τον κατηγορούμενο. Η ψυχίατρος Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΥ10), κατέθεσε σε σχέση με επαφές που είχε με τον κατηγορούμενο πριν από το επίδικο περιστατικό, επεξηγώντας το περιεχόμενο επιστολών σε σχέση με τον τελευταίο, ως τα Τεκμήρια 107 και
  7. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε στην αγόρευση του πως η επίδικη κατηγορία αποδείχθηκε εναντίον του κατηγορούμενου στον απαιτούμενο βαθμό, παραθέτοντας λεπτομερείς λόγους προς θεμελίωση των θέσεων του. Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου προέταξε στην αγόρευση του πως η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την επίδικη κατηγορία εναντίον του πελάτη του, επεξηγώντας εκτενώς τους λόγους και αιτιολογία των απόψεων που προώθησε. Τόσο ο εκπρόσωπος της Κατηγορούσας Αρχής όσο και ο δικηγόρος του κατηγορούμενου, εφοδίασαν το Δικαστήριο με κείμενο της αγόρευσης τους κάτι που είχε ως αποτέλεσμα οι θέσεις που τούτοι αναδίπλωσαν να καταστούν ακόμη πιο κατανοητές και να περισωθεί συν τω χρόνω πολύτιμος δικαστικός χρόνος. Θα αναφερθούμε εκτενέστερα στις τοποθετήσεις των μερών, όπου εκτιμούμε πως τούτο χρειάζεται, δίχως φυσικά να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες (υπό τις περιστάσεις) επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495), ή καθήκον ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανη ή παράλογη (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 671, 686). Εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική, θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που αφίσταται του δικαστικού έργου (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Είχαμε την ευκαιρία κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους - με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης - θέσαμε, μεταξύ άλλων, ως αξιολογικό δείκτη το διαδικαστικό στάδιο κατά το οποίο η μαρτυρία αυτή ανέκυψε, την πηγή και κύρος των γνώσεων τους (στο βαθμό που τούτες αφορούσαν στο αντικείμενο της μαρτυρίας τους), την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις), τις όποιες προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές δηλώσεις τους, την ειλικρίνεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας από μέρους τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς τους, γνωρίζοντας πως κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαίτερα ικανοί στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς κατ' ανάγκην τούτες να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας τού κάθε μάρτυρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχετίσαμε τη μαρτυρία αυτή με το σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 254, 260-261, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Αναφορικώς με τους μάρτυρες που κατέθεσαν δίνοντας σχετική διαβεβαίωση βάσει του άρθρου 50
(2)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 (δίχως να ορκιστούν) - όπως ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) - η επιλογή τους καθόλου δεν αποτιμήθηκε εναντίον τους μια και απέρρευσε από την ενάσκηση νομοθετικού δικαιώματος, με τη διαβεβαίωση αυτή να θεωρείται ως εξίσου δεσμευτική για τη συνείδηση τους όσο και ο όρκος (βλ. κατ' αναλογίαν, Μούρτζινος v Του Πλοίου «Galaxias» και Άλλων
(1997)1(Α) ΑΑΔ 80, 135-136). Σε ό,τι αφορά στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου, αυτοϋπενθυμιστήκαμε πως το περιεχόμενο της δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (Εφραιμίδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 134/13, ημ. 2.5.14), παρά το ότι συνεξετάζεται κατά την αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας που τίθεται ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Κοφτερός v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 83, 84-85). Στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες είχαν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σύνδεση μεταξύ τους ή με τον κατηγορούμενο ή με μέλη της οικογένειας του ή με την οικογένεια και φίλους του Μιχάλη Μηνά (όπως για παράδειγμα, έγινε σε σχέση με τους Ιωάννη Έντγκαρ Αλογιάν [ΜΚ4], Ζωή Λουΐζα Μηνά [ΜΚ5], Μαρία Ιωαννίδη [ΜΚ6], Κυριάκο Γεωργίου [ΜΚ7], Αντώνη Τερεζίδη [ΜΚ8], Κυριάκο Πισιόφτα [ΜΚ10], Βασίλη Κωστή [ΜΚ11], Πολυνίκη Αναστασίου [ΜΥ3], Παναγιώτα Αναστασίου [ΜΥ4], Χριστόδουλο Χριστοδούλου [ΜΥ5] και Ιωάννα Πολυνείκη [ΜΥ6]), ήμασταν εξίσου προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους έχοντας υπόψη ότι από μόνη της μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης v Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224), καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χαμπή ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση των πραγματογνωμόνων μαρτύρων - σε αυτούς αναφερόμαστε και αργότερα - τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο κατ' ακολουθίαν σαφών υποδείξεων της νομολογίας, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές, ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Χωρίς αμφιβολία, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αναφορικώς με κάποιους εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν στην παρούσα υπόθεση - συμπεριλαμβανομένου του κατηγορούμενου (και ενόσω δεν παραβλάπτονταν οι εισηγήσεις και υπερασπίσεις που προέβαλε) - αυτοπροειδοποιηθήκαμε δεόντως σε σχέση με τον προβαλλόμενο (κακό) τους χαρακτήρα (βλ. κατ' αναλογίαν, Liatsos v The Police
(1968)2 CLR 15, 21-23). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων - ασχέτως αν κάποιοι από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πραγματογνώμονες επί της πτυχής που κατέθεσαν - την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, για να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Σε σχέση με την αυτοψία (view of locus in quo), που διενεργήσαμε στη φερόμενη σκηνή του εγκλήματος και παρακείμενους χώρους στις 2.3.15, κατόπιν κοινού αιτήματος Κατηγορούσας Αρχής και Υπεράσπισης (βάσει των προνοιών του άρθρου 87 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155), υπογραμμίζουμε πως δεν θα προβούμε εξ αφορμής αυτής σε παρατηρήσεις και συσχετισμούς προς την προσαχθείσα μαρτυρία ούτε και να καταγράψουμε συναφή ευρήματα ώστε να μετατραπούμε (απαράδεκτα και αντινομικά) σε μάρτυρες. Εκείνο που πράξαμε στο πλαίσιο των εξουσιών μας (και με υπόψη νομολογία όπως η Kannas alias Pombas v The Police
(1968)2 CLR 29, 34-35), ήταν να αντλήσουμε βοήθεια από τις παραστάσεις που αποκομίσαμε κατά την αυτοψία για να κατανοήσουμε καλύτερα το περιεχόμενο αντίστοιχης προφορικής μαρτυρίας και φωτογραφικού/χαρτογραφικού υλικού, υπό την αίρεση πάντα των οποιωνδήποτε επιφυλάξεων ή περιορισμών αναφέρθηκαν στη μαρτυρία αυτή και την αποδοχή της από το Δικαστήριο, ή που πηγάζουν καταδήλως ως εκ του μεσολαβήσαντος χρονικού διαστήματος μεταξύ των επιδίκως επισυμβάντων και της επιτόπου κατάστασης κατά τη μέρα της αυτοψίας. Σε σχέση με την αναπαράσταση που διενεργήθηκε από τον Γιώργο Χαραλάμπους (ΜΚ2) στη σκηνή του εγκλήματος στην παρουσία του κατηγορούμενου, στις 16.11.14 (βλ. Τεκμήριο 45) - ως αποτυπώθηκε και γραπτώς στο αντίστοιχο κείμενο (βλ. Τεκμήριο 80) - σημειώνουμε ότι την αξιολογήσαμε ως πραγματική μαρτυρία συμφώνως των επιταγών της σχετικής νομολογίας για να βοηθηθούμε στο να αντιληφθούμε καλύτερα τη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με τα επίδικα θέματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Σταυρινού v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706, 723-725). Αξιολογώντας τους μάρτυρες, εκτιμήσαμε με προσοχή την κάθε περίπτωση παράλειψης αναφοράς τους σε γεγονότα και στοιχεία στις γραπτές καταθέσεις που έδωσαν στην Αστυνομία και τα οποία επέλεξαν να παραθέσουν κατά τη μαρτυρία τους στη δίκη. Λειτουργώντας τοιουτοτρόπως, δεν εντοπίσαμε κάτι που να παραπέμπει είτε σε διάθεση ψεύδους είτε σε ύπαρξη δόλιων κινήτρων από μέρους τους. Πράττοντας έτσι, είχαμε κατά νουν και την ευρύτερη νομική αρχή (απόρροια κοινής λογικής), ότι το γεγονός πως ένας μάρτυς παραλείπει κατά τη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία (ή σε άλλη γραπτή ή προφορική του δήλωση οποιασδήποτε μορφής), να αποτυπώσει όλα όσα είναι που γνωρίζει σε σχέση με το τι καταθέτει, δεν οδηγεί αναποδράστως σε απόρριψη της μαρτυρίας του, η οποία, όπως πάντα, επιβάλλεται να προσεγγίζεται στο σύνολο της με ιδιαίτερη προσοχή και εγρήγορση. Έτσι λειτουργήσαμε και εμείς εδώ στην κάθε εφαρμοζόμενη περίπτωση (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου v Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 14, 19). Εκεί όπου μάρτυρες προέβησαν σε αντιφατικές ή ανακόλουθες δηλώσεις στη μαρτυρία τους (συγκριτικώς με προγενέστερες γραπτές τους καταθέσεις προς την Αστυνομία), ιχνηλατήσαμε τους λόγους που ώθησαν στη συζητούμενη επιλογή, μη παραβλέποντας και την όποια ετοιμότητα των μαρτύρων αυτών να καταλήγουν σε ψεύδη ή ανακρίβειες προς εξυπηρέτηση ιδίου συμφέροντος (βλ. κατ' αναλογίαν, Τεβλετιάν και Άλλου v Δημοκρατίας
(2006)2 ΑΑΔ 512, Σάκκος v Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 510). Προτού προχωρήσουμε στη διατύπωση της κρίσης μας επί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και υστερότερα επί της υπόλοιπης προσαχθείσας μαρτυρίας και των προβληθεισών εκδοχών, θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο να σημειώσουμε και να υπομνήσουμε (δίκην αυτοπροειδοποίησης), τέσσερεις σημαντικές διαστάσεις που αφορούν στο ευρύτερο ζήτημα της αξιολόγησης των μαρτύρων και της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε, με αποκλειστικό αντικείμενο των αναφορών αυτών, τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11). Η πρώτη διάσταση, σχετίζεται με το ότι ένας μάρτυς δεν μπορεί να ενισχύσει άλλον μάρτυρα όταν ο καθένας από αυτούς είναι ή μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι συνεργός με τον κατηγορούμενο στη διάπραξη του ίδιου αδικήματος. Τούτο, προκύπτει - τηρουμένων των αναλογιών - από το σκεπτικό αποφάσεων όπως οι Makris Alias Petinos v The Police
(1961)CLR 330, 337, Demetriou v The Republic
(1961)CLR 309, 314-316, DPP v Kilbourne
(1973)1 All ER 440, 446-448, DPP v Hester
(1972)3 All ER 1056, 1077-1078 και R v Baskerville (1916-17) All ER Rep 38, 43-44. Η δεύτερη, αφορά στην άκρα επιφυλακτικότητα με την οποία απαιτείται να προσεγγίζεται η μαρτυρία τέτοιων μαρτύρων, ώστε να κριθεί - αναλόγως με το τι η μαρτυρία αυτή εκφράζει στην κάθε περίπτωση - εάν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για καταδίκη, δεδομένης της αναφερόμενης ιδιότητας των μαρτύρων αυτών (βλ. κατ' αναλογίαν, Petrosyan v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653-660, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249 και Zacharia v The Republic
(1962)CLR 52, 60-64). Η τρίτη, άπτεται των αυτοπροειδοποιήσεων που απαιτούνται - και στις οποίες προβήκαμε όπου τούτο χρειάστηκε - αναφορικώς με τη μαρτυρία αναγνώρισης προσώπων, στη βάση του σκεπτικού που αναπτύχθηκε στην απόφαση R v Turnbull and Others
(1976)3 All ER 549. Η τέταρτη, καθάπτεται των αναγκαίων αυτοπροειδοποιήσεων - στις οποίες επίσης προβήκαμε όπου απαιτείτο - σε σχέση με τη μαρτυρία φωνητικής αναγνώρισης στη βάση όχι μόνο της προαναφερθείσας R v Turnbull and Others
(1976)3 All ER 549, αλλά και της δικής μας πιο πρόσφατης κυπριακής αυθεντίας Faraq v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 20/14, ημ. 26.6.15. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής - πλην του Ιωάννη Έντγκαρ Αλογιάν (ΜΚ4), στη μαρτυρία του οποίου θα επανέλθουμε αργότερα, μας δημιούργησαν καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί. Δεν αμφιταλαντεύονταν. Απαντούσαν με ευθύτητα. Δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Η μαρτυρία τους κρινόμενη στην ολότητα της αλλά και μεμονωμένως, συνήδε και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε στα λεγόμενα τους και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες - ιδιαίτερα στη μαρτυρία των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) -καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικότερης εικόνας, με το γεγονός να αποτελεί μάλιστα και δείγμα έλλειψης αθέμιτης συνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων για το τι είναι που θα κατέθεταν. Άλλωστε, γνωρίζουμε και ως ζήτημα κοινής λογικής και εμπειρίας, πως η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να ταυτίζεται απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι κάποιες διαφορές στη μαρτυρία τους - αναλόγως της φύσης τους - είναι αναπόφευκτες (βλ. κατ' αναλογίαν, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Οι μάρτυρες υπεράσπισης μάς δημιούργησαν και αυτοί θετική εντύπωση επί της ίδιας αξιολογικής βάσης που υιοθετήθηκε για την κρίση των μαρτύρων κατηγορίας. Όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και δίχως να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων έδωσαν μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Με βάση τα όσα δήλωσαν αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονες για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσαν (έχοντας αποδεδειγμένα ειδίκευση για όσα κλήθηκαν να πουν και τελικώς ανέφεραν), τους Ανδρέα Λουκά (ΜΚ9), Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ12), Κυριάκο Βερεσιέ (ΜΥ1), Ειρήνη Λόρδου (ΜΥ2), Γεώργιο Καπούλα (ΜΥ7) και Άρτεμη Καλυβωκά (ΜΥ10). Οι ως άνω πραγματογνώμονες - πλην των Ειρήνης Λόρδου (ΜΥ2) και Γεώργιου Καπούλα (ΜΥ7), επί της μαρτυρίας των οποίων εντρυφούμε κατωτέρω - ήσαν λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό, παρουσιάζοντας με επάρκεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων τους και ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας, όπως αυτές διατυπώνονται μεταξύ άλλων στην Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-
  1. Οι διαπιστώσεις περί αξιοπιστίας της μαρτυρίας των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), ακριβώς επειδή αφορούν στη μαρτυρία προσώπων που θα μπορούσαν να θεωρηθούν (σε ένα γενικότερο επίπεδο ανάλυσης) ως συνεργοί ή μάρτυρες με δικό τους σκοπό να εξυπηρετήσουν, δεν μπορεί να οδηγήσουν από τώρα στη διατύπωση οποιουδήποτε ευρήματος ή συμπεράσματος αναφορικώς με το ενδεχόμενο καταδίκης του κατηγορούμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Kondratjev v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 78/12, ημ. 19.7.13), χωρίς αυτό να υπονοεί σε οποιοδήποτε βαθμό και επίπεδο πως η φαινομενική αυτή συνέργεια έχει προαποφασιστεί καθοιονδήποτε τρόπο σε σχέση με τον κατηγορούμενο ή με τους δύο προαναφερθέντες μάρτυρες μεταξύ τους. Η δέουσα αποτίμηση της μαρτυρίας των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), για ό,τι ενδιαφέρει την παρούσα, θα λάβει χώραν στο κατάλληλο στάδιο κατωτέρω. Ήμασταν πολύ προσεκτικοί προσεγγίζοντας το ζήτημα της αξιοπιστίας του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και τούτο ένεκα της παραδοχής του τελευταίου κατά την κυρίως εξέταση πως στο πλαίσιο της ανακριτικής κατάθεσης που του λήφθηκε στις 18.11.14 (βλ. Τεκμήριο 90), αλλά (προσθέτουμε) και με προφορική παραδοχή του προς τον Γιώργο Χαραλάμπους (ΜΚ2) το ίδιο πρωί, αποστασιοποιήθηκε τελείως από τον κατηγορούμενο και τα επίδικα συμβάντα σε αντίθεση βεβαίως με το τι έπραξε το βράδυ της ίδιας μέρας δίνοντας προς την Αστυνομία τη γραπτή κατάθεση-Έγγραφο ΙΒ (την οποία και υιοθέτησε στη δίκη ως μέρος της κυρίως εξέτασης του). Ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8), ανέφερε επί τούτω με τρόπο ειλικρινή και πειστικό πως ο λόγος της αρχικής του αποστασιοποίησης από τα πράγματα, ήταν διότι «.έπαθα σοκ, φοβήθηκα, δεν μπορούσα να το πω, εντοπίστηκε και ο δολοφόνος, θεωρούσα τον εαυτό μου γιατί να φανερωθώ; ... φοβήθηκα ότι θα νεκατωθώ και θα είμαι και εγώ συνεργός, έτσι το πήρα ... δεν ξέρω να το εξηγήσω, λέω πώς έγιναν, ούτε κατά ιδέα, μέσα σε λίγες ώρες ήρθε η Αστυνομία . Μπορεί να έπαθα σοκ και δεν κατάλαβα. ακόμα δεν το πιστεύω, ακόμα θέλω να είναι ψέματα, ας πούμε, να μην έγινε τούτο, ώρες-ώρες λαλώ δεν έγινε, δεν είδα το πτώμα . ναι ζήτησα δικηγόρο, δεν είναι τίποτε . έτσι ήταν τα πράγματα, είναι δικό μου λάθος, έπρεπε να παραδεχτώ την πρώτη φορά αλλά νόμιζα ότι θα έμπλεκα και εγώ . ότι έτσι έγινε, είμαστε μαζί και έτσι και έτσι έγινε». Δεχόμαστε τις εξηγήσεις του. Επανερχόμαστε στα του Ιωάννη Έντγκαρ Αλογιάν (ΜΚ4), για να επεκταθούμε κάπως επί της αρνητικής εντύπωσης που μας προξένησε ως μάρτυς, υποσημειώνοντας ωστόσο για σκοπούς δικαιότητας προς το πρόσωπο του πως η επιλογή να δηλωθεί ως παραδεκτό γεγονός λίγα μόλις λεπτά πριν δώσει τη μαρτυρία του ότι κατά το περιστατικό έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας το απόγευμα της 14.11.14, ο Μιχάλης Μηνά εξύβρισε την Josephine Maurer με τη φράση «είσαι μια σκατοπουτάνα, έφκαλες νάμιν με το φίλο σου το Αλεξούι», εξανδραπόδισε εκ προοιμίου το περιεχόμενο της συμπληρωματικής γραπτής κατάθεσης που είχε δώσει ο μάρτυς προς την Αστυνομία στις 20.11.14, ως το Τεκμήριο
  2. Το Δικαστήριο ενέκρινε το παραδεκτό αυτό γεγονός δίχως να γνωρίζει κατά τη στιγμή εκείνη πως ο μάρτυς είχε δώσει προς την Αστυνομία συμπληρωματική κατάθεση με αντιμαχόμενο προς τα παραδεκτά γεγονότα περιεχόμενο. Ο μάρτυς επέμενε (σε σαφή σύγκρουση προς τα παραδεκτά γεγονότα), πως ο Μιχάλης Μηνά δεν είχε εξυβρίσει τον κατηγορούμενο και την Josephine Maurer στις 14.11.14, έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Θέση του, στην οποία επέμενε, ήταν πως το μόνο πράγμα που ο Μιχάλης Μηνά είχε πει προς την Josephine Maurer, ήταν «καλά επίες τζιαι εσού» και όχι τα όσα δηλώθηκαν στο παραδεκτό γεγονός. Το ασυμβίβαστο αυτό μεταξύ της προφορικής μαρτυρίας του μάρτυρα και του παραδεκτού γεγονότος, αποτέλεσε καταλυτικής σημασίας παράμετρο για την κρίση της αξιοπιστίας του αφού οι τοποθετήσεις του επί μιας τόσο σημαντικής πτυχής της υπόθεσης (που αφορούσε ουσιαστικά στη διατύπωση και στο περιεχόμενο πρόκλησης του Μιχάλη Μηνά προς την Josephine Maurer και τον κατηγορούμενο), έτεινε να εκθεμελιώσει όχι μόνο την πεμπτουσία του δικαστικώς εγκριθέντος παραδεκτού γεγονότος αλλά και εκ των πραγμάτων - πέραν από το να θεωρηθεί ως προσφυγή στο ψεύδος (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501, Γεωργίου άλλως Παφίτης v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 444, 452) - να θέσει εν αμφιβόλω και την ικανότητα του να αντιλαμβάνεται με την αίσθηση της ακοής το τι ακριβώς είναι που διαμειβόταν στην παρουσία του, με συνακόλουθο αντίκτυπο στην αμφισβητηθείσα κατά την αντεξέταση δυνατότητα του να είχε ακούσει το περιεχόμενο φερόμενων τηλεφωνικών συνομιλιών του Μιχάλη Μηνά με τον κατηγορούμενο ενώ ο μάρτυς βρισκόταν με τον πρώτο στο αυτοκίνητο ως οδηγός μετά το περιστατικό της εξύβρισης της Josephine Maurer στις 14.11.14 και να εμποτίσει ταυτοχρόνως τη μαρτυρία του με στοιχεία αθέμιτων κινήτρων υπέρ του Μιχάλη Μηνά. Αξιοπρόσεκτο είναι και το γεγονός πως ο Ιωάννης Έντγκαρ Αλογιάν (ΜΚ4), διαψεύσθηκε στο ζήτημα της συζητούμενης εξύβρισης από τη φιλενάδα του Μαρία Ιωαννίδη (ΜΚ6), η οποία είπε στη μαρτυρία της (δίχως να αντεξεταστεί επί του σημείου), πως ο μάρτυς τής είχε αναφέρει ότι κατά τον επίδικο χρόνο του περιστατικού το θύμα «εξιτίμαζε» την Josephine Maurer. Υπό το σύνολο αυτών των διαπιστώσεων μας και παρατηρώντας μαζί με τ' άλλα τη γενικότερη συμπεριφορά του Ιωάννη Έντγκαρ Αλογιάν (ΜΚ4) ως μάρτυρα στο εδώλιο, καταλήξαμε πως δεν μπορούμε να προσδώσουμε στη μαρτυρία του οποιαδήποτε βαρύτητα και ούτε να επιχειρήσουμε (όπως πρότεινε ο κ. Δημητρίου), αποδοχή μέρους της μαρτυρίας του ως αξιόπιστης και να απορρίψουμε το υπόλοιπο ως αναξιόπιστο κατά την παρεχόμενη νομολογιακή δυνατότητα, μια και δεν συντρέχουν προς τούτο οι κατάλληλες προϋποθέσεις (βλ. κατ' αναλογίαν, Αγαθοκλέους v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 89/12, ημ. 24.7.13). Αναφορικώς με τη μαρτυρία του ψυχιάτρου Κυριάκου Βερεσιέ (ΜΥ1), υπογραμμίζουμε ότι τούτος ρητώς είναι που ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση πως δεν είχε ασχοληθεί προσωπικώς και σε βάθος με την ψυχική κατάσταση του κατηγορούμενου ώστε να δύναται να παραθέσει ιδιαίτερες λεπτομέρειες περί της πτυχής αυτής λέγοντας μάλιστα πως όλα όσα παρέθεσε σχετικώς, εκπορεύονταν από παρατηρήσεις «.των άλλων συναδέλφων.». Παραδέχθηκε (κατά την αντεξέταση), ότι η τελευταία φορά που είχε δει τον κατηγορούμενο ήταν τον Ιούνιο 2014 και πως δεν γνώριζε καθόλου την κατάσταση του μετά την ημερομηνία αυτή. Ως εξίσου σημαντικό, καταγράφεται - με υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα και κάποιων συναφών αναφορών του σε γενικότερο επίπεδο με τη δική τους αξία για ό,τι πλατύτερα ενδιαφέρει την περίπτωση σε σχέση με τις γενικότερες αντιδράσεις του κατηγορούμενου - πως ο μάρτυς δεν ήταν ούτε σε θέση να δώσει εξειδικευμένη μαρτυρία πραγματογνώμονα περί των επιδράσεων και αλληλεπιδράσεων διαφόρων χημικών ουσιών στον ανθρώπινο οργανισμό ή περί της μεταβόλισης αυτών, επειδή δεν κατείχε την ειδικότητα του χημικού. Ομοίως, δεν μπορούσε να τοποθετηθεί επί της διαδικασίας ανίχνευσης ναρκωτικών ουσιών στον οργανισμό μετά την πάροδο κάποιου χρόνου από τη στιγμή της είσδυσης τους στο σώμα. Αναφορικώς με τη μαρτυρία της παιδοψυχίατρου Ειρήνης Λόρδου (ΜΥ2), παρατηρούμε πως ενώ τούτη κατέθεσε και υιοθέτησε την Ιατρική Έκθεση-Τεκμήριο 102 (που συνέταξε η ίδια), λέγοντας εκεί πως από την ιατρική αξιολόγηση του κατηγορούμενου (μεταξύ 23.2.14 και 21.3.14, μετά από διάταγμα ψυχιατρικής νοσηλείας), διαπιστώθηκε ότι η συμπτωματολογία του «.ήταν στα πλαίσια σοβαρής Διαταραχής Διαγωγής και παραβατικότητας, καθώς και Διαταραχή εξάρτησης ουσιών», στην προφορική της μαρτυρία δεν εξήγησε με σαφήνεια και καθαρότητα (ώστε να παρασχεθεί αν όχι για τίποτε άλλο, στο Δικαστήριο η πρώτη ύλη προς εξαγωγή των δικών του συμπερασμάτων), τι είναι ακριβώς που εννοούσε με τον όρο διαταραχή διαγωγής, παραδεχόμενη πως δεν μπορούσε να τοποθετηθεί στα περί της διαταραχής εξάρτησης ουσιών διότι δεν είχε ασχοληθεί με το θέμα μια που δεν αφορούσε στην εξειδίκευση της. Είπε λοιπόν η μάρτυς κατά την κυρίως εξέταση σε σχέση με το αναλυόμενο θέμα (δίχως να αντεξεταστεί), πως: «.Θα σας εξηγήσω τι είναι η διαταραχή διαγωγής πρώτα και ύστερα θα σας πω για τη διαταραχή εξάρτησης ουσιών και σας είπε πάρα πολλά ο εξειδικευμένος γιατρός ο Βερεσιέ για τα θέματα εξάρτησης. Η διαταραχή διαγωγής γιατί είναι το κέντρο που δούλεψα εγώ, γιατί σαν παιδοψυχίατρος η εξάρτηση ουσιών είναι όταν μια συμπτωματολογία μπορεί να επηρεάζεται και από μία πιθανή χρήση ουσιών και τότε μπαίνει και δεν αφορά ούτε άλλη σωματική βλάβη και οπότε εάν υπάρχει θέμα έναν περιστατικό θετικό, όταν γίνει ανάλυση σε όλα μπαίνει και το κομμάτι εξάρτησης, αλλά ξεκαθαρίζω ότι δεν δούλεψα αυτό το κομμάτι εγώ, δεν είναι η ειδικότητα μου, το παρέπεμψα σε εξειδικευμένο κέντρο». Δεν είμαστε διατεθειμένοι, με κάθε σεβασμό, να προσδώσουμε (για τους λόγους που εξηγήσαμε), οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία της Ειρήνης Λόρδου (ΜΥ2). Σε ό,τι αφορά στη μαρτυρία του παιδοψυχίατρου Γεώργιου Καπούλα (ΜΥ7), σημειώνουμε ότι και τούτος προέβη σε συγκεκριμένη αναφορά στη μαρτυρία του πως ο κατηγορούμενος πάσχει από βαριά διαταραχή διαγωγής και διαταραχή εξάρτησης ουσιών, προβαίνοντας μάλιστα προς τούτο και σε συναφή αναφορά στην επιστολή του ημερομηνίας 6.3.15, προς τον δικηγόρο του κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήριο 100). Σε σχέση όμως με το ζήτημα της διαταραχής εξάρτησης ουσιών, ο μάρτυς παραδέχθηκε κατά την κυρίως εξέταση πως δεν ήταν αρμόδιος να δώσει σχετική με το ζήτημα μαρτυρία, τονίζοντας πως «.δεν είναι ο δικός μου ο τομέας οι εξαρτήσεις από τις ναρκωτικές ουσίες.». Εν σχέσει με τα περί βαριάς διαταραχής της διαγωγής, ο μάρτυς εξήγησε πως τούτη αφορά σε «.ασθένεια.» η οποία χαρακτηρίζεται από «.ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η υιοθέτηση συμπεριφορών που καταπατούν τις νόρμες της κάθε κοινωνίας. Αυτό είναι κάτι διαφορετικό από την παρορμητικότητα όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων στην εφηβεία», δίχως όμως να διευκρινίζει περαιτέρω και να εξηγεί τι ακριβώς είναι που εννοούσε με την αόριστη (θα λέγαμε με κάθε σεβασμό) αναφορά του αυτή ώστε να βοηθήσει, ως πραγματογνώμονας το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα επί του θέματος. Παρέλειψε επίσης να διασαφηνίσει ο μάρτυς (ως όφειλε κατά την άποψη μας), την από μέρους του ταξινόμηση της διαταραχής της διαγωγής ως «ασθένειας», τη στιγμή που η διαταραχή τούτη περιγράφεται στο σύγγραμμα-Τεκμήριο 99, ως «.πρότυπο συμπεριφοράς.». Το σύγγραμμα-Τεκμήριο 99, κατατέθηκε στο πλαίσιο της μαρτυρίας του Κυριάκου Βερεσιέ (ΜΥ1) και αφορά στα διαγνωστικά κριτήρια της εν λόγω διαταραχής και περιγράφει (εκτός από τούτα) και τις διάφορες διαβαθμίσεις βαρύτητας της διαταραχής, με τον Κυριάκο Βερεσιέ (ΜΥ1) να εξηγεί με πιο απλά λόγια (και δεχόμαστε τη θέση του), πως η διαταραχή της διαγωγής έχει ακριβώς την «.ίδια διάγνωση που μπαίνει για αντικοινωνική συμπεριφορά όταν κάποιος είναι άνω των 18 χρόνων, όταν είναι κάτω των 18 χρονών στις ταξινομήσεις ονομάζεται διαταραχή της διαγωγής .». Ο Γεώργιος Καπούλας (ΜΥ7) και δίχως ο κ. Πολυχρόνης να θέσει προς αυτόν το περιεχόμενο τού εν λόγω συγγράμματος προς σχολιασμό (στο οποίο όμως ο μάρτυς θα έπρεπε να αναφερόταν αυτεπαγγέλτως μια και τα υπό συζήτηση διαγνωστικά κριτήρια αποτελούν ψυχιατρικό εργαλείο), έδωσε ένα κάπως διαφορετικό ορισμό τής υπό συζήτηση διαταραχής, προσθέτοντας σε τούτο τα περί «.παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων» και όχι (ως δηλώνεται στο υπό αναφορά τεκμήριο), των «βασικών δικαιωμάτων των άλλων» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Ο μάρτυς δεν εξήγησε επαρκώς τι ακριβώς είναι που ήθελε να πει με τα περί παραβίασης βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων ούτε και παρέθεσε ορθολογιστικά τη διεργασία κατάταξης της περίπτωσης του κατηγορούμενου στην κατηγορία της βαριάς διαταραχής της διαγωγής, ή ενέταξε σημασιολογικά (και αυτό είναι το πιο σημαντικό), την ψυχική αυτή κατάσταση του κατηγορούμενου (όπως και να ονομαζόταν επιστημονικώς) - και η ίδια διαπίστωση αφορά και στον Κυριάκο Βερεσιέ (ΜΥ1), που όμως δεν κλήθηκε να παράσχει σχετικές εξηγήσεις μια και κατά τα φαινόμενα άλλος ήταν ο σκοπός της μαρτυρίας του - εντός των γενικότερων παραμέτρων της εκδοχής της Υπεράσπισης - με κατ' αναλογίαν παραπομπή στην Aristidou v The Republic
(1967)2 CLR 43 - πως ο κατηγορούμενος διαπράττοντας το έγκλημα δεν γνώριζε ουσιαστικώς τι είναι που έπραττε. Μόνη ουσιαστική εξαίρεση σε ό,τι αφορά στον πρακτικό συσχετισμό της περιγραφόμενης ψυχολογίας του κατηγορούμενου με τα επίδικα ζητήματα ως τα έχουμε μόλις προσδιορίσει (από απόψεως Υπεράσπισης), ήταν η δήλωση του μάρτυρα (με αναφορά στην επιστολή του ημερομηνίας 11.9.14, ως το Τεκμήριο 103), πως κατά τη συνάντηση που είχε ο κατηγορούμενος μαζί του την ημερομηνία εκείνη ήταν συνεργάσιμος και σε θέση «.να παραστεί στο Δικαστήριο για ό,τι του ζητηθεί», προσθέτοντας μάλιστα ότι κατά την ημερομηνία εκείνη ο κατηγορούμενος (από απόψεως γενικής εικόνας), ήταν σε αρκετά καλή κατάσταση, χωρίς ωστόσο να συγκεκριμενοποιεί την αξία που ενείχε η τοποθέτηση του αυτή σε όλα όσα είχε προηγουμένως εκφράσει περί της διαταραχής του κατηγορούμενου και τη δυνατότητα του να αντιλαμβάνεται τις συνέπειες των πράξεων του, ζήτημα με το οποίο ενασχολήθηκε ο μάρτυς στην επιστολή του-Τεκμήριο 105, ένα περίπου μήνα προηγουμένως. Δεν μπορούμε, με κάθε σεβασμό, να προσδώσουμε για τους λόγους που εξηγήσαμε, οποιαδήποτε ιδιαίτερη βαρύτητα στη μαρτυρία του Γεώργιου Καπούλα (ΜΥ7), πέραν των γενικότερων αναφορών του περί κάποιων τυπικών χαρακτηριστικών που συνθέτουν το χαρακτήρα και αντιδράσεις ατόμων νεαράς ηλικίας όπως ο κατηγορούμενος. Έχοντας εξηγήσει το σκεπτικό μας (υπό τις αιρέσεις που καταγράφηκαν), για την αποδοχή της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, θα καταπιαστούμε με την ανάλυση του περιεχομένου της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, υπό το πρίσμα των αρχών που έχουμε ήδη προαναφέρει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Εφραιμίδου v Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 134/13, ημ. 2.5.14. Κοφτερός v Αστυνομίας
(2012)2 ΑΑΔ 83, 84-85). Η εκδοχή που προέβαλε ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΙΣΤ (που αποτελείται από ένα συνονθύλευμα αλληλοσυγκρουόμενων και αμφίσημων ισχυρισμών), αλλά και στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 30, ότι την ημέρα του επίδικου περιστατικού κατέληξε (τυχαίως) «.στο παρκούι.» κοντά στο «.σπίτι του Μακαρίτη», συγκρούεται με τα όσα ο κατηγορούμενος είπε στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία-Τεκμήριο 30, ότι δηλαδή ο Μιχάλης Μηνά τού είχε τηλεφωνήσει τα ξημερώματα της 16.11.14, ζητώντας από αυτόν να συναντηθούν και πως ένεκα τούτου (ο κατηγορούμενος) έφυγε από το σπίτι μονάχος και μετέβη «.περπατητός τζιαμε που έθελεν να βρεθούμαι, πουκάτω που την πολυκατοικία που εμίνησκεν» (ο Μιχάλης Μηνά). Η ανακολουθία προβάλλει πασιφανής δίχως μάλιστα να επιχειρηθεί καν να δικαιολογηθεί από τον κατηγορούμενο στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΙΣΤ στην οποία είπε ότι δεν είχε αναφέρει στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 30 πως βρισκόταν με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) λίγο πριν το συμβάν διότι δεν ήθελε να τους εμπλέξει «.σε τούτη τη κουβέντα». Σημείωσε πρόσθετα ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 30, ότι επειδή είχε ακούσει κατά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Μιχάλη Μηνά τα ξημερώματα της 16.11.14 «.δκιο τρεις που το τηλέφωνο.» πήρε μαζί του «.το μασιέριν . χωρίς να' χω σκοπό να το χρησιμοποιήσω», ενώ στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΙΣΤ, προέταξε (και πάλι) μια διαφορετική εκδοχή λέγοντας πως πήρε μαζί του το μαχαίρι σε περίπτωση που «.εχρειάζετουν να τον τραυματίσω» (εννοώντας βεβαίως τον Μιχάλη Μηνά) και χωρίς να προβαίνει (ο κατηγορούμενος) σε οποιαδήποτε αναφορά εν σχέσει με τα άτομα που υποτίθεται πως είχε ακούσει να μιλούν κατά τη συζητούμενη τηλεφωνική του επικοινωνία με το θύμα, γεγονός που, αξίζει να υπογραμμιστεί, είχε προτάξει κατά την προφορική του ανάκριση από τον Γιώργο Χαραλάμπους (ΜΚ2) το πρωί της 16.11.14 (μετά τη σύλληψη του). Μήτε και προβλήθηκε ισχυρισμός κατά την ανάκριση ότι ο κατηγορούμενος κρατούσε συνεχώς μαχαίρι έτσι και αλλιώς όπως συνήθιζε (κατά το περιεχόμενο της ανώμοτης του δήλωσης-Έγγραφο ΙΣΤ) «.τα τελευταία 1 με 2 χρόνια, γιατί ένιωθα συνέχεια κίνδυνο για τη ζωή μου, μετά που περιστατικό που έγινε το καλοκαίρι του 2013 όταν μαζί με το φίλο μου το Τσουρή εμπήκαμε σε μια μπυραρία και εκάμαμε ζημιές και εγυρεύκαν μας οι ιδιοκτήτες, ανθρώποι επικίνδυνοι της νύχτας». Προκύπτει λοιπόν και από αυτά, ανακολουθία (για να πούμε το λιγότερο) στις εκδοχές του κατηγορούμενου. Δήλωσε επιπροσθέτως ο τελευταίος στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΙΣΤ, ότι μετά που ο Μιχάλης Μηνά κατέφθασε στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court το επίδικο ξημέρωμα (ο κατηγορούμενος) πήγε να τον συναντήσει μονάχος («πήγα να τον έβρω μόνος μου.») και ότι εάν «.εγίνετουν κάτι θα έβαλα μια φωνή και θ[α] έρχουνταν να τον πιάσουν» (εννοώντας τους παριστάμενους Αντώνη Τερεζίδη [ΜΚ8] και Βασίλη Κωστή [ΜΚ11]). Η εκδοχή του αυτή δημιουργεί πολλά ερωτηματικά σε διάφορα επίπεδα ως προς την αντικειμενική της πειστικότητα δεδομένου ότι ο κατηγορούμενος ουδέποτε ισχυρίστηκε είτε στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 30) είτε στην ανώμοτη του δήλωση (Έγγραφο ΙΣΤ), ή ακόμη διά της υποβολής αντίστοιχων θέσεων κατά την αντεξέταση των δύο υπό αναφορά μαρτύρων, πως είχε πει στους τελευταίους να βρίσκονται σε εγρήγορση και επιφυλακή σε περίπτωση που χρειαζόταν βοήθεια κατά την αναμέτρηση του με τον Μιχάλη Μηνά. Παρενθέτουμε - και τούτο ισχύει οριζοντίως για όλες τις περιπτώσεις που αφορούν στην ενώπιον μας μαρτυρία - πως κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, προσεγγίσαμε την κάθε περίπτωση παράλειψης αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), ως ενδεικτική έλλειψης συνέπειας στην προώθηση των αντίστοιχων θέσεων τού αντεξετάζοντος αλλά και ως αποδυναμωτική τούτων, προβαίνοντας εννοείται ως Δικαστήριο σε αξιολόγηση τής κάθε τέτοιας περίπτωσης και σταθμίζοντας τα πράγματα με προσοχή αναλόγως της σοβαρότητας της συζητούμενης παράλειψης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 538, 544-545, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298, R v Hart
(1932)23 Cr App R 202, 207). Υπογράμμισε προσέτι ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΙΣΤ, πως ο Μιχάλης Μηνά ερχόμενος «.περπατητός προς τα πάνω μου», κρατούσε κάτι «.μες τα χέρια του όπως τη λεπίδα που εγυάλιζε έντονα. Κατάλαβα ότι ήταν να μου το μπήξει». Πέραν του ότι δημιουργείται εκ των πραγμάτων και αντικειμενικώς το ερώτημα ως προς το γιατί ο κατηγορούμενος να μην φωνάξει τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) να προστρέξουν προς βοήθεια του βλέποντας τα πράγματα να εκτραχύνονται, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 30, υποστήριξε (με απόλυτο τρόπο), πως ο Μιχάλης Μηνά «.επίεν να μου γυρίσει την ππουνιά αλλά εκράεν λεπίδα». Οι δύο αυτές περιγραφές είναι ασύμβατες μεταξύ τους ως προς την ακρίβεια που εκφράζουν επειδή στην μεν πρώτη περίπτωση ο κατηγορούμενος διατείνεται πως είχε δει τον Μιχάλη Μηνά να κρατά το σουγιά ενώ το θύμα τον προσέγγιζε, στη δε δεύτερη πως ο κατηγορούμενος διαπίστωσε την ύπαρξη του σουγιά την ώρα που ο Μιχάλης Μηνά «.επίεν να μου γυρίσει την ππουνιά.». Όταν μάλιστα συγκρίνει κανείς τις δύο εκδοχές (πάντοτε κατά τους ισχυρισμούς του κατηγορούμενου), με την προφορική παραδοχή του τελευταίου προς τον Γιώργο Χαραλάμπους (ΜΚ2) το πρωινό της 16.11.14, πως ο Μιχάλης Μηνά «.έδωκε πάνω μου.» (δηλαδή επί του κατηγορούμενου) και ότι το θύμα «.πρέπει να εκράτε λεπίδα. Εν τη είδα όμως.», αντιλαμβάνεται έτι περισσότερον το αμφίλογο των πραγμάτων αφού (κατά την τελευταία εκδοχή), ο κατηγορούμενος δεν είχε δει τον Μιχάλη Μηνά να κρατά το σουγιά παρά μόνο υπολόγιζε πως ο τελευταίος θα πρέπει να τον κρατούσε κατά τον κρίσιμο εκείνο χρόνο. Οι αντιφάσεις και ανακολουθίες στις θέσεις του κατηγορούμενου στην ανώμοτη του δήλωση (Έγγραφο ΙΣΤ) και στη γραπτή του κατάθεση (Τεκμήριο 30) - που καθιστούν τη συνολική του εκδοχή αναξιόπιστη - δεν συνιστούν μαρτυρία ή στοιχεία ενισχυτικά της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία εξακολουθεί να βαρύνεται με την απόδειξη όλων των συστατικών στοιχείων του αποδιδόμενου κακουργήματος πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κωνσταντίνου v Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Προτού προχωρήσουμε με τα τελικά μας ευρήματα και με την ανάλυση κάποιων εισηγήσεων της Κατηγορούσας Αρχής και της Υπεράσπισης, θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο για να υπομνήσουμε (ως αυτοπροειδοποίηση), τα περί της μέγιστης αναγκαιότητας για προσεκτική αποτίμηση της μαρτυρίας των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), έχοντας υπόψη τα συναφώς αναφερθέντα (και κατ' αναλογίαν εφαρμοζόμενα εδώ), στις υποθέσεις Petrosyan v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653-660, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249 και Zacharia v The Republic
(1962)CLR 52, 60-64). Αφού εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας των υπό συζήτηση μαρτύρων - χωρίς ασφαλώς υποβιβασμό της σημασίας των υπολοίπων - και έχοντας αδιαλείπτως υπόψιν τις εφαρμοζόμενες αρχές και αυτοπροειδοποιήσεις αξιολογώντας ατομικώς και συνολικώς τη μαρτυρία των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) σε αντιπαραβολή εκείνης των άλλων αξιόπιστων μαρτύρων και του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού (και των παραδεκτών γεγονότων) και λαμβάνοντας υπόψη την καλή εντύπωση που μας δημιούργησαν κατά τη μαρτυρία τους, καταλήξαμε πως μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή με ασφάλεια, χωρίς ενίσχυση. Αποδεχόμαστε ως αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11). Η προμελέτη αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης, καθώς προσδιορίζεται στο άρθρο 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Πρόκειται για έννοια πλήρως αποσαφηνισμένη, η οποία ορίστηκε αυθεντικώς στην Κύπρο στην υπόθεση R v Shaban
(1908)8 CLR 82, 84, με επακόλουθη εφαρμογή σε πολλές άλλες υποθέσεις μετά τη θέσπιση του Άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (μια και τούτο εκδόθηκε ενώ ακόμα βρισκόταν ακόμη σε ισχύ ο Οθωμανικός Ποινικός Κώδικας), όπως φερ' ειπείν, στην Aristidou v The Republic
(1967)2 CLR 43, 74-78. Στη Γιουρούκκης v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ, 402, 448-449, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, διά του Λοΐζου, Π., ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά και από τα οποία αντλήσαμε καθοδήγηση: «Τα συμπεράσματα για την ύπαρξη προμελέτης μπορεί να εξαχθούν από τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τη δολοφονία του θύματος .Το κριτήριο ως προς την ύπαρξη ή μη προμελέτης είναι αν κάτω από το φως όλων των περιστάσεων της υποθέσεως ο δράστης είχε αρκετή ευχέρεια μετά που σχημάτισε την πρόθεση να σκοτώσει, να ξανασκεφτεί με σκοπό να αποφασίσει αν θα σκοτώσει ή όχι, και ότι αποφάσισε να σκοτώσει σαν αποτέλεσμα αυτής της σκέψης. Με άλλα λόγια η δολοφονία πρέπει να είναι αποτέλεσμα αυτού του αναλογισμού και όχι κάτι το ξαφνικό. Βέβαια πολλά εξαρτώνται από τη ψυχική και πνευματική κατάσταση του δράστη την ώρα εκείνη, την ηρεμία του πνεύματός του ή το αντίθετο. Υπάρχουν περιπτώσεις που έχει ένας δράστης αρκετό χρόνο μεταξύ της απόφασης να σκοτώσει και της εκτέλεσης της πρόθεσής του αλλά η κατάστασή του είναι τέτοια που να μη μπορεί να αναλογισθεί τις συνέπειες και αποστεί από την εκτέλεση της απόφασης. Σε άλλες περιπτώσεις η ψυχραιμία και η περίσκεψη του δράστη μπορεί να είναι τέτοια που και ένα ασήμαντο διάστημα μεταξύ του σχηματισμού της πρόθεσης και της εκτέλεσής της να ήταν αρκετό για την προμελέτη. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται και η επιμονή του δράστη στο να επιφέρει το θάνατο είναι στοιχεία αποκαλυπτικά των προθέσεών του που μπορεί να συνεκτιμηθούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την ύπαρξη προμελέτης». Παρομοίως, καθοδηγηθήκαμε από τα όσα ευσύνοπτα υπενθύμισε το Εφετείο στην Ονησίλλου ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 569-570, διά του Πική Δ.: «Η προμελέτη είναι το στοιχείο που διακρίνει το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης (Άρθρο 203 - Κεφ. 154) από εκείνο της ανθρωποκτονίας (Άρθρο 205 - Κεφ. 154). Η πρόκληση θανάτου με παράνομη πράξη προσδιορίζει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Η προμελετημένη ανθρωποκτονία συνιστά το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης. Η πρόκληση θανάτου δεν επιμαρτυρεί αφεαυτής προμελέτη. Η προμελέτη δεν εξομοιώνεται αλλά αντίθετα διακρίνεται από την πρόθεση πρόκλησης θανάτου, εκδηλούμενη με την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο, που ήταν το κύριο γνώρισμα του εγκλήματος του φόνου με δόλια πρόθεση (murder with malice aforethought), γνωστό στο Κυπριακό Δίκαιο πριν την ανεξαρτησία. Η προμελέτη, όπως υποδηλώνει ο όρος, και στερεότυπα επαναλαμβάνει η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, πρέπει να αποδειχθεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόθεση πρόκλησης του θανάτου του θύματος, εκδηλούμενη από την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο. Η προμελέτη πρέπει να αποδειχθεί ως η κινητήρια δύναμη για τη φόνευση του θύματος. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της προμελέτης και της θανάτωσης (του θύματος) πρέπει να είναι άμεση». Αναφορικώς με το κακούργημα της ανθρωποκτονίας (που και τούτο ενδιαφέρει εδώ εμμέσως), καθοδηγηθήκαμε και από την Πουτζιουρής και Άλλος v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, 355, στην οποία ο Πογιατζής, Δ., σημείωσε τα ακόλουθα σχετικά: «Όπως προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 205
(1), απαραίτητα συστατικά στοιχεία του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας είναι (α) η πρόκληση θανάτου ετέρου προσώπου και (β) δια παρανόμου πράξεως την οποία ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαπράξει. Η πρόθεση προκλήσεως θανάτου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Στις περιπτώσεις που, πέραν των απαραίτητων στοιχείων του αδικήματος, αποδεικνύεται και πρόθεση του δράστη να προκαλέσει με την παράνομη πράξη του το θάνατο του ετέρου προσώπου, η ανθρωποκτονία συνήθως περιγράφεται ως "ηθελημένη" σε αντιδιαστολή με την "αθέλητη" ανθρωποκτονία που διαπράττεται χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της πρόθεσης προκλήσεως θανάτου του θύματος. Προσδιορισμός και ανάλυση των συστατικών του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας γίνεται στην υπόθεση Νίκου Φοστιέρι ν. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ.105». Προχωρούμε στα τελικά μας ευρήματα. Ο Μιχάλης Μηνά γνωρίστηκε με την Josephine Maurer όταν αυτός ήταν 11 ετών και εκείνη 12 ετών. Έγιναν στενοί φίλοι. Κατά την ίδια περίπου περίοδο, η Josephine Maurer γνώρισε και τον νεότερο της κατηγορούμενο. Έγιναν και με αυτόν φίλοι. Όταν η Josephine Maurer ήταν 18 ετών, σύναψε ερωτική σχέση με τον Μιχάλη Μηνά μέχρι τον Ιούνιο 2014. Η σχέση τους υπήρξε ασταθής επειδή η Josephine Maurer διαπίστωσε πως ο Μιχάλης Μηνά προέβαινε σε χρήση ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών). Μεταξύ Μαρτίου 2013 και Ιουνίου 2014 και ενώ ο δεσμός υφίστατο, ο Μιχάλης Μηνά ανέφερε στην Josephine Maurer πως είχε πλέον σταματήσει τη χρήση των ουσιών αυτών. Παρά ταύτα, τον Ιούνιο 2014, η Josephine Maurer αντιλήφθηκε πως ο Μιχάλης Μηνά άρχισε και πάλι τη χρήση ναρκωτικών. Η Josephine Maurer τερμάτισε τη σχέση τους. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Μιχάλης Μηνά άρχισε να την εκφοβίζει είτε τηλεφωνώντας της είτε αποστέλλοντας σε αυτήν μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου. Της έλεγε πως θα την σκότωνε επειδή εκείνη ήταν που διέλυσε το δεσμό τους. Την έβριζε ως «σκατοπουτάνα». Το συνεπόμενο των ενοχλήσεων αυτών ήταν να αναγκαστεί η Josephine Maurer να αλλάξει τον αριθμό του τηλεφώνου της. Είχε επίσης ζητήσει από κοινό γνωστό τους, τον Μιχάλη Συλβέστρου, να διαμηνύσει προς τον Μιχάλη Μηνά να τερματίσει τις ενοχλήσεις του προς την ίδια. Μετά από τούτο το διάβημα, ο Μιχάλης Μηνά σταμάτησε να παρενοχλεί την Josephine Maurer. Όχι όμως για πολύ. Με την πρώτη ευκαιρία και όταν τύγχανε να συναντηθεί μαζί της στο δρόμο, την έβριζε και πάλι ως «σκατοπουτάνα». Δεν της τηλεφωνούσε όμως και δεν της έστελνε μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου. Μετά τη διάλυση του δεσμού της με τον Μιχάλη Μηνά, η Josephine Maurer άρχισε να έχει μια στενότερη σχέση με τον κατηγορούμενο και να τον επισκέπτεται στην οικία του. Ο κατηγορούμενος, φίλος του Μιχάλη Μηνά, γνώριζε πως η Josephine Maurer είχε χωρίσει από τον τελευταίο. Ήξερε επίσης ότι ο Μιχάλης Μηνά την απειλούσε, δεν έλεγε όμως τίποτε (ο κατηγορούμενος) επί του θέματος αυτού. Ένα βράδυ του Σεπτεμβρίου 2014 και ενώ η Josephine Maurer οδηγούσε το αυτοκίνητο της (KBP 129) επί της οδού Φανερωμένης στη Λάρνακα έχοντας ως συνεπιβάτη τον κατηγορούμενο, κατάλαβε πως την ακολουθούσε με το δικό του αυτοκίνητο ο Μιχάλης Μηνά προσπαθώντας να κτυπήσει το αυτοκίνητο της από πίσω. Επιτάχυνε και στρίβοντας σε κάποιο δρόμο κατόρθωσε να διαφύγει μια και ο Μιχάλης Μηνά δεν την ακολούθησε. Ανέφερε τα καθέκαστα στον κατηγορούμενο, με τον τελευταίο να την παροτρύνει να εντοπίσει και ακολουθήσει τον Μιχάλη Μηνά για να τον ρωτήσει τι είναι που επιζητούσε από αυτήν, όμως η Josephine Maurer δεν υπάκουσε στην προτροπή. Είχε εμπεδωθεί πια για τα καλά μεταξύ των φίλων της Josephine Maurer και του κατηγορούμενου πως ο Μιχάλης Μηνά την απειλούσε και την εξύβριζε. Περί τα μέσα Οκτωβρίου 2014, η Josephine Maurer συνήψε ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο και έγινε τελικώς η φιλενάδα του. Την ίδια εκείνη περίοδο ο κατηγορούμενος, όντας χρήστης απαγορευμένων ουσιών, παρουσίαζε επίταση στην ήδη υφιστάμενη προβληματική του συμπεριφορά. Μάλιστα το βράδυ της 21.10.14, ήταν ιδιαίτερα βίαιος και σε κάποιο περιστατικό που είχε συμβεί, κρατούσε μαχαίρι και το κτυπούσε στο ταμπλό του αυτοκινήτου τού πατέρα του Πολυνείκη Αναστασίου (ΜΥ3). Η κατάσταση αυτή οδήγησε τον τελευταίο να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 22.10.14 με την αίτηση 180/14 (βλ. Τεκμήριο 109), εξασφαλίζοντας αυθημερόν δικαστικό διάταγμα για άμεση ψυχιατρική εξέταση και εκτίμηση της κατάστασης του κατηγορούμενου. Το διάταγμα αυτό ουδέποτε εκτελέστηκε (και μέχρι σήμερα, κατά παραδεκτό γεγονός, δεν έχει αποσυρθεί, ανακληθεί ή ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο), παρότι (απλώς το σημειώνουμε), σύμφωνα με την Κυριακή Γιαννάκη (ΜΥ8) και με αναφορά στην Έκθεση Προόδου-Έγγραφο ΚΖ, στις 5.11.14, ο κηδεμονευόμενος (κατηγορούμενος) είχε παραδοθεί στην Αστυνομία και ο πατέρας του απέσυρε το διάταγμα. Το γεγονός πως το διάταγμα αυτό υφίσταται (κατά παραδεκτό γεγονός), δεν σημαίνει (και διαφωνούμε με αντίστοιχη θέση που προώθησε ο κ. Πολυχρόνης), πως ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την ίδια συμπεριφορά που οδήγησε στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος - βάσει ενός (κατά γενική θεώρηση), ρυθμιστικής φύσεως νομοθετήματος όπως ο Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμος 77(Ι)/97 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριανού v Κυπριανού
(2003)1(Β) ΑΑΔ 679, 681) - και τούτο επειδή, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα εξισωνόταν απαράδεκτα η εξ ορισμού προσωρινότητα της συζητούμενης δικαστικής διαπίστωσης με γεγονός, πέραν ασφαλώς του ότι θα δημιουργούσε (κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου στο πλαίσιο που συζητούμε), κώλυμα παρουσίασης άλλης σχετικής με το αντικείμενο του διατάγματος μαρτυρίας, με πρώτο δυσμενώς επηρεαζόμενο τον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν θα είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει εδώ μαρτυρία άλλη από εκείνη που δόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος. Την 6.11.14, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης), εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος (για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του σε εκείνη τη δικαστική διαδικασία), όφειλε να «.εμφανίζεται καθημερινά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας, μεταξύ των ωρών 12:00 το μεσημέρι και 18:00 το απόγευμα από τις 7.11.
  1. Μέχρι και τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ανελλιπώς εκτός στις 15.11.14». Την 14.11.14 και περί η ώρα 18:00, η Josephine Maurer μετέφερε με το όχημα της (ΚΒΡ 129) τον κατηγορούμενο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας ώστε τούτος να εμφανιστεί προσηκόντως ενώπιον των αστυνομικών αρχών δυνάμει του ως άνω δικαστικού διατάγματος. Η Josephine Maurer τον ανέμενε εντός του οχήματος της το οποίο είχε σταθμεύσει έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Ενώ περίμενε, πέρασε από δίπλα της ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης ο Μιχάλης Μηνά. Ο τελευταίος έβγαλε το κεφάλι έξω από το παράθυρο του οχήματος και την εξύβρισε φωνάζοντας σε αυτήν «Είσαι μια σκατοπουτάνα, έφκαλες νάμιν με το φίλο σου το Αλεξούι». Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο Μιχάλης Μηνά απομακρύνθηκε. Όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος στο αυτοκίνητο της Josephine Maurer, μετά πάροδο δύο λεπτών (και έχοντας εμφανιστεί στην Αστυνομία στις 18:00), εισήλθε στο όχημα και η κοπέλα τον πληροφόρησε για το τι είχε συμβεί στιγμές προηγουμένως. Μετά από αυτό (και συμφώνως των παραδεκτών γεγονότων), κατηγορούμενος και Μιχάλης Μηνά είχαν μεταξύ τους τηλεφωνικές επαφές. Παρεμβάλλουμε - και τούτο έχει τη δική του σημασία στα πράγματα και ιδιαίτερα στην προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ύπαρξη προμελέτης - πως τα διάφορα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που κατατέθηκαν στη δίκη (βλ. Τεκμήρια 71-73), δεν επεξηγήθηκαν διά μαρτυρίας ή άλλως πως, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο και αποδεκτό δείκτη προς εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων για ό,τι θα δύνατο να ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση. Θα μπορούσε επί παραδείγματι να ιχνηλατήσει κανείς εάν υπήρχαν εκεί τηλεφωνικές επικοινωνίες ή ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου (και αν ναι με ποιο περιεχόμενο), μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος (και αντιστρόφως) μετά το περιστατικό της εξύβρισης έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας στις 14.11.
  2. Το ίδιο και την 15.11.14 και βεβαίως την 16.11.14, πριν από το επίδικο περιστατικό. Κατά τον ίδιο τρόπο θα ήταν ίσως βοηθητικό να διαπιστωνόταν εάν, εκτός των όποιων τηλεφωνικών επικοινωνιών και μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου που ανταλλάχθηκαν μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος (και το αντίστροφο), υπήρξαν και άλλες παρόμοιες επικοινωνίες μεταξύ των δύο με οιουσδήποτε εκ των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας ή υπεράσπισης και ιδιαίτερα με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), αλλά και ανάμεσα στους δύο τελευταίους (ιδίως κατά τους κρίσιμους χρόνους μεταξύ 15.11.14 και 16.11.14), με αναφορά και στα γεωγραφικά σημεία από τα οποία έγιναν οι επικοινωνίες αυτές. Η πληροφόρηση αυτή, εάν υφίστατο ως γεγονός, θα μπορούσε να φωτίσει περισσότερο κάποιες πτυχές της υπόθεσης τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση. Προχωρούμε για να πούμε πως ο κατηγορούμενος, μετά το περιστατικό έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας, τηλεφώνησε στον Μιχάλη Μηνά και τον ρώτησε πού βρισκόταν. Ο Μιχάλης Μηνά προκάλεσε τότε τον κατηγορούμενο λέγοντας του «Έλα Μακαρίου, σσιηλομπασταρτε». Ο Μιχάλης Μηνά έκλεινε κάθε φορά το τηλέφωνο (τερματίζοντας τη συνομιλία με τον κατηγορούμενο), όταν ο τελευταίος προσπαθούσε αμέσως μετά να επικοινωνήσει μαζί του. Ο κατηγορούμενος αναστατώθηκε πολύ από το περιστατικό μεταξύ Josephine Maurer και Μιχάλη Μηνά, δεν πήγε όμως στη Μακαρίου όπως τον είχε καλέσει να πράξει ο τελευταίος. Αντ' αυτού, η Josephine Maurer τον πήρε βόλτα στη Λάρνακα για να καταλήξουν στην οικία του κατηγορούμενου όπου και παρέμειναν για μια περίπου ώρα. Έπειτα, επισκέφθηκαν το εστιατόριο McDonald's και πιο μετά την οικία φίλου τους στο Κίτι. Τέλος, η Josephine Maurer οδήγησε τον κατηγορούμενο πίσω στην οικία του και αναχώρησε για τη δική της γύρω στις 22:
  3. Την επαύριον (15.11.14), η Josephine Maurer δεν συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο. Αντάλλαξαν όμως μηνύματα μεταξύ τους μέσω κινητού τηλεφώνου. Το βράδυ της ίδιας μέρας (15.11.14), ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τους Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) και Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), στην οικία του τελευταίου στην οδό Τούζ Χανέ 17 στη Λάρνακα. Έπιναν μπύρες (και άλλα ποτά), άκουγαν μουσική και μιλούσαν για διάφορα. Σε κάποια στιγμή και ενώ βρίσκονταν εκεί, ο κατηγορούμενος προέβη σε παράνομη χρήση ναρκωτικών ουσιών (crystal meth). Στις 19:10, ο κατηγορούμενος έστειλε μήνυμα μέσω κινητού τηλεφώνου στην Josephine Maurer γράφοντας της πως βρισκόταν στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8). Σε απροσδιόριστο χρόνο (κατά την παραμονή του στην οικία του τελευταίου), ο κατηγορούμενος έβγαλε από το σακάκι που φορούσε το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 και το τοποθέτησε στο πόδι του περιστρέφοντας το επιδεικτικά «.όπως το πακέτο που το γυρίζεις.» (όπως είπε χαρακτηριστικά ο Αντώνης Τερεζίδης [ΜΚ8]). Ο τελευταίος έψεξε προς τούτο τον κατηγορούμενο λέγοντας του πως για όσο βρισκόταν μαζί του δεν θα έπρεπε να κρατά «.έτσι πράματα .» και ότι θα έπρεπε να ήταν «.φρόνιμος». Ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) ασκούσε επιρροή επί του κατηγορούμενου, με τον τελευταίο να τον σέβεται και να τον ακούει. Ενόσω βρίσκονταν στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), ο κατηγορούμενος έλεγε στους δυο μάρτυρες ότι η φιλενάδα του (Josephine Maurer), είχε προηγουμένως δεσμό με τον Μιχάλη Μηνά και ότι τούτοι χώρισαν και πως ο ίδιος είχε πλέον προβλήματα με τον Μιχάλη Μηνά. Είχαν συν τοις άλλοις τσακωθεί τηλεφωνικώς, με τον Μιχάλη Μηνά να εκτοξεύει ύβρεις σε σχέση με την μητέρα του κατηγορούμενου. Όλα αυτά ο κατηγορούμενος τα έλεγε προς τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) με μίσος για τον Μιχάλη Μηνά. Τους είπε επίσης πως ήθελε να «.λοαρκαστεί.» μαζί του και πως επιθυμούσε να πάει προς τούτο να τον βρει. Οι δυο φίλοι προέτρεψαν τον κατηγορούμενο να ηρεμήσει «.να μεν πάει να κάμει καμιά πελλάρα». Γύρω στα μεσάνυχτα προς ξημερώματα Κυριακής 16.11.14, οι τρεις τους αποφάσισαν να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητο (ΚJG 416) του Βασίλη Κωστή (ΜΚ11). Όπερ και εγένετο. Οδηγός ήταν ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), συνοδηγός ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και επιβάτης στο πίσω κάθισμα ο κατηγορούμενος. Οδήγησαν για περίπου μια ώρα και εν συνεχεία σταμάτησαν σε κάποιο σημείο στην οδό Ερμού στη Λάρνακα και περπάτησαν για μια περίπου ώρα. Επέστρεψαν στο αυτοκίνητο και οδήγησαν για άλλες δύο ώρες περίπου στην πόλη καλύπτοντας την περιοχή Φοινικούδων-Μακένζυ-Ερμού. Ενώ οδηγούσαν, αλλά ακόμη και όταν περπατούσαν στην οδό Ερμού, ο κατηγορούμενος επανέφερνε στην κουβέντα το ζήτημα με τον Μιχάλη Μηνά τον οποίον επέμενε να πάει να βρει. Οι Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) τον προέτρεπαν για το αντίθετο. Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) να τον πάρει να βρει (άγνωστο που) τον Μιχάλη Μηνά, κάτι που ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) αρνήθηκε να πράξει. Καθώς όδευαν (και ενώ βρίσκονταν στην περιοχή Μακένζυ), ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) είπε πως τους τελείωνε η βενζίνη. Τότε, ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), να κατευθυνθεί λίγο πιο κάτω προς το πάρκο που βρισκόταν στην οδό Έγκωμης και να σταματήσει εκεί («"πήγαινε τζιαμέ στο πάρκο σταμάτα"»). Έτσι και έγινε. Σαν έφθασαν στο πάρκο - δίπλα από την πολυκατοικία Isavella Court στην οδό Έγκωμης 17, όπου ο κατηγορούμενος γνώριζε (σε αντίθεση με τους δυο μάρτυρες) πως διέμενε ο Μιχάλης Μηνά (τον οποίο οι δύο μάρτυρες δεν γνώριζαν) - και μετά που ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) στάθμευσε το αυτοκίνητο του στο γύρω χώρο, εξήλθαν από το όχημα και κάθισαν στα παγκάκια που βρίσκονταν στο πάρκο (ως τούτα αποτυπώνονται στα πλάνα της αναπαράστασης στον ψηφιακό δίσκο-Τεκμήριο 81). Η ώρα ήταν περίπου 04:
  4. Μιλούσαν μεταξύ τους για αρκετό χρόνο και για ποικίλα ζητήματα («.κουβέντες της ώρας»), περιμένοντας (ως ελέχθη από τους Αντώνη Τερεζίδη [ΜΚ8] και Βασίλη Κωστή [ΜΚ11], άνευ αμφισβήτησης), να δουν την ανατολή του ήλιου. Σε αντίθεση με τις επίμονες επιθετικές αναφορές του κατηγορούμενου εναντίον του Μιχάλη Μηνά στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και στις βόλτες και περιπάτους του με τους δυο μάρτυρες τις προηγούμενες ώρες, δεν υπήρξε στο πάρκο συζήτηση από (ή με) τον κατηγορούμενο αναφορικώς με τον Μιχάλη Μηνά και την Josephine Maurer, ούτε και ειπώθηκε κάτι αναφορικώς με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, το οποίο τους είχε δείξει ο κατηγορούμενος λίγο προηγουμένως στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και που όμως το είχε στην κατοχή του όταν πήγαν στο πάρκο. Μηδέ και ο κατηγορούμενος είπε ποτέ στην Josephine Maurer πως θα επιδίωκε να βρει τον Μιχάλη Μηνά για να του προκαλέσει κάποιο κακό. Γύρω στις 01:40, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε τρείς φορές στο κινητό τηλέφωνο της Josephine Maurer, χωρίς όμως να κατορθώσει να της μιλήσει αφού δεν του απάντησε. Το ίδιο συνέβη και στις 05:
  5. Του τηλεφώνησε όμως στις 03:12, ρωτώντας τον τι ήθελε όταν της είχε τηλεφωνήσει προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος τής είπε πως όταν της τηλεφωνούσε βρισκόταν έξω από την οικία της και πως θα της έλεγε ότι χρειαζόταν λεφτά για πετρέλαιο. Τον ρώτησε πού βρισκόταν τη στιγμή εκείνη (την 01:40), με τον κατηγορούμενο να της λέγει (αναληθώς) πως βρισκόταν στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8). Μεταξύ των ωρών 05:30 και 06:30 (που άρχισε να ξημερώνει), ο Μιχάλης Μηνά οδηγώντας το όχημα του (BAT 678), πάρκαρε ανυποψίαστος στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court, ως η φωτογραφία 88 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
  6. Το αυτοκίνητο του ήταν ορατό από το σημείο που καθόταν ο κατηγορούμενος και η παρέα του. Μόλις ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον Μιχάλη Μηνά (και ευθύς μετά που έσβησαν τα φώτα του αυτοκινήτου του), σηκώθηκε από το παγκάκι και άρχισε να κατευθύνεται (με διαγώνια αριστερή κατεύθυνση και κανονικό βηματισμό, τρέχοντας όμως και σε κάποια στιγμή) προς το χώρο στάθμευσης και στο σημείο όπου βρισκόταν ο Μιχάλης Μηνά, δίχως να αναφέρει οτιδήποτε στους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) που τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν, ο μεν πρώτος, καθήμενος στο παγκάκι, ο δε δεύτερος, στο αυτοκίνητο του (σε μια απόσταση 10 περίπου μέτρων από το παγκάκι), έχοντας πάει εκεί για να πάρει τα τσιγάρα του. Ο κατηγορούμενος, για να φθάσει στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court (και στο σημείο που βρισκόταν ο Μιχάλης Μηνά), διέσχισε το πάρκο από το σημείο που βρισκόταν το παγκάκι, διανύοντας μια απόσταση 16-18 μέτρων. Ο Μιχάλης Μηνά είχε εν τω μεταξύ εξέλθει του αυτοκινήτου (ΒΑΤ 678) και άρχισε να κατευθύνεται αμέριμνος προς την είσοδο της πολυκατοικίας εντός του καλυμμένου χώρου στάθμευσης και απέναντι από το σταθμευμένο αυτοκίνητο KYK 070 (βλ. σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 40 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79 και τις φωτογραφίες 3-8 στο ίδιο τεκμήριο). Καθώς ο Μιχάλης Μηνά συνέκλινε προς την είσοδο (και χωρίς να αντιληφθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή τον κατηγορούμενο στον ευρύτερο χώρο), ο τελευταίος, αφού πετάχτηκε από το περιτοίχισμα ύψους ενός περίπου μέτρου (που χώριζε το χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court από το πάρκο, ως οι φωτογραφίες 2, 39, 40, 108, 109, 110, 111 και 112 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79), φώναξε προς τον Μιχάλη Μηνά «ρε κόντεψε» (λίγο πριν βρεθεί μπροστά του), με τον Μιχάλη Μηνά να απαντά «ήνταμπουν ρε». Πλησίασαν ο ένας τον άλλον. Ο κατηγορούμενος τον πλησίασε ακόμη περισσότερο και πριν ο Μιχάλης Μηνάς προλάβει να αντιδράσει αποτελεσματικά, ο κατηγορούμενος ανέσυρε το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 (συνολικού μήκους 23 εκατοστών) που βρισκόταν εντός της θήκης-Τεκμήριο 24 (την οποία είχε εφαρμοσμένη στη ζώνη του παντελονιού του) και έπληξε δυνατά με το σκληρό και άκαμπτο έλασμα (λεπίδα) του μαχαιριού-Τεκμήριο 25 (μήκους 12 εκατοστών) τον Μιχάλη Μηνά στο αριστερό μέρος του λαιμού (με κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά και από πάνω προς τα κάτω ενώ ο τελευταίος ίστατο), επιφέροντας σε αυτόν τραύμα βάθους 11 περίπου εκατοστών και πλάτους 2½ εκατοστών. Την ώρα της μαχαιριάς, ο Μιχάλης Μηνά ούρλιαξε «Αααα». Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) είχε ακούσει ένα (αγνώστου προελεύσεως) χαρακτηριστικό ήχο «."σλακ" όπως την πατσαρκά την βαρετή, τζιαι μουγκαργκάν δυνατή του άλλου» (δηλαδή, του Μιχάλη Μηνά). Παρενθέτουμε, πως η εκδορά μήκους 0.5 εκατοστών που εντοπίστηκε στο κάτω τριτημόριο της πρόσθιας επιφάνειας του δεξιού αντιβραχίονα του κατηγορούμενου (ως αποτυπώνεται με βέλος στη φωτογραφία 12 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 85), δεν οφειλόταν (ως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση), σε οποιαδήποτε επαφή του σουγιά-Τεκμήριο 7 με το σώμα του κατηγορούμενου, για όλους τους λόγους που με επάρκεια εξήγησε ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12). Το μαχαίρωμα επισυνέβη όταν κατηγορούμενος και Μιχάλης Μηνά βρίσκονταν στο σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 5 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79, για όλους τους λόγους που και πάλι με λεπτομέρεια ανέλυσε ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12). Πολύ κοντά στο σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 5 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79, έπεσαν στο δάπεδο από τον Μιχάλη Μηνά (ένεκα της επίθεσης και του μαχαιρώματος που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο), ένα κινητό τηλέφωνο (βλ. φωτογραφίες 6, 7, 8, 16, 17, 20 και 22 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79) και το μπρελόκ με τα κλειδιά (ένα από τα οποία ήταν εκείνο του αυτοκινήτου του) και το σουγιά-Τεκμήριο 7 που είχε συνολικό μήκος 13.5 εκατοστά, με αναδιπλούμενο σκληρό και άκαμπτο έλασμα μήκους 6 εκατοστών (βλ. φωτογραφίες 8, 16, 17, 19 και 21 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79). Ο σουγιάς ήταν ανοικτός όταν εντοπίστηκε στη σκηνή από την Αστυνομία (βλ. φωτογραφίες 17, 19 και 21 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79). Ένεκα του πλήγματος που δέχθηκε με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, ο Μιχάλης Μηνά άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα αφού του είχε αποκοπεί η αρτηρία, με συνέπεια (σε πρώτο στάδιο), το αίμα του να εκτινάσσεται από την πληγή με δύναμη και σε μεγάλη ποσότητα. Ο Μιχάλης Μηνά - με τον κατηγορούμενο να έχει ήδη απομακρυνθεί από τη σκηνή αμέσως - πορεύθηκε προς την είσοδο του καλυμμένου χώρου στάθμευσης τής πολυκατοικίας Isavella Court συνεχίζοντας να αιμορραγεί και ακολουθώντας την πορεία που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες 6-9 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
  7. Στάθηκε μπροστά στον ανελκυστήρα (βλ. φωτογραφίες 9, 11-15 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79) και για άγνωστο λόγο, αποφάσισε (υπό το κράτος της κατάστασης στην οποία βρισκόταν), να εξέλθει από την ίδια είσοδο και να αρχίσει να βαδίζει σερνόμενος προς το αυτοκίνητο του (BAT 678), το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στο σημείο που το είχε αφήσει προηγουμένως (βλ. φωτογραφίες 1, 2 και 40 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79), με την πορεία του αυτή να αποτυπώνεται από τα ίχνη αίματος στη φωτογραφία 24 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
  8. Σε κάποιο στάδιο, φθάνοντας στο αυτοκίνητο του, ο Μιχάλης Μηνά κατέπεσε (προς τα δεξιά), ακριβώς δίπλα από την πόρτα του οδηγού, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 24-30 και 34-42 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79, με το κάτω μέρος των παπουτσιών του (σόλα) να είναι αιματωμένο με το αίμα του (ως οι φωτογραφίες 31-33 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79). Απεβίωσε συνεπεία διατομής των αγγείων του λαιμού που προήλθε από τη μαχαιριά που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, ως λεπτομερώς περιγράφεται στη Μεταθανάτιο Ιατροδικαστική Έκθεση-Έγγραφο ΙΕ, αλλά και στη μαρτυρία του Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ12), συνδυαζόμενων τούτων και με το περιεχόμενο της δέσμης φωτογραφιών-Τεκμήρια 79 και 84 (που όλα μαζί καθίστανται αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας). Όλο το περιστατικό από το χρόνο που ο κατηγορούμενος φώναξε «ρε κόντεψε» μέχρι το χαρακτηριστικό ήχο «σλακ», διήρκησε γύρω στο ένα λεπτό. Ο κατηγορούμενος, μετά το μαχαίρωμα, άρχισε να απομακρύνεται από τη σκηνή φωνάζοντας προς τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) «πα να φύουμε, πα να φύουμεν, νομίζω εσκότωσα τον!». Εισήλθε στο αυτοκίνητο του τελευταίου κρατώντας το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 και λέγοντας του «ρε έκατσα του το μασιέρι τζιαι νομίζω εσκότωσα τον». Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) είπε τότε στον κατηγορούμενο «ρε είσαι σοβαρός; Κατέβα που το αυτοκίνητο». Ο κατηγορούμενος ήταν πολύ πανικοβλημένος και επέμενε να φύγουν με το αυτοκίνητο του μάρτυρα λέγοντας προς τον τελευταίο «ρε φύαμε, φύαμε, γλήορα, φύαμε που δαμέ». Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), που είχε παραμείνει στο χώρο μετά το επίδικο περιστατικό παρ' όλη την προς αυτόν αντίθετη προτροπή του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) «ρε πα να φύουμεν τζιαι κάτι έκαμεν τούτος ο πελλός» (εννοώντας τον κατηγορούμενο) - και με τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) να εγκαταλείπει το χώρο θυμωμένος ένα περίπου λεπτό μετά που άκουσε το ήχο «σλακ» (διότι φοβήθηκε μήπως και ο κατηγορούμενος τούς εμπλέξει σε ανεπιθύμητες καταστάσεις) - ξεκίνησε με το αυτοκίνητο του και μετέβη στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), μεταφέροντας εκεί τον κατηγορούμενο. Στάθμευσε έξω από την οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στην οδό Τούζ Χανέ 17 και του τηλεφώνησε, ενώ κάλεσε τον κατηγορούμενο να κατέβει από το αυτοκίνητο αμέσως. Ενόσω ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) προσπαθούσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), πρόσεξε τον κατηγορούμενο να σκάβει με τα χέρια κάτω από δέντρο έξω από κατοικία επί της οδού Τούζ Χανέ 8 και να κρύβει εκεί (με σκοπό την αποσύνδεση του από το έγκλημα που είχε διαπράξει και τη δημιουργία προσκομμάτων προς εξιχνίαση της υπόθεσης), το μαχαίρι (βλ. Τεκμήριο 25), το οποίο είχε προηγουμένως σκουπίσει από τα αίματα με ένα κομμάτι χαρτί και πετάξει σε ανοικτό χώρο επί της οδού Ανάφερτου στη Λάρνακα, απέναντι από την κατοικία με αριθμό 7Α και δίπλα από τη βάρκα με στοιχεία LL4580, ως οι φωτογραφίες 56-62 στη δέσμη φωτογραφιών (Τεκμήριο 83), καθώς και τη θήκη [βλ. Τεκμήριο 24] (βλ. φωτογραφίες 21-45 και 48-54 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 83). Σε παρόμοια προσπάθεια καταστροφής και απόκρυψης μαρτυρίας προέβη ο κατηγορούμενος και αργότερα την ίδια μέρα (ανεπιτυχώς όμως διότι έγινε στο μεταξύ αντιληπτός από τον αστυφύλακα Μάριο Δημητρίου [ΜΚ40 στο κατηγορητήριο]), όταν επιχείρησε (μετά από σχετική συνεννόηση), να δώσει στον Κωνσταντίνο Τσαγγαρίδη (ΜΚ10 στο κατηγορητήριο), μια νάιλον τσάντα εντός της οποίας περιέχονταν διάφορα ρούχα, παπούτσια και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το έγκλημα (βλ. Τεκμήρια 14-18). Ο κατηγορούμενος (έξω από την οικία του Αντώνη Τερεζίδη [ΜΚ8]), ζήτησε από τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) να τον μεταφέρει στην οικία του τελευταίου (στην οδό Ισμήνης 2 στη Λάρνακα), πλην όμως τούτος αρνήθηκε να το πράξει λέγοντας στον κατηγορούμενο «έσσω μου εν σε πέρνω, εν η μάνα μου, ο τζιήρης μου, εν σε πέρνω». Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), άφησε τότε τον κατηγορούμενο έξω από την οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και αναχώρησε. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) πήγαινε, όπως είπε, στην εκκλησία (μετά που είχε εγκαταλείψει τη σκηνή φεύγοντας για την οικία του), δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο, με τον τελευταίο να του λέγει «.έτσι μάγκικα.» - και με αναφορά στον Μιχάλη Μηνά - «."ρε, εκλότσησε την σύκλαν"», και τον μάρτυρα να τον ερωτά να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι που εννοούσε με αυτό και τον τελευταίο να του λέγει (πάλι σε σχέση με τον Μιχάλη Μηνά) «ρε, εσκότωσα τον, έκαμα φόνο». Ο Μιχάλης Μηνά εντοπίσθηκε την ίδια μέρα γύρω στις 07:00, να κείτεται δίπλα από το αυτοκίνητο του (ΒΑΤ 678) στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court (ως η φωτογραφία 37 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79), από την Tetyana Lutsenko (ΜΚ15 στο κατηγορητήριο), η οποία βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε στο διαμέρισμα 101 της εν λόγω πολυκατοικίας. Ο Μάριος Καριόλου (ΜΚ20 στο κατηγορητήριο) - η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του οποίου (βλ. Τεκμήριο 91) κατατέθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός - ανίχνευσε στο σουγιά (Τεκμήριο 7) μόνο το γενετικό υλικό του Μιχάλη Μηνά. Δεν ήταν δυνατόν να ανιχνευθεί γενετικό υλικό οποιουδήποτε άλλου προσώπου έστω και αν ο σουγιάς είχε έρθει σε επαφή με άλλο πρόσωπο και αυτό επειδή το αντικείμενο αυτό είχε περιλουστεί με το αίμα του θύματος εξουδετερώνοντας κατά κάποιο τρόπο το οποιοδήποτε άλλο γενετικό υλικό μπορούσε να υπάρχει επί αυτού. Στις 16.11.14, ο κατηγορούμενος έδωσε ελεύθερα τη συγκατάθεση του για να υποστεί ιατροδικαστική εξέταση και να του ληφθούν βιολογικά υγρά. Τα διάφορα δείγματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο (νομίμως και κανονικώς), εξετάστηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους, με τα σχετικά αποτελέσματα να αποτυπώνονται (ως παραδεκτό γεγονός), στις συναφείς Εκθέσεις Εξέτασης (βλ. Τεκμήρια 94-96). Από εκεί και πέρα συνεχίστηκε και περατώθηκε με επιτυχία το ανακριτικό έργο, σε συνθήκες απόλυτης νομιμότητας και σεβασμού προς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Αναπτύχθηκε εκτενής επιχειρηματολογία από τον κ. Πολυχρόνη στη γραπτή του αγόρευση για την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου και τις επενέργειες της τελευταίας στη διάπραξη του επίδικου εγκλήματος. Έχουμε ήδη προβεί σε κάποιες σχετικές επισημάνσεις επί αυτής της ενότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στην (τηρουμένων των αναλογιών), προτασσόμενη ως σχετική από τον κ. Πολυχρόνη απόφαση του Εφετείου στην Aristidou v The Republic
(1967)2 CLR 43 και στην άποψη του συνηγόρου πως ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τι έπραττε κατά τους επίδικους χρόνους λόγω κατανάλωσης αλκοόλ και παράνομων ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών). Δεν συμφωνούμε με την καταληκτική αυτή θέση του δικηγόρου όπως ούτε και με τις υπόλοιπες αναφορές του εν σχέσει με το συσχετισμό των ψυχολογικών προβλημάτων του κατηγορούμενου και της όποιας αδυναμίας του να αντιληφθεί την εγκληματική του συμπεριφορά και τα επακολουθήματα της. Επεκτείνουμε τους συλλογισμούς μας αμέσως. Οι θεωρητικής υφής αναφορές του Κυριάκου Βερεσιέ (ΜΥ1), περί των επιπτώσεων χρήσης των διαφόρων ουσιών που ανιχνεύθηκαν στο αίμα και ούρα του κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήρια 94-96), δεν θα μπορούσαν ευλόγως να δικαιολογήσουν τη διατύπωση ευρήματος πως ο κατηγορούμενος δεν είχε επίγνωση των πράξεων του κατά τους επίδικους χρόνους, ιδιαίτερα στη βάση της παραδοχής του μάρτυρα πως δεν ασχολήθηκε σε βάθος με την περίπτωση του κατηγορούμενου, αλλά και στη βάση της μαρτυρίας του, πως το «.κάθε άτομο είναι ξεχωριστό, μπορεί να υπάρχουν όλα αυτά τα γενικά που έχουμε δει σαν κριτήρια, αλλά η προσωπικότητα, η πορεία του μέσα στη ζωή, οι φιλίες, είναι πάρα πολλοί οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το άτομο και ταυτόχρονα επηρεάζοντας το άτομο επηρεάζουν τον τρόπο χρήσης, αν ο τρόπος είναι περιστασιακός, καθημερινός ή και μπορεί να φτάσουν σε μεγάλες ποσότητες λόγω ανοχής και λόγω της στέρησης δεν μπορούν απελευθερωθούν έτσι εύκολα». Εκτός των άλλων, ο Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ1), δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επιστημονικώς ως προς τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το επίδικο συμβάν μια και ο μάρτυς δεν ήταν σε θέση να εκλάβει ως σταθερά σημεία αναφοράς εκείνες τις μεταβλητές που χαρακτηρίζουν συνήθως ή συνθέτουν (κατά την άποψη του), τη δυνατότητα κατάληξης σε ένα τέτοιο πόρισμα. Δεν μας είπε ο Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ1), σε ποια στιγμή, αν ποτέ, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ψύχωση ως εκ της χρήσης ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών), ή στην καλυτέρα των περιπτώσεων, εάν η ψύχωση αυτή επενέργησε με οποιοδήποτε τρόπο στον τελευταίο. Μας είπε απλώς ο μάρτυς, πως η «.επίδραση των ουσιών αυτών τις οποίες έχουμε περιγράψει μια-μια, όλες δημιουργούν ψύχωση. Ψύχωση σημαίνει ο άνθρωπος σε κάποια στιγμή μπορεί να γίνει παραλογικός, παράλογος, να δει με διαφορετικό τρόπο την απλή πραγματικότητα και να βιώνει μια πραγματικότητα που να είναι δική του» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Αναφορικώς με τις επιδράσεις των ουσιών που περιγράφονται στις Εκθέσεις Εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους (βλ. Τεκμήρια 94-96), ο μάρτυς δεν τοποθετήθηκε ρητώς ως προς το αν τούτες επηρέασαν καθόλου την κρίση και λειτουργία του κατηγορούμενου, παρά μόνο περιορίστηκε στο να εξειδικεύσει (όπως συνάγεται από τη μαρτυρία του), ότι η κάθε περίπτωση πρέπει να προσεγγίζεται ξεχωριστά. Ούτε και τοποθετήθηκε σαφώς ο μάρτυς ως προς το αν η όποια ψυχωσική διαταραχή του κατηγορούμενου - όπως ο μάρτυς υπολόγιζε πως θα πρέπει να βρισκόταν κατά τους κρίσιμους χρόνους ο τελευταίος - ώθησε τον κατηγορούμενο σε άκριτες πράξεις, επειδή, ως είπε, ο κατηγορούμενος «.παρόλο ότι μπορούσε σε κάποια στιγμή να αντιληφθεί την πραγματικότητα και να λυπηθεί γι' αυτό την επόμενη στιγμή δεν είχε τη δύναμη να μπορεί να το σταματήσει και να πάρει ένα διαφορετικό δρόμο στη ζωή του. Η χρήση ουσιών πιστεύω έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να αλλοιωθεί η κρίση του, η δύναμη που μπορούσε ο φλοιός του εγκεφάλου να του δώσει για να λειτουργήσει να κάμει σωστές πράξεις». Δεν θα ήταν άτοπη σε αυτό το σημείο και η παράθεση μέρους της ικανής αντεξέτασης του Κυριάκου Βερεσιέ (ΜΥ1) από τον κ. Δημητρίου, σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου και της επαφής του με την πραγματικότητα: «E. Τώρα, σύντομα θα προσπαθήσουμε να φωτογραφίσουμε εάν θέλετε τον κατηγορούμενο με τα λίγα μέσα τα οποία μπορούμε να έχουμε, αφού δεν είχατε την ευκαιρία να τον δείτε τη μέρα εκείνη, 16/11/
  1. Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση γιατρέ ότι στις 16.11.2014, τις πρωινές ώρες 05:00 με 05:30 με 06:00 ο κατηγορούμενος έπληξε έναν άτομο με μαχαίρι. Εκεί στον χώρο βρισκόταν και έναν αυτοκίνητο κάποιου φίλου του. Ο κατηγορούμενος έχοντας στην κατοχή του το μαχαίρι κάλεσε τον φίλο να το πάρει, να το κρύψει στο σπίτι του. Ο φίλος του αρνήθηκε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος σε έναν παρακείμενο χώρο των 400 μέτρων από τον χώρο του συμβάντος σκούπισε το μαχαίρι με έναν χαρτί, έκρυψε το χαρτί, έκρυψε και το μαχαίρι. Μετά πήγε στο σπίτι του θείου του, με συγχωρείται, κάλεσε έναν γνωστό του, αφαίρεσε τα ρούχα που φορούσε, τα έβαλε σε μια τσάντα και κάλεσε τον γνωστό του να τα πετάξει. Σε γενικές γραμμές αυτή ήταν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αμέσως μετά, συνέχεια, όπως την κινηματογραφική ταινία τούτα που σου λέω ότι γίνηκαν; A. Μάλιστα. E. Οι επιλογές που είχε ο κατηγορούμενος ήταν δύο, ή να έπαιρνε την Αστυνομία να τους πει, κύριοι, ορίστε, να, έκαμα αυτό το οποίο έκαμα, παρένθεση, γεγονός σπάνιο για κάποιο που κάμει κάτι να πάει από μόνος στην Αστυνομία και η άλλη περίπτωση ήταν να προσπαθήσει να κρυφτεί ο ίδιος και να αποκρύψει ας πούμε τα Τεκμήρια. Σε εισαγωγικά αυτή η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι δεν αποφάσισε ο ίδιος να πάει στην Αστυνομία έχει μια λογική σειρά και συνέχεια. Καταλάβετε την ερώτηση μου; A. Βεβαίως, ναι. E. Θα το έκαμε με λίγα λόγια ένας λογικός, νοουμένου ότι δεν θα επήαινε στην Αστυνομία να τους πει κύριε να και χτύπησα. Με αυτές τις πράξεις και παραλείψεις έχει μια λογική σειρά, μια λογική συνέπεια. A. Αφού η επιλογή δεν ήταν να παραδοθεί, άρα λοιπόν ήταν να αποκρύψει οτιδήποτε είχε κάνει. E. Και τούτη τη συνέχεια που σας ανέφερα γιατρέ την αποτύπωσε και γραπτώς ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα προς την Αστυνομία και υπό τύπου κατάθεσης, η οποία κατάθεση είναι το Τεκμήριο Δικαστηρίου
  2. (Δίδεται και τίθεται ενώπιον του μάρτυρα). Και να σας πω έναν μικρό κείμενο σχετικό. Δεν θα πω τα προηγούμενα ή να βλάψουμε τον κατηγορούμενο, είναι σελίδα 2 του Τεκμηρίου 30, από τη γραμμή της αναφοράς του κατηγορουμένου και θα πάω και λίγα δευτερόλεπτα πιο πίσω από αυτά τα οποία σας είπα ''αρκέψαμε'' αυτά τα λέει ο κατηγορούμενος γιατρέ, ''Αρκέψαμε να πιάνουμε... (διαβάζει από το Τεκμήριο 30).... ο δικηγόρος μου''. Και λοιπά. Πάω στην τελευταία γραμμή, ''επήα έσσο τζίεινη την ώρα... (διαβάζει από το έγγραφο)... Να τον δω λίγο''. Απλώς αυτά τα οποία σας είπα προηγουμένως, ο λόγος πού σας το λέω είναι γιατί δεν τα φαντάστηκα εγώ, τα είπε ο κατηγορούμενος και συμφωνάτε το ίδιο πάλι, ότι υπάρχει μια λογική συνέχεια, νοουμένου αυτού που είπαμε, ότι δεν επήε στην Αστυνομία να τους πει ορίστε κύριοι έκαμα αυτό το οποίο έκαμα; A. Μάλιστα, συμφωνώ. Υπάρχει μια λογική ακολουθία εις τον ειρμό της σκέψης εδώ. ......................................... E. Για να επιστρέψω στα προηγούμενα που σας είπα ότι οι πράξεις του κατηγορούμενου, αμέσως μετά από το γεγονός τούτο, όπως εκτυλίχθηκαν ήταν συνειδητοποιημένες και σε εισαγωγικά λογικές και εγώ θα το έκαμα τούτο το πράγμα και εσείς ενδεχομένως; A. Να εξηγήσω, εάν μου επιτρέπετε, επειδή υπήρχε και η προηγούμενη ερώτηση για τη στέρηση, επειδή μιλούμε τώρα για μια κατάσταση που συνέβη πριν. E. Εδώ συμφωνήσετε ότι οι ενέργειες του είχαν..; A. Μια λογική συνέχεια. E. Πάμε στο σύνδρομο της στέρησης τώρα; A. Έχουμε δύο πράγματα τα οποία συνέβησαν, το έναν πριν που μιλούσαμε για χρήση ουσιών και έχουμε έναν πράγμα το οποίο γίνεται ώρες μετά τη χρήση ουσιών που μπορούσε να υπάρχει θόλωση συνείδησης, μόνο σε περίπτωση που υπήρχε στερητικό σύνδρομο και να μην λειτουργά κάποιος κανονικά. Οι ουσίες όμως οι οποίες αναφέρονται, εκτός από τις βενζοδιαζεπίνες και οι άλλες δεν δημιουργούν σωματικό στερητικό σύνδρομο, σωματικό και ψυχικό ταυτόχρονα που να μπορεί να θολώσει τη συνείδηση, να αλλάξει τον ειρμό της σκέψης και τα λόγια. E. Δηλαδή είτε με τον έναν τρόπο, είτε με τον άλλο τρόπο, με αυτά τα οποία αναφέραμε για τη συμπεριφορά του μετά το δυστυχές γεγονός ήταν σε μια καλή κατάσταση; A. Ήταν σε κατάσταση που μπόρεσε να γράψει, αφηγηθεί με μια λογική όλα αυτά που συνέβηκαν. E. Και όχι μόνο, και για τα οποία είπαμε προηγουμένως, ότι σκούπισε το μαχαίρι, κάλεσε κάποιο να τον κρύψει, εγώ βρίσκω τα λογικά τούτα ενός νορμάλ ανθρώπου, το οποίο θα έκαμε ο κάθε άνθρωπος, νοουμένου ότι δεν θα πήγαινε στην Αστυνομία, ελάτε πιάστε με; A. Εδώ δεν υπάρχει ούτε φαίνεται το στοιχείο του φόβου, το οποίο μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να το ξέρει αυτό το πράγμα. E. Ποιου φόβου; A. Του φόβου που διακατέχει κάποιον που έχει κάμει έγκλημα και πόσο αυτό τώρα τον επηρεάζει στο να λειτουργήσει κανονικά, να πάρει σωστές αποφάσεις και εκείνη τη στιγμή μπορεί να κάμει πράγματα τα οποία είναι της στιγμής, νιώθοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα καλύψει τον εαυτό του. E. Λόγω του φόβου που έκαμε έτσι πράγμα; A. Μάλιστα». Προκύπτει καθαρώς από την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας - και επί της οποίας έχουμε ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα - ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ο κατηγορούμενος γνώριζε καλώς τι ακριβώς είναι που έπραττε και προσδοκούσε. Ενόσω βρισκόταν με τους Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) και Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στην οικία του τελευταίου, αλλά και μετέπειτα εντός του αυτοκινήτου κατά το τρίωρο οδοιπορικό τους στη Λάρνακα, ο κατηγορούμενος είχε εκφράσει πολύ αρνητικά συναισθήματα και βίαιες προθέσεις εναντίον του Μιχάλη Μηνά. Είχε πλήρη επικοινωνία με το περιβάλλον παρά τη χρήση παράνομων ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών) και αλκοόλ (περί των ποσοτήτων των οποίων δεν δόθηκε σαφής, αξιόπιστη και βαρύνουσα μαρτυρία). Ζήτησε να οδεύσουν προς το πάρκο δίπλα από την πολυκατοικία Isavella Court και να καταλήξουν εκεί, μόλις ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) τούς ανέφερε (εντός του αυτοκινήτου) ότι τέλευαν τα καύσιμα του οχήματος. Μετά που έφθασαν στο πάρκο, ο κατηγορούμενος κάθισε στα παγκάκια με τους δύο μάρτυρες και συνέχισε να μιλά με αυτούς για ποικίλα θέματα για περίοδο μιας περίπου ώρας δίχως ενδείξεις αφύσικης συμπεριφοράς. Μόλις αντιλήφθηκε την άφιξη του Μιχάλη Μηνά στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας -καταλαβαίνοντας αμέσως πως επρόκειτο για το αυτοκίνητο του τελευταίου -σηκώθηκε από το παγκάκι και χωρίς να πει οτιδήποτε στους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), ενήργησε επέκεινα με τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει. Μετά το μαχαίρωμα του Μιχάλη Μηνά εγκατέλειψε πανικοβλημένος τη σκηνή κρατώντας το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, γεγονός που (σε συνδυασμό και με τα συναισθήματα που τον διακατείχαν), παραπέμπει και αυτό σε πλήρη επίγνωση από μέρους του όχι μόνο της πράξης που είχε τελέσει στιγμές προηγουμένως αλλά και των επιπτώσεων της τόσο στον ίδιο όσο και στον Μιχάλη Μηνά. Ακολούθως, περιέγραψε προς τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), τι ακριβώς είναι που έπραξε, προσπαθώντας να τον πείσει (με επιτυχία) να τον βοηθήσει στη διαφυγή του με το αυτοκίνητο του μάρτυρα, πράγμα το οποίο υλοποιείται. Προέβη τέλος ψύχραιμα και συγκροτημένα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την απαλλαγή αντικειμένων που σχετίζονταν με το έγκλημα. Αυτά που μόλις εξηγήσαμε αλλά και τα άλλα με τα οποία ενασχοληθήκαμε πρωτύτερα, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα - και έτσι βρίσκουμε - πως ο κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο στον Μιχάλη Μηνά έχοντας πλήρη συναίσθηση των πράξεων του και των παρεπομένων τους. Ο κατηγορούμενος γνώριζε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους τι είναι που διέπραττε, έλεγχε τις πράξεις του και ήξερε ότι όφειλε να απέχει από τη διενέργεια των όσων έπραξε σε σχέση με τον Μιχάλη Μηνά, σε βαθμό που (σε τελευταία ανάλυση), ο τρόπος λειτουργίας του να μην μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση υπό οποιαδήποτε οπτική. Ο κ. Πολυχρόνης υπέβαλε πως τόσο από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου-Έγγραφο ΙΣΤ, δεν προκύπτουν αντικειμενικώς στοιχεία που θα μπορούσαν ευλόγως να κριθούν επαρκή προς απόδειξη του συστατικού στοιχείου της προμελέτης. Συμφωνούμε. Αναπτύσσουμε αμέσως το σκεπτικό μας, το οποίο δεν θα πρέπει να ιδωθεί ασύνδετα με τα όσα ήδη έχουμε διατυπώσει ως ευρήματα. Κατά τη συζήτηση που ακολουθεί, εξ ανάγκης (και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης), επαναλαμβάνονται κάποιες πτυχές που ήδη έχουν απασχολήσει. Είναι γεγονός πως ο κατηγορούμενος ένιωθε πολύ έντονα για το ότι ο Μιχάλης Μηνά είχε εξυβρίσει την Josephine Maurer στις 14.11.14, έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας (κατά τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει). Μετά από την εξύβριση και τις άλλες αρνητικές συμπεριφορές που σποραδικώς επεδείκνυε ο Μιχάλης Μηνά, ιδίως έναντι της Josephine Maurer ως εκ του χωρισμού τους (τον οποίο ο Μιχάλης Μηνά ουδέποτε ξεπέρασε πλήρως), οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο εκτραχύνθηκαν. Ο τελευταίος ήθελε φορτικώς να λογαριαστεί μαζί με τον Μιχάλη Μηνά για να λύσουν τις διαφορές τους. Δεν το επιδίωξε όμως τούτο ο κατηγορούμενος όταν στις 14.11.14, ο Μιχάλης Μηνά τον κάλεσε τηλεφωνικώς (και θυμωμένα), να βρεθούν στη Μακαρίου («Έλα Μακαρίου, σσιηλομπασταρτε»). Κρατούμε μολοντούτο πως ένας από τους λόγους που ο κατηγορούμενος (αν και πολύ θυμωμένος), δεν αποδέχθηκε την πρόκληση του εξίσου θυμωμένου Μιχάλη Μηνά τη μέρα εκείνη, ήταν επειδή συνέδραμε προς τούτο η Josephine Maurer η οποία προσπάθησε να κατευνάσει τον κατηγορούμενο οδηγώντας τον με το αυτοκίνητο της σε διάφορα σημεία της Λάρνακας και ακολούθως στο Κίτι. Δεν δόθηκε επαρκής (και σαφής εννοείται), μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το τι ακριβώς είναι που έλεγε ή εννοούσε ο κατηγορούμενος όταν εκφραζόταν εναντίον του Μιχάλη Μηνά εκστομίζοντας κατά του τελευταίου απειλές περί λογαριασμού μαζί του. Οι δύο αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), είπαν πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε τούς είχε δηλώσει πως σκόπευε (ή ήθελε να σκοτώσει) τον Μιχάλη Μηνά, παρά μόνο ότι ο τελευταίος φαίνεται να είχε τους δικούς του σκοπούς σε σχέση με το θύμα, που πάντως δεν εξειδικεύτηκαν ποτέ με αναφορά σε φόνευση. Αναγνωρίζει κανείς (ή αναμένεται πως θα πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αναγνωρίσει) - και έχουμε ήδη παραθέσει τη σχετική περικοπή από την Ονησίλλου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 569-570 (που επαναλαμβάνουμε) - ότι υπάρχει στοιχειωδώς διαφορά μεταξύ της διατύπωσης επιθυμίας από τον κατηγορούμενο προς αναμέτρηση με τον Μιχάλη Μηνά (ό,τι και να σήμαινε τούτο) και της αποδιδόμενης σε αυτόν πρόθεσης να τον σκοτώσει, με αυτονόητο και το ότι, ως ζήτημα αρχής, η απλή σκέψη δεν μπορεί να εξισωθεί με προμελέτη (βλ. κατ' αναλογίαν, Ονησίλλου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 572-573). Αποτέλεσε άλλη εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής στη γραπτή της αγόρευση (σε σχέση με την προμελέτη), πως «.ο κατηγορούμενος προσχεδίασε τον φόνο του θύματος κατά την 14/11/2014...» και ότι προς τούτο ο κατηγορούμενος «.εφοδιάσθηκε με το τεκμήριο 25 ...». Η θέση αυτή, με κάθε σεβασμό, δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όταν στις 22.11.14, επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο από τον Γιώργο Χαραλάμπους (ΜΚ2), αναφορικώς με το ότι οι κινήσεις που περιέγραφε (ο κατηγορούμενος) πριν και μετά τη διάπραξη του επίδικου κακουργήματος φαίνονταν να είναι διαφορετικές από τα όσα ο ίδιος έλεγε προς τους ανακριτές, ο κατηγορούμενος απάντησε προς τον μάρτυρα «έτσι εν τα πράματα, το μασιερι εγορασα το πο' ναν μαχαζι κάτω στην παραλία». Το περί ου ο λόγος μαχαίρι ήταν φυσικά το φονικό μαχαίρι-Τεκμήριο 25, το οποίο ο κατηγορούμενος, ενσυνείδητα και ηθελημένα είναι που μετέφερε μαζί του τόσο κατά την επίσκεψη του στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) όσο και στο πάρκο, κάτι όμως που, πρέπει να τονιστεί, έπραττε και σε άλλους χρόνους ασύνδετους με τον Μιχάλη Μηνά αφού μαχαιροφορούσε και λόγω των κινδύνων που ένιωθε πως διέτρεχε από τρίτους για διάφορους λόγους που δεν μπορούν να αποτμηθούν από την ευρύτερη αντικοινωνική του λειτουργία. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικώς με το χρόνο αγοράς του επίδικου μαχαιριού από τον κατηγορούμενο έτσι ώστε να μπορούσαν να διαπιστωθούν τα κρίσιμα εκείνα στοιχεία που τώρα τυγχάνουν ζυγιάσματος και τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ως δεδομένα, που όμως δεν είναι. Ο χρόνος αγοράς του μαχαιριού (Τεκμήριο 25) - δοσμένης της σύνδεσης του όπλου αυτού από την Κατηγορούσα Αρχή με το ζήτημα της προμελέτης - στοιχειωδώς είναι που υπέχει ύψιστης σημασίας για το θέμα του φερόμενου προσχεδιασμού του εγκλήματος από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εάν αναλογιστεί κανείς και την ύπαρξη εδώ (αναντίλεκτης) μαρτυρίας πως τούτος διατηρούσε στην οικία του διάφορα μαχαίρια. Δεν μπορεί λοιπόν σε τούτο το επίπεδο ανάλυσης να μην αναρωτηθεί κανείς ευλόγως (και αυτό πιθανώς να αποτελούσε και μια επικουρική ανακριτική επιλογή), για ποιο λόγο είναι που ο κατηγορούμενος αγόρασε (κατά την εκδοχή του) - και πότε - το μαχαίρι (Τεκμήριο 25), τη στιγμή που κάλλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα από τα μαχαίρια που είχε στην οικία του και πιο συγκεκριμένα (όπως μας εξήγησε η μητέρα του Παναγιώτα Αναστασίου [ΜΥ4]) «στο δωμάτιο του, στο συρτάρι». Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το είδος των μαχαιριών αυτών, με αποτέλεσμα να παραμένει ανεξήγητο το κατά πόσο ήσαν το ίδιο δυνητικώς φονικά με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25. Λέγει η Κατηγορούσα Αρχή (σε σχέση με το υπό αναφορά μαχαίρι), ότι δόθηκε μαρτυρία από μάρτυρες υπεράσπισης πως «δεν είδαν προηγουμένως τον κατηγορούμενο να το έχει στην κατοχή του», σε μια προσπάθεια της προφανώς να πείσει με αυτό τον τρόπο πως ο κατηγορούμενος εξειδικευμένα και συγκεκριμένα είναι που αγόρασε το μαχαίρι για να σκοτώσει τον Μιχάλη Μηνά. Το ότι δόθηκε μαρτυρία πως κάποιοι μάρτυρες δεν είδαν προηγουμένως το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 να βρίσκεται στην κατοχή ή στον ιδιωτικό χώρο του κατηγορούμενου, είναι γεγονός. Το είπε η Παναγιώτα Αναστασίου (ΜΥ4), όταν σημείωσε ότι «το συγκεκριμένο μαχαίρι δεν το είδα στο σπίτι», αλλά και με κάποια απροσδιοριστία, η αδελφή του Ιωάννα Πολυνείκη (ΜΥ6), όταν υπογράμμισε πως «.το συγκεκριμένο μαχαίρι δεν το είδα, ίσως και να το είδα και να μην το αναγνωρίζω, δεν ξέρω, υπήρχαν διάφορα μαχαίρια εις την πορεία όλων αυτών των χρόνων ...». Το ότι όμως οι μάρτυρες αυτοί (ή άλλοι μάρτυρες), δεν είδαν τον κατηγορούμενο να κατέχει σε πρότερο χρόνο το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, δεν σημαίνει κατά λογική ακολουθία πως αποδεικνύει κιόλας ότι ο κατηγορούμενος δεν κατείχε το μαχαίρι αυτό, πόσω δε μάλλον ότι το είχε αγοράσει στις 14.11.14, ή κατά τις επόμενες δύο μέρες πριν από το επίδικο έγκλημα. Αν τέτοια ήταν η εξ υπαρχής αποδεικτική στόχευση της Κατηγορούσας Αρχής - που φαίνεται ότι ήταν - ανάλογη θα έπρεπε να ήταν και η παρουσίαση της αρμόζουσας προς τούτο μαρτυρίας. Ούτε αυτό φαίνεται να έγινε. Επιπρόσθετα, είναι γεγονός πως δεν προκύπτει από την αξιόπιστη ενώπιον μας μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τη στιγμή που κατηύθυνε τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) προς το πάρκο (ή μεταγενέστερα κατά την παραμονή τους στο χώρο), πως ο Μιχάλης Μηνά απουσίαζε από την οικία του και ότι αναμενόταν να επιστρέψει εκεί σε κάποιο σύντομο και εύλογο χρόνο το βράδυ εκείνο. Τούτο το στοιχείο έχει ασφαλώς τη δική του σημασία εντασσόμενο στο σύνολο της προκύπτουσας εικόνας (περί προμελέτης) και αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη αξιόπιστης μαρτυρίας για το αντίθετο θα συνέθετε μια σημαντική ένδειξη προηγούμενου σχεδιασμού και προγραμματισμού και βεβαίως προειλημμένης απόφασης του κατηγορούμενου για θανάτωση του Μιχάλη Μηνά με τον απαιτούμενο ψυχρό αναλογισμό (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 415). Θα μπορούσε, ας πούμε, να διερευνηθεί (κάτι που μπορεί και να έγινε αλλά δεν μας λέχθηκε), το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε το χώρο στον οποίο στάθμευε συνήθως ο Μιχάλης Μηνά το αυτοκίνητο του, ή το αν κατά την περιήγηση τους στη Λάρνακα το βράδυ προς χαράματα της 16.11.14, ο κατηγορούμενος μαζί με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), θεάθηκαν στους χώρους όπου βρισκόταν ο Μιχάλης Μηνά και διασκέδαζε (κατά τη μαρτυρία ενδεικτικώς της Μαρίας Ιωαννίδη [ΜΚ6]), ώστε να ξεψαχνισθούν όλα τα λογικά ενδεχόμενα και να συλλεγεί και παρουσιαστεί ανάλογη μαρτυρία από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και άλλα τινά. Με αυτά που λέμε, καθόλου δεν υποτιμούμε το ανακριτικό έργο (το αντίθετο μάλιστα), ούτε και υπεισερχόμαστε στο απόλυτο δικαίωμα των ανακριτικών αρχών να καθορίζουν οι ίδιες την πορεία και περιεχόμενο των ανακρίσεων και ερευνών. Το τι απλώς πράττουμε τώρα είναι η αποτύπωση των σκέψεων μας συναρτώμενων τούτων με τη δοθείσα μαρτυρία για να γίνουν καταληπτές οι ελλείψεις (όχι κατ' ανάγκην ανακριτικές), που παρατηρούνται (κατά την ταπεινή μας αντίληψη) στο εγχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει (με βάση την εκδοχή που προώθησε ενώπιον μας), πως η θανάτωση του Μιχάλη Μηνά προμελετήθηκε από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής συνίσταται στο γεγονός πως ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο πάρκο παντελώς τυχαίως (με τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει). Όχι μόνο αυτό, αλλά σε κάποια στιγμή της εκεί παρουσίας του με τους δύο μάρτυρες, σκέφτονταν να εγκαταλείψουν το χώρο και να μεταβούν αλλού κοντά στη θάλασσα ώστε να βρίσκονται σε θέση να δουν καλύτερα την επερχόμενη ανατολή του ήλιου αφού γύρω τους βρίσκονταν πολυκατοικίες αλλά και επειδή δεν ήθελαν να ενοχλούν τους περιοίκους διότι οι ομιλίες τους ακούγονταν πολύ. Δεν μας ειπώθηκε πως εκείνος που επέμενε να παραμείνουν εκεί ήταν ο κατηγορούμενος, ή ότι ο τελευταίος δεν συναινούσε στις σκέψεις που γινόντουσαν για μετακίνηση τους από εκεί. Παραμένοντας στο αντικείμενο του πάρκου, υπάρχουν και άλλα που θα μπορούσε κανείς να αναπτύξει σε σχέση με το ζήτημα της προμελέτης. Λόγου χάριν, όταν ο κατηγορούμενος έφθασε εκεί με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή ((ΜΚ11), κάθε άλλη συζήτηση για τον Μιχάλη Μηνά εξέλειπεν. Το ίδιο και σε σχέση με την Josephine Maurer. Μιλούσαν για ψάρεμα, για την περιβόητη ανατολή του ήλιου και γενικώς «περί ανέμων και υδάτων» (όπως χαρακτηριστικώς ελέχθη). Όλα τα αρνητικά συναισθήματα του κατηγορούμενου εναντίον του Μιχάλη Μηνά φαίνεται να καταλάγιασαν. Η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται στη γραπτή της αγόρευση πως αυτή η ξαφνική ηρεμία του κατηγορούμενου ήταν εσκεμμένη διότι τούτος γνώριζε, ότι αν διαφορετικά ήσαν τα πράγματα, ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) «.θα αντιδρούσε». Τούτη η θέση, αν και με τη δική της λογική, δεν απαντά και δεν αναλύει γιατί είναι που αναμενόταν πως θα εναντιωνόταν ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8). Ο τελευταίος αντιτίθετο και προηγουμένως - όπως και ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) - σε αυτά που εξέφραζε ο κατηγορούμενος αναφορικώς με τον Μιχάλη Μηνά και την επιθυμία του να επιλύσει τις διαφορές του μαζί του. Δεν εξειδικεύτηκε από την Κατηγορούσα Αρχή τι είναι εκείνο που θα ενεργοποιούσε ή θα ωθούσε τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στο να αντιδράσει τοιουτοτρόπως, τη στιγμή που (κατά παραδοχή και των δύο εν λόγω αυτοπτών μαρτύρων), τούτοι δεν γνώριζαν πως στη διπλανή πολυκατοικία διέμενε ο πολλά αναφερόμενος (από τον κατηγορούμενο) Μιχάλης Μηνά. Αν μέρος του φονικού σχεδίου που ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή πως είχε προδιαγράψει ο κατηγορούμενος ήταν να οδηγήσει τους δύο μάρτυρες στο πάρκο χωρίς ενστάσεις από τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), τότε δεν μπορεί παρά να προβληματιστεί κάποιος για ποιο λόγο είναι που τους συνάφερνε συνεχώς τα αρνητικά του συναισθήματα και προθέσεις για τον Μιχάλη Μηνά από τη στιγμή της συνάντησης τους στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και ακολούθως κατά τις βόλτες τους με το αυτοκίνητο (δοσμένου ότι κάθε φορά αντιδρούσαν), αλλά και για ποιο λόγο είναι που ο κατηγορούμενος επέλεξε στο σχεδιασμό του αυτό - στις 14.11.14, θυμίζουμε κατά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής - να δολοφονήσει τον Μιχάλη Μηνά τη παρουσία των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) στον ευρύτερο χώρο, δίχως να ξέρει εκ των προτέρων τις πιθανές αντιδράσεις των τελευταίων και πρωτίστως, εκείνες του Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) με τον οποίον ο κατηγορούμενος δεν ήταν καν φίλος (όπως σχετικώς ανέφερε ο μάρτυς στη μαρτυρία του δίχως να αμφισβητηθεί). Επεκτείνοντας το συλλογισμό, θα μπορούσε να προστεθεί και το ερώτημα γιατί είναι που ο κατηγορούμενος δεν μετέβη μονάχος το βράδυ εκείνο στο χώρο όπου ανέμενε να εκτελέσει τον Μιχάλη Μηνά μια και, έτσι και αλλιώς, μόνος είναι που πήγε και τον σκότωσε όταν έκρινε πως προσφερόταν η στιγμή υλοποίησης του προμελετημένου σχεδίου του ξεκινώντας προς το στόχο χωρίς καν να αναφέρει οτιδήποτε στους δύο ανυποψίαστους μάρτυρες. Εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στα πράγματα, μπορεί να τεθεί και το ερώτημα πως, εάν ο κατηγορούμενος σχημάτισε την πρόθεση να σκοτώσει τον Μιχάλη Μηνά μόλις είδε το αυτοκίνητο του τελευταίου να σταθμεύει στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας - που δεν αποτελεί την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ας μην το ξεχνούμε αυτό - τότε ποιο ήταν το σχέδιο του; Ήταν μήπως να διανύσει απόσταση 16-18 μέτρων από το σημείο που βρισκόταν μέχρι εκεί που εντόπισε τον Μιχάλη Μηνά, κατευθυνόμενος προς τον τελευταίο, κάποτε περπατώντας και κάποτε τρέχοντας, με κίνδυνο να εντοπιστεί από το θύμα; Παρεμβάλλουμε πως κανείς από τους αυτόπτες μάρτυρες δεν ανέφερε πως ο κατηγορούμενος κινήθηκε με προφύλαξη κατά την κίνηση προς το στόχο. Εξεναντίας, αμφότεροι οι μάρτυρες, παρέπεμψαν σε κανονικές κινήσεις του κατηγορούμενου τη στιγμή εκείνη. Μήπως στο σχεδιασμό του κατηγορούμενου περιλαμβανόταν (καθώς ζύγωνε προς το θύμα) και η κλήση προς αυτόν «ρε κόντεψε», για να τον προειδοποιήσει με αυτό τον τρόπο πως πήγαινε κατά πάνω του για να τον σκοτώσει κρατώντας μάλιστα μαχαίρι και όχι πυροβόλο όπλο που θα του έδινε και την ευχέρεια της ισχύος πυρός για να τον πλήξει αμέσως και χωρίς πολλά; Τι θα συνέβαινε εάν ο Μιχάλης Μηνά έβλεπε τον κατηγορούμενο να συγκλίνει προς το περιτοίχισμα, ή την ώρα που το υπερπηδούσε, γνωρίζοντας μάλιστα κατά την αναντίλεκτη μαρτυρία του Κυριάκου Γεωργίου (ΜΚ7), πως ο Μιχάλης Μηνά είχε πάντοτε στο μπρελόκ του κρεμασμένο (και για χρόνια), σουγιά παρομοίου τύπου όπως εκείνο στο Τεκμήριο 7 «.για να κόφκει.χασιήσιη», με επίπτωση (για ό,τι εδώ απασχολεί), τη δυνητική βίαιη αντίδραση του θύματος, με εγγενείς τους κινδύνους για τον κατηγορούμενο που με τις πράξεις του αυτές θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπτεί από προσδοκώμενος θύτης σε θύμα. Όλα αυτά, μαζί και με τα υπόλοιπα ασφαλώς που έχουμε ήδη αναφέρει και θα μπορούσαν να ενταχθούν ως συναφή στην προκείμενη συζήτηση (τηρουμένων των αναλογιών), δεν θα δύναντο να καταδείξουν ευλόγως σε προμελέτη. Άλλη μια πτυχή που υπέχει ουσίας είναι και το σημείο του σώματος στο οποίο ο κατηγορούμενος έπληξε τον Μιχάλη Μηνά με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25. Το σημείο αυτό ήταν τέτοιο που, στη λογική τάξη των πραγμάτων και από τα όσα ευλόγως εξάγονται από τη σχετική μαρτυρία του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ12), μπορούσε πλήρως προβλέψιμα να οδηγήσει στο θάνατο το θύμα (όπως και το οδήγησε), ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσει κανείς και το είδος του μαχαιριού που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να κτυπήσει το θύμα. Τούτο όμως το στοιχείο (μόλο που σαφώς αξιολογήσιμο), δεν αποδεικνύει από μόνο του προμελέτη αφού γνωρίζουμε από τη νομολογία πως δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα προμελέτης από το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος φόνευσε το θύμα (βλ. κατ' αναλογίαν, HadjiSavvas v The Republic
(1988)2 CLR 37, 44). Απασχόλησε και το ότι ο κατηγορούμενος επέφερε ένα μόνο πλήγμα στον Μιχάλη Μηνά με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25. Εάν εκληφθεί ως δεδομένο (και δεν υπάρχει διαφορετική εκδοχή ή εισήγηση από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής περί τούτου μια και αυτή είναι η θέση της), πως ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή αμέσως μετά το μαχαίρωμα του θύματος, τότε ευλόγως είναι που εγείρεται το ερώτημα γιατί, εάν πράγματι τούτος στόχευε στη θανάτωση του Μιχάλη Μηνά (συμφώνως του σχεδίου που του καταλογίζεται και της ειλημμένης του απόφασης να τον σκοτώσει), να μην επιφέρει σε αυτόν και άλλες μαχαιριές (έτσι που ήταν ευάλωτος και ανήμπορος να αντιδράσει αποτελεσματικώς μετά το πλήγμα που δέχτηκε), μέχρι να επέλθει το μοιραίο στην παρουσία του (κατηγορούμενου) και πριν τη διαφυγή του από τη σκηνή ώστε να βεβαιωθεί, αν μη τι άλλον, πως ο Μιχάλης Μηνά δεν θα επιζούσε για να τον καταδώσει. Ακόμη και τα λόγια του κατηγορούμενου προς τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), πως «ρε έκατσα του το μασιέρι τζιαι νομίζω εσκότωσα τον» και «πα να φύουμε, πα να φύουμεν, νομίζω εσκότωσα τον!», αναδεικνύουν αβεβαιότητα ως προς τις επιπτώσεις που ο κατηγορούμενος νόμιζε πως είχε η πράξη του να μαχαιρώσει το θύμα. Εννοείται βεβαίως, πως το γεγονός ότι έπληξε μια μόνο φορά το θύμα, δεν μπορεί να αποκλείσει (ως ζήτημα λογικής τάξης), το ενδεχόμενο του προμελετημένου εγκλήματος, στην ίδια βάση που τα πολλαπλά κτυπήματα δεν οδηγούν αφεύκτως σε συμπέρασμα προμελέτης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 382, όπου τα 38 κτυπήματα από νήσσον και τέμνον όργανο, όπως είναι το μαχαίρι, που επέφερε ο κατηγορούμενος σε ένα από τα θύματα του δεν αποδείχθηκαν ικανά για να οδηγήσουν, μαζί με άλλα στοιχεία, σε έγκυρο εύρημα προμελέτης). Άρα, όπως και στην κάθε άλλη περίπτωση που έχουμε συζητήσει σε σχέση με τη θεματολογία της προμελέτης (αλλά και που θα συζητήσουμε αργότερα), το κάθε τέτοιο γεγονός αποτιμάται πρεπόντως βάσει των ισχυουσών συνθηκών και προβαλλόμενων εκδοχών, ιδιαίτερα εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 415). Η Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε στην αγόρευση της πως ο κατηγορούμενος δεν άφησε «.περιθώριο καμίας αντίδρασης από το θύμα, το οποίο έπληξε αμέσως μόλις το θύμα έκλεισε την πόρτα του οχήματος». Η θέση αυτή δεν είναι ακριβής και δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Απεναντίας, είναι με καθαρότητα που εξάγεται από τα όσα είπε ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12) το χωροταξικό σημείο στο οποίο δέχθηκε για πρώτη φορά την επίθεση τού κατηγορούμενου ο Μιχάλης Μηνά και το οποίο (σημείο) σαφώς είναι που αποκλίνει από τα όσα διατείνεται και παρουσιάζει ως γεγονός η Κατηγορούσα Αρχή για να στηρίξει την εκδοχή της. Σε άλλο μέρος της αγόρευσης, η Κατηγορούσα Αρχή προτείνει πως ως στοιχείο προμελέτης θα πρέπει να αξιολογηθεί και το ότι η επίθεση του κατηγορούμενου «. έλαβε χώρα όταν το θύμα έκλεισε την πόρτα του οχήματος του και διένυσε μία απόσταση 1,5 m κατευθυνόμενος προς την είσοδο της πολυκατοικίας εναντίον του θύματος». Μολονότι η άποψη αυτή καταδείχνει και την ανακολουθία με την προηγούμενη άποψη της Κατηγορού

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.