Δημοκρατίας ν. Σέργιου Σεργίου, Αρ. Υπόθεσης: 1099/15, 27/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:17 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 1099/15 Μεταξύ: Δημοκρατίας ν Σέργιου Σεργίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 27 Ιουλίου, 2015. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Η κ. Μ. Πασιαρδή. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Κ. Ανδρέου. Κατηγορούμενος: Παρών. (Η διερμηνέας κ. Δέσποινα Ιασωνίδου, ορκίζεται ότι θα μεταφράζει πιστώς και αληθινώς από την Ελληνική γλώσσα στην Αγγλική γλώσσα και αντιστρόφως, όσο καλύτερα μπορεί). Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στα κακουργήματα της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1) και του τραυματισμού, κατά παράβαση των άρθρων 234 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και 4
(1)
(2)(ια) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 2). Στο στάδιο των τελικών αγορεύσεων, ο κατηγορούμενος άλλαξε απάντηση μετά από άδεια του Δικαστηρίου και παραδέχθηκε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες στο κατηγορητήριο, ήτοι εκείνες της μεταφοράς πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)(α)(β) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορία 3), της παράνομης κατοχής πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Δ, κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)(α)(β) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113
(1)/04 (βλ. κατηγορία 4), της χρήσης πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Δ χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση του άρθρου 5
(1)(α)(β) του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορία 5), της κατοχής εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (βλ. κατηγορία 6), της μεταφοράς εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(δ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (βλ. κατηγορία 7), της χρήσης εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια κατοχής, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(ε)
(4)(ζ) του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (βλ. κατηγορία 8) και της επίθεσης με πρόκληση σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 9). Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία ενοχής διατυπώνονται στο σκεπτικό που εκφωνήσαμε στις 13 Ιουλίου, 2015 («η ετυμηγορία»). Για ευκολία, παραθέτουμε αμέσως περικοπή από τα τελικά μας ευρήματα δίχως τούτο να σημαίνει πως έχουμε παραγνωρίσει καθοιονδήποτε τρόπο τα όσα άλλα περιλαμβάνονται στην ετυμηγορία (συμπτύσσουμε τις παραγράφους): «Η παραπονούμενη Μαργαρίτα Ποβέτκινα (ΜΚ8) - γεννηθείσα την 28.3.73 - παντρεύτηκε με τον κατηγορούμενο τον Μάιο 2013. Διέμεναν μαζί σε οικία στην τουριστική περιοχή Πύλας. Από τα πρώτα στάδια του έγγαμου βίου τους, η παραπονούμενη κατάλαβε πως ο κατηγορούμενος πρέπει να αντιμετώπιζε πρόβλημα αλκοολισμού γιατί έπινε καθημερινώς και μεθούσε πολύ συχνά. Τα προβλήματα μεταξύ τους δεν άργησαν να δημιουργηθούν. Ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει στην παραπονούμενη με το παραμικρό. Τσακωνόντουσαν. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ο κατηγορούμενος να εγκαταλείπει πολλές φορές το συζυγικό οίκο και να μεταβαίνει στην οικία της μητέρα του στη Δευτερά για λίγες μέρες και ακολούθως να επιστρέφει. Περί το Σεπτέμβριο 2013 και πριν η παραπονούμενη γεννήσει το παιδί τους, μετακόμισαν στην οδό Διονυσίου Σολωμού 32 στην Πύλα. Η κτηριακή αλλαγή δεν επέφερε και ανάλογη αλλαγή στη συζυγική τους σχέση. Τα προβλήματα εξακολουθούσαν να υφίστανται. Το ίδιο ασφαλώς και οι καυγάδες. Η παραπονούμενη ωστόσο αντιμετώπιζε την κατάσταση στωικά λόγω και της εγκυμοσύνης της. Στις 29.9.13, γέννησε τον μικρό Σέργιο («το μωρό»). Όταν η παραπονούμενη επέστρεψε στο συζυγικό οίκο με το μωρό, τα πράγματα έβαιναν καλώς για δύο περίπου εβδομάδες μέχρις ότου ξανάρχισαν τα προβλήματα και οι διενέξεις. Μια το ότι έκλαιγε το μωρό και μια επειδή η παραπονούμενη δεν ήξερε κατ' ισχυρισμόν του κατηγορούμενου πώς να το φροντίσει, τούτη δεχόταν τις επικρίσεις και τις φωνές του τελευταίου. Περί τα τέλη Οκτωβρίου 2013, ήρθε στην Κύπρο από τη Μολδαβία η μητέρα της παραπονούμενης και έμεινε για λίγο μαζί με το ζεύγος για να βοηθά με το μωρό. Κατά τη διάρκεια της παραμονής της μητέρας της παραπονούμενης στο συζυγικό οίκο και πιο συγκεκριμένα περί τον Νοέμβριο 2013, ο κατηγορούμενος κτύπησε για πρώτη φορά την παραπονούμενη. Παρεμβάλλουμε, πως τούτη η αναφορά μας στο εν λόγω περιστατικό βίας του κατηγορούμενου εναντίον της παραπονούμενης - αλλά (και τούτο ισχύει και για όλα τα άλλα περιστατικά στα οποία θα αναφερθούμε πέραν των επίδικων) - παρατίθεται όχι δίκην μαρτυρίας παρόμοιων γεγονότων ή μαρτυρίας κακού χαρακτήρα του κατηγορούμενου αλλά για να καταδείξει τη σειρά των συμβάντων που οδήγησαν στο επίδικο περιστατικό στις 26.1.15 και για να εξηγήσει περαιτέρω, τη διάσταση μεταξύ της εκδοχής που ανέπτυξε ο κατηγορούμενος στην ανώμοτη του δήλωση-Έγγραφο ΚΔ, όπου περιγράφει, ως ήδη σημειώσαμε, πως όλα ήσαν «.τέλεια.» μεταξύ του ιδίου και της παραπονούμενης, σε αντίθεση βεβαίως με τα όσα αναντιρρήτως παρέθεσε η τελευταία κατά την ένορκη της μαρτυρία. Συνεχίζουμε για να πούμε πως στις 3.12.13, ο κατηγορούμενος έδιωξε από το συζυγικό οίκο την παραπονούμενη (μαζί με τα τρία παιδιά της, δύο εκ των οποίων από προηγούμενους γάμους) και την μητέρα της, με αποτέλεσμα η παραπονούμενη να αναγκαστεί να εξεύρει νέο (ενοικιασμένο) χώρο διαμονής στην οδό Διονυσίου Σολωμού 2, στην Ορόκλινη στις 6.12.13 (βλ. Τεκμήριο 42
(30)). Μετά από κάποιες μέρες, ο κατηγορούμενος ζήτησε από την παραπονούμενη να δει το μωρό. Η παραπονούμενη άδραξε την ευκαιρία και επισκέφθηκε το συζυγικό οίκο για να πιάσει τα ρούχα της και τα ρούχα των παιδιών αλλά και για να δει ο κατηγορούμενος το μωρό. Εκείνη τη μέρα (και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στο συζυγικό οίκο), ο κατηγορούμενος της επιτέθηκε κτυπώντας την στο πρόσωπο. Η παραπονούμενη ανέφερε αυθημερόν το περιστατικό στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης δίχως όμως να προβεί σε επίσημη καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου διότι φοβόταν πως εάν έπραττε κάτι τέτοιο, ο τελευταίος θα την έβλαπτε. Από τότε, ο κατηγορούμενος άρχισε να τηλεφωνεί στην παραπονούμενη και να την απειλεί πως θα της κάνει κακό και πως ήθελε το μωρό. Η παραπονούμενη επισκέφθηκε ξανά τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης αναφέροντας τα καθέκαστα και ζητώντας όπως γίνουν παρατηρήσεις στον κατηγορούμενο για να σταματήσει την επιθετική του συμπεριφορά και πάλι όμως δεν προέβη σε επίσημη καταγγελία. Κατ' ακολουθίαν, τα πράγματα παρέμειναν αναλλοίωτα, με τον κατηγορούμενο να συνεχίζει τα απειλητικά τηλεφωνήματα προς την παραπονούμενη. Το Φεβρουάριο 2014, ο γάμος μεταξύ της παραπονούμενης και του κατηγορούμενου διαλύθηκε με την έκδοση διαζυγίου, αυτός όμως συνέχισε να της τηλεφωνεί και να την απειλεί. Της έλεγε συνεχώς πως θα την βλάψει, σε μια δε περίπτωση τής τηλεφώνησε λέγοντας της πως θα την «.παίξει όπως τον σιήλλο και ότι έχει χαρτούτσιες στο όπλο», εννοώντας (ο κατηγορούμενος) το κυνηγετικό όπλο του παππού του (βλ. Τεκμήριο 8), το οποίο είχε φυλαγμένο, τότε (ο κατηγορούμενος), σε ερμάρι στο συζυγικό οίκο (πριν το μεταφέρει η παραπονούμενη εντός της θήκης του στην μπυραρία σε κατοπινό χρόνο). Η παραπονούμενη μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας (στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων), αναφέροντας το περιστατικό και το ίδιο έπραξε και στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Ωστόσο, για ακόμη μια φορά δεν προέβη σε γραπτή καταγγελία εναντίον του κατηγορούμενου γιατί τον φοβόταν. Στις 11.4.14, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και της είπε πως ήθελε να δει το μωρό. Επειδή όμως η παραπονούμενη δεν ήθελε τον κατηγορούμενο να έρθει στην οικία της, κανόνισαν να συναντηθούν στη θάλασσα σε σημείο λίγο πιο κάτω από τον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν εντός του οχήματος στη θέση του οδηγού και το μωρό στη θέση του συνοδηγού, ο κατηγορούμενος ήρθε στην πόρτα του οδηγού και ενώ το αυτοκίνητο ήταν ξεκινημένο, έβαλε τα χέρια εντός του αυτοκινήτου για να πιάσει τα κλειδιά δίχως όμως να το κατορθώσει. Ακολούθως, πήγε στην πόρτα του συνοδηγού και την άνοιξε και ενώ βρισκόταν πάνω από το σημείο που καθόταν το μωρό, άρχισε να την κτυπά στο πρόσωπο και στο σώμα. Σε κάποια στιγμή, όταν ο κατηγορούμενος βγήκε από το αυτοκίνητο, η παραπονούμενη ανέπτυξε ταχύτητα και κατόρθωσε να διαφύγει. Μετέβη αμέσως στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και κατήγγειλε το περιστατικό. Ακολούθως, επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας για σκοπούς ιατρικών εξετάσεων. Τότε ο κατηγορούμενος, αντιλαμβανόμενος προφανώς πως η παραπονούμενη ήταν αποφασισμένη να προχωρήσει με την καταγγελία της, άρχισε να της τηλεφωνεί και να ζητά συγνώμη ενώ έβαζε και την μητέρα του ως μεσάζοντα για να επικοινωνεί με την παραπονούμενη και να ζητά από την τελευταία να μιλήσει με τον γιο της με σκοπό να εξομαλυνθεί η σχέση. Μετά από λίγες μέρες, η παραπονούμενη δέχθηκε να συναντηθεί με τον κατηγορούμενο για να συζητήσουν και αφού συναντήθηκαν, ο τελευταίος της είπε πως δεν ήθελε να έχουν μεταξύ τους προβλήματα και πως το μόνο που επιθυμούσε ήταν να βλέπει το μωρό. Η παραπονούμενη αποδέχθηκε, δίνοντας στον κατηγορούμενο ακόμη μια ευκαιρία λόγω του μωρού και μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης και απέσυρε την καταγγελία. Από εκείνη την ημέρα, ο κατηγορούμενος συμπεριφερόταν πολύ καλά προς την παραπονούμενη και το μωρό και έτσι τούτη δέχθηκε να την επισκέπτεται ο κατηγορούμενος στην οικία της για να βλέπει τον γιο του. Λόγω του ότι ο κατηγορούμενος επισκεπτόταν πολύ συχνά την οικία της παραπονούμενης και συμπεριφερόταν καλά, τούτη αποφάσισε να δώσει ακόμη μια ευκαιρία στο γάμο τους και έτσι ο κατηγορούμενος μετακόμισε μαζί τους περί τον Μάιο-Ιούνιο 2014. Τον ίδιο εκείνο καιρό είχε πει στην παραπονούμενη πως είχε βρει μια μπυραρία στην Πύλα για να την ενοικιάσει και να δουλεύει εκεί αφού δεν είχε άλλη εργασία. Η παραπονούμενη συναίνεσε στην ενοικίαση - που έγινε στις 29.5.14 (βλ. Τεκμήριο 42
(34)) - βοηθώντας τον μάλιστα οικονομικώς στην αγορά εμπορευμάτων και στη διενέργεια κάποιων επιδιορθώσεων που απαιτούνταν στο υποστατικό. Η μπυραρία αυτή δεν ήταν άλλη από την επίδικη, η οποία άρχισε να λειτουργεί τον Αύγουστο
- Λίγες μέρες αφότου λειτούργησε η μπυραρία, η σχέση μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου άρχισε να στρεβλώνει ξανά αφού ο κατηγορούμενος συνέχιζε να καταναλώνει αλκοόλ και να νευριάζει χωρίς λόγο, φωνάζοντας και εξυβρίζοντας συνεχώς την παραπονούμενη. Κατά τον ίδιο μήνα (Αύγουστο 2014), ο κατηγορούμενος αποφάσισε να επισκεφθεί την Αγγλία για να εξασφαλίσει και κάποια άλλα χρήματα για την μπυραρία. Στις 28.8.14, η παραπονούμενη μερίμνησε να εξασφαλίσει εισιτήριο για τον κατηγορούμενο ο οποίος πήγε στην Αγγλία λέγοντας στην παραπονούμενη πως θα επέστρεφε σε τέσσερεις μέρες. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη ενώ βρισκόταν στην Αγγλία ζητώντας της να του κόψει εισιτήριο για να επιστρέψει στην Κύπρο, πράγμα που έπραξε η παραπονούμενη, εξασφαλίζοντας του πτήση από το Λονδίνο στο Αεροδρόμιο Πάφου στις 27.8.
- Τη μέρα εκείνη ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην παραπονούμενη και της είπε να μη μεταβεί στο αεροδρόμιο για να τον παραλάβει επειδή τον είχε συλλάβει η Αστυνομία στο Λονδίνο για κάποια εντάλματα προστίμου, όπως της είχε αναφέρει. Μέχρι την επιστροφή του κατηγορούμενου στην Κύπρο τρείς μήνες περίπου αργότερα (περί τα τέλη Νοεμβρίου 2014), η παραπονούμενη εργαζόταν στην μπυραρία. Με την επιστροφή του, άρχισαν και πάλι τα προβλήματα και οι τσακωμοί από την πρώτη κιόλας μέρα. Οι καυγάδες συνέχισαν μέχρι την Παρασκευή 16.1.
- Εκείνη τη μέρα και ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στην οικία της, ο κατηγορούμενος της τηλεφώνησε σαν βρισκόταν στην μπυραρία και της είπε πως θα ερχόταν στην οικία για να αλλάξει ρούχα. Η παραπονούμενη τον πληροφόρησε ότι τα ρούχα του ήσαν έτοιμα και σιδερωμένα ενώ κάποια άλλα βρίσκονταν στο καθαριστήριο που τούτη διατηρεί στη Λάρνακα. Του είπε πως εάν ήθελε τα ρούχα που βρίσκονταν στο καθαριστήριο τότε θα έπρεπε να πήγαινε εκεί για να τα πάρει αφού είχε ο ίδιος τα κλειδιά. Ο κατηγορούμενος άρχισε τότε να ωρύεται, να εξυβρίζει και να μειώνει την παραπονούμενη, με την τελευταία να του λέγει πως «.είμαι τέλεια.» και τον κατηγορούμενο να νευριάζει περισσότερο. Ο κατηγορούμενος ήρθε στο σπίτι. Την ώρα εκείνη η παραπονούμενη είχε πάει στο δωμάτιο τους για να δει τι ρούχα είχε ο κατηγορούμενος στην οικία. Ο τελευταίος ανέβηκε στο δωμάτιο και άρχισε να την ρωτά αν αυτή ήταν τέλεια, με την τελευταία να του απαντά καταφατικά και αυτόν να θυμώνει ακόμη περισσότερο, με αποτέλεσμα να της επιτεθεί κτυπώντας την δυνατά στο πρόσωπο με το χέρι και να της προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (βλ. φωτογραφίες 1-4 επί του επισυνημμένου Πίνακα Α΄ στη γραπτή κατάθεση του Βασίλη Βασιλείου [ΜΚ1] (Έγγραφο Α)) και δη, αιμάτωμα περιοφθαλμικώς, αιμάτωμα ρινός και μικρά θλαστικά τραύματα στο μέτωπο και στη βάση της μύτης. Τη στιγμή του περιστατικού αυτού το μωρό κοιμότανε στο διπλανό δωμάτιο. Η παραπονούμενη προσπάθησε να φύγει και ο κατηγορούμενος στάθηκε μπροστά της και την εμπόδιζε. Βλέποντας τα κλειδιά του καθαριστηρίου στο κρεβάτι του δωματίου, η παραπονούμενη επιχείρησε να τα πιάσει, στην εξέλιξη όμως της κίνησης ο κατηγορούμενος ήρθε από πίσω, την έσπρωξε στο κρεβάτι και την τράβηξε από τα μαλλιά καταφέρνοντας να της βγάλει μια μεγάλη τούφα από το κεφάλι. Σε κάποια στιγμή σηκώθηκε από πάνω της με αποτέλεσμα τούτη να κατορθώσει να σηκωθεί και να σταθεί στη γωνιά του δωματίου. Τότε ο κατηγορούμενος την πλησίασε και την κτύπησε με τα χέρια στο πρόσωπο. Τα μάτια της όταν την είχε κτυπήσει τα είχε κλείσει και ενώ ήταν κλειστά ο κατηγορούμενος την ξανακτύπησε στο πρόσωπο πολύ δυνατά. Όταν άνοιξε τα μάτια, η παραπονούμενη διαπίστωσε πως αιμορραγούσε πολύ από το πρόσωπο, έχοντας το αγγίξει με τα χέρια της που γέμισαν με αίμα. Ο κατηγορούμενος μόλις την είδε στην κατάσταση αυτή, την προέτρεψε να μπει στο μπάνιο επειδή στο μεταξύ είχε ξυπνήσει και το μωρό. Ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε στην μητέρα του και την κάλεσε να έρθει στην οικία γρήγορα ενώ αυτός έφυγε από εκεί. Η παραπονούμενη κάλεσε τότε την μεγάλη της θυγατέρα Ιρίνα Ποβέτκινα (ΜΚ23), που τη στιγμή εκείνη βρισκόταν στο ισόγειο της οικίας και της είπε να έρθει στο δωμάτιο. Η παραπονούμενη άρχισε να μαζεύει τα ρούχα του μωρού με τη βοήθεια της θυγατέρας της. Έφυγε από την οικία και επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας και ακολούθως επέστρεψε για να μεταβεί την επόμενη μέρα το βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης όπου και ανέφερε το συμβάν. Εκεί, φωτογραφήθηκαν τα τραύματα της. Η παραπονούμενη πληροφόρησε τους αστυνομικούς πως δεν ήθελε να οδηγήσει τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο γιατί φοβόταν πως αν τούτος συλλαμβανόταν και αφηνόταν ακολούθως ελεύθερος μέχρι τη δίκη, θα της έκανε χειρότερα. Ζήτησε απλώς να καταγραφεί το παράπονο της. Ενεργοποίησε το σύστημα απόρριψης κλήσεων στο κινητό της τηλέφωνο ώστε να μη δέχεται τηλεφωνήματα από τον κατηγορούμενο. Την 21.1.15, ο κατηγορούμενος μετέβη στην οικία της παραπονούμενης την ώρα που τούτη βρισκόταν έξω στο γκαράζ και την ρώτησε εάν ήθελε να χωρίσουν και να έμεναν φίλοι. Η παραπονούμενη τού είπε πως δεν επιθυμούσε τίποτε και ότι μπορούσε να έρχεται και να βλέπει το μωρό όποτε τούτος επιθυμούσε. Ο κατηγορούμενος τής έλεγε πως το μωρό δεν θα έμενε μαζί της αλλά μαζί του. Η παραπονούμενη συμφώνησε και ο κατηγορούμενος έφυγε. Στις 23.1.15, ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία της παραπονούμενης για να επισκεφθεί το μωρό, όμως τη στιγμή εκείνη αυτό κοιμόταν με αποτέλεσμα ο κατηγορούμενος να φύγει. Την επαύριον, επέστρεψε για να δει το μωρό και η παραπονούμενη του το έδωσε. Πήγαν μαζί ένα περίπατο με το μωρό και ακολούθως ο κατηγορούμενος έφυγε και πάλι. Την επομένη (πρωί Κυριακής), ο κατηγορούμενος πήγε στην οικία της παραπονούμενης για να δει το μωρό λέγοντας της πως θα το έπαιρνε στην μπυραρία όπου και διέμενε τις τελευταίες εκείνες μέρες. Η παραπονούμενη δεν δέχθηκε και ο κατηγορούμενος έφυγε. Στις 26.1.15 και γύρω στις 07:30, ο κατηγορούμενος ήρθε ξανά στην οικία της παραπονούμενης και άρχισε να την προσβάλλει και να της λέει (αυτή τη φορά) πως έκανε φίλο όταν τούτος (ο κατηγορούμενος) απουσίαζε στην Αγγλία και ότι τον απατούσε. Η παραπονούμενη τού είπε πως δεν τον απάτησε και ορκίστηκε για τούτο και στα μωρά της για να την πιστέψει ο κατηγορούμενος. Ο τελευταίος τής είπε πως είχε μάρτυρες που έλεγαν ότι τον απάτησε. Η παραπονούμενη τού είπε πως όλα αυτά ήσαν ψέματα και τον προκάλεσε να παρουσιάσει μπροστά της όποιον ήθελε για να ξεκαθαρίσει το ζήτημα και να μην την ξαναενοχλήσει. Ο κατηγορούμενος τής ζήτησε τότε να πάει στην μπυραρία στις 09:00, λέγοντας της πως εκεί θα βρίσκονταν και οι μάρτυρες του. Πριν η παραπονούμενη μεταβεί στην μπυραρία - που εκείνη τη μέρα (όπως και τις αμέσως προηγούμενες) δεν λειτουργούσε - του τηλεφώνησε στις 09:08 και τον ρώτησε εάν είχε ήδη φθάσει στην μπυραρία και οποιοσδήποτε άλλος επειδή εάν τούτο δεν ίσχυε, δεν θα πήγαινε εκεί μονάχη. Ο κατηγορούμενος έδωσε το τηλέφωνο του σε μια κοπέλα (κατά τα φαινόμενα την Χριστίνα Αλογιάν που βρισκόταν εκεί πριν από τη δική της άφιξη), η οποία άρχισε να της μιλά, με επακόλουθο η παραπονούμενη να πειστεί πως ο κατηγορούμενος δεν ήταν μόνος στην μπυραρία. Παρενθέτουμε, πως η Χριστίνα Αλογιάν παρότι συμπεριλαμβάνεται στον κατάλογο μαρτύρων επί του κατηγορητηρίου, ως είπαμε ήδη, δεν κατέστη δυνατόν να παρουσιαστεί στο Δικαστήριο για να δώσει σχετική μαρτυρία παρ' όλες τις προσπάθειες της Κατηγορούσας Αρχής, λόγω ψυχολογικών προβλημάτων που διαμήνυσε προς την Κατηγορούσα Αρχή ότι αντιμετωπίζει ένεκα της επίδικης υπόθεσης (βλ. Τεκμήρια 53-54). Η δικονομική αυτή εξέλιξη καθόλου δεν παράβλαψε τα δικαιώματα του κατηγορούμενου ο οποίος κάλλιστα μπορούσε, εάν επιθυμούσε, να καλέσει ο ίδιος το πρόσωπο αυτό ευελπιστώντας στην προσέλευση του για να καταθέσει ως μάρτυς. Η παραπονούμενη, έφθασε στην μπυραρία γύρω στις 09:15, με το αυτοκίνητο της το οποίο στάθμευσε έξω από την μπυραρία αφήνοντας το ξεκλείδωτο και σε λειτουργία ώστε εάν συνέβαινε κάτι και ο κατηγορούμενος την κτυπούσε, να μπορούσε να εγκαταλείψει το χώρο ταχέως. Η παραπονούμενη εισήλθε στην μπυραρία φορώντας ανάμεσα σε άλλα μια μαύρη κοντομάνικη φανέλα (βλ. Τεκμήριο 6) και μια μακρυμάνικη ζακέτα μαύρου χρώματος (βλ. Τεκμήριο 7). Είδε πως εκεί βρισκόταν η Χριστίνα Αλογιάν την οποίαν και γνώριζε. Μόλις η παραπονούμενη μπήκε στην μπυραρία, ο κατηγορούμενος κλείδωσε την κεντρική είσοδο και τοποθέτησε το κλειδί στη τσέπη του παντελονιού του. Στη συνέχεια, η παραπονούμενη είδε τον κατηγορούμενο να πίνει μπύρα και κατάλαβε πως ήταν μεθυσμένος. Προτού προλάβουν καλά-καλά να πουν οτιδήποτε, κάποιος κτύπησε την πόρτα της μπυραρίας και ο κατηγορούμενος την άνοιξε, με αποτέλεσμα να εισέλθουν οι Βικτώρια Αλογιάν (ΜΚ21) και η Ιωάννα Κώστα (ΜΚ22). Ο κατηγορούμενος κλείδωσε ξανά την πόρτα βάζοντας τα κλειδιά στη τσέπη του παντελονιού του. Η παραπονούμενη τον ρώτησε πού βρίσκονταν οι μάρτυρες του και εκείνος της απάντησε πως θα έρχονταν. Του είπε ακολούθως πως δεν είχε χρόνο να περιμένει. Όμως, η παραπονούμενη δεν μπορούσε να φύγει γιατί οι πόρτες της μπυραρίας ήσαν κλειδωμένες. Τότε, ο κατηγορούμενος άρχισε να φωνάζει και να της λέγει πως τον κεράτωσε. Την ρώτησε «Πε μου για τα τζιέρρατα, πέ του μαλάκα, πε μου ότι ετζιερρατωσες με, πε μου ποιος εν ο γκόμενος σου». Η παραπονούμενη τού έλεγε πως αυτό δεν ήταν αλήθεια, ο κατηγορούμενος όμως επέμενε να φωνάζει και να την καλεί συνεχώς να του πει την αλήθεια ότι τον κεράτωσε. Τα μάτια του ήταν ολοκόκκινα και ήταν πολύ θυμωμένος, φαινόταν δε μεθυσμένος. Η Χριστίνα Αλογιάν προσπαθούσε να τον ηρεμήσει αλλά αυτός συνέχισε να καταφέρεται εναντίον της παραπονούμενης με τον ίδιο τρόπο. Της έλεγε συνεχώς πως τον είχε κερατώσει «.με κάποιον Αράπη.», με την παραπονούμενη να καλεί τον κατηγορούμενο να παρουσιάσει αυτό το άτομο μπροστά της επειδή το τι έλεγε δεν ήταν αληθές. Ο κατηγορούμενος συνέχισε να φωνάζει και να λέγει στην παραπονούμενη «I am gonna fucking kill you». Σε κάποια στιγμή, είπε στην παραπονούμενη «.πες μου ότι μου έκανες κέρατα και να σε αφήσω ήσυχη» και η παραπονούμενη (για να την αφήσει ήσυχη ο κατηγορούμενος), του είπε «Εάν θέλεις να ακούσεις αυτό ναι έκανα σου κέρατα». Εκείνη τη στιγμή η παραπονούμενη στεκόταν δίπλα από την κεντρική γυάλινη πόρτα της μπυραρίας που ήταν κλειδωμένη. Ο κατηγορούμενος ήταν σε απόσταση περίπου τεσσάρων μέτρων από την παραπονούμενη. Μόλις λοιπόν η παραπονούμενη τού ανέφερε πως τον είχε κερατώσει, αυτός μετά πάροδο ελάχιστων δευτερολέπτων (και ενώ στεκόταν στο σημείο Χ επί της φωτογραφίας 4 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 2), άρπαξε από μπροστά του μια σιδερένια καρέκλα και την πέταξε προς το μέρος της ενώ η παραπονούμενη βρισκόταν στη θέση που φαίνεται να ίσταται (με γκριζόμαυρα ρούχα) στη φωτογραφία 13 της δέσμης φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Η παραπονούμενη (ύψους 1.55 μ.), μετακινήθηκε αμέσως από τη θέση της και απέφυγε την καρέκλα τρέχοντας να κρυφθεί πίσω από χαμηλό τοίχο ύψους περίπου 1.30 εκατοστών «.που υπάρχει όπως μπαίνεις στην μπυραρία στα δεξιά, αυτόν που οδηγά στην σκάλα.». Ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος της παραπονούμενης για να την αρπάξει. Την ίδια στιγμή έτρεξε πίσω από τον κατηγορούμενο η Βικτώρια Αλογιάν (ΜΚ21), που προσπάθησε να τον αντικόψει αρπάζοντας τον από το σακάκι. Δημιουργήθηκε πανικός. Ο κατηγορούμενος, όπως τον κρατούσε η μάρτυς, κατόρθωσε να βγάλει το σακάκι για να της ξεφύγει. Τότε αυτή στάθηκε μπροστά του και προσπάθησε να τον σταματήσει, μετά όμως από δευτερόλεπτα, ο κατηγορούμενος μετακινήθηκε προς τον καναπέ και σήκωσε από εκεί κάποιο σκέπασμα παίρνοντας στα χέρια το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8 (βλ. σημείο Χ επί της φωτογραφίας 6 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 29). Η παραπονούμενη γνώριζε πως ο κατηγορούμενος φύλαγε το υπό αναφορά όπλο στην μπυραρία, δεν γνώριζε όμως σε ποιο σημείο. Η Βικτώρια Αλογιάν (ΜΚ21), κατάλαβε πως θα «.γίνει ένα πολλά μεγάλο κακό.», τρομοκρατήθηκε και έτρεξε προς την Ιωάννα Κώστα (ΜΚ22), η οποία κειτόταν στο δάπεδο συγκλονισμένη, πίσω από την κολώνα που σημειώνεται με Χ1 στη φωτογραφία 6 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Κάθισε και αυτή εκεί. Η ένταση στην μπυραρία κορυφώθηκε. Μετά από κάποια δευτερόλεπτα, η παραπονούμενη έτρεξε κοντύτερα προς τη σκάλα. Τόσο μεγάλος ήταν ο πανικός και η αναστάτωση που ένιωθε, που κατόρθωσε να σπάσει (τραβώντας την με τα χέρια) τη σιδερένια κλειδαριά (βλ. φωτογραφίες 54-58 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 29) της συρτής γυάλινης μπαλκονόπορτας (βλ. φωτογραφία 15 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 2), την οποία (κλειδαριά) δεν θα μπορούσε να σπάσει υπό διαφορετικές συνθήκες. Μολοντούτο, δεν κατόρθωσε να εξέλθει από την μπυραρία τη στιγμή εκείνη αφού δεν πρόλαβε να απασφαλίσει την μπαλκονόπορτα. Ενώ βρισκόταν εκεί, είδε από το γυαλί τον κατηγορούμενο να έρχεται προς το μέρος της από την αντίθετη μεριά, δηλαδή από το ψηλό τοίχο και να κρατάει το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο
- Στην εξέλιξη του επεισοδίου, η παραπονούμενη άρχισε να τρέχει προς τη μεριά της κυρίως εισόδου. Ο κατηγορούμενος έτρεξε και αυτός και σημαδεύοντας την, πυροβόλησε προς το μέρος της - με πρόθεση παράνομης θανάτωσης της - ενώ βρισκόταν τη στιγμή εκείνη σε απόσταση 2-2½ μέτρων από την παραπονούμενη. Τη στιγμή εκείνη (του πρώτου πυροβολισμού), η παραπονούμενη ίστατο κρυπτόμενη πίσω από την επενδυμένη με πέτρα κολώνα (πλάτους 17 εκατοστών), που σημειώνεται με Χ επί της φωτογραφίας 24 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 2, για να προστατευθεί, ενώ ο κατηγορούμενος, (κρατώντας το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8, την σημάδευε κατευθείαν στο στήθος «.όχι στο πρόσωπο μου ούτε στα πόδια.»), ως αναπαρίσταται στο σημείο Χ1 της ίδιας φωτογραφίας. Την πυροβόλησε. Η παραπονούμενη δεν τραυματίστηκε κατά τον πρώτο τούτο πυροβολισμό. Τα σφαιρίδια κατέληξαν στην κολώνα, ως φαίνεται (εντός κύκλου με μπλε μελάνι) στις φωτογραφίες 22-24 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Η κατεύθυνση του πυροβολισμού ήταν από αριστερά προς τα δεξιά (ως φαίνεται κατά την αναπαράσταση στις φωτογραφίες 22-27 της δέσμης φωτογραφιών-Τεκμήριο 2). Το ύψος του κτυπήματος ήταν 93 εκατοστά από το δάπεδο και 17 εκατοστά από την αριστερή γωνία της κολώνας. Η παραπονούμενη συνέχισε να τρέχει εντός της μπυραρίας, κρυβόμενη (αναλόγως της πορείας που έπαιρναν τα πράγματα), πίσω από τον τοίχο που σημειώνεται με Χ επί της φωτογραφίας 20 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Ο κατηγορούμενος έτρεχε και αυτός συνέχεια από πίσω της (ουρλιάζοντας και απειλώντας την), κρατώντας το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8, με τον τρόπο που σημειώνεται στο σημείο Χ1 στη φωτογραφία 24 της δέσμης φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Το μόνο που σκεφτόταν η παραπονούμενη εκείνες τις στιγμές ήταν με ποιο τρόπο θα μπορούσε να διαφύγει από την μπυραρία, φοβούμενη συν τω χρόνω πως ο κατηγορούμενος μπορούσε κιόλας να την αρπάξει με τα χέρια. Η Βικτώρια Αλογιάν (ΜΚ21), ούρλιαζε και αυτή από το φόβο της, η δε Χριστίνα Αλογιάν καλούσε τον κατηγορούμενο να σταματήσει και να ηρεμήσει. Σε κάποια στιγμή καθώς έτρεχε η παραπονούμενη, έφθασε στην μπαλκονόπορτα τής οποίας είχε σπάσει προηγουμένως την κλειδαριά και άνοιξε τη συρτή θύρα για να εξέλθει. Στην προσπάθεια της αυτή, είδε τον κατηγορούμενο να την πλησίαζε από απέναντι σε απόσταση 2½ μέτρων περίπου, να την σημαδεύει με το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8 και να την πυροβολεί ενώ τούτη βρισκόταν στο σημείο Χ επί της φωτογραφίας 38 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 2 (εξερχόμενη της μπαλκονόπορτας). Ο πυροβολισμός που στόχευε και αυτός την παραπονούμενη - και αποσκοπούσε στη θανάτωση της - έπληξε πρώτα το ξύλινο διαχωριστικό, με τα σφαιρίδια να το διαπερνούν και να κτυπούν στον απέναντι τοίχο της πρόσοψης του (διαχωριστικού), πέραν ασφαλώς από την παραπονούμενη. Το ύψος του κτυπήματος ήταν 1.24 εκατοστά και η απόσταση του από την άκρη του διαχωριστικού ήταν 52 εκατοστά. Η κατεύθυνση του πυροβολισμού ήταν από δεξιά προς τα αριστερά (βλ. φωτογραφίες 33-39 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 2). Τη στιγμή του δεύτερου αυτού πυροβολισμού, ο κατηγορούμενος βρισκόταν στο σημείο Χ επί της φωτογραφίας 39 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Ως εκ του πυροβολισμού αυτού, η παραπονούμενη υπέστη μικρό τραύμα στην αριστερή δελτοειδή χώρα (άνω τριτημόριο ραχιαίας επιφάνειας αριστερού βραχίονα), μικρό τραύμα στην ραχιαία επιφάνεια άνω τριτημορίου αριστερού αντιβραχίονα μετά εκχυμώσεως (αγκωνιαία χώρα) και μικρό τραύμα στην πλάγια αριστερή κοιλιακή χώρα (βλ. Ιατροδικαστική Έκθεση-Έγγραφο ΚΑ και φωτογραφίες 1-6 επί του επισυνημμένου Παραρτήματος Α΄ στη γραπτή κατάθεση της Αλεξίας Παναγή [ΜΚ3] (Έγγραφο Γ)). Η κοντομάνικη φανέλα (βλ. Τεκμήριο 6) και κοντομάνικη ζακέτα (Τεκμήριο 7), που φορούσε η παραπονούμενη, διατρυπήθηκαν ένεκα του δεύτερου τούτου πυροβολισμού. Τα τραύματα της παραπονούμενης, συνάδουν με τον τρόπο που η τελευταία τα περιέγραψε τόσο στη μαρτυρία της όσο και κατά την αναπαράσταση (βλ. Τεκμήρια 31-32). Η παραπονούμενη κατόρθωσε να διαφύγει τρέχοντας προς το αυτοκίνητο της που εξακολουθούσε να βρίσκεται σε λειτουργία χωρίς να κοιτάξει πίσω της. Μόλις προχώρησε λίγο, τηλεφώνησε στην Αστυνομία (στο τηλέφωνο με αριθμό 911), όμως τερμάτισε την κλήση αμέσως επειδή δεν γνώριζε εάν τούτος ήταν ο ορθός αριθμός τηλεφώνου και ως εκ τούτου τηλεφώνησε στην Marharyta Bartashevich (MK17) και της είπε να καλέσει την Αστυνομία γιατί, όπως της δήλωσε αυθόρμητα, ο κατηγορούμενος την είχε πυροβολήσει. Η τηλεφωνική αυτή δήλωση συνιστά πρώτο παράπονο σύμφωνα με το άρθρο 10 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 και ενισχυτική μαρτυρία της μαρτυρίας της παραπονούμενης (βλ. κατ' αναλογίαν, Queen v Votsis (1950-53) 19 CLR 306). Η ώρα ήταν 09:
- Στο μεταξύ η παραπονούμενη συνέχισε να οδηγεί, καταλήγοντας πίσω από το ξενοδοχείο Vergi. Στις 09:43, η παραπονούμενη έλαβε τηλεφώνημα από αστυνομικό ο οποίος ήρθε τελικώς και την παρέλαβε μετά από 1-2 λεπτά μεταφέροντας την στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης. Ήταν συνταραγμένη και μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε προσέξει ότι ήταν τραυματισμένη. Αυτό, το διαπίστωσε όταν μετέβη στον Aστυνομικό Σταθμό. Την ώρα που άγγιξε πάνω στην κοιλιά της, έπιασε ένα σφαιρίδιο το οποίο, απ' ό,τι κατάλαβε, είχε βγει (και όντως έτσι έγινε) από το τραύμα της κοιλιάς της και το παρέδωσε σε αστυνομικό. Ακολούθως στον Αστυνομικό Σταθμό Ορόκλινης έφθασαν και οι τρεις άλλες κοπέλες που βρισκόντουσαν στην μπυραρία κατά τη διάρκεια του επεισοδίου. Μετέπειτα, η παραπονούμενη μεταφέρθηκε από την Αστυνομία στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας όπου έτυχε ιατρικής περίθαλψης και ιατροδικαστικής εξέτασης. O γιατρός Πέτρος Κιουτενιάν (ΜΚ15), αφαίρεσε από τον αριστερό ώμο της παραπονούμενης ένα σφαιρίδιο το οποίο προήλθε από το δεύτερο πυροβολισμό με το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8 (βλ. Τεκμήριο 5). Ο μάρτυς δεν αφαίρεσε όμως το σφαιρίδιο από τον αριστερό αγκώνα της παραπονούμενης επειδή η διαδικασία αφαίρεσης του ενδεχομένως να προκαλούσε μεγαλύτερο τραυματισμό σε αυτήν. Η παραπονούμενη πλήγηκε και από τρίτο σφαιρίδιο στην κοιλιά ασχέτως εάν δήλωσε με ειλικρίνεια πως δεν ένιωσε πόνο όταν βλήθηκε σχετικώς από τον κατηγορούμενο, κάτι που αναδεικνύει με ακόμη περισσότερη γλαφυρότητα και ανησυχία την κατάσταση πανικού στην οποία βρισκόταν κατά τους κρίσιμους εκείνους χρόνους. Οι τραυματισμοί της παραπονούμενης μπορεί να μην χαρακτηρίζονται ιατρικώς ως σοβαροί πλην όμως οι πιθανές επιπτώσεις επιφοράς πολύ χειρότερων αποτελεσμάτων, ακόμη και του θανάτου, ήταν δεδομένη και τούτο θα συνέβαινε εάν η παραπονούμενη τραυματιζόταν στην περιοχή του πνεύμονα ή της καρδίας αφού τα βόλια μπορούσαν να κατέληγαν εκεί αντί εκεί που τελικώς κατέληξαν. Επέκεινα, τα πράγματα ακολούθησαν την ανακριτική τους πορεία (που ήδη είχε χαραχθεί, μετά βεβαίως και από τις διαπραγματεύσεις που οδήγησαν στον τελικό τερματισμό του επεισοδίου στις 27.1.15 με τη διαμεσολάβηση του Κώστα Κωνσταντίνου [ΜΚ12] και της ομάδας του). Οι ενέργειες του κατηγορούμενου κατά την 26.1.15 (με τον τρόπο που τις έχουμε περιγράψει), δηλαδή οι πυροβολισμοί του με το κυνηγετικό όπλο (Τεκμήριο 8), ένα δυνητικώς θανατηφόρο μέσο - το οποίο ο κατηγορούμενος κατείχε, μετέφερε (και χρησιμοποίησε) παρανόμως τη μέρα εκείνη (μαζί με τέσσερα πλήρη φυσίγγια [βλ. Τεκμήρια 9-13], από τα οποία χρησιμοποίησε τα δύο [βλ. Τεκμήρια 12-13]), ως οι λεπτομέρειες αδικήματος στις κατηγορίες 3-8 στο κατηγορητήριο - με συγκεκριμενοποιημένη στόχευση στην κάθε περίπτωση το σώμα της παραπονούμενης (και όχι για σκοπούς εκφοβισμού της τελευταίας δια πυροβολισμών στον αέρα ή σε άλλα σημεία της μπυραρίας που δεν υπήρχε περίπτωση να βρίσκεται η παραπονούμενη ή οποιοσδήποτε άλλος), η εκτόξευση δύο πυροβολισμών εναντίον της υπό τις γωνίες και συνθήκες που αναλύσαμε, το κυνηγητό της παραπονούμενης εντός της μπυραρίας με επιμονή και αποφασιστικότητα από μέρους του παρά τις προσπάθειες των παρισταμένων να τον αντικόψουν και να τον αποτρέψουν, ο τραυματισμός της παραπονούμενης ως εκ του δεύτερου πυροβολισμού στα σημεία που προαναφέραμε και η φύση των τραυμάτων που υπέστη σε επικίνδυνο σημείο (αφού λίγο απείχαν από την περιοχή του πνεύμονα, της καρδία και του κεφαλιού), το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος είχε το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8, ανοικτό και κρυμμένο κάτω από σκέπασμα στον καναπέ της μπυραρίας και όχι φυλαγμένο και αποσυναρμολογημένο εντός της θήκης του, οι αμέσως προηγούμενες τού επίδικου επεισοδίου απειλές του προς την παραπονούμενη πως θα την σκοτώσει, οι απειλές του προς την παραπονούμενη τη μέρα διάπραξης του επίδικου αδικήματος πως θα την σκοτώσει - το ότι ομοίως την είχε απειλήσει ξανά δεν αμβλύνει τη σημασία των πραγμάτων δεδομένου του εγχειρήματος υλοποίησης του τη φορά αυτή, με το μέτρημα των εκφοβισμών από μέρους της παραπονούμενης να μην αποτελεί το καταλυτικό σημείο σταχυολόγησης της σοβαρότητας των απειλών - και γενικότερα το σύνολο της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου τη μέρα του συμβάντος, αποδεικνύουν πέραν από κάθε λογική αμφιβολία πως αυτός στις 26.1.15 και με την απαιτούμενη πρόθεση αποπειράθηκε παρανόμως να επιφέρει το θάνατο στην παραπονούμενη κατά παράβαση του άρθρου 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσεκούρα v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563). Αποδεικνύουν επίσης, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι στον ίδιο τόπο και χρόνο ο κατηγορούμενος τραυμάτισε παρανόμως την παραπονούμενη με την απαιτούμενη πρόθεση, ως έχει ήδη περιγραφεί, κατά παράβαση του άρθρου 234(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατ' αναλογίαν, Stavrinou v The Republic
(1969)2 CLR 97)». Όλα τα αποσπάσματα από τα πρακτικά στα οποία παραπέμπουμε στην παρούσα, παρατίθενται αυτούσια χωρίς επέμβαση στη σύνταξη και στην ορθογραφία. Ο κ. Αντρέου αγορεύοντας για μετριασμό της ποινής, αναφέρθηκε στο λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, στις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, στην παραδοχή του (σε ό,τι αφορά στις κατηγορίες που παραδέχθηκε), στο καλόν του χαρακτήρα του, στις γενικότερες συνθήκες και γεγονότα που οδήγησαν τον κατηγορούμενο στην τέλεση των επίδικων εγκλημάτων υπό συνθήκες συναισθηματικής φόρτισης και ψυχολογικής πίεσης, όπως «.η διάσταση στη σχέση του ανδρόγυνου, η παραμονή του κατηγορούμενου στην μπυραρία μακριά από το σπίτι και το παιδί του. Οι αναφορές τρίτων προσώπων για εξωσυζυγική σχέση της παραπονούμενης, το αλκοόλ και γενικά η όλη κατάσταση, η τεταμένη κατάσταση που επικρατούσε.», στην έλλειψη προσχεδιασμού και προγραμματισμού, στη μεταμέλεια του όταν τελικώς παραδόθηκε στην Αστυνομία στις 27.1.15 (μια μέρα μετά το επίδικο περιστατικό, αφού αρνείτο να εξέλθει της μπυραρίας και να παραδοθεί), στο στιγμιαίο της πράξης του, «.στα επιπόλαια τραύματα.» της παραπονούμενης, στις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής στον ίδιο και στην οικογένεια του και στη συμφιλίωση του με την παραπονούμενη (με την τελευταία να υπογράφει μάλιστα και σχετική Δήλωση, ως το Παράρτημα Α΄ επί της γραπτής αγόρευσης μετριασμού-Έγγραφο Α΄), όπου λέγει τα εξής: «.δεν έχω οποιονδήποτε παράπονο η απαίτηση από τον κατηγορούμενο Σέργιο Σεργίου. Συγχώρεσα τον Σέργιο και οι σχέσεις μας σήμερα είναι πολύ καλές. Πηγαίνω στις φυλακές και βλέπω τον Σέργιο και του παίρνω και το Γιο μας να τον δει καθώς επίσης έχω τακτική τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του. Στις φυλακές συζητούμε τα πάντα και προσπαθούμε να δούμε τι πήγε στραβά στην σχέση μας. Ο Σέργιος με Αγαπά και αγαπά και το γιο μας και ελπίζω μετά την αποφυλάκιση του Σέργιου να σταθούμε και να μεγαλώσουμε σωστά το παιδί μας. Θέλω να αφήσω πίσω το παρελθόν και να ξεχάσουμε τις άτυχες στιγμές που περάσαμε μαζί για να προχωρήσει η ζωή μας». Επί του ζητήματος της συμφιλίωσης, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου παρέθεσε (πολύ παραστατικά) και τα ακόλουθα κατά την προφορική του αγόρευση για μετριασμό της ποινής: «.Μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση και στην προηγούμενη δικάσιμο, αλλά και τώρα. Η Μαργαρίτα είναι εδώ, έχετε την εντύπωση ότι τόσο στην προηγούμενη δικάσιμο, όσο και σήμερα ανησυχεί για το ύψος της ποινής ως παραπονούμενη; Όχι, ανησυχεί ακριβώς για την έκβαση αυτής της διαδικασίας, διότι πραγματικά δοκιμάζεται περισσότερο από τον κατηγορούμενο. Θέλει να είναι μαζί με αυτόν τον άνθρωπο να σταθεί κοντά του να μεγαλώσουν τα παιδιά τους και έχει στεναχωρηθεί πάρα πολύ για αυτή τη διαδικασία. Θέλω να αντιληφθείτε ότι δεν πρόκειται για αδίκημα εκδίκησης, έγκλημα εκδίκησης, ούτε έγκλημα μίσους, ούτε προέρχεται από εγκληματικά στοιχεία, ήταν μια άτυχη στιγμή, κακή ώρα, αυτό είναι και μέσα σ' αυτό το πλαίσιο θα πρέπει να το δείτε. Είναι δύο άνθρωποι που ζούσαν μαζί και αυτή η ατυχία τους, τους οδήγησε εδώ. Ο ένας να κάθεται εκεί και να παρακολουθεί τη διαδικασία του ανθρώπου με τον οποίο σχεδόν επικοινωνεί καθημερινά και τώρα ακόμα στο Δικαστήριο, έβλεπαν φωτογραφίες και σχολίαζαν τις φωτογραφίες των παιδιών τους εις το Δικαστήριο και τον έβγαλε και φωτογραφία μάλιστα και θα ήθελα να πω, ότι αυτή η άτυχη στιγμή, το έχω τονίσει και προηγουμένως, μπορεί να συμβεί και σε οποιοδήποτε άνθρωπο ακόμα και σε ανθρώπους του Νόμου, που μπροστά σε τέτοιες καταστάσεις και περιστάσεις, όπου από μια ασήμαντη θα έλεγα αφορμή γκρεμίζεται η εμπιστοσύνη και η σχέση. Μπορεί να αντιδράσουν αυτοί οι άνθρωποι και ποικίλουν θα έλεγα οι αντιδράσεις. Θα πρέπει να τιμωρηθεί ο κατηγορούμενος, αλλά θα πρέπει βλέποντας αυτή τη σχέση που είναι σημαντικό, θα πρέπει να δώσετε την προσδοκία σε αυτούς τους ανθρώπους, που οδηγήθηκαν κάτω από αυτές τις περιστάσεις, σε αυτή την κατάσταση να τους δώσετε την προσδοκία ότι σύντομα θα είναι μαζί.». Αναφορικώς με τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου - ως καταγράφονται στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που ετοιμάστηκε για τους παρόντες σκοπούς (και στο βαθμό που το περιεχόμενο της δεν συγκρούεται με τα ευρήματα μας στην ετυμηγορία, οπόταν και προβήκαμε στις ανάλογες αναπροσαρμογές) - σημειώνουμε πως τούτος είναι ηλικίας 44 ετών, έχοντας γεννηθεί στο Λονδίνο στις 8.10.
- Κατάγεται από την Κερύνεια και προέρχεται από διαλυμένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι μοναχοπαίδι. Ο πατέρας του, που ασκούσε το επάγγελμα του μηχανικού, απεβίωσε σε ηλικία 33 ετών μετά από τροχαίο δυστύχημα το 1985 (και ενώ ο κατηγορούμενος ήταν ηλικίας 14 ετών). Η μητέρα του (ηλικίας 63 ετών σήμερα), λειτουργούσε στο Λονδίνο εργοστάσιο ειδών ένδυσης μέχρι το
- Τούτη, διαμένει σε προσφυγική οικία στη Λευκωσία και εργάζεται ως πωλήτρια σε πολυκατάστημα. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου μαζί της είναι ικανοποιητικές. Ο κατηγορούμενος μεγάλωσε στο Λονδίνο. Οι γονείς του χώρισαν όταν ο ίδιος ήταν ηλικίας 13 ετών και τη φύλαξη του ανέλαβε η μητέρα του. Αποφοίτησε από το Λύκειο και ακολούθως φοίτησε σε κολλέγιο στο Λονδίνο, στον κλάδο σχεδίου μόδας. Με την ολοκλήρωση των σπουδών του, εργοδοτήθηκε στην επιχείρηση της μητέρας του. Το 1992, η λειτουργία της επιχείρησης τερματίστηκε λόγω οικονομικών προβλημάτων. Από το 1992 μέχρι το 2014, ήταν αυτοεργοδοτούμενος επιχειρηματίας, έχοντας λειτουργήσει αρχικώς τέσσερα εργοστάσια ειδών ένδυσης και μετέπειτα, μπυραρία, νυχτερινό κέντρο διασκέδασης και εστιατόριο. Τον Αύγουστο 2014, χρησιμοποιώντας αποταμιεύσεις που διατηρούσε, λειτούργησε καφεστιατόριο στη Λάρνακα μέχρι και τη σύλληψη του. Το 1996, αρραβωνιάστηκε με Κύπρια με την οποία επρόκειτο να παντρευτούν. Η τελευταία όμως απεβίωσε συνεπεία τροχαίου δυστυχήματος. Το γεγονός αυτό τον επηρέασε αρνητικά και αποτέλεσε την αιτία που άρχισε τη χρήση αλκοόλ και εξαρτησιογόνων ουσιών. Εντάχθηκε δύο φορές σε πρόγραμμα απεξάρτησης από το αλκοόλ και δη, το 2010 (σε κλειστό πρόγραμμα στο Λονδίνο) και τον Ιανουάριο 2015 (σε ανοικτό πρόγραμμα στην Κύπρο), δίχως να καταφέρει να το ολοκληρώσει. Τερμάτισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από μόνος του πριν από αρκετά χρόνια. Κατά την κράτηση του, έχει συνεργασία με τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας των Κεντρικών Φυλακών. Το Μάιο 2013, παντρεύτηκε με τη παραπονούμενη (τώρα ηλικίας 40 ετών), η οποία κατάγεται από τη Μολδαβία και είναι μητέρα τριών παιδιών, δύο από τα οποία (ηλικίας σήμερα 17½ και 9½ ετών), προήλθαν από τους δύο προηγούμενους της γάμους. Ο κατηγορούμενος, από το γάμο του με την παραπονούμενη, απέκτησε ένα αγοράκι (σήμερα ηλικίας 20 μηνών). Αξιολογήσαμε καθετί που τέθηκε ενώπιον μας στο στάδιο της αγόρευσης για μετριασμό της ποινής, όπως και την προαναφερθείσα Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας στην πλήρη έκταση της. Η σοβαρότητα των επίδικων αδικημάτων αναδεικνύεται με ενάργεια από τις ανώτατες προβλεπόμενες ποινές, της ισοβίου φυλάκισης για το αδίκημα της απόπειρας φόνου, κατά παράβαση του άρθρου 214 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, της δεκαπενταετούς φυλάκισης ή/και χρηματικής ποινής ύψους €42.715,00 για τα αδικήματα της παράνομης μεταφοράς, κατοχής και χρήσης πυροβόλου όπλου Κατηγορίας Δ, κατά παράβαση αντίστοιχων προνοιών του Περί Πυροβόλων και Μη Πυροβόλων Όπλων Νόμου 113(Ι)/04 (βλ. κατηγορίες 3, 4 και 5), της δεκαετούς φυλάκισης ή/και χρηματικής ποινής ύψους €2.562,00, κατά παράβαση ανάλογων προνοιών του Περί Εκρηκτικών Υλών Νόμου, Κεφ. 54 (βλ. κατηγορίες 6, 7 και 8), της πενταετούς φυλάκισης ή/και χρηματικής ποινής ύψους €5.125,00, για το αδίκημα της πρόκλησης σωματικής βλάβης, κατά παράβαση και του άρθρου 3
(1)
(4)του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 9) και της πενταετούς φυλάκισης για το αδίκημα του τραυματισμού, κατά παράβαση των άρθρων 234 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και 4
(1)
(2)(ια) του Περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/00 (βλ. κατηγορία 2). Τα πιο πάνω αδικήματα κατατάσσονται ως σοβαρά ενόψει και των ευρύτερων κοινωνικών και άλλων συνεπόμενων που επιφέρουν στον κοινωνικό ιστό. Μάλιστα, για το αδίκημα της απόπειρας ανθρωποκτονίας έγινε ειδική ρύθμιση από το νομοθέτη ο οποίος καθόρισε την ίδια ανώτατη ποινή που καθόρισε και για την περίπτωση του τετελεσμένου εγκλήματος της ανθρωποκτονίας, δηλαδή τη δια βίου φυλάκιση. Τούτη η ποινή, είναι κατά πολύ αυστηρότερη από την ποινή της επταετούς φυλάκισης που προβλέπεται από τις γενικές πρόνοιες του άρθρου 368 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, για το αδίκημα της απόπειρας. Ο λόγος για αυτό είναι προφανής και σχετίζεται με το ότι η ανθρώπινη ζωή αποτελεί ύψιστο αγαθό, η δε αφαίρεση της μέγιστο έγκλημα, με κάθε εκ προθέσεως πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ανθρώπινη αυτή ζωή, να ενέχει σοβαρή ποινική, κοινωνική και ηθική απαξία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563, 608). Τούτη η σοβαρότητα - μαζί με τη μεγάλη συχνότητα διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (όπως και άλλων σοβαρών αδικημάτων κατά της ζωής και του προσώπου), συχνά είναι που αποτελούν το αντικείμενο υποθέσεων που τίθενται ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας/Αμμοχώστου (τουλάχιστον από το Σεπτέμβριο 2013), στις οποίες δηλώνεται παραδοχή ή προκύπτει καταδίκη μετά από ακρόαση - καλούν στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών, με στόχο όχι μόνο την ειδική και γενική αποτροπή και αναμόρφωση των κατηγορουμένων, αλλά και την προστασία της κοινωνίας. Βεβαίως, ακόμη και εντός του πλαισίου που περιγράφουμε, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί αφού το Δικαστήριο καθηκόντως και δεόντως είναι που οφείλει (και έτσι πράξαμε και εμείς) να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των προσωπικών και άλλων περιστάσεων του. Τούτη όμως η διεργασία εξατομίκευσης, δεν σημαίνει ότι θα πρέπει ταυτοχρόνως να υπερακοντίζει και το έτερο δικαστικό καθήκον για επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις τιμωρίας (βλ. γενικώς, GM Pikis, Sentencing in Cyprus: Sentencing Revisited, 2η έκδ., 2007, σελ. 111-112, 118-123, 209-210). Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής, το λευκό ποινικό μητρώο του κατηγορούμενου, τη μεταμέλεια και απολογία του, την ηλικία του, τα ψυχολογικά και άλλα προβλήματα εξάρτησης από το αλκοόλ που αντιμετωπίζει (όπως και τις προσπάθειες του για απεξάρτηση), το γεγονός πως κατά τη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων (πλην της κατηγορίας 9 [επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης]), βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ, τον καλό χαρακτήρα του, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, την παραδοχή του στις κατηγορίες που παραδέχθηκε (έστω και καθυστερημένη), την ψυχολογική πίεση και συναισθηματική φόρτιση υπό την οποία ενήργησε - όπως εξειδίκευσε ο κ. Αντρέου στην αγόρευση του (και είδαμε πως) - την πρόκληση που ένιωσε από την αναφορά της παραπονούμενης πως τον είχε απατήσει (κάτι όμως που υποψιαζόταν ο κατηγορούμενος από προηγουμένως εξού και η συνάντηση που διευθέτησε στην μπυραρία με την παραπονούμενη) και τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του (δηλαδή, στην παραπονούμενη, στα παιδιά τους και στη μητέρα του). Αναφορικώς με τη συμφιλίωση του κατηγορούμενου με το θύμα, υπογραμμίζουμε πως την επιμετρούμε και αυτή ως ελαφρυντικό και τούτο κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Georghiou v The Police
(1985)2 CLR 82, 84 και Nicolaou v The Police
(1980)2 CLR 4, 6). Ζυγιάζοντας το υπό συζήτηση ελαφρυντικό, είχαμε συνεχώς κατά νουν τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη στη Δήλωση-Παράρτημα Α΄ (ημερομηνίας 4.6.15). Σταθμίζοντας τη σημασία της συμφιλίωσης μεταξύ θύματος και θύτη, δεν παραλείψαμε να αποτιμήσουμε πρεπόντως και τις επιπτώσεις που θα επέλθουν ως εκ της πιθανής μακρόχρονης φυλάκισης του κατηγορούμενου, όχι μόνο στο βιολογικό του παιδί αλλά και στα υπόλοιπα παιδιά της οικογένειας, γεγονός που (και τούτο) δικαιολογεί μια κάπως επιεικέστερη μεταχείριση του κατηγορούμενου (βλ. Sentencing Guidelines Council, Overreaching Principles: Domestic Violence, Definitive Guideline 2006, σελ. 6). Μολαταύτα - και παραμένοντας εντός της ίδιας θεματικής - δεν μπορούμε να αγνοήσουμε πως το γεγονός της συμφιλίωσης και της σχετικής επιθυμίας που φαίνεται να εκφράζει η παραπονούμενη στη Δήλωση- Παράρτημα Α', για επίδειξη επιείκειας προς τον κατηγορούμενο, δεν μπορεί να αξιολογηθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να καθορίσει κατ' ουσίαν και καταλυτικώς το είδος και ύψος της ποινής που θα επιβληθεί σε αυτόν, επειδή κάτι τέτοιο θα εξανδραπόδιζε τους σκοπούς του νόμου και τα γενικότερα συμφέροντα της κοινωνίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Sentencing Guidelines Council, Overreaching Principles: Domestic Violence, Definitive Guideline 2006, σελ. 6). Στην Demetriou v The Police
(1968)2 CLR 127, 129, το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Βασιλειάδη, Π., ανέφερε τα εξής σε σχέση με την υπό ανάλυση προβληματική: «Having given this case all due consideration, we have not been persuaded that we should disturb the sentence imposed by the trial Judge. We hope that the forgiveness of the wife is genuine; and that the appellant will remember in future, her attempt to help him in this appeal. On the other hand, the most effective way of discouraging conduct of this kind on the part of a husband, inclined to use such violence against his wife, is to make him bear the consequences of such conduct. This will, moreover, show practically to the wife that she is entitled to the full protection of the law against a grave assault from her husband in her own home». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Έχοντας προσεγγίσει την παρούσα υπόθεση με την προσήκουσα προσοχή δεν έχουμε πεισθεί πως θα πρέπει να επέμβουμε στην πρωτοδίκως επιβληθείσα ποινή. Ελπίζουμε πως η συγχώρεση της συζύγου είναι γνήσια και ότι ο εφεσείων θα θυμάται στο μέλλον την προσπάθεια της συζύγου του να τον βοηθήσει στην παρούσα έφεση. Από την άλλη, η πιο αποτελεσματική μέθοδος αποθάρρυνσης συμπεριφορών αυτού του είδους από μέρους ενός συζύγου με διάθεση χρήσης τέτοιας έκτασης βίας εναντίον της συζύγου του, είναι να εξαναγκαστεί να υποστεί τις επιπτώσεις αυτής του της συμπεριφοράς. Τούτο, επιπλέον, θα δείξει με πρακτικό τρόπο στη σύζυγο πως δικαιούται στην πλήρη προστασία του νόμου ενάντια σε σοβαρότατες επιθέσεις από μέρους του συζύγου της στο ίδιο της το σπίτι». Δεχόμαστε τη γνησιότητα των κινήτρων της παραπονούμενης. Πιστώνουμε τον κατηγορούμενο και με αυτό το ελαφρυντικό, λέγοντας ταυτοχρόνως επί τούτο - και εννοείται, συνυπολογίζοντας και όλα τα υπόλοιπα ελαφρυντικά - πως η τελική ποινή θα ήταν αυστηρότερη στην απουσία του δεδομένου της συμφιλίωσης μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης. Σε σχέση με τη θέση του κ. Ανδρέου πως ο κατηγορούμενος ενήργησε χωρίς προσχεδιασμό και προγραμματισμό, θα πρέπει να πούμε πως τούτο απαντάται στην ετυμηγορία από την οποία εξάγεται πως υπήρξε κάποιος (υποτυπώδης) έστω προσχεδιασμός και προγραμματισμός των πραγμάτων από μέρους του κατηγορούμενου και άρα σε αυτό τον πολύ μικρό βαθμό είναι που θα συνυπολογίσουμε το στοιχείο τούτο ως επιβαρυντικό κατά την επιμέτρηση. Σε ό,τι αφορά στην τοποθέτηση του ευπαίδευτου δικηγόρου, πως τα τραύματα που υπέστη η παραπονούμενη ήσαν επιπόλαια ή «.δεν ήτο σοβαρά», ξανά είναι που θα θυμίσουμε τα σχετικά με τούτο ευρήματα μας στην ετυμηγορία υποδεικνύοντας πως τα σημεία του σώματος στα οποία η παραπονούμενη δέχθηκε το δεύτερο πυροβολισμό, λίγο απείχαν από την περιοχή του πνεύμονα και της καρδίας, με όλες τις δυνητικές επιπτώσεις. Συμπτωματικώς είναι που η παραπονούμενη απέφυγε τα χειρότερα. Σχετικώς με τη μεταχείριση κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, προσεγγίσαμε τη σχετική νομολογία (μέρος της οποίας παρέπεμψε ο κ. Ανδρέου), γνωρίζοντας πως το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Νικήτα, Δ.), σημείωσε τα ακόλουθα (κατ' αναλογίαν σχετικά) στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131 και τα οποία είχαμε συνεχώς υπ΄ όψιν - όπως και το ότι (ως υπέδειξε ο Ναθαναήλ, Δ.), «. ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης .» (βλ. LCA Domiki Ltd v RKA Kikkos Developers Ltd και Άλλου, Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 17.3.15) - : «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Μολοντούτο, δεν βλάπτει η παραπομπή σε προηγούμενες (παρόμοιες) αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (ή άλλων ξένων δικαστηρίων), εφόσον κάτι τέτοιο (ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο προσανατολίζεται στην επιβολή μακρόχρονης ποινής φυλάκισης), θωρακίζει τη δικαστική κρίση και δημιουργεί αίσθημα ασφάλειας στον κατηγορούμενο για το πώς είναι που αντικρίστηκε ποινολογικώς και για ποιο λόγο (βλ. κατ' αναλογίαν, Tsonkov ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 9/15, ημ. 8.4.15). Στην Αναστασίου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 492, 512-514, ο εφεσείων καταδικάστηκε (μετά από ακροαματική διαδικασία), σε ποινή φυλάκισης 13 ετών για το αδίκημα της απόπειρας φόνου του εικοσιτετράχρονου συζύγου της ερωμένης του. Το κακούργημα τελέστηκε χωρίς προσχεδιασμό ή προγραμματισμό, με τον εφεσείοντα ωστόσο να απειλεί τον παραπονούμενο σε δύο περιπτώσεις πριν από το συμβάν πως θα τον σκοτώσει. Ο εφεσείων είχε ενεργήσει εντελώς απρόκλητα σε σχέση με το θύμα (σε αντίθεση με την παρούσα περίπτωση), ενεργώντας υπό το κράτος συναισθηματικής και ερωτικής φόρτισης. Είχε μεταβεί στην οικία του ζεύγους με έμφορτο κυνηγετικό όπλο. Ήχησε την κόρνα του αυτοκινήτου προκαλώντας την έξοδο του παραπονούμενου στο δρόμο. Όταν αυτός βγήκε στο δρόμο, ο κατηγορούμενος τον κάλεσε να φωνάξει την σύζυγο του. Όταν βγήκε και εκείνη, ο κατηγορούμενος την ρώτησε αν αγαπά τον σύζυγο της. Αυτή απάντησε καταφατικά. Τότε, ο εφεσείων πήρε το κυνηγετικό όπλο που είχε ανοικτό στο αυτοκίνητο, το έκλεισε γρήγορα και αφού το έστρεψε προς το παράθυρο, πυροβόλησε τον παραπονούμενο εξ επαφής τραυματίζοντας τον κρίσιμα στη κοιλιά. Ακολούθως, τον εγκατέλειψε αιμόφυρτο και εξαφανίστηκε. Ο εφεσείων ήταν λευκού ποινικού μητρώου, πατέρας δύο ανήλικων παιδιών 8 και 10 ετών, με οικονομικές υποχρεώσεις έναντι τους. Είχε επίσης την ευθύνη του ναρκομανούς αδελφού του ηλικίας 30 ετών. Δεν αφέθηκε οποιαδήποτε σοβαρή μόνιμη αναπηρία στο θύμα ως εκ του πυροβολισμού παρόλο που η ζωή του «. κρεμόταν από μια κλωστή». Στην Τσεκούρα ν Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 563, 604-608, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 13 ετών που είχε επιβληθεί στον ηλικίας 52 ετών εφεσείοντα (μετά από ακροαματική διαδικασία) για το κακούργημα της απόπειρας φόνου (μεταξύ άλλων εγκλημάτων). Ο εφεσείων (μετά από έντονη λογομαχία) είχε πυροβολήσει πέντε φορές τον παραπονούμενο με πιστόλι ενώ βρίσκονταν και οι δύο στο αυτοκίνητο του πρώτου, εγκαταλείποντας τον με ορατό το ενδεχόμενο θανάτου του. Λήφθηκε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής και μια πρόσφατη προηγούμενη καταδίκη του εφεσείοντα για παρόμοιο αδίκημα όπου του είχε επιβληθεί χρηματική ποινή. Στην R v Donnelly
(1983)5 Cr App R(S) 70, το Αγγλικό Εφετείο μείωσε σε 7 έτη τη φυλάκιση ύψους 9 ετών που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον ηλικίας 57 ετών εφεσείοντα για το αδίκημα της απόπειρας φόνου εναντίον της σαρανταπεντάχρονης συζύγου του. Ο εφεσείων ζήλευε πολύ την παραπονούμενη. Τόσο φόβο της προκαλούσε, που τούτη είχε αγοράσει μυστικά (χωρίς να το γνωρίζει ο κατηγορούμενος), άλλη οικία για να ζήσει εκεί με το δεκατετράχρονο παιδί τους, όπως και έγινε. Τρεις εβδομάδες μετά που η παραπονούμενη εγκατέλειψε την οικογενειακή κατοικία, ο εφεσείων ζήτησε από την παραπονούμενη να δώσουν ακόμη μια ευκαιρία στο γάμο τους. Η παραπονούμενη συμφώνησε με δισταγμό. Για κάποιους μήνες, η συμπεριφορά του κατηγορούμενου ήταν καλή. Μετά, άρχισαν και πάλι τα προβλήματα, με τον κατηγορούμενο να νομίζει πως η σύζυγος του διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο κατηγορούμενος άρπαξε ένα σφυρί που βρήκε στην οικογενειακή κατοικία και κτύπησε την παραπονούμενη στο κεφάλι και στα χέρια. Η παραπονούμενη έχασε τις αισθήσεις της, με τον κατηγορούμενο να την εγκαταλείπει αιμόφυρτη στη σκηνή. Καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία. Ήταν λευκού ποινικού μητρώου και καλού χαρακτήρα. Έπασχε από παθολογική ζήλια, κατάσταση που επιτεινόταν ένεκα της χρήσης αλκοόλ στην οποία προέβαινε. Η πρωτόδικη ποινή αντικαταστάθηκε (καίτοι δεν χαρακτηρίστηκε από το Αγγλικό Εφετείο ως λανθασμένη), ώστε να δοθεί στον εφεσείοντα μια προσδοκία για το μέλλον, με τον Λόρδο Δικαστή May, να λέγει συναφώς πως: «This was an extremely serious offence. Although we think that no criticism can be made of the learned circuit judge who passed it, we do feel nevertheless that we can give some effect to Mr. Cartlidge's submission that something rather less than nine years would give this man something to look forward to in the future. On that basis alone, what we propose to do is to vary the sentence of nine years' imprisonment to one of seven years' imprisonment.». Αξίζει να σημειωθεί, πως η εφετειακή αυτή προσέγγιση (και ποινή, έτυχε επίκρισης στην R ν Green
(1986)8 Cr App R(S) 284, 287, όπου ο Λόρδος Αρχιδικαστής Lane ανέφερε πως ο εφεσείων στην R v Donnelly
(1983)5 Cr App R(S) 70, θα πρέπει να νιώθει πολύ τυχερός μετά την έκβαση της έφεσης («Donnelly must consider himself to be lucky after the hearing of that appeal»). Στην R ν Haynes
(1983)5 Cr App(S) 58, ο εφεσείων (ηλικίας 34 ετών), παραδέχθηκε το κακούργημα της απόπειρας φόνου εναντίον της συμβίας του. Τιμωρήθηκε με ποινή φυλάκισης 12 ετών. Το ζεύγος διέμενε μαζί για κάποια χρόνια και είχαν και ένα μικρό παιδί. Η παραπονούμενη εγκατέλειψε τον κατηγορούμενο όταν το παιδί ήταν ηλικίας 2 ετών, επειδή ο κατηγορούμενος γινόταν όλο και πιο επιθετικός μαζί της. Η παραπονούμενη ζήτησε και έλαβε δικαστική προστασία. Ένα βράδυ, ο κατηγορούμενος είδε την παραπονούμενη να μιλά με κάποιον άντρα. Ζήλεψε. Πήγε στο διαμέρισμα της μετά από κάποιο χρόνο, οπλισμένος με κυνηγετικό όπλο. Μπήκε στο διαμέρισμα και την πυροβόλησε στο πρόσωπο από πολύ κοντινή απόσταση αφήνοντας της κατάλοιπα. Βαρυνόταν με τρεις προηγούμενες καταδίκες για διάφορες επιθέσεις. Παραδόθηκε από μόνος του στην Αστυνομία. Η ποινή επικυρώθηκε. Στην R v Casseeram
(1992)13 Cr App (S) 384, ο ηλικίας 41 ετών κατηγορούμενος καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία σε ποινή φυλάκισης 14 ετών για την απόπειρα φόνου εναντίον της συζύγου του, την οποία ζήλευε και κατηγορούσε για μοιχεία. Την περιέλουσε με πετρέλαιο και την έκαψε. Το ζεύγος είχε δύο παιδιά ηλικίας 5 και 3 ετών. Η ποινή επικυρώθηκε. Οι υποθέσεις τις οποίες επικαλέστηκε η Υπεράσπιση για σκοπούς προσδιορισμού των προσδοκώμενων παραμέτρων επιβολής της ποινής - δηλαδή τις υποθέσεις Δημοκρατία ν Μενελάου (Υπόθεση Αρ. 9651/03, ημ. 5.3.04, του Κακουργιοδικείου Λεμεσού, που εφεσιβλήθηκε σε ό,τι αφορά στην καταδίκη και μόνο (βλ. Μενελάου ν Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 407) και Charalambous and Another v The Republic
(1982)2 CLR 205 - δεν υπέχουν συνάφειας με τα επίδικα γεγονότα αλλά μήτε και με τις ευρύτερες συνθήκες που περιστοιχίζουν τα εγκλήματα που εκπορεύονται από αυτά. Προσεγγίσαμε τις νομολογιακές αυθεντίες επί των οποίων εντρυφήσαμε ανωτέρω, με τις ανάλογες και επιβαλλόμενες αναπροσαρμογές, στη βάση του τι ισχύει εδώ ως ζήτημα γεγονότων (και έχουμε ήδη επισημάνει κάποιες διαφορές), δίχως να διαφεύγει την προσοχή πως (στο σύνολο των συνθηκών και περιστάσεων τους), κάποιες από αυτές κατατάσσονται ως σοβαρότερες από αυτή που μας απασχολεί εδώ, δίχως όμως τούτο να υποδηλώνει την ίδια στιγμή πως και η παρούσα δεν σταχυολογείται στην κατηγορία των σοβαρών υποθέσεων απόπειρας φόνου αλλά και των άλλων εγκλημάτων που συνθέτουν το κατηγορητήριο. Απεναντίας. Ο κατηγορούμενος ενήργησε εγωιστικά και με πλήρη αδιαφορία για τη σωματική ακεραιότητα και ζωή της γυναίκας που τόσο πολύ αγαπούσε (όπως λέγει) και που ήταν η μητέρα του μικρού παιδιού τους, αλλά και η μητέρα των δύο άλλων παιδιών (της παραπονούμενης) τα οποία τόσο πολύ αγαπούσε ο κατηγορούμενος. Την κυνήγησε μανιωδώς εντός της μπυραρίας έχοντας στα χέρια και χρησιμοποιώντας το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 8, έχοντας σαφή υπεροχή έναντι της από απόψεως σωματικής δυνατότητας και δύναμης πυρός. Η παραπονούμενη ένεκα αυτού του γεγονότος αλλά και του ότι βρέθηκε ουσιαστικά κλειδωμένη στην μπυραρία δίχως να μπορεί να διαφύγει, βρισκόταν σε ευάλωτη θέση. Σύμμαχοι της για κάποια στιγμή ήσαν οι παριστάμενοι μάρτυρες αλλά και οι κολόνες και τα διαχωριστικά της μπυραρίας. Όσος ήταν ο τρόμος της παραπονούμενης από τις πράξεις του κατηγορούμενου άλλο τόσο μεγαλύτερη ήταν η αποφασιστικότητα της να ζήσει, που έσπασε με τα χέρια τη σιδερένια κλειδαριά της συρτής γυάλινης μπαλκονόπορτας της μπυραρίας κάτι που δεν θα μπορούσε να πράξει υπό κανονικές συνθήκες. Ο κατηγορούμενος δεν αρκέστηκε να πυροβολήσει την παραπονούμενη μόνο μια φορά. Μετά τον πρώτο πυροβολισμό - με τα βόλια να καταλήγουν στην κολόνα (πίσω από την οποία στεκόταν η παραπονούμενη για να προστατευθεί), - ο κατηγορούμενος την πυροβόλησε και δεύτερη φορά τη στιγμή που ήταν έτοιμη να αποδράσει από την μπυραρία, τραυματίζοντας την με τον τρόπο που προείπαμε. Απαράδεκτη, απρόκλητη και μειωτική από πάσης απόψεως ήταν η συμπεριφορά του κατηγορούμενου αναφορικώς με την επίθεση που διενήργησε εναντίον της παραπονούμενης στις 16.1.15, ως λεπτομερώς αναφέρουμε στην περικοπή από την ετυμηγορία πιο πάνω και που αφορά στην κατηγορία 9 (επίθεση με πρόκληση σωματικής βλάβης). Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τις συνθήκες διάπραξης των επίδικων αδικημάτων, κρίνουμε πως η μόνη ενδεικνυόμενη ποινή είναι αναποφεύκτως αυτή της φυλάκισης του κατηγορούμενου. Καθορίζοντας το ύψος της τιμωρίας, δεν λησμονήσαμε πως το νομοθετικώς ανώτατο όριο ποινής στο οποίο υπόκειται ένας κατηγορούμενος, αποτελεί παράγοντα υψίστης σπουδαιότητας, μιας και η ανώτατη προβλεπόμενη στο νόμο ποινή συνιστά τη βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο το δύσκολο έργο της επιμέτρησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Ghafari v Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 442, Λεβέντης v Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632, 636-637), χωρίς ποτέ βεβαίως να παραγκωνίζει την εμπεδωμένη αρχή, την οποία υπενθύμισε και ο κ. Ανδρέου, πως (στο πλαίσιο που εξετάζεται), η κάθε υπόθεση κρίνεται στη βάση των δικών της γεγονότων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κουτσούδης v Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 574, 578). Επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο τις πιο κάτω ποινές φυλάκισης: Στην κατηγορία 1 (απόπειρα φόνου), ποινή φυλάκισης 9 ετών. Στην κατηγορία 2 (τραυματισμός), ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 4 (παράνομη κατοχή πυροβόλου όπλου), ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην κατηγορία 6 (κατοχή εκρηκτικών υλών χωρίς άδεια), ποινή φυλάκισης 2 ετών. Στην κατηγορία 9 (επίθεση με πρόκληση σωματική βλάβη), ποινή φυλάκισης ενός έτους. Οι ποινές να συντρέχουν. Δεν επιβάλλουμε ποινή στις κατηγορίες 3 (παράνομη μεταφορά πυροβόλου όπλου), 5 (παράνομη χρήση πυροβόλου όπλου), 7 (παράνομη μεταφορά εκρηκτικών υλών) και 8 (παράνομη χρήση εκρηκτικών υλών), δεδομένου ότι τα γεγονότα που συνθέτουν τη διάπραξη τους συμπεριλαμβάνονται σε εκείνα που συνθέτουν τα γεγονότα που οδήγησαν στη διάπραξη των αδικημάτων για τα οποία επιβλήθηκαν ποινές στον κατηγορούμενο στις αντίστοιχες κατηγορίες, ως εξηγείται πιο πάνω. Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Τα έξοδα ύψους €500, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο