Δημοκρατίας ν. Αλέξη Αναστασίου, Αρ. Υπόθεσης: 16022/14, 14/7/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2015:15 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16022/14 Μεταξύ: Δημοκρατίας v Αλέξη Αναστασίου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 14 Ιουλίου,
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Ν. Δημητρίου. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Γ. Πολυχρόνης. Κατηγορούμενος: Παρών. Π Ο Ι Ν Η Ο κατηγορούμενος καταδικάστηκε μετά από ακροαματική διαδικασία στο κακούργημα της ανθρωποκτονίας, ως τούτο προσδιορίζεται στο άρθρο 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Τα γεγονότα που συνέθεσαν την ετυμηγορία, διατυπώνονται στο εκτενές σκεπτικό της απόφασης που εκφωνήσαμε στις 3 Ιουλίου,
- Υπενθυμίζουμε ότι ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος για το ότι στις 16.11.14, επέφερε με παράνομη πράξη το θάνατο του Μιχάλη Μηνά, ηλικίας 22 ετών, μαχαιρώνοντας τον με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court στην οδό Έγκωμης 17, στη Λάρνακα. Για ευκολία και αποφυγή επαναλήψεων, παραθέτουμε αμέσως σχετική περικοπή από τα τελικά μας ευρήματα, όπως τούτα αποτυπώθηκαν στην απόφαση, δίχως όμως αυτό να σημαίνει πως παραγνωρίζουμε το υπόλοιπο μέρος της ετυμηγορίας για ό,τι εδώ μπορεί να απασχολήσει: «Ο Μιχάλης Μηνά γνωρίστηκε με την Josephine Maurer όταν αυτός ήταν 11 ετών και εκείνη 12 ετών. Έγιναν στενοί φίλοι. Κατά την ίδια περίπου περίοδο, η Josephine Maurer γνώρισε και τον νεότερο της κατηγορούμενο. Έγιναν και με αυτόν φίλοι. Όταν η Josephine Maurer ήταν 18 ετών, σύναψε ερωτική σχέση με τον Μιχάλη Μηνά μέχρι τον Ιούνιο
- Η σχέση τους υπήρξε ασταθής επειδή η Josephine Maurer διαπίστωσε πως ο Μιχάλης Μηνά προέβαινε σε χρήση ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών). Μεταξύ Μαρτίου 2013 και Ιουνίου 2014 και ενώ ο δεσμός υφίστατο, ο Μιχάλης Μηνά ανέφερε στην Josephine Maurer πως είχε πλέον σταματήσει τη χρήση των ουσιών αυτών. Παρά ταύτα, τον Ιούνιο 2014, η Josephine Maurer αντιλήφθηκε πως ο Μιχάλης Μηνά άρχισε και πάλι τη χρήση ναρκωτικών. Η Josephine Maurer τερμάτισε τη σχέση τους. Μετά από αυτή την εξέλιξη ο Μιχάλης Μηνά άρχισε να την εκφοβίζει είτε τηλεφωνώντας της είτε αποστέλλοντας σε αυτήν μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου. Της έλεγε πως θα την σκότωνε επειδή εκείνη ήταν που διέλυσε το δεσμό τους. Την έβριζε ως «σκατοπουτάνα». Το συνεπόμενο των ενοχλήσεων αυτών ήταν να αναγκαστεί η Josephine Maurer να αλλάξει τον αριθμό του τηλεφώνου της. Είχε επίσης ζητήσει από κοινό γνωστό τους, τον Μιχάλη Συλβέστρου, να διαμηνύσει προς τον Μιχάλη Μηνά να τερματίσει τις ενοχλήσεις του προς την ίδια. Μετά από τούτο το διάβημα, ο Μιχάλης Μηνά σταμάτησε να παρενοχλεί την Josephine Maurer. Όχι όμως για πολύ. Με την πρώτη ευκαιρία και όταν τύγχανε να συναντηθεί μαζί της στο δρόμο, την έβριζε και πάλι ως «σκατοπουτάνα». Δεν της τηλεφωνούσε όμως και δεν της έστελνε μηνύματα μέσω κινητού τηλεφώνου. Μετά τη διάλυση του δεσμού της με τον Μιχάλη Μηνά, η Josephine Maurer άρχισε να έχει μια στενότερη σχέση με τον κατηγορούμενο και να τον επισκέπτεται στην οικία του. Ο κατηγορούμενος, φίλος του Μιχάλη Μηνά, γνώριζε πως η Josephine Maurer είχε χωρίσει από τον τελευταίο. Ήξερε επίσης ότι ο Μιχάλης Μηνά την απειλούσε, δεν έλεγε όμως τίποτε (ο κατηγορούμενος) επί του θέματος αυτού. Ένα βράδυ του Σεπτεμβρίου 2014 και ενώ η Josephine Maurer οδηγούσε το αυτοκίνητο της (KBP 129) επί της οδού Φανερωμένης στη Λάρνακα έχοντας ως συνεπιβάτη τον κατηγορούμενο, κατάλαβε πως την ακολουθούσε με το δικό του αυτοκίνητο ο Μιχάλης Μηνά προσπαθώντας να κτυπήσει το αυτοκίνητο της από πίσω. Επιτάχυνε και στρίβοντας σε κάποιο δρόμο κατόρθωσε να διαφύγει μια και ο Μιχάλης Μηνά δεν την ακολούθησε. Ανέφερε τα καθέκαστα στον κατηγορούμενο, με τον τελευταίο να την παροτρύνει να εντοπίσει και ακολουθήσει τον Μιχάλη Μηνά για να τον ρωτήσει τι είναι που επιζητούσε από αυτήν, όμως η Josephine Maurer δεν υπάκουσε στην προτροπή. Είχε εμπεδωθεί πια για τα καλά μεταξύ των φίλων της Josephine Maurer και του κατηγορούμενου πως ο Μιχάλης Μηνά την απειλούσε και την εξύβριζε. Περί τα μέσα Οκτωβρίου 2014, η Josephine Maurer συνήψε ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο και έγινε τελικώς η φιλενάδα του. Την ίδια εκείνη περίοδο ο κατηγορούμενος, όντας χρήστης απαγορευμένων ουσιών, παρουσίαζε επίταση στην ήδη υφιστάμενη προβληματική του συμπεριφορά. Μάλιστα το βράδυ της 21.10.14, ήταν ιδιαίτερα βίαιος και σε κάποιο περιστατικό που είχε συμβεί, κρατούσε μαχαίρι και το κτυπούσε στο ταμπλό του αυτοκινήτου τού πατέρα του Πολυνείκη Αναστασίου (ΜΥ3). Η κατάσταση αυτή οδήγησε τον τελευταίο να αποταθεί στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας στις 22.10.14 με την αίτηση 180/14 (βλ. Τεκμήριο 109), εξασφαλίζοντας αυθημερόν δικαστικό διάταγμα για άμεση ψυχιατρική εξέταση και εκτίμηση της κατάστασης του κατηγορούμενου. Το διάταγμα αυτό ουδέποτε εκτελέστηκε (και μέχρι σήμερα, κατά παραδεκτό γεγονός, δεν έχει αποσυρθεί, ανακληθεί ή ακυρωθεί με οποιοδήποτε τρόπο), παρότι (απλώς το σημειώνουμε), σύμφωνα με την Κυριακή Γιαννάκη (ΜΥ8) και με αναφορά στην Έκθεση Προόδου-Έγγραφο ΚΖ, στις 5.11.14, ο κηδεμονευόμενος (κατηγορούμενος) είχε παραδοθεί στην Αστυνομία και ο πατέρας του απέσυρε το διάταγμα. Το γεγονός πως το διάταγμα αυτό υφίσταται (κατά παραδεκτό γεγονός), δεν σημαίνει (και διαφωνούμε με αντίστοιχη θέση που προώθησε ο κ. Πολυχρόνης), πως ο κατηγορούμενος εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από την ίδια συμπεριφορά που οδήγησε στην έκδοση του εν λόγω διατάγματος - βάσει ενός (κατά γενική θεώρηση), ρυθμιστικής φύσεως νομοθετήματος όπως ο Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμος 77(Ι)/97 (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριανού v Κυπριανού
(2003)1(Β) ΑΑΔ 679, 681) - και τούτο επειδή, αν έτσι είχαν τα πράγματα, θα εξισωνόταν απαράδεκτα η εξ ορισμού προσωρινότητα της συζητούμενης δικαστικής διαπίστωσης με γεγονός, πέραν ασφαλώς του ότι θα δημιουργούσε (κατά παράβαση κάθε αρχής δικαίου στο πλαίσιο που συζητούμε), κώλυμα παρουσίασης άλλης σχετικής με το αντικείμενο του διατάγματος μαρτυρίας, με πρώτο δυσμενώς επηρεαζόμενο τον ίδιο τον κατηγορούμενο ο οποίος δεν θα είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει εδώ μαρτυρία άλλη από εκείνη που δόθηκε στο πλαίσιο της αίτησης που οδήγησε στην έκδοση του υπό αναφορά διατάγματος. Την 6.11.14, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας (στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης), εξέδωσε διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος (για σκοπούς εξασφάλισης της παρουσίας του σε εκείνη τη δικαστική διαδικασία), όφειλε να «.εμφανίζεται καθημερινά στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας, μεταξύ των ωρών 12:00 το μεσημέρι και 18:00 το απόγευμα από τις 7.11.
- Μέχρι και τη σύλληψη του ο κατηγορούμενος εμφανιζόταν ανελλιπώς εκτός στις 15.11.14». Την 14.11.14 και περί η ώρα 18:00, η Josephine Maurer μετέφερε με το όχημα της (ΚΒΡ 129) τον κατηγορούμενο στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας ώστε τούτος να εμφανιστεί προσηκόντως ενώπιον των αστυνομικών αρχών δυνάμει του ως άνω δικαστικού διατάγματος. Η Josephine Maurer τον ανέμενε εντός του οχήματος της το οποίο είχε σταθμεύσει έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας. Ενώ περίμενε, πέρασε από δίπλα της ένα αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ως συνεπιβάτης ο Μιχάλης Μηνά. Ο τελευταίος έβγαλε το κεφάλι έξω από το παράθυρο του οχήματος και την εξύβρισε φωνάζοντας σε αυτήν «Είσαι μια σκατοπουτάνα, έφκαλες νάμιν με το φίλο σου το Αλεξούι». Το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε ο Μιχάλης Μηνά απομακρύνθηκε. Όταν επέστρεψε ο κατηγορούμενος στο αυτοκίνητο της Josephine Maurer, μετά πάροδο δύο λεπτών (και έχοντας εμφανιστεί στην Αστυνομία στις 18:00), εισήλθε στο όχημα και η κοπέλα τον πληροφόρησε για το τι είχε συμβεί στιγμές προηγουμένως. Μετά από αυτό (και συμφώνως των παραδεκτών γεγονότων), κατηγορούμενος και Μιχάλης Μηνά είχαν μεταξύ τους τηλεφωνικές επαφές. Παρεμβάλλουμε - και τούτο έχει τη δική του σημασία στα πράγματα και ιδιαίτερα στην προσπάθεια της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει την ύπαρξη προμελέτης - πως τα διάφορα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα που κατατέθηκαν στη δίκη (βλ. Τεκμήρια 71-73), δεν επεξηγήθηκαν διά μαρτυρίας ή άλλως πως, ώστε να μπορούν να αποτελέσουν αξιόπιστο και αποδεκτό δείκτη προς εξαγωγή συμπερασμάτων και ευρημάτων για ό,τι θα δύνατο να ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση. Θα μπορούσε επί παραδείγματι να ιχνηλατήσει κανείς εάν υπήρχαν εκεί τηλεφωνικές επικοινωνίες ή ανταλλαγή μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου (και αν ναι με ποιο περιεχόμενο), μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος (και αντιστρόφως) μετά το περιστατικό της εξύβρισης έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας στις 14.11.
- Το ίδιο και την 15.11.14 και βεβαίως την 16.11.14, πριν από το επίδικο περιστατικό. Κατά τον ίδιο τρόπο θα ήταν ίσως βοηθητικό να διαπιστωνόταν εάν, εκτός των όποιων τηλεφωνικών επικοινωνιών και μηνυμάτων μέσω κινητού τηλεφώνου που ανταλλάχθηκαν μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος (και το αντίστροφο), υπήρξαν και άλλες παρόμοιες επικοινωνίες μεταξύ των δύο με οιουσδήποτε εκ των υπόλοιπων μαρτύρων κατηγορίας ή υπεράσπισης και ιδιαίτερα με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), αλλά και ανάμεσα στους δύο τελευταίους (ιδίως κατά τους κρίσιμους χρόνους μεταξύ 15.11.14 και 16.11.14), με αναφορά και στα γεωγραφικά σημεία από τα οποία έγιναν οι επικοινωνίες αυτές. Η πληροφόρηση αυτή, εάν υφίστατο ως γεγονός, θα μπορούσε να φωτίσει περισσότερο κάποιες πτυχές της υπόθεσης τόσο για την Κατηγορούσα Αρχή όσο και για την Υπεράσπιση. Προχωρούμε για να πούμε πως ο κατηγορούμενος, μετά το περιστατικό έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας, τηλεφώνησε στον Μιχάλη Μηνά και τον ρώτησε πού βρισκόταν. Ο Μιχάλης Μηνά προκάλεσε τότε τον κατηγορούμενο λέγοντας του «Έλα Μακαρίου, σσιηλομπασταρτε». Ο Μιχάλης Μηνά έκλεινε κάθε φορά το τηλέφωνο (τερματίζοντας τη συνομιλία με τον κατηγορούμενο), όταν ο τελευταίος προσπαθούσε αμέσως μετά να επικοινωνήσει μαζί του. Ο κατηγορούμενος αναστατώθηκε πολύ από το περιστατικό μεταξύ Josephine Maurer και Μιχάλη Μηνά, δεν πήγε όμως στη Μακαρίου όπως τον είχε καλέσει να πράξει ο τελευταίος. Αντ' αυτού, η Josephine Maurer τον πήρε βόλτα στη Λάρνακα για να καταλήξουν στην οικία του κατηγορούμενου όπου και παρέμειναν για μια περίπου ώρα. Έπειτα, επισκέφθηκαν το εστιατόριο McDonald's και πιο μετά την οικία φίλου τους στο Κίτι. Τέλος, η Josephine Maurer οδήγησε τον κατηγορούμενο πίσω στην οικία του και αναχώρησε για τη δική της γύρω στις 22:
- Την επαύριον (15.11.14), η Josephine Maurer δεν συναντήθηκε με τον κατηγορούμενο. Αντάλλαξαν όμως μηνύματα μεταξύ τους μέσω κινητού τηλεφώνου. Το βράδυ της ίδιας μέρας (15.11.14), ο κατηγορούμενος συναντήθηκε με τους Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) και Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), στην οικία του τελευταίου στην οδό Τούζ Χανέ 17 στη Λάρνακα. Έπιναν μπύρες (και άλλα ποτά), άκουγαν μουσική και μιλούσαν για διάφορα. Σε κάποια στιγμή και ενώ βρίσκονταν εκεί, ο κατηγορούμενος προέβη σε παράνομη χρήση ναρκωτικών ουσιών (crystal meth). Στις 19:10, ο κατηγορούμενος έστειλε μήνυμα μέσω κινητού τηλεφώνου στην Josephine Maurer γράφοντας της πως βρισκόταν στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8). Σε απροσδιόριστο χρόνο (κατά την παραμονή του στην οικία του τελευταίου), ο κατηγορούμενος έβγαλε από το σακάκι που φορούσε το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 και το τοποθέτησε στο πόδι του περιστρέφοντας το επιδεικτικά «.όπως το πακέτο που το γυρίζεις.» (όπως είπε χαρακτηριστικά ο Αντώνης Τερεζίδης [ΜΚ8]). Ο τελευταίος έψεξε προς τούτο τον κατηγορούμενο λέγοντας του πως για όσο βρισκόταν μαζί του δεν θα έπρεπε να κρατά «.έτσι πράματα .» και ότι θα έπρεπε να ήταν «.φρόνιμος». Ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) ασκούσε επιρροή επί του κατηγορούμενου, με τον τελευταίο να τον σέβεται και να τον ακούει. Ενόσω βρίσκονταν στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), ο κατηγορούμενος έλεγε στους δυο μάρτυρες ότι η φιλενάδα του (Josephine Maurer), είχε προηγουμένως δεσμό με τον Μιχάλη Μηνά και ότι τούτοι χώρισαν και πως ο ίδιος είχε πλέον προβλήματα με τον Μιχάλη Μηνά. Είχαν συν τοις άλλοις τσακωθεί τηλεφωνικώς, με τον Μιχάλη Μηνά να εκτοξεύει ύβρεις σε σχέση με την μητέρα του κατηγορούμενου. Όλα αυτά ο κατηγορούμενος τα έλεγε προς τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) με μίσος για τον Μιχάλη Μηνά. Τους είπε επίσης πως ήθελε να «.λοαρκαστεί.» μαζί του και πως επιθυμούσε να πάει προς τούτο να τον βρει. Οι δυο φίλοι προέτρεψαν τον κατηγορούμενο να ηρεμήσει «.να μεν πάει να κάμει καμιά πελλάρα». Γύρω στα μεσάνυχτα προς ξημερώματα Κυριακής 16.11.14, οι τρεις τους αποφάσισαν να πάνε βόλτα με το αυτοκίνητο (ΚJG 416) του Βασίλη Κωστή (ΜΚ11). Όπερ και εγένετο. Οδηγός ήταν ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), συνοδηγός ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και επιβάτης στο πίσω κάθισμα ο κατηγορούμενος. Οδήγησαν για περίπου μια ώρα και εν συνεχεία σταμάτησαν σε κάποιο σημείο στην οδό Ερμού στη Λάρνακα και περπάτησαν για μια περίπου ώρα. Επέστρεψαν στο αυτοκίνητο και οδήγησαν για άλλες δύο ώρες περίπου στην πόλη καλύπτοντας την περιοχή Φοινικούδων-Μακένζυ-Ερμού. Ενώ οδηγούσαν, αλλά ακόμη και όταν περπατούσαν στην οδό Ερμού, ο κατηγορούμενος επανέφερνε στην κουβέντα το ζήτημα με τον Μιχάλη Μηνά τον οποίον επέμενε να πάει να βρει. Οι Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) τον προέτρεπαν για το αντίθετο. Σε κάποια στιγμή, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) να τον πάρει να βρει (άγνωστο που) τον Μιχάλη Μηνά, κάτι που ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) αρνήθηκε να πράξει. Καθώς όδευαν (και ενώ βρίσκονταν στην περιοχή Μακένζυ), ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) είπε πως τους τελείωνε η βενζίνη. Τότε, ο κατηγορούμενος υπέδειξε στον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), να κατευθυνθεί λίγο πιο κάτω προς το πάρκο που βρισκόταν στην οδό Έγκωμης και να σταματήσει εκεί («"πήγαινε τζιαμέ στο πάρκο σταμάτα"»). Έτσι και έγινε. Σαν έφθασαν στο πάρκο - δίπλα από την πολυκατοικία Isavella Court στην οδό Έγκωμης 17, όπου ο κατηγορούμενος γνώριζε (σε αντίθεση με τους δυο μάρτυρες) πως διέμενε ο Μιχάλης Μηνά (τον οποίο οι δύο μάρτυρες δεν γνώριζαν) - και μετά που ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) στάθμευσε το αυτοκίνητο του στο γύρω χώρο, εξήλθαν από το όχημα και κάθισαν στα παγκάκια που βρίσκονταν στο πάρκο (ως τούτα αποτυπώνονται στα πλάνα της αναπαράστασης στον ψηφιακό δίσκο-Τεκμήριο 81). Η ώρα ήταν περίπου 04:
- Μιλούσαν μεταξύ τους για αρκετό χρόνο και για ποικίλα ζητήματα («.κουβέντες της ώρας»), περιμένοντας (ως ελέχθη από τους Αντώνη Τερεζίδη [ΜΚ8] και Βασίλη Κωστή [ΜΚ11], άνευ αμφισβήτησης), να δουν την ανατολή του ήλιου. Σε αντίθεση με τις επίμονες επιθετικές αναφορές του κατηγορούμενου εναντίον του Μιχάλη Μηνά στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και στις βόλτες και περιπάτους του με τους δυο μάρτυρες τις προηγούμενες ώρες, δεν υπήρξε στο πάρκο συζήτηση από (ή με) τον κατηγορούμενο αναφορικώς με τον Μιχάλη Μηνά και την Josephine Maurer, ούτε και ειπώθηκε κάτι αναφορικώς με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, το οποίο τους είχε δείξει ο κατηγορούμενος λίγο προηγουμένως στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και που όμως το είχε στην κατοχή του όταν πήγαν στο πάρκο. Μηδέ και ο κατηγορούμενος είπε ποτέ στην Josephine Maurer πως θα επιδίωκε να βρει τον Μιχάλη Μηνά για να του προκαλέσει κάποιο κακό. Γύρω στις 01:40, ο κατηγορούμενος τηλεφώνησε τρείς φορές στο κινητό τηλέφωνο της Josephine Maurer, χωρίς όμως να κατορθώσει να της μιλήσει αφού δεν του απάντησε. Το ίδιο συνέβη και στις 05:
- Του τηλεφώνησε όμως στις 03:12, ρωτώντας τον τι ήθελε όταν της είχε τηλεφωνήσει προηγουμένως. Ο κατηγορούμενος τής είπε πως όταν της τηλεφωνούσε βρισκόταν έξω από την οικία της και πως θα της έλεγε ότι χρειαζόταν λεφτά για πετρέλαιο. Τον ρώτησε πού βρισκόταν τη στιγμή εκείνη (την 01:40), με τον κατηγορούμενο να της λέγει (αναληθώς) πως βρισκόταν στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8). Μεταξύ των ωρών 05:30 και 06:30 (που άρχισε να ξημερώνει), ο Μιχάλης Μηνά οδηγώντας το όχημα του (BAT 678), πάρκαρε ανυποψίαστος στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court, ως η φωτογραφία 88 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Το αυτοκίνητο του ήταν ορατό από το σημείο που καθόταν ο κατηγορούμενος και η παρέα του. Μόλις ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε τον Μιχάλη Μηνά (και ευθύς μετά που έσβησαν τα φώτα του αυτοκινήτου του), σηκώθηκε από το παγκάκι και άρχισε να κατευθύνεται (με διαγώνια αριστερή κατεύθυνση και κανονικό βηματισμό, τρέχοντας όμως και σε κάποια στιγμή) προς το χώρο στάθμευσης και στο σημείο όπου βρισκόταν ο Μιχάλης Μηνά, δίχως να αναφέρει οτιδήποτε στους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) που τη στιγμή εκείνη βρίσκονταν, ο μεν πρώτος, καθήμενος στο παγκάκι, ο δε δεύτερος, στο αυτοκίνητο του (σε μια απόσταση 10 περίπου μέτρων από το παγκάκι), έχοντας πάει εκεί για να πάρει τα τσιγάρα του. Ο κατηγορούμενος, για να φθάσει στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court (και στο σημείο που βρισκόταν ο Μιχάλης Μηνά), διέσχισε το πάρκο από το σημείο που βρισκόταν το παγκάκι, διανύοντας μια απόσταση 16-18 μέτρων. Ο Μιχάλης Μηνά είχε εν τω μεταξύ εξέλθει του αυτοκινήτου (ΒΑΤ 678) και άρχισε να κατευθύνεται αμέριμνος προς την είσοδο της πολυκατοικίας εντός του καλυμμένου χώρου στάθμευσης και απέναντι από το σταθμευμένο αυτοκίνητο KYK 070 (βλ. σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 40 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79 και τις φωτογραφίες 3-8 στο ίδιο τεκμήριο). Καθώς ο Μιχάλης Μηνά συνέκλινε προς την είσοδο (και χωρίς να αντιληφθεί μέχρι εκείνη τη στιγμή τον κατηγορούμενο στον ευρύτερο χώρο), ο τελευταίος, αφού πετάχτηκε από το περιτοίχισμα ύψους ενός περίπου μέτρου (που χώριζε το χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court από το πάρκο, ως οι φωτογραφίες 2, 39, 40, 108, 109, 110, 111 και 112 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79), φώναξε προς τον Μιχάλη Μηνά «ρε κόντεψε» (λίγο πριν βρεθεί μπροστά του), με τον Μιχάλη Μηνά να απαντά «ήνταμπουν ρε». Πλησίασαν ο ένας τον άλλον. Ο κατηγορούμενος τον πλησίασε ακόμη περισσότερο και πριν ο Μιχάλης Μηνάς προλάβει να αντιδράσει αποτελεσματικά, ο κατηγορούμενος ανέσυρε το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 (συνολικού μήκους 23 εκατοστών) που βρισκόταν εντός της θήκης-Τεκμήριο 24 (την οποία είχε εφαρμοσμένη στη ζώνη του παντελονιού του) και έπληξε δυνατά με το σκληρό και άκαμπτο έλασμα (λεπίδα) του μαχαιριού-Τεκμήριο 25 (μήκους 12 εκατοστών) τον Μιχάλη Μηνά στο αριστερό μέρος του λαιμού (με κατεύθυνση από αριστερά προς δεξιά και από πάνω προς τα κάτω ενώ ο τελευταίος ίστατο), επιφέροντας σε αυτόν τραύμα βάθους 11 περίπου εκατοστών και πλάτους 2½ εκατοστών. Την ώρα της μαχαιριάς, ο Μιχάλης Μηνά ούρλιαξε «Αααα». Ήταν εκείνη τη στιγμή που ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) είχε ακούσει ένα (αγνώστου προελεύσεως) χαρακτηριστικό ήχο «."σλακ" όπως την πατσαρκά την βαρετή, τζιαι μουγκαργκάν δυνατή του άλλου» (δηλαδή, του Μιχάλη Μηνά). Παρενθέτουμε, πως η εκδορά μήκους 0.5 εκατοστών που εντοπίστηκε στο κάτω τριτημόριο της πρόσθιας επιφάνειας του δεξιού αντιβραχίονα του κατηγορούμενου (ως αποτυπώνεται με βέλος στη φωτογραφία 12 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 85), δεν οφειλόταν (ως εισηγήθηκε η Υπεράσπιση), σε οποιαδήποτε επαφή του σουγιά-Τεκμήριο 7 με το σώμα του κατηγορούμενου, για όλους τους λόγους που με επάρκεια εξήγησε ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12). Το μαχαίρωμα επισυνέβη όταν κατηγορούμενος και Μιχάλης Μηνά βρίσκονταν στο σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 5 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79, για όλους τους λόγους που και πάλι με λεπτομέρεια ανέλυσε ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12). Πολύ κοντά στο σημείο Χ1 επί της φωτογραφίας 5 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79, έπεσαν στο δάπεδο από τον Μιχάλη Μηνά (ένεκα της επίθεσης και του μαχαιρώματος που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο), ένα κινητό τηλέφωνο (βλ. φωτογραφίες 6, 7, 8, 16, 17, 20 και 22 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79) και το μπρελόκ με τα κλειδιά (ένα από τα οποία ήταν εκείνο του αυτοκινήτου του) και το σουγιά-Τεκμήριο 7 που είχε συνολικό μήκος 13.5 εκατοστά, με αναδιπλούμενο σκληρό και άκαμπτο έλασμα μήκους 6 εκατοστών (βλ. φωτογραφίες 8, 16, 17, 19 και 21 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79). Ο σουγιάς ήταν ανοικτός όταν εντοπίστηκε στη σκηνή από την Αστυνομία (βλ. φωτογραφίες 17, 19 και 21 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79). Ένεκα του πλήγματος που δέχθηκε με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, ο Μιχάλης Μηνά άρχισε να αιμορραγεί ακατάσχετα αφού του είχε αποκοπεί η αρτηρία, με συνέπεια (σε πρώτο στάδιο), το αίμα του να εκτινάσσεται από την πληγή με δύναμη και σε μεγάλη ποσότητα. Ο Μιχάλης Μηνά - με τον κατηγορούμενο να έχει ήδη απομακρυνθεί από τη σκηνή αμέσως - πορεύθηκε προς την είσοδο του καλυμμένου χώρου στάθμευσης τής πολυκατοικίας Isavella Court συνεχίζοντας να αιμορραγεί και ακολουθώντας την πορεία που αποτυπώνεται στις φωτογραφίες 6-9 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Στάθηκε μπροστά στον ανελκυστήρα (βλ. φωτογραφίες 9, 11-15 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79) και για άγνωστο λόγο, αποφάσισε (υπό το κράτος της κατάστασης στην οποία βρισκόταν), να εξέλθει από την ίδια είσοδο και να αρχίσει να βαδίζει σερνόμενος προς το αυτοκίνητο του (BAT 678), το οποίο βρισκόταν σταθμευμένο στο σημείο που το είχε αφήσει προηγουμένως (βλ. φωτογραφίες 1, 2 και 40 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79), με την πορεία του αυτή να αποτυπώνεται από τα ίχνη αίματος στη φωτογραφία 24 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο
- Σε κάποιο στάδιο, φθάνοντας στο αυτοκίνητο του, ο Μιχάλης Μηνά κατέπεσε (προς τα δεξιά), ακριβώς δίπλα από την πόρτα του οδηγού, όπως φαίνεται στις φωτογραφίες 24-30 και 34-42 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79, με το κάτω μέρος των παπουτσιών του (σόλα) να είναι αιματωμένο με το αίμα του (ως οι φωτογραφίες 31-33 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79). Απεβίωσε συνεπεία διατομής των αγγείων του λαιμού που προήλθε από τη μαχαιριά που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, ως λεπτομερώς περιγράφεται στη Μεταθανάτιο Ιατροδικαστική Έκθεση-Έγγραφο ΙΕ, αλλά και στη μαρτυρία του Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ12), συνδυαζόμενων τούτων και με το περιεχόμενο της δέσμης φωτογραφιών-Τεκμήρια 79 και 84 (που όλα μαζί καθίστανται αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας). Όλο το περιστατικό από το χρόνο που ο κατηγορούμενος φώναξε «ρε κόντεψε» μέχρι το χαρακτηριστικό ήχο «σλακ», διήρκησε γύρω στο ένα λεπτό. Ο κατηγορούμενος, μετά το μαχαίρωμα, άρχισε να απομακρύνεται από τη σκηνή φωνάζοντας προς τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) «πα να φύουμε, πα να φύουμεν, νομίζω εσκότωσα τον!». Εισήλθε στο αυτοκίνητο του τελευταίου κρατώντας το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 και λέγοντας του «ρε έκατσα του το μασιέρι τζιαι νομίζω εσκότωσα τον». Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) είπε τότε στον κατηγορούμενο «ρε είσαι σοβαρός; Κατέβα που το αυτοκίνητο». Ο κατηγορούμενος ήταν πολύ πανικοβλημένος και επέμενε να φύγουν με το αυτοκίνητο του μάρτυρα λέγοντας προς τον τελευταίο «ρε φύαμε, φύαμε, γλήορα, φύαμε που δαμέ». Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), που είχε παραμείνει στο χώρο μετά το επίδικο περιστατικό παρ' όλη την προς αυτόν αντίθετη προτροπή του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) «ρε πα να φύουμεν τζιαι κάτι έκαμεν τούτος ο πελλός» (εννοώντας τον κατηγορούμενο) - και με τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) να εγκαταλείπει το χώρο θυμωμένος ένα περίπου λεπτό μετά που άκουσε το ήχο «σλακ» (διότι φοβήθηκε μήπως και ο κατηγορούμενος τούς εμπλέξει σε ανεπιθύμητες καταστάσεις) - ξεκίνησε με το αυτοκίνητο του και μετέβη στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), μεταφέροντας εκεί τον κατηγορούμενο. Στάθμευσε έξω από την οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στην οδό Τούζ Χανέ 17 και του τηλεφώνησε, ενώ κάλεσε τον κατηγορούμενο να κατέβει από το αυτοκίνητο αμέσως. Ενόσω ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) προσπαθούσε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), πρόσεξε τον κατηγορούμενο να σκάβει με τα χέρια κάτω από δέντρο έξω από κατοικία επί της οδού Τούζ Χανέ 8 και να κρύβει εκεί (με σκοπό την αποσύνδεση του από το έγκλημα που είχε διαπράξει και τη δημιουργία προσκομμάτων προς εξιχνίαση της υπόθεσης), το μαχαίρι (βλ. Τεκμήριο 25), το οποίο είχε προηγουμένως σκουπίσει από τα αίματα με ένα κομμάτι χαρτί και πετάξει σε ανοικτό χώρο επί της οδού Ανάφερτου στη Λάρνακα, απέναντι από την κατοικία με αριθμό 7Α και δίπλα από τη βάρκα με στοιχεία LL4580, ως οι φωτογραφίες 56-62 στη δέσμη φωτογραφιών (Τεκμήριο 83), καθώς και τη θήκη [βλ. Τεκμήριο 24] (βλ. φωτογραφίες 21-45 και 48-54 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 83). Σε παρόμοια προσπάθεια καταστροφής και απόκρυψης μαρτυρίας προέβη ο κατηγορούμενος και αργότερα την ίδια μέρα (ανεπιτυχώς όμως διότι έγινε στο μεταξύ αντιληπτός από τον αστυφύλακα Μάριο Δημητρίου [ΜΚ40 στο κατηγορητήριο]), όταν επιχείρησε (μετά από σχετική συνεννόηση), να δώσει στον Κωνσταντίνο Τσαγγαρίδη (ΜΚ10 στο κατηγορητήριο), μια νάιλον τσάντα εντός της οποίας περιέχονταν διάφορα ρούχα, παπούτσια και άλλα αντικείμενα που θα μπορούσαν να συσχετιστούν με το έγκλημα (βλ. Τεκμήρια 14-18). Ο κατηγορούμενος (έξω από την οικία του Αντώνη Τερεζίδη [ΜΚ8]), ζήτησε από τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) να τον μεταφέρει στην οικία του τελευταίου (στην οδό Ισμήνης 2 στη Λάρνακα), πλην όμως τούτος αρνήθηκε να το πράξει λέγοντας στον κατηγορούμενο «έσσω μου εν σε πέρνω, εν η μάνα μου, ο τζιήρης μου, εν σε πέρνω». Ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), άφησε τότε τον κατηγορούμενο έξω από την οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και αναχώρησε. Σε κάποια στιγμή και ενώ ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) πήγαινε, όπως είπε, στην εκκλησία (μετά που είχε εγκαταλείψει τη σκηνή φεύγοντας για την οικία του), δέχθηκε τηλεφώνημα από τον κατηγορούμενο στο κινητό του τηλέφωνο, με τον τελευταίο να του λέγει «.έτσι μάγκικα.» - και με αναφορά στον Μιχάλη Μηνά - «."ρε, εκλότσησε την σύκλαν"», και τον μάρτυρα να τον ερωτά να του εξηγήσει τι ακριβώς είναι που εννοούσε με αυτό και τον τελευταίο να του λέγει (πάλι σε σχέση με τον Μιχάλη Μηνά) «ρε, εσκότωσα τον, έκαμα φόνο». Ο Μιχάλης Μηνά εντοπίσθηκε την ίδια μέρα γύρω στις 07:00, να κείτεται δίπλα από το αυτοκίνητο του (ΒΑΤ 678) στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court (ως η φωτογραφία 37 στη δέσμη φωτογραφιών-Τεκμήριο 79), από την Tetyana Lutsenko (ΜΚ15 στο κατηγορητήριο), η οποία βρισκόταν στην Κύπρο για διακοπές και διέμενε στο διαμέρισμα 101 της εν λόγω πολυκατοικίας. Ο Μάριος Καριόλου (ΜΚ20 στο κατηγορητήριο) - η Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης του οποίου (βλ. Τεκμήριο 91) κατατέθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός - ανίχνευσε στο σουγιά (Τεκμήριο 7) μόνο το γενετικό υλικό του Μιχάλη Μηνά. Δεν ήταν δυνατόν να ανιχνευθεί γενετικό υλικό οποιουδήποτε άλλου προσώπου έστω και αν ο σουγιάς είχε έρθει σε επαφή με άλλο πρόσωπο και αυτό επειδή το αντικείμενο αυτό είχε περιλουστεί με το αίμα του θύματος εξουδετερώνοντας κατά κάποιο τρόπο το οποιοδήποτε άλλο γενετικό υλικό μπορούσε να υπάρχει επί αυτού. Στις 16.11.14, ο κατηγορούμενος έδωσε ελεύθερα τη συγκατάθεση του για να υποστεί ιατροδικαστική εξέταση και να του ληφθούν βιολογικά υγρά. Τα διάφορα δείγματα που λήφθηκαν από τον κατηγορούμενο (νομίμως και κανονικώς), εξετάστηκαν από το Γενικό Χημείο του Κράτους, με τα σχετικά αποτελέσματα να αποτυπώνονται (ως παραδεκτό γεγονός), στις συναφείς Εκθέσεις Εξέτασης (βλ. Τεκμήρια 94-96). Από εκεί και πέρα συνεχίστηκε και περατώθηκε με επιτυχία το ανακριτικό έργο, σε συνθήκες απόλυτης νομιμότητας και σεβασμού προς τα δικαιώματα του κατηγορούμενου. Αναπτύχθηκε εκτενής επιχειρηματολογία από τον κ. Πολυχρόνη στη γραπτή του αγόρευση για την ψυχική υγεία του κατηγορούμενου και τις επενέργειες της τελευταίας στη διάπραξη του επίδικου εγκλήματος. Έχουμε ήδη προβεί σε κάποιες σχετικές επισημάνσεις επί αυτής της ενότητας, με ιδιαίτερη αναφορά στην (τηρουμένων των αναλογιών), προτασσόμενη ως σχετική από τον κ. Πολυχρόνη απόφαση του Εφετείου στην Aristidou v The Republic
(1967)2 CLR 43 και στην άποψη του συνηγόρου πως ο κατηγορούμενος δεν γνώριζε τι έπραττε κατά τους επίδικους χρόνους λόγω κατανάλωσης αλκοόλ και παράνομων ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών). Δεν συμφωνούμε με την καταληκτική αυτή θέση του δικηγόρου όπως ούτε και με τις υπόλοιπες αναφορές του εν σχέσει με το συσχετισμό των ψυχολογικών προβλημάτων του κατηγορούμενου και της όποιας αδυναμίας του να αντιληφθεί την εγκληματική του συμπεριφορά και τα επακολουθήματα της. Επεκτείνουμε τους συλλογισμούς μας αμέσως. Οι θεωρητικής υφής αναφορές του Κυριάκου Βερεσιέ (ΜΥ1), περί των επιπτώσεων χρήσης των διαφόρων ουσιών που ανιχνεύθηκαν στο αίμα και ούρα του κατηγορούμενου (βλ. Τεκμήρια 94-96), δεν θα μπορούσαν ευλόγως να δικαιολογήσουν τη διατύπωση ευρήματος πως ο κατηγορούμενος δεν είχε επίγνωση των πράξεων του κατά τους επίδικους χρόνους, ιδιαίτερα στη βάση της παραδοχής του μάρτυρα πως δεν ασχολήθηκε σε βάθος με την περίπτωση του κατηγορούμενου, αλλά και στη βάση της μαρτυρίας του, πως το «.κάθε άτομο είναι ξεχωριστό, μπορεί να υπάρχουν όλα αυτά τα γενικά που έχουμε δει σαν κριτήρια, αλλά η προσωπικότητα, η πορεία του μέσα στη ζωή, οι φιλίες, είναι πάρα πολλοί οι παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν το άτομο και ταυτόχρονα επηρεάζοντας το άτομο επηρεάζουν τον τρόπο χρήσης, αν ο τρόπος είναι περιστασιακός, καθημερινός ή και μπορεί να φτάσουν σε μεγάλες ποσότητες λόγω ανοχής και λόγω της στέρησης δεν μπορούν απελευθερωθούν έτσι εύκολα». Εκτός των άλλων, ο Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ1), δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί επιστημονικώς ως προς τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου κατά το επίδικο συμβάν μια και ο μάρτυς δεν ήταν σε θέση να εκλάβει ως σταθερά σημεία αναφοράς εκείνες τις μεταβλητές που χαρακτηρίζουν συνήθως ή συνθέτουν (κατά την άποψη του), τη δυνατότητα κατάληξης σε ένα τέτοιο πόρισμα. Δεν μας είπε ο Κυριάκος Βερεσιές (ΜΥ1), σε ποια στιγμή, αν ποτέ, ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ψύχωση ως εκ της χρήσης ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών), ή στην καλυτέρα των περιπτώσεων, εάν η ψύχωση αυτή επενέργησε με οποιοδήποτε τρόπο στον τελευταίο. Μας είπε απλώς ο μάρτυς, πως η «.επίδραση των ουσιών αυτών τις οποίες έχουμε περιγράψει μια-μια, όλες δημιουργούν ψύχωση. Ψύχωση σημαίνει ο άνθρωπος σε κάποια στιγμή μπορεί να γίνει παραλογικός, παράλογος, να δει με διαφορετικό τρόπο την απλή πραγματικότητα και να βιώνει μια πραγματικότητα που να είναι δική του» (οι υπογραμμίσεις είναι δικές μας). Αναφορικώς με τις επιδράσεις των ουσιών που περιγράφονται στις Εκθέσεις Εξέτασης του Γενικού Χημείου του Κράτους (βλ. Τεκμήρια 94-96), ο μάρτυς δεν τοποθετήθηκε ρητώς ως προς το αν τούτες επηρέασαν καθόλου την κρίση και λειτουργία του κατηγορούμενου, παρά μόνο περιορίστηκε στο να εξειδικεύσει (όπως συνάγεται από τη μαρτυρία του), ότι η κάθε περίπτωση πρέπει να προσεγγίζεται ξεχωριστά. Ούτε και τοποθετήθηκε σαφώς ο μάρτυς ως προς το αν η όποια ψυχωσική διαταραχή του κατηγορούμενου - όπως ο μάρτυς υπολόγιζε πως θα πρέπει να βρισκόταν κατά τους κρίσιμους χρόνους ο τελευταίος - ώθησε τον κατηγορούμενο σε άκριτες πράξεις, επειδή, ως είπε, ο κατηγορούμενος «.παρόλο ότι μπορούσε σε κάποια στιγμή να αντιληφθεί την πραγματικότητα και να λυπηθεί γι' αυτό την επόμενη στιγμή δεν είχε τη δύναμη να μπορεί να το σταματήσει και να πάρει ένα διαφορετικό δρόμο στη ζωή του. Η χρήση ουσιών πιστεύω έπαιξε καθοριστικό ρόλο στο να αλλοιωθεί η κρίση του, η δύναμη που μπορούσε ο φλοιός του εγκεφάλου να του δώσει για να λειτουργήσει να κάμει σωστές πράξεις». Δεν θα ήταν άτοπη σε αυτό το σημείο και η παράθεση μέρους της ικανής αντεξέτασης του Κυριάκου Βερεσιέ (ΜΥ1) από τον κ. Δημητρίου, σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου και της επαφής του με την πραγματικότητα: «E. Τώρα, σύντομα θα προσπαθήσουμε να φωτογραφίσουμε εάν θέλετε τον κατηγορούμενο με τα λίγα μέσα τα οποία μπορούμε να έχουμε, αφού δεν είχατε την ευκαιρία να τον δείτε τη μέρα εκείνη, 16/11/
- Σύμφωνα με τα όσα έχουν τεθεί στο Δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκαν από την υπεράσπιση γιατρέ ότι στις 16.11.2014, τις πρωινές ώρες 05:00 με 05:30 με 06:00 ο κατηγορούμενος έπληξε έναν άτομο με μαχαίρι. Εκεί στον χώρο βρισκόταν και έναν αυτοκίνητο κάποιου φίλου του. Ο κατηγορούμενος έχοντας στην κατοχή του το μαχαίρι κάλεσε τον φίλο να το πάρει, να το κρύψει στο σπίτι του. Ο φίλος του αρνήθηκε. Ακολούθως ο κατηγορούμενος σε έναν παρακείμενο χώρο των 400 μέτρων από τον χώρο του συμβάντος σκούπισε το μαχαίρι με έναν χαρτί, έκρυψε το χαρτί, έκρυψε και το μαχαίρι. Μετά πήγε στο σπίτι του θείου του, με συγχωρείται, κάλεσε έναν γνωστό του, αφαίρεσε τα ρούχα που φορούσε, τα έβαλε σε μια τσάντα και κάλεσε τον γνωστό του να τα πετάξει. Σε γενικές γραμμές αυτή ήταν η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, αμέσως μετά, συνέχεια, όπως την κινηματογραφική ταινία τούτα που σου λέω ότι γίνηκαν; A. Μάλιστα. E. Οι επιλογές που είχε ο κατηγορούμενος ήταν δύο, ή να έπαιρνε την Αστυνομία να τους πει, κύριοι, ορίστε, να, έκαμα αυτό το οποίο έκαμα, παρένθεση, γεγονός σπάνιο για κάποιο που κάμει κάτι να πάει από μόνος στην Αστυνομία και η άλλη περίπτωση ήταν να προσπαθήσει να κρυφτεί ο ίδιος και να αποκρύψει ας πούμε τα Τεκμήρια. Σε εισαγωγικά αυτή η συμπεριφορά του κατηγορουμένου, νοουμένου ότι δεν αποφάσισε ο ίδιος να πάει στην Αστυνομία έχει μια λογική σειρά και συνέχεια. Καταλάβετε την ερώτηση μου; A. Βεβαίως, ναι. E. Θα το έκαμε με λίγα λόγια ένας λογικός, νοουμένου ότι δεν θα επήαινε στην Αστυνομία να τους πει κύριε να και χτύπησα. Με αυτές τις πράξεις και παραλείψεις έχει μια λογική σειρά, μια λογική συνέπεια. A. Αφού η επιλογή δεν ήταν να παραδοθεί, άρα λοιπόν ήταν να αποκρύψει οτιδήποτε είχε κάνει. E. Και τούτη τη συνέχεια που σας ανέφερα γιατρέ την αποτύπωσε και γραπτώς ο κατηγορούμενος την ίδια μέρα προς την Αστυνομία και υπό τύπου κατάθεσης, η οποία κατάθεση είναι το Τεκμήριο Δικαστηρίου
- (Δίδεται και τίθεται ενώπιον του μάρτυρα). Και να σας πω έναν μικρό κείμενο σχετικό. Δεν θα πω τα προηγούμενα ή να βλάψουμε τον κατηγορούμενο, είναι σελίδα 2 του Τεκμηρίου 30, από τη γραμμή της αναφοράς του κατηγορουμένου και θα πάω και λίγα δευτερόλεπτα πιο πίσω από αυτά τα οποία σας είπα ''αρκέψαμε'' αυτά τα λέει ο κατηγορούμενος γιατρέ, ''Αρκέψαμε να πιάνουμε... (διαβάζει από το Τεκμήριο 30).... ο δικηγόρος μου''. Και λοιπά. Πάω στην τελευταία γραμμή, ''επήα έσσο τζίεινη την ώρα... (διαβάζει από το έγγραφο)... Να τον δω λίγο''. Απλώς αυτά τα οποία σας είπα προηγουμένως, ο λόγος πού σας το λέω είναι γιατί δεν τα φαντάστηκα εγώ, τα είπε ο κατηγορούμενος και συμφωνάτε το ίδιο πάλι, ότι υπάρχει μια λογική συνέχεια, νοουμένου αυτού που είπαμε, ότι δεν επήε στην Αστυνομία να τους πει ορίστε κύριοι έκαμα αυτό το οποίο έκαμα; A. Μάλιστα, συμφωνώ. Υπάρχει μια λογική ακολουθία εις τον ειρμό της σκέψης εδώ. ..................................................................... E. Για να επιστρέψω στα προηγούμενα που σας είπα ότι οι πράξεις του κατηγορούμενου, αμέσως μετά από το γεγονός τούτο, όπως εκτυλίχθηκαν ήταν συνειδητοποιημένες και σε εισαγωγικά λογικές και εγώ θα το έκαμα τούτο το πράγμα και εσείς ενδεχομένως; A. Να εξηγήσω, εάν μου επιτρέπετε, επειδή υπήρχε και η προηγούμενη ερώτηση για τη στέρηση, επειδή μιλούμε τώρα για μια κατάσταση που συνέβη πριν. E. Εδώ συμφωνήσετε ότι οι ενέργειες του είχαν..; A. Μια λογική συνέχεια. E. Πάμε στο σύνδρομο της στέρησης τώρα; A. Έχουμε δύο πράγματα τα οποία συνέβησαν, το έναν πριν που μιλούσαμε για χρήση ουσιών και έχουμε έναν πράγμα το οποίο γίνεται ώρες μετά τη χρήση ουσιών που μπορούσε να υπάρχει θόλωση συνείδησης, μόνο σε περίπτωση που υπήρχε στερητικό σύνδρομο και να μην λειτουργά κάποιος κανονικά. Οι ουσίες όμως οι οποίες αναφέρονται, εκτός από τις βενζοδιαζεπίνες και οι άλλες δεν δημιουργούν σωματικό στερητικό σύνδρομο, σωματικό και ψυχικό ταυτόχρονα που να μπορεί να θολώσει τη συνείδηση, να αλλάξει τον ειρμό της σκέψης και τα λόγια. E. Δηλαδή είτε με τον έναν τρόπο, είτε με τον άλλο τρόπο, με αυτά τα οποία αναφέραμε για τη συμπεριφορά του μετά το δυστυχές γεγονός ήταν σε μια καλή κατάσταση; A. Ήταν σε κατάσταση που μπόρεσε να γράψει, αφηγηθεί με μια λογική όλα αυτά που συνέβηκαν. E. Και όχι μόνο, και για τα οποία είπαμε προηγουμένως, ότι σκούπισε το μαχαίρι, κάλεσε κάποιο να τον κρύψει, εγώ βρίσκω τα λογικά τούτα ενός νορμάλ ανθρώπου, το οποίο θα έκαμε ο κάθε άνθρωπος, νοουμένου ότι δεν θα πήγαινε στην Αστυνομία, ελάτε πιάστε με; A. Εδώ δεν υπάρχει ούτε φαίνεται το στοιχείο του φόβου, το οποίο μόνο ο ίδιος θα μπορούσε να το ξέρει αυτό το πράγμα. E. Ποιου φόβου; A. Του φόβου που διακατέχει κάποιον που έχει κάμει έγκλημα και πόσο αυτό τώρα τον επηρεάζει στο να λειτουργήσει κανονικά, να πάρει σωστές αποφάσεις και εκείνη τη στιγμή μπορεί να κάμει πράγματα τα οποία είναι της στιγμής, νιώθοντας ότι με αυτό τον τρόπο θα καλύψει τον εαυτό του. E. Λόγω του φόβου που έκαμε έτσι πράγμα; A. Μάλιστα». Προκύπτει καθαρώς από την αξιόπιστη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας - και επί της οποίας έχουμε ήδη προβεί σε σχετικά ευρήματα - ότι καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους ο κατηγορούμενος γνώριζε καλώς τι ακριβώς είναι που έπραττε και προσδοκούσε. Ενόσω βρισκόταν με τους Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) και Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στην οικία του τελευταίου, αλλά και μετέπειτα εντός του αυτοκινήτου κατά το τρίωρο οδοιπορικό τους στη Λάρνακα, ο κατηγορούμενος είχε εκφράσει πολύ αρνητικά συναισθήματα και βίαιες προθέσεις εναντίον του Μιχάλη Μηνά. Είχε πλήρη επικοινωνία με το περιβάλλον παρά τη χρήση παράνομων ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών) και αλκοόλ (περί των ποσοτήτων των οποίων δεν δόθηκε σαφής, αξιόπιστη και βαρύνουσα μαρτυρία). Ζήτησε να οδεύσουν προς το πάρκο δίπλα από την πολυκατοικία Isavella Court και να καταλήξουν εκεί, μόλις ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) τούς ανέφερε (εντός του αυτοκινήτου) ότι τέλευαν τα καύσιμα του οχήματος. Μετά που έφθασαν στο πάρκο, ο κατηγορούμενος κάθισε στα παγκάκια με τους δύο μάρτυρες και συνέχισε να μιλά με αυτούς για ποικίλα θέματα για περίοδο μιας περίπου ώρας δίχως ενδείξεις αφύσικης συμπεριφοράς. Μόλις αντιλήφθηκε την άφιξη του Μιχάλη Μηνά στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας -καταλαβαίνοντας αμέσως πως επρόκειτο για το αυτοκίνητο του τελευταίου -σηκώθηκε από το παγκάκι και χωρίς να πει οτιδήποτε στους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), ενήργησε επέκεινα με τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει. Μετά το μαχαίρωμα του Μιχάλη Μηνά εγκατέλειψε πανικοβλημένος τη σκηνή κρατώντας το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, γεγονός που (σε συνδυασμό και με τα συναισθήματα που τον διακατείχαν), παραπέμπει και αυτό σε πλήρη επίγνωση από μέρους του όχι μόνο της πράξης που είχε τελέσει στιγμές προηγουμένως αλλά και των επιπτώσεων της τόσο στον ίδιο όσο και στον Μιχάλη Μηνά. Ακολούθως, περιέγραψε προς τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), τι ακριβώς είναι που έπραξε, προσπαθώντας να τον πείσει (με επιτυχία) να τον βοηθήσει στη διαφυγή του με το αυτοκίνητο του μάρτυρα, πράγμα το οποίο υλοποιείται. Προέβη τέλος ψύχραιμα και συγκροτημένα σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για την απαλλαγή αντικειμένων που σχετίζονταν με το έγκλημα. Αυτά που μόλις εξηγήσαμε αλλά και τα άλλα με τα οποία ενασχοληθήκαμε πρωτύτερα, οδηγούν αβίαστα στο συμπέρασμα - και έτσι βρίσκουμε - πως ο κατηγορούμενος επέφερε το θάνατο στον Μιχάλη Μηνά έχοντας πλήρη συναίσθηση των πράξεων του και των παρεπομένων τους. Ο κατηγορούμενος γνώριζε καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους τι είναι που διέπραττε, έλεγχε τις πράξεις του και ήξερε ότι όφειλε να απέχει από τη διενέργεια των όσων έπραξε σε σχέση με τον Μιχάλη Μηνά, σε βαθμό που (σε τελευταία ανάλυση), ο τρόπος λειτουργίας του να μην μπορεί να αποτελέσει υπεράσπιση υπό οποιαδήποτε οπτική. Ο κ. Πολυχρόνης υπέβαλε πως τόσο από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου όσο και από το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου-Έγγραφο ΙΣΤ, δεν προκύπτουν αντικειμενικώς στοιχεία που θα μπορούσαν ευλόγως να κριθούν επαρκή προς απόδειξη του συστατικού στοιχείου της προμελέτης. Συμφωνούμε. Αναπτύσσουμε αμέσως το σκεπτικό μας, το οποίο δεν θα πρέπει να ιδωθεί ασύνδετα με τα όσα ήδη έχουμε διατυπώσει ως ευρήματα. Κατά τη συζήτηση που ακολουθεί, εξ ανάγκης (και για σκοπούς καλύτερης κατανόησης), επαναλαμβάνονται κάποιες πτυχές που ήδη έχουν απασχολήσει. Είναι γεγονός πως ο κατηγορούμενος ένιωθε πολύ έντονα για το ότι ο Μιχάλης Μηνά είχε εξυβρίσει την Josephine Maurer στις 14.11.14, έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας (κατά τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει). Μετά από την εξύβριση και τις άλλες αρνητικές συμπεριφορές που σποραδικώς επεδείκνυε ο Μιχάλης Μηνά, ιδίως έναντι της Josephine Maurer ως εκ του χωρισμού τους (τον οποίο ο Μιχάλης Μηνά ουδέποτε ξεπέρασε πλήρως), οι σχέσεις του με τον κατηγορούμενο εκτραχύνθηκαν. Ο τελευταίος ήθελε φορτικώς να λογαριαστεί μαζί με τον Μιχάλη Μηνά για να λύσουν τις διαφορές τους. Δεν το επιδίωξε όμως τούτο ο κατηγορούμενος όταν στις 14.11.14, ο Μιχάλης Μηνά τον κάλεσε τηλεφωνικώς (και θυμωμένα), να βρεθούν στη Μακαρίου («Έλα Μακαρίου, σσιηλομπασταρτε»). Κρατούμε μολοντούτο πως ένας από τους λόγους που ο κατηγορούμενος (αν και πολύ θυμωμένος), δεν αποδέχθηκε την πρόκληση του εξίσου θυμωμένου Μιχάλη Μηνά τη μέρα εκείνη, ήταν επειδή συνέδραμε προς τούτο η Josephine Maurer η οποία προσπάθησε να κατευνάσει τον κατηγορούμενο οδηγώντας τον με το αυτοκίνητο της σε διάφορα σημεία της Λάρνακας και ακολούθως στο Κίτι. Δεν δόθηκε επαρκής (και σαφής εννοείται), μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το τι ακριβώς είναι που έλεγε ή εννοούσε ο κατηγορούμενος όταν εκφραζόταν εναντίον του Μιχάλη Μηνά εκστομίζοντας κατά του τελευταίου απειλές περί λογαριασμού μαζί του. Οι δύο αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), είπαν πως ο κατηγορούμενος ουδέποτε τούς είχε δηλώσει πως σκόπευε (ή ήθελε να σκοτώσει) τον Μιχάλη Μηνά, παρά μόνο ότι ο τελευταίος φαίνεται να είχε τους δικούς του σκοπούς σε σχέση με το θύμα, που πάντως δεν εξειδικεύτηκαν ποτέ με αναφορά σε φόνευση. Αναγνωρίζει κανείς (ή αναμένεται πως θα πρέπει να βρίσκεται σε θέση να αναγνωρίσει) - και έχουμε ήδη παραθέσει τη σχετική περικοπή από την Ονησίλλου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 569-570 (που επαναλαμβάνουμε) - ότι υπάρχει στοιχειωδώς διαφορά μεταξύ της διατύπωσης επιθυμίας από τον κατηγορούμενο προς αναμέτρηση με τον Μιχάλη Μηνά (ό,τι και να σήμαινε τούτο) και της αποδιδόμενης σε αυτόν πρόθεσης να τον σκοτώσει, με αυτονόητο και το ότι, ως ζήτημα αρχής, η απλή σκέψη δεν μπορεί να εξισωθεί με προμελέτη (βλ. κατ' αναλογίαν, Ονησίλλου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 572-573). Αποτέλεσε άλλη εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής στη γραπτή της αγόρευση (σε σχέση με την προμελέτη), πως «.ο κατηγορούμενος προσχεδίασε τον φόνο του θύματος κατά την 14/11/2014...» και ότι προς τούτο ο κατηγορούμενος «.εφοδιάσθηκε με το τεκμήριο 25 ...». Η θέση αυτή, με κάθε σεβασμό, δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Όταν στις 22.11.14, επιστήθηκε η προσοχή του κατηγορούμενου στο νόμο από τον Γιώργο Χαραλάμπους (ΜΚ2), αναφορικώς με το ότι οι κινήσεις που περιέγραφε (ο κατηγορούμενος) πριν και μετά τη διάπραξη του επίδικου κακουργήματος φαίνονταν να είναι διαφορετικές από τα όσα ο ίδιος έλεγε προς τους ανακριτές, ο κατηγορούμενος απάντησε προς τον μάρτυρα «έτσι εν τα πράματα, το μασιερι εγορασα το πο' ναν μαχαζι κάτω στην παραλία». Το περί ου ο λόγος μαχαίρι ήταν φυσικά το φονικό μαχαίρι-Τεκμήριο 25, το οποίο ο κατηγορούμενος, ενσυνείδητα και ηθελημένα είναι που μετέφερε μαζί του τόσο κατά την επίσκεψη του στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) όσο και στο πάρκο, κάτι όμως που, πρέπει να τονιστεί, έπραττε και σε άλλους χρόνους ασύνδετους με τον Μιχάλη Μηνά αφού μαχαιροφορούσε και λόγω των κινδύνων που ένιωθε πως διέτρεχε από τρίτους για διάφορους λόγους που δεν μπορούν να αποτμηθούν από την ευρύτερη αντικοινωνική του λειτουργία. Η Κατηγορούσα Αρχή δεν παρουσίασε μαρτυρία αναφορικώς με το χρόνο αγοράς του επίδικου μαχαιριού από τον κατηγορούμενο έτσι ώστε να μπορούσαν να διαπιστωθούν τα κρίσιμα εκείνα στοιχεία που τώρα τυγχάνουν ζυγιάσματος και τα οποία η Κατηγορούσα Αρχή θεωρεί ως δεδομένα, που όμως δεν είναι. Ο χρόνος αγοράς του μαχαιριού (Τεκμήριο 25) - δοσμένης της σύνδεσης του όπλου αυτού από την Κατηγορούσα Αρχή με το ζήτημα της προμελέτης - στοιχειωδώς είναι που υπέχει ύψιστης σημασίας για το θέμα του φερόμενου προσχεδιασμού του εγκλήματος από τον κατηγορούμενο, ιδιαίτερα εάν αναλογιστεί κανείς και την ύπαρξη εδώ (αναντίλεκτης) μαρτυρίας πως τούτος διατηρούσε στην οικία του διάφορα μαχαίρια. Δεν μπορεί λοιπόν σε τούτο το επίπεδο ανάλυσης να μην αναρωτηθεί κανείς ευλόγως (και αυτό πιθανώς να αποτελούσε και μια επικουρική ανακριτική επιλογή), για ποιο λόγο είναι που ο κατηγορούμενος αγόρασε (κατά την εκδοχή του) - και πότε - το μαχαίρι (Τεκμήριο 25), τη στιγμή που κάλλιστα θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει ένα από τα μαχαίρια που είχε στην οικία του και πιο συγκεκριμένα (όπως μας εξήγησε η μητέρα του Παναγιώτα Αναστασίου [ΜΥ4]) «στο δωμάτιο του, στο συρτάρι». Δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία από την Κατηγορούσα Αρχή ως προς το είδος των μαχαιριών αυτών, με αποτέλεσμα να παραμένει ανεξήγητο το κατά πόσο ήσαν το ίδιο δυνητικώς φονικά με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25. Λέγει η Κατηγορούσα Αρχή (σε σχέση με το υπό αναφορά μαχαίρι), ότι δόθηκε μαρτυρία από μάρτυρες υπεράσπισης πως «δεν είδαν προηγουμένως τον κατηγορούμενο να το έχει στην κατοχή του», σε μια προσπάθεια της προφανώς να πείσει με αυτό τον τρόπο πως ο κατηγορούμενος εξειδικευμένα και συγκεκριμένα είναι που αγόρασε το μαχαίρι για να σκοτώσει τον Μιχάλη Μηνά. Το ότι δόθηκε μαρτυρία πως κάποιοι μάρτυρες δεν είδαν προηγουμένως το μαχαίρι-Τεκμήριο 25 να βρίσκεται στην κατοχή ή στον ιδιωτικό χώρο του κατηγορούμενου, είναι γεγονός. Το είπε η Παναγιώτα Αναστασίου (ΜΥ4), όταν σημείωσε ότι «το συγκεκριμένο μαχαίρι δεν το είδα στο σπίτι», αλλά και με κάποια απροσδιοριστία, η αδελφή του Ιωάννα Πολυνείκη (ΜΥ6), όταν υπογράμμισε πως «.το συγκεκριμένο μαχαίρι δεν το είδα, ίσως και να το είδα και να μην το αναγνωρίζω, δεν ξέρω, υπήρχαν διάφορα μαχαίρια εις την πορεία όλων αυτών των χρόνων ...». Το ότι όμως οι μάρτυρες αυτοί (ή άλλοι μάρτυρες), δεν είδαν τον κατηγορούμενο να κατέχει σε πρότερο χρόνο το μαχαίρι-Τεκμήριο 25, δεν σημαίνει κατά λογική ακολουθία πως αποδεικνύει κιόλας ότι ο κατηγορούμενος δεν κατείχε το μαχαίρι αυτό, πόσω δε μάλλον ότι το είχε αγοράσει στις 14.11.14, ή κατά τις επόμενες δύο μέρες πριν από το επίδικο έγκλημα. Αν τέτοια ήταν η εξ υπαρχής αποδεικτική στόχευση της Κατηγορούσας Αρχής - που φαίνεται ότι ήταν - ανάλογη θα έπρεπε να ήταν και η παρουσίαση της αρμόζουσας προς τούτο μαρτυρίας. Ούτε αυτό φαίνεται να έγινε. Επιπρόσθετα, είναι γεγονός πως δεν προκύπτει από την αξιόπιστη ενώπιον μας μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τη στιγμή που κατηύθυνε τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) προς το πάρκο (ή μεταγενέστερα κατά την παραμονή τους στο χώρο), πως ο Μιχάλης Μηνά απουσίαζε από την οικία του και ότι αναμενόταν να επιστρέψει εκεί σε κάποιο σύντομο και εύλογο χρόνο το βράδυ εκείνο. Τούτο το στοιχείο έχει ασφαλώς τη δική του σημασία εντασσόμενο στο σύνολο της προκύπτουσας εικόνας (περί προμελέτης) και αδιαμφισβήτητα η ύπαρξη αξιόπιστης μαρτυρίας για το αντίθετο θα συνέθετε μια σημαντική ένδειξη προηγούμενου σχεδιασμού και προγραμματισμού και βεβαίως προειλημμένης απόφασης του κατηγορούμενου για θανάτωση του Μιχάλη Μηνά με τον απαιτούμενο ψυχρό αναλογισμό (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 415). Θα μπορούσε, ας πούμε, να διερευνηθεί (κάτι που μπορεί και να έγινε αλλά δεν μας λέχθηκε), το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε το χώρο στον οποίο στάθμευε συνήθως ο Μιχάλης Μηνά το αυτοκίνητο του, ή το αν κατά την περιήγηση τους στη Λάρνακα το βράδυ προς χαράματα της 16.11.14, ο κατηγορούμενος μαζί με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), θεάθηκαν στους χώρους όπου βρισκόταν ο Μιχάλης Μηνά και διασκέδαζε (κατά τη μαρτυρία ενδεικτικώς της Μαρίας Ιωαννίδη [ΜΚ6]), ώστε να ξεψαχνισθούν όλα τα λογικά ενδεχόμενα και να συλλεγεί και παρουσιαστεί ανάλογη μαρτυρία από κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης και άλλα τινά. Με αυτά που λέμε, καθόλου δεν υποτιμούμε το ανακριτικό έργο (το αντίθετο μάλιστα), ούτε και υπεισερχόμαστε στο απόλυτο δικαίωμα των ανακριτικών αρχών να καθορίζουν οι ίδιες την πορεία και περιεχόμενο των ανακρίσεων και ερευνών. Το τι απλώς πράττουμε τώρα είναι η αποτύπωση των σκέψεων μας συναρτώμενων τούτων με τη δοθείσα μαρτυρία για να γίνουν καταληπτές οι ελλείψεις (όχι κατ' ανάγκην ανακριτικές), που παρατηρούνται (κατά την ταπεινή μας αντίληψη) στο εγχείρημα της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει (με βάση την εκδοχή που προώθησε ενώπιον μας), πως η θανάτωση του Μιχάλη Μηνά προμελετήθηκε από τον κατηγορούμενο. Η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής συνίσταται στο γεγονός πως ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο πάρκο παντελώς τυχαίως (με τον τρόπο που έχουμε ήδη περιγράψει). Όχι μόνο αυτό, αλλά σε κάποια στιγμή της εκεί παρουσίας του με τους δύο μάρτυρες, σκέφτονταν να εγκαταλείψουν το χώρο και να μεταβούν αλλού κοντά στη θάλασσα ώστε να βρίσκονται σε θέση να δουν καλύτερα την επερχόμενη ανατολή του ήλιου αφού γύρω τους βρίσκονταν πολυκατοικίες αλλά και επειδή δεν ήθελαν να ενοχλούν τους περιοίκους διότι οι ομιλίες τους ακούγονταν πολύ. Δεν μας ειπώθηκε πως εκείνος που επέμενε να παραμείνουν εκεί ήταν ο κατηγορούμενος, ή ότι ο τελευταίος δεν συναινούσε στις σκέψεις που γινόντουσαν για μετακίνηση τους από εκεί. Παραμένοντας στο αντικείμενο του πάρκου, υπάρχουν και άλλα που θα μπορούσε κανείς να αναπτύξει σε σχέση με το ζήτημα της προμελέτης. Λόγου χάριν, όταν ο κατηγορούμενος έφθασε εκεί με τους Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή ((ΜΚ11), κάθε άλλη συζήτηση για τον Μιχάλη Μηνά εξέλειπεν. Το ίδιο και σε σχέση με την Josephine Maurer. Μιλούσαν για ψάρεμα, για την περιβόητη ανατολή του ήλιου και γενικώς «περί ανέμων και υδάτων» (όπως χαρακτηριστικώς ελέχθη). Όλα τα αρνητικά συναισθήματα του κατηγορούμενου εναντίον του Μιχάλη Μηνά φαίνεται να καταλάγιασαν. Η Κατηγορούσα Αρχή εισηγείται στη γραπτή της αγόρευση πως αυτή η ξαφνική ηρεμία του κατηγορούμενου ήταν εσκεμμένη διότι τούτος γνώριζε, ότι αν διαφορετικά ήσαν τα πράγματα, ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) «.θα αντιδρούσε». Τούτη η θέση, αν και με τη δική της λογική, δεν απαντά και δεν αναλύει γιατί είναι που αναμενόταν πως θα εναντιωνόταν ο Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8). Ο τελευταίος αντιτίθετο και προηγουμένως - όπως και ο Βασίλης Κωστή (ΜΚ11) - σε αυτά που εξέφραζε ο κατηγορούμενος αναφορικώς με τον Μιχάλη Μηνά και την επιθυμία του να επιλύσει τις διαφορές του μαζί του. Δεν εξειδικεύτηκε από την Κατηγορούσα Αρχή τι είναι εκείνο που θα ενεργοποιούσε ή θα ωθούσε τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) στο να αντιδράσει τοιουτοτρόπως, τη στιγμή που (κατά παραδοχή και των δύο εν λόγω αυτοπτών μαρτύρων), τούτοι δεν γνώριζαν πως στη διπλανή πολυκατοικία διέμενε ο πολλά αναφερόμενος (από τον κατηγορούμενο) Μιχάλης Μηνά. Αν μέρος του φονικού σχεδίου που ισχυρίζεται η Κατηγορούσα Αρχή πως είχε προδιαγράψει ο κατηγορούμενος ήταν να οδηγήσει τους δύο μάρτυρες στο πάρκο χωρίς ενστάσεις από τον Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8), τότε δεν μπορεί παρά να προβληματιστεί κάποιος για ποιο λόγο είναι που τους συνάφερνε συνεχώς τα αρνητικά του συναισθήματα και προθέσεις για τον Μιχάλη Μηνά από τη στιγμή της συνάντησης τους στην οικία του Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και ακολούθως κατά τις βόλτες τους με το αυτοκίνητο (δοσμένου ότι κάθε φορά αντιδρούσαν), αλλά και για ποιο λόγο είναι που ο κατηγορούμενος επέλεξε στο σχεδιασμό του αυτό - στις 14.11.14, θυμίζουμε κατά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής - να δολοφονήσει τον Μιχάλη Μηνά τη παρουσία των Αντώνη Τερεζίδη (ΜΚ8) και Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) στον ευρύτερο χώρο, δίχως να ξέρει εκ των προτέρων τις πιθανές αντιδράσεις των τελευταίων και πρωτίστως, εκείνες του Βασίλη Κωστή (ΜΚ11) με τον οποίον ο κατηγορούμενος δεν ήταν καν φίλος (όπως σχετικώς ανέφερε ο μάρτυς στη μαρτυρία του δίχως να αμφισβητηθεί). Επεκτείνοντας το συλλογισμό, θα μπορούσε να προστεθεί και το ερώτημα γιατί είναι που ο κατηγορούμενος δεν μετέβη μονάχος το βράδυ εκείνο στο χώρο όπου ανέμενε να εκτελέσει τον Μιχάλη Μηνά μια και, έτσι και αλλιώς, μόνος είναι που πήγε και τον σκότωσε όταν έκρινε πως προσφερόταν η στιγμή υλοποίησης του προμελετημένου σχεδίου του ξεκινώντας προς το στόχο χωρίς καν να αναφέρει οτιδήποτε στους δύο ανυποψίαστους μάρτυρες. Εμβαθύνοντας ακόμη περισσότερο στα πράγματα, μπορεί να τεθεί και το ερώτημα πως, εάν ο κατηγορούμενος σχημάτισε την πρόθεση να σκοτώσει τον Μιχάλη Μηνά μόλις είδε το αυτοκίνητο του τελευταίου να σταθμεύει στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας - που δεν αποτελεί την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ας μην το ξεχνούμε αυτό - τότε ποιο ήταν το σχέδιο του; Ήταν μήπως να διανύσει απόσταση 16-18 μέτρων από το σημείο που βρισκόταν μέχρι εκεί που εντόπισε τον Μιχάλη Μηνά, κατευθυνόμενος προς τον τελευταίο, κάποτε περπατώντας και κάποτε τρέχοντας, με κίνδυνο να εντοπιστεί από το θύμα; Παρεμβάλλουμε πως κανείς από τους αυτόπτες μάρτυρες δεν ανέφερε πως ο κατηγορούμενος κινήθηκε με προφύλαξη κατά την κίνηση προς το στόχο. Εξεναντίας, αμφότεροι οι μάρτυρες, παρέπεμψαν σε κανονικές κινήσεις του κατηγορούμενου τη στιγμή εκείνη. Μήπως στο σχεδιασμό του κατηγορούμενου περιλαμβανόταν (καθώς ζύγωνε προς το θύμα) και η κλήση προς αυτόν «ρε κόντεψε», για να τον προειδοποιήσει με αυτό τον τρόπο πως πήγαινε κατά πάνω του για να τον σκοτώσει κρατώντας μάλιστα μαχαίρι και όχι πυροβόλο όπλο που θα του έδινε και την ευχέρεια της ισχύος πυρός για να τον πλήξει αμέσως και χωρίς πολλά; Τι θα συνέβαινε εάν ο Μιχάλης Μηνά έβλεπε τον κατηγορούμενο να συγκλίνει προς το περιτοίχισμα, ή την ώρα που το υπερπηδούσε, γνωρίζοντας μάλιστα κατά την αναντίλεκτη μαρτυρία του Κυριάκου Γεωργίου (ΜΚ7), πως ο Μιχάλης Μηνά είχε πάντοτε στο μπρελόκ του κρεμασμένο (και για χρόνια), σουγιά παρομοίου τύπου όπως εκείνο στο Τεκμήριο 7 «.για να κόφκει.χασιήσιη», με επίπτωση (για ό,τι εδώ απασχολεί), τη δυνητική βίαιη αντίδραση του θύματος, με εγγενείς τους κινδύνους για τον κατηγορούμενο που με τις πράξεις του αυτές θα μπορούσε πολύ εύκολα να μετατραπεί από προσδοκώμενος θύτης σε θύμα. Όλα αυτά, μαζί και με τα υπόλοιπα ασφαλώς που έχουμε ήδη αναφέρει και θα μπορούσαν να ενταχθούν ως συναφή στην προκείμενη συζήτηση (τηρουμένων των αναλογιών), δεν θα δύναντο να καταδείξουν ευλόγως σε προμελέτη. Άλλη μια πτυχή που υπέχει ουσίας είναι και το σημείο του σώματος στο οποίο ο κατηγορούμενος έπληξε τον Μιχάλη Μηνά με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25. Το σημείο αυτό ήταν τέτοιο που, στη λογική τάξη των πραγμάτων και από τα όσα ευλόγως εξάγονται από τη σχετική μαρτυρία του ιατροδικαστή Σοφοκλή Σοφοκλέους (ΜΚ12), μπορούσε πλήρως προβλέψιμα να οδηγήσει στο θάνατο το θύμα (όπως και το οδήγησε), ιδιαίτερα εάν συνυπολογίσει κανείς και το είδος του μαχαιριού που χρησιμοποίησε ο κατηγορούμενος για να κτυπήσει το θύμα. Τούτο όμως το στοιχείο (μόλο που σαφώς αξιολογήσιμο), δεν αποδεικνύει από μόνο του προμελέτη αφού γνωρίζουμε από τη νομολογία πως δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα προμελέτης από το γεγονός και μόνο ότι ο κατηγορούμενος φόνευσε το θύμα (βλ. κατ' αναλογίαν, HadjiSavvas v The Republic
(1988)2 CLR 37, 44). Απασχόλησε και το ότι ο κατηγορούμενος επέφερε ένα μόνο πλήγμα στον Μιχάλη Μηνά με το μαχαίρι-Τεκμήριο 25. Εάν εκληφθεί ως δεδομένο (και δεν υπάρχει διαφορετική εκδοχή ή εισήγηση από μέρους της Κατηγορούσας Αρχής περί τούτου μια και αυτή είναι η θέση της), πως ο κατηγορούμενος εγκατέλειψε τη σκηνή αμέσως μετά το μαχαίρωμα του θύματος, τότε ευλόγως είναι που εγείρεται το ερώτημα γιατί, εάν πράγματι τούτος στόχευε στη θανάτωση του Μιχάλη Μηνά (συμφώνως του σχεδίου που του καταλογίζεται και της ειλημμένης του απόφασης να τον σκοτώσει), να μην επιφέρει σε αυτόν και άλλες μαχαιριές (έτσι που ήταν ευάλωτος και ανήμπορος να αντιδράσει αποτελεσματικώς μετά το πλήγμα που δέχτηκε), μέχρι να επέλθει το μοιραίο στην παρουσία του (κατηγορούμενου) και πριν τη διαφυγή του από τη σκηνή ώστε να βεβαιωθεί, αν μη τι άλλον, πως ο Μιχάλης Μηνά δεν θα επιζούσε για να τον καταδώσει. Ακόμη και τα λόγια του κατηγορούμενου προς τον Βασίλη Κωστή (ΜΚ11), πως «ρε έκατσα του το μασιέρι τζιαι νομίζω εσκότωσα τον» και «πα να φύουμε, πα να φύουμεν, νομίζω εσκότωσα τον!», αναδεικνύουν αβεβαιότητα ως προς τις επιπτώσεις που ο κατηγορούμενος νόμιζε πως είχε η πράξη του να μαχαιρώσει το θύμα. Εννοείται βεβαίως, πως το γεγονός ότι έπληξε μια μόνο φορά το θύμα, δεν μπορεί να αποκλείσει (ως ζήτημα λογικής τάξης), το ενδεχόμενο του προμελετημένου εγκλήματος, στην ίδια βάση που τα πολλαπλά κτυπήματα δεν οδηγούν αφεύκτως σε συμπέρασμα προμελέτης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 382, όπου τα 38 κτυπήματα από νήσσον και τέμνον όργανο, όπως είναι το μαχαίρι, που επέφερε ο κατηγορούμενος σε ένα από τα θύματα του δεν αποδείχθηκαν ικανά για να οδηγήσουν, μαζί με άλλα στοιχεία, σε έγκυρο εύρημα προμελέτης). Άρα, όπως και στην κάθε άλλη περίπτωση που έχουμε συζητήσει σε σχέση με τη θεματολογία της προμελέτης (αλλά και που θα συζητήσουμε αργότερα), το κάθε τέτοιο γεγονός αποτιμάται πρεπόντως βάσει των ισχυουσών συνθηκών και προβαλλόμενων εκδοχών, ιδιαίτερα εκείνων της Κατηγορούσας Αρχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 415). Η Κατηγορούσα Αρχή εισηγήθηκε στην αγόρευση της πως ο κατηγορούμενος δεν άφησε «.περιθώριο καμίας αντίδρασης από το θύμα, το οποίο έπληξε αμέσως μόλις το θύμα έκλεισε την πόρτα του οχήματος». Η θέση αυτή δεν είναι ακριβής και δεν υποστηρίζεται από τη μαρτυρία. Απεναντίας, είναι με καθαρότητα που εξάγεται από τα όσα είπε ο ιατροδικαστής Σοφοκλής Σοφοκλέους (ΜΚ12) το χωροταξικό σημείο στο οποίο δέχθηκε για πρώτη φορά την επίθεση τού κατηγορούμενου ο Μιχάλης Μηνά και το οποίο (σημείο) σαφώς είναι που αποκλίνει από τα όσα διατείνεται και παρουσιάζει ως γεγονός η Κατηγορούσα Αρχή για να στηρίξει την εκδοχή της. Σε άλλο μέρος της αγόρευσης, η Κατηγορούσα Αρχή προτείνει πως ως στοιχείο προμελέτης θα πρέπει να αξιολογηθεί και το ότι η επίθεση του κατηγορούμενου «. έλαβε χώρα όταν το θύμα έκλεισε την πόρτα του οχήματος του και διένυσε μία απόσταση 1,5 m κατευθυνόμενος προς την είσοδο της πολυκατοικίας εναντίον του θύματος». Μολονότι η άποψη αυτή καταδείχνει και την ανακολουθία με την προηγούμενη άποψη της Κατηγορούσας Αρχής που μόλις αναλύσαμε, τονίζει και το ασυνταύτιστο μεταξύ της θέσης αυτής και των όσων κατέθεσαν σχετικώς οι Αντώνης Τερεζίδης (ΜΚ8) και Βασίλης Κωστή (ΜΚ11), ως τα έχουμε ήδη εξηγήσει. Πρότεινε ακόμη η Κατηγορούσα Αρχή, ότι αμέσως μετά τον τραυματισμό του, ο Μιχάλης Μηνά κατευθύνθηκε αιμόφυρτος προς τον ανελκυστήρα και ακολούθως άρχισε «.να στρέφεται πίσω, προσπαθώντας να κάνει χρήση του κινητού του τηλεφώνου για βοήθεια και προφανώς άνοιξε το τεκμήριο 7 για να το χρησιμοποιήσει». Ούτε και αυτό θεμελιώνεται από την αξιόπιστη ενώπιον μας μαρτυρία. Πάντως θα πρέπει να σημειωθεί πως η Κατηγορούσα Αρχή κατέδειξε και απόδειξε στον κατάλληλο βαθμό πως ο σουγιάς (Τεκμήριο 7) - ως είπε η Ζωή Λουΐζα Μηνά (ΜΚ5), χωρίς να αμφισβητηθεί και αντεξεταστεί επί του σημείου - είχε κάποιο πρόβλημα στο «.κούμπωμα, δεν έκλεινε καλά. Μερικές φορές άνοιγε από μόνο του». Δεν προσφέρθηκε άλλη συναφής μαρτυρία από μέρους της Υπεράσπισης, ή επιχειρήθηκε έστω η κλήση ως μάρτυρα τού συντάκτη της Έκθεσης Πραγματογνωμοσύνης-Τεκμήριο 92 (που κατατέθηκε και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός), ώστε να διευκρινίσει ό,τι είναι που μπορούσε και χρειαζόταν να διευκρινιστεί επί της άποψης αυτής των πραγμάτων, προς επίρρωση των υπερασπιστικών σεναρίων. Το σίγουρο είναι πως ούτε το γεγονός εντοπισμού του επίδικου σουγιά (ανοιγμένου ως βρέθηκε στη σκηνή του εγκλήματος), ούτε και οτιδήποτε άλλο αξιόπιστο ακούσαμε ή διεξήλθαμε στην παρούσα υπόθεση, θα μπορούσε να κατατείνει ευλόγως σε εύρημα πως ο κατηγορούμενος κατά τους επίδικους χρόνους λειτούργησε (με τρόπο που να ισοδυναμεί με υπεράσπιση), υπό την πρόκληση του Μιχάλη Μηνά - κάτω από οιανδήποτε οπτική και αν ήθελεν αντικριστεί η πρόκληση αυτή κατά νομοθεσία (παραδείγματος χάριν στη βάση του άρθρου 208 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) ή κατά νομολογία (βλ. κατ' αναλογίαν, Daniel v Trinidad and Tobago
(2014)2 All ER 461) - ή υπό συνθήκες αυτοάμυνας σε σχέση με οποιαδήποτε επιθετική ενέργεια του Μιχάλη Μηνά εναντίον του κατηγορούμενου και τούτο διότι, εκτός των άλλων, έχουμε απορρίψει (σε αντίθεση με την εκδοχή που προέταξε η Κατηγορούσα Αρχή) ως αναξιόπιστη και ασύμβατη με την αξιόπιστη μαρτυρία που αποδεχθήκαμε, την εκδοχή του κατηγορούμενου ως προς το πώς είναι που διαδραματίστηκαν τα πράγματα από αυτής της απόψεως κατά τους επίδικους χρόνους. Επισημαίνουμε ότι μήτε και η παράλειψη του κατηγορούμενου να εμφανιστεί στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας στις 15.11.14 (κατά παράβαση του δικαστικού διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας ημερομηνίας 6.11.14), θα μπορούσε να τεθεί ευλόγως στη βάση της μαρτυρίας που δόθηκε, να οδηγήσει σε οποιοδήποτε αντίστοιχο εύρημα προμελέτης. Αντιθέτως, θα μπορούσε κανείς να σκεφτεί ευλόγως και αντικειμενικώς πως η παράλειψη αυτή του κατηγορούμενου να τηρήσει τους όρους του εν λόγω διατάγματος (και στην απουσία άλλων μεταβλητών), θα ήταν και παρακινδυνευμένη από μέρους του αφού θα έστρεφε λογικώς την προσοχή των αστυνομικών αρχών προς το πρόσωπο του, κάτι που δεν θα πρέπει να επιθυμούσε εάν πράγματι προγραμμάτιζε να δολοφονήσει εκ προμελέτης τον Μιχάλη Μηνά με τον τρόπο που του καταγιγνώσκεται. Κατά παρόμοιο τρόπο, οι ενέργειες του κατηγορούμενου μετά τη θανάτωση του Μιχάλη Μηνά να αποκρύψει και να απαλλαγεί μαρτυρίας και μαρτυρικού υλικού (αν και σίγουρα σχετιζόμενα με το φονικό), δεν συνταιριάζονται απαραιτήτως με την ύπαρξη προμελέτης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χαραλάμπους v Δημοκρατίας (Αρ 1)
(2012)2 ΑΑΔ 370, 416). Για όλους τους λόγους που προσπαθήσαμε να αναπτύξουμε, κανένα στοιχείο από όσα παραθέσαμε ή που παρουσιάστηκε ενώπιον μας, δεν θα μπορούσε (από μόνο του ή από κοινού λαμβανόμενο), να οδηγήσει σε εύρημα προμελέτης. Περαίνουμε όμως, ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης, πως η επίθεση του κατηγορούμενου εναντίον του Μιχάλη Μηνά υπήρξε κατ' ουσίαν απρόκλητη και ήταν τέτοιας φύσης και έντασης που καθιστούσε τον κίνδυνο θανάτου του θύματος ως μια άκρως πιθανή κατάληξη των πράξεων του (κατηγορούμενου) και τούτο ήταν σε γνώση του τελευταίου. Κίνητρο του ήταν η εκδίκηση και ο συνετισμός του Μιχάλη Μηνά με βάση πάντοτε τα ευτελή κριτήρια του κατηγορούμενου ο οποίος, σημειωτέον, λειτούργησε επιδεικνύοντας και τάσεις παλληκαρισμού (bravado). Επέδειξε πλήρη αδιαφορία, όχι μόνο για τα ανθρώπινα δικαιώματα του θύματος, αλλά και για τη ζωή του. Δεν υπήρξε κατά τους κρίσιμους χρόνους (στις 16.11.14), οποιοσδήποτε βρασμός ψυχικής ορμής από μέρους του που να οφειλόταν σε ξαφνική πρόκληση τέτοιας φύσης από το θύμα. Είχε παρελεύσει μέχρι την άφιξη του Μιχάλη Μηνά στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court, πολύς χρόνος από το περιστατικό της εξύβρισης τής Josephine Maurer από τον Μιχάλη Μηνά έξω από τον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λάρνακας το απόγευμα της 14.11.14 και ασφαλώς από τις τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν μεταξύ τους κατηγορούμενος και θύμα (με πρωτοβουλία του πρώτου, λίγο αργότερα το απόγευμα εκείνο) αλλά και από τα έτερα συμβάντα που περιγράφει ο κ. Πολυχρόνης στη σελίδα 72 της γραπτής του αγόρευσης (ανάμεσα στα οποία και το επεισόδιο καταδίωξης της Josephine Maurer από τον Μιχάλη Μηνά το Σεπτέμβριο 2014), για να αποτελέσουν μια σωρευτική πρόκληση του κατηγορούμενου από τον Μιχάλη Μηνά σε σχέση «.με την ένταση ή/και βαθμό της πρόκλησης που ένιωσε ο κατηγορούμενος όταν είδε το θύμα στη σκηνή», σε ό,τι πάντα, σχετίζεται με τη δυνατότητα του κατηγορούμενου κατά τους κρίσιμους χρόνους να αντιλαμβάνεται τα όσα έπραττε. Η ούτω καλούμενη πρόκληση (ακόμα και αν υπήρξε, χάριν συζήτησης), δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του Μιχάλη Μηνά αφού ο κατηγορούμενος, υπό τις συνθήκες που περιγράψαμε, ανεφάνη εν τω μέσω του σκότους φωνάζοντας δυνατά προς αυτόν και καλώντας τον να «κοντέψει». Δεν είναι ο Μιχάλης Μηνά που κάλεσε τον κατηγορούμενο να έρθει στο χώρο. Ούτε και τον περίμενε εκεί. Το αντίθετο είναι που έγινε. Καμιά από τις υπερασπίσεις που προέβαλε ο κατηγορούμενος διά του συνηγόρου του (στη γραπτή αγόρευση του τελευταίου) «.όπως πρόκληση, ατύχημα, αυτοάμυνα καθώς και άλλες ενέργειες που προδίδουν δικαιολόγηση με βάση το πάθος ή την ψυχοπνευματική διαταραχή του κατηγορούμενου όπως ψυχικές ασθένειες και κατάσταση τοξίνωσης λόγω ναρκωτικών [intoxication]», αποδείχθηκε (με την έννοια που αναλύσαμε πιο πάνω), στην προκειμένη περίπτωση». Όλα τα αποσπάσματα από τα πρακτικά αλλά και τις αγορεύσεις των μερών, παρατίθενται εδώ αυτούσια χωρίς επέμβαση είτε στη σύνταξη είτε στην ορθογραφία. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη ημερομηνίας 29.3.13, όταν ήταν ηλικίας 16 ετών και 9 μηνών (στην ποινική υπόθεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας με αριθμό 403/13), κατά την οποία του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, ως ακολούθως: « κατηγορία κλοπής 2 χρόνια φυλακή με τριετή αναστολή. · απόπειρα κλοπής ένα χρόνο φυλάκιση με τριετή αναστολή. · συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος 2 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. · κατηγορία κλοπής 2 μήνες φυλάκιση με τριετή αναστολή. · κλοπή ένα χρόνο φυλάκιση με τριετή αναστολή. · ληστεία [με τη χρήση βίας] κατά παράβαση του Άρθρου 283 του Κεφαλαίου 154, 3 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. · διάρρηξη εκκλησίας με 2 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. · συνωμοσία προς διάπραξη πλημμελήματος, 1 χρόνο φυλάκιση με τριετή αναστολή. κλοπή από κατοικία, 1 χρόνο φυλάκιση με τριετή αναστολή. · παράνομη κατοχή περιουσίας, 1 χρόνο φυλάκιση με τριετή αναστολή. · Εμπρησμός, 3 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. · διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, 2 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. · κλεπταποδοχή 2 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. · παράνομη κατοχή περιουσίας κατά παράβαση των διατάξεων του Άρθρου 309, 2 χρόνια φυλάκιση με τριετή αναστολή. Για την ποινή σε αυτή την υπόθεση από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, λήφθηκαν υπόψη οι εξής υποθέσεις:
- 14796/12 Λάρνακας. Αφορούσε κατηγορητήριο με αδικήματα συνωμοσίας προς διάπραξη πλημμελήματος και κακόβουλης ζημιάς.
- 14834/12 κατηγορητήριο που αφορούσε το αδίκημα της παράνομης συνάθροισης κατά παράβαση του Άρθρου 70, 71 του κεφ. 154 και οχλαγωγία κατά παράβαση του Άρθρου 70, 72 του κεφ.
- 14833/12 Λάρνακας. Συνωμοσία προς διάπραξη κακουργήματος και διάρρηξη κατοικίας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Αυτές οι υποθέσεις λήφθηκαν υπόψη». Σε σχέση με την ημερομηνία διάπραξης των ως άνω αδικημάτων, είναι παραδεκτό πως: «.εις την 403/13.η ημερομηνία διάπραξης είναι 28/11/11 στις υποθέσεις που λήφθηκαν υπόψη και πιο συγκεκριμένα στη 14796/12 είναι η 23/10/11.στην 14834/12 ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος 10/12/
- Στην 14833/12 ημερομηνία διάπραξης αδικήματος 7/10/
- Τώρα όσον αφορά τη βασική υπόθεση, στην κατηγορία του εμπρησμού όπου επιβλήθη ποινή φυλάκισης 3 χρόνια με τριετή αναστολή. Ημερομηνία διάπραξης ήταν 3/1/
- Ο εμπρησμός συνίστατο σε φωτιά στην αίθουσα δημοτικού σχολείου στη Λάρνακα. Όσον αφορά το αδίκημα της ληστείας ημερομηνία διάπραξης του αδικήματος 25/2/12 ο κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο επέβαιναν σε μοτοποδήλατο, χτύπησαν ένα τρίτο πρόσωπο και του άρπαξαν ένα ρολόι, ένα δακτυλίδι και μια χρυσή καδένα. Διάρρηξη κατοικίας και κλοπή, στις 12/4/12 ημερομηνία διάπραξης. Επίσης η άλλη διάρρηξη κατοικίας που αναφέρεται στο κατηγορητήριο που ανάφερα προηγουμένως στις 17/5/
- Διάρρηξη εκκλησίας και κλοπή 18/5/
- Άλλη διάρρηξη κατοικίας που αναφέρω και πάλι στο κατηγορητήριο είναι 24/7/12, επίσης διάρρηξη κατοικίας 29/7/
- Κλοπή από κατοικία 24/7/12, άλλη κατηγορία κλοπής από κατοικία 7/7/
- Κλοπή πάλι από κατοικία 24/7/
- Κλοπή από κατοικία 26/7/
- Παράνομη κατοχή περιουσίας 29/7/12, 29/11/11 κλοπή αναφέρεται, κλοπή από πρόσωπο 20/2/12 κλοπή μιας τσάντας, πάλι κλοπή τσάντας 23/2/12 την ίδια μέρα και πάλι κλοπή τσάντας 23/2/12, 23/2/12 πάλι κλοπή τσάντας. Αδικήματα κλοπών 26/7/12, 28/7/12 απόπειρα κλοπής 23/7/12, 25/7/12 κλοπή από πρόσωπο. Αυτές είναι οι ημερομηνίες διάπραξης των κατηγοριών του βασικού κατηγορητηρίου πιο συγκεκριμένα της υπόθεσης 403/13». Ο ευπαίδευτος δικηγόρος του κατηγορούμενου κατά την αγόρευση του για μετριασμό (βλ. Έγγραφο Α), αναφέρθηκε στις αρχές που διέπουν την επιβολή και επιμέτρηση της ποινής σε νεαρούς παραβάτες, παραπέμποντας προς τούτο και σε συναφή νομολογία αλλά και σε πρόνοιες της Σύμβασης Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού 1989, ως τούτη κυρώθηκε διά του Περί της Σύμβασης Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού Νόμου 243/90 με ιδιαίτερη αναφορά στα άρθρα 3 και 37 της Σύμβασης. Είπε επιπροσθέτως και μεταξύ άλλων ο κ. Πολυχρόνης, πως ο κατηγορούμενος ήταν «εξ υπαρχής.πρόθυμος να παραδεκτεί το αδίκημα της ανθρωποκτονίας.» κάτι που θα «.πρέπει να προσμετρήσει υπέρ του ως λόγος μείωσης της ποινής», σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι «.εισήλθε σε ακροαματική διαδικασία και αντίκριζε καθημερινά τους συγγενείς του θύματος ενώ στο τέλος καταδικάστηκε για το αδίκημα που εξ υπαρχής παραδεχόταν». Υπέβαλε επίσης στη γραπτή του αγόρευση, πως «.υπάρχει ευθύνη στο σύστημα για την κατάντια του κατηγορούμενου, δηλαδή να είναι μόλις ηλικίας 17 χρόνων και να είναι υπότροπος, και μάλιστα υπόδικος για το λόγο ότι υπάρχει κίνδυνος επαναδιάπραξης και όταν λέω τη φράση «σύστημα» εννοώ το σύστημα αντιμετώπισης νεαρών παραβατών, σε όλα τα στάδια και ιδιαίτερα το στάδιο σωφρονιστικής αντιμετώπισης τους όταν αντιμετωπίζουν ποινή αποστερητική της ελευθερίας. Ο Κατηγορούμενος παρουσίασε από παιδική ηλικία κρούσματα νεανικής παραβατικότητας και εθίστηκε στα ναρκωτικά, αρχικά μαλακά και έπειτα σκληρά ναρκωτικά σκληρά Α τάξης. Στα πλαίσια της ποινικής υπόθεσης 403/2013, ο κατηγορούμενος παρέμεινε υπόδικος για διάστημα πέραν των 3 μηνών στο χώρο των κεντρικών φυλακών και ήταν στην ευαίσθητη ηλικία των 15 χρονών ενώ τέθηκε υπό κράτηση με ενήλικους κρατούμενους, αντίθετα στις πρόνοιες του άρθρου 10 του «περί κύρωσης του διεθνούς συμφώνου Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα Ν. 14/1969» και άρθρου 20 του «περί των Δικαιωμάτων Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Τελούν υπό Κράτηση Νόμος του 2005 (163(Ι)/2005)». Εδώ ακριβώς λέω ότι το σύστημα φάνηκε κατώτερο των περιστάσεων να επιβάλει ποινή αναμορφωτικού χαρακτήρα στο κατηγορούμενο, αφού δεν υπάρχουν Σωφρονιστικά κέντρα ανηλίκων με αναμορφωτικά προγράμματα για ανήλικους παραβάτες στη Χώρα μας, ειδική μεταχείριση που να αποσκοπεί στην αναμόρφωση του προσώπου του παραβάτη, αλλά αντίθετα το σύστημα τον έσπρωξε σε μεγαλύτερη καταστροφή. Εκεί τον πλησίασαν επιτήδειοι ενήλικες, βαρυποινίτες άτομα του υπόκοσμου και δείχνοντας του ότι τελεί υπό τη προστασία τους, τον οδήγησαν σε ένα ακόμα βήμα προς το κατήφορο που είχε ήδη ξεκινήσει για αυτόν». Εντός της ίδιας θεματικής, ο δικηγόρος προέταξε και τη Δημόσια Παρέμβαση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού ημερομηνίας 11.12.13, για την ανάγκη δημιουργίας εξειδικευμένης θεραπευτικής δομής κλειστού τύπου για παιδιά (όπως ο κατηγορούμενος), που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα ουσιοεξάρτησης (βλ. Έγγραφο Β). Περιπλέον, ο κ. Πολυχρόνης παρέπεμψε και σε μέρος των ευρημάτων μας αναφορικώς με τη χρήση ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο, εισηγούμενος πως το στοιχείο αυτό μπορεί να ληφθεί υπόψη σε τούτο το στάδιο ως μετριαστικό αφού δεν σχετίζεται πλέον με την ήδη διαπιστωθείσα ποινική ευθύνη του πελάτη του. Υποστήριξε, πως ομοίως θα πρέπει να αποτιμηθεί ως ελαφρυντικό και το γεγονός πως ο κατηγορούμενος είχε καταναλώσει και αλκοόλ πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος και τούτο επειδή, κατά τη νομολογία μας, ο βαθμός που η μέθη αμβλύνει τον αυτοέλεγχο και επιφέρει χαλαρότητα, επιδρά στις πράξεις του παραβάτη. Πρότεινε προσέτι, πως ο κατηγορούμενος δικαιούται σε ανάλογη ποινολογική μεταχείριση εξαιτίας και των προβλημάτων ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζει, αλλά πολύ περισσότερο, λόγω του νεαρού της ηλικίας του και αυτό, επειδή «.ένας νεαρός παραβάτης μπορεί να θεωρηθεί λιγότερο υπεύθυνος για την συμπεριφορά του παρά ένας ενήλικας γιατί πολύ πιο εύκολα επηρεάζεται, παρασύρεται και έχει πιο λίγο ανεπτυγμένη την ικανότητα του για αυτοέλεγχο». Σε σχέση με τις οικογενειακές και προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου - όπως αναφέρονται στην Έκθεση Κοινωνικής Έρευνας που ετοιμάστηκε για τους παρόντες σκοπούς - σημειώνουμε πως ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 17 ετών και 9 μηνών (έχοντας γεννηθεί στις 23.9.97, στη Λάρνακα). Προέρχεται από συγκροτημένη οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι ο μικρότερος σε σειρά από τα τρία παιδιά της οικογένειας. Ο πατέρας του (62 ετών σήμερα), κατάγεται από την Πάφο και προέρχεται από πολυμελή, φτωχή οικογένεια. Είναι απόφοιτος Βουλγαρικού Πανεπιστημίου στον κλάδο των οικονομικών και τα τελευταία 20 περίπου έτη διατηρεί δική του επιχείρηση μονωτικών υλικών. Η μητέρα (56 ετών σήμερα), κατάγεται από τη Λάρνακα και προέρχεται από οικογένεια μέτριας κοινωνικοοικονομικής κατάστασης. Είναι πτυχιούχος νηπιαγωγός Βουλγαρικού Πανεπιστημίου. Ενάσκησε το επάγγελμα της νηπιαγωγού για 20 περίπου έτη. Ακολούθως, εργάστηκε ως υπεύθυνη σε βιβλιοπωλείο και τα τελευταία 5 έτη δηλώνει άνεργη. Η αδελφή του (ηλικίας 33 ετών σήμερα), είναι άγαμη, εργάζεται ως ηθοποιός και ζει στην Επαρχία Λάρνακας. Ο αδελφός του (ηλικίας 30 ετών σήμερα), είναι άγαμος, ηθοποιός και ζει με τους γονείς του στην πατρική οικία στη Λάρνακα. Οι σχέσεις του κατηγορούμενου με τους γονείς και τα αδέλφια του είναι πολύ ικανοποιητικές. Η οικογένεια του, ενδιαφέρεται γι' αυτόν. Κατά την κράτηση του στις Κεντρικές Φυλακές, τα μέλη της οικογένειας του τον επισκέπτονται πολύ συχνά και αποτελούν ηθικό και οικονομικό στήριγμα για τον ίδιο. Ο κατηγορούμενος φοίτησε μέχρι τη Β΄ Τάξη Γυμνασίου και έπειτα εγκατέλειψε το σχολείο λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος και παραβατικής συμπεριφοράς. Κατά την εφηβική του ηλικία, εργάστηκε για μικρό χρονικό διάστημα στις οικοδομές, παρουσιάζοντας όμως επαγγελματική αστάθεια. Ενώ έτυχε κατάλληλης στήριξης, καθοδήγησης και συναισθηματικής κάλυψης από τους γονείς του, από μικρή ηλικία ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά εμπλεκόμενος σε κλοπές, ληστείες, καυγάδες και εμπρησμούς. Άρχισε τη χρήση εξαρτησιογόνων ουσιών από την ηλικία των 12 ετών. Αρκετές φορές, λόγω επιδείνωσης της ψυχικής του υγείας, γινόταν απειλητικός και επιθετικός προς τα μέλη της οικογένειας του. Η συνεργασία του στο παρελθόν με ειδικούς, για σκοπούς απεξάρτησης του από τα ναρκωτικά, δεν επέφερε θετικά αποτελέσματα. Κατά την κράτηση του στο Τμήμα Φυλακών, παρακολουθείται από Ψυχίατρο. Αξιολογήσαμε κάθε τι που τέθηκε ενώπιον μας από τον δικηγόρο του κατηγορούμενου λαμβάνοντας υπόψη και το περιεχόμενο της Έκθεσης Κοινωνικής Έρευνας, στην πλήρη έκταση της. Αναμφιβόλως, το αδίκημα της ανθρωποκτονίας αποτελεί ένα ιδιαίτερα σοβαρό έγκλημα όχι μόνο λόγω της ανώτατης προβλεπόμενης ποινής της διά βίου φυλάκισης αλλά και της φύσης και συμπεριφοράς που τούτο προσδιορίζει, αφού παραδεκτώς, η ανθρώπινη ζωή αποτελεί το πολυτιμότερο αγαθό και τυγχάνει πρωταρχικής προστασίας από ευνομούμενες κοινωνίες όπως η Κυπριακή Δημοκρατία. Τούτη η σοβαρότητα, μαζί με την πολύ ανησυχητική συχνότητα διάπραξης του επίδικου κακουργήματος αλλά και άλλων ιδιαζόντως σοβαρών αδικημάτων κατά της ζωής και του προσώπου - τέτοιου είδους εγκλήματα συχνά είναι που τίθενται (με αδιάπτωτα αυξανόμενη συχνότητα), ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λάρνακας/Αμμοχώστου από το Σεπτέμβριο 2013 και μιλούμε πάντοτε για εκείνα στα οποία δηλώθηκε παραδοχή ή προέκυψε καταδίκη μετά από ακρόαση - σε συνδυασμό με την κοινωνική απαξία που τα χαρακτηρίζει, καλεί αναντιρρήτως στην επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Βεβαίως, το δικαστικό καθήκον για εξατομίκευση της ποινής ουδόλως μειώνεται ή ατονεί και τούτο βάσει της πάγιας και καλώς εμπεδωμένης αρχής πως ακόμη και στα σοβαρότερα των αδικημάτων όπου δεν προβλέπεται η επιβολή αναγκαστικής ποινής, το δικαστήριο οφείλει - και έτσι πράξαμε κι εμείς - να προσεγγίζει την κάθε περίπτωση στη βάση των δικών της γεγονότων και τον καθένα κατηγορούμενο αναλόγως των περιστάσεων του. Τούτη όμως η διεργασία εξατομίκευσης, δεν σημαίνει πως θα πρέπει ταυτοχρόνως να υπερακοντίζει και το έτερο δικαστικό καθήκον για επιβολή της αρμόζουσας υπό τις περιστάσεις τιμωρίας. Επιβάλλεται, επομένως, προσεκτική και μικροσκοπική στάθμιση των πραγμάτων στην κάθε περίπτωση (βλ. γενικώς, Μαυρόλουκα v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 212/13, ημ. 5.2.15). Λαμβάνουμε υπόψη για σκοπούς επιμέτρησης της ποινής - πέραν των άλλων θεωρήσεων και ελαφρυντικών που αναπτύσσουμε πιο κάτω - την άμεση παραδοχή του κατηγορούμενου στους ανακριτές και ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικώς με τη θανάτωση του θύματος, την εξ υπαρχής επιθυμία του να παραδεχτεί το κακούργημα της ανθρωποκτονίας κατά τη δίκη, την απολογία και μεταμέλεια του, τις οικογενειακές και προσωπικές του περιστάσεις, τα οικονομικά του προβλήματα, το χαμηλό του μορφωτικό επίπεδο και τις επιπτώσεις της καταδίκης και ποινής του στον ίδιο και στην οικογένεια του, μη παραβλεπομένων των δυσχερειών που θα προκύψουν για τον ίδιο ως εκ του ενδεχόμενου εγκλεισμού του στις Κεντρικές Φυλακές και του νεαρού της ηλικίας του αλλά και της εξάρτησης του από τα ναρκωτικά (ψυχοδραστικές ουσίες). Μας απασχόλησε πολύ, όπως και τον κ. Πολυχρόνη, αλλά και την Κατηγορούσα Αρχή - και πρεπόντως φυσικά - το νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου. Η νομολογία μας είναι με διαχρονική σταθερότητα και αισθαντικότητα - σε σύμπνοια με το πνεύμα και φιλοσοφία των προνοιών της Σύμβασης Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού 1989 - που προσεγγίζει τη μεταχείριση νεαρών παραβατών, ακόμη και στα σοβαρότερα των εγκλημάτων (βλ. γενικώς, G M Pikis, Sentencing in Cyprus: Sentencing Revisited, 2η Έκδ., 2007, σελ. 88-90). Αποτελεί δεδομένο για εμάς (και δεσμευτική παράμετρο), πως βάσει του Άρθρου 3.1 της Σύμβασης Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού 1989, σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν στα παιδιά (δηλαδή κάτω των 18 ετών) «.είτε πρόκειται για ενέργεια των δημόσιων ή των ιδιωτικών οργανισμών κοινωνικής ευημερίας, των δικαστηρίων, των διοικητικών αρχών είτε για ενέργεια των νομοθετικών οργάνων, πρέπει πρωτίστως να λαμβάνεται υπ' όψη το συμφέρον του παιδιού» και ότι (κατά τα προνοούμενα στο Άρθρο 37(α) της Σύμβασης), κανένα παιδί δεν πρέπει να υποβάλλεται σε «.σκληρές, απάνθρωπες ή εξευτελιστικές τιμωρίες ή μεταχείριση...», η δε φυλάκιση ενός παιδιού (ως διατυπώνεται στο Άρθρο 37(β) της Σύμβασης) «.πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο και να χρησιμοποιείται μόνο ως μέτρο έσχατης ανάγκης και να είναι όσο το δυνατό σύντομης διάρκειας» και ότι (σύμφωνα με το Άρθρο 37(γ) της ίδιας Σύμβασης), κάθε παιδί «.που στερείται την ελευθερία πρέπει να τυγχάνει ανθρωπιστικής μεταχείρισης και με τον οφειλόμενο στην αξιοπρέπεια του ανθρώπου σεβασμό, και κατά τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των προσώπων της ηλικίας του. Ιδιαίτερα, κάθε παιδί που στερείται της ελευθερίας του θα πρέπει να χωρίζεται από τους ενήλικες, εκτός αν κρίνεται ότι είναι προτιμότερο να μή γίνει αυτό για το υπέρτατο συμφέρον του παιδιού.». Επιπροσθέτως, σύμφωνα με το Άρθρο 40.1 της Σύμβασης Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού 1989, σε κάθε παιδί που καταδικάζεται για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, αναγνωρίζεται «.το δικαίωμα σε μια μεταχείριση που να είναι τέτοιας φύσης ώστε να ευνοεί το αίσθημα αξιοπρέπειάς του και προσωπικής αξίας, που να ενισχύει το σεβασμό του για τα δικαιώματα του ανθρώπου και τις θεμελιώδεις ελευθερίες των άλλων, και που να λαμβάνει υπόψη την ηλικία του, καθώς και την ανάγκη να διευκολύνει την επανένταξή του στην κοινωνία και να το κάνει να αναλάβει ένα εποικοδομητικό ρόλο στα πλαίσια αυτής». Ο κατηγορούμενος είναι σήμερα ηλικίας 17 ετών και 9 μηνών. Όταν διέπραττε το κακούργημα, ήταν ηλικίας 17 ετών και ενός μηνός. Πιστώνουμε τον κατηγορούμενο με (το βαρύνων εδώ), ελαφρυντικό στοιχείο του νεαρού της ηλικίας και με τα όσα άλλα εγγενώς είναι που προκύπτουν μέσα από το φάσμα αυτό (βλ. κατ' αναλογίαν, DPP v Camplin
(1978)2 All ER 168). Εν σχέσει με τα ψυχολογικά προβλήματα του κατηγορούμενου, αξιολογήσαμε προσηκόντως όλα όσα ανέφερε σχετικώς ο ευπαίδευτος συνήγορος του, στο βαθμό που τούτα δεν συγκρούονται με αντίστοιχα ευρήματα στα οποία προβήκαμε στο πλαίσιο της ετυμηγορίας και τα οποία συσταθμίσαμε για ό,τι εδώ ενδείκνυται προς όφελος του κατηγορούμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυραντωνίου v Δημοκρατίας
(2012)2 ΑΑΔ 333, 341-342). Δεν παραβλέψαμε πως ο κατηγορούμενος, παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, είναι χρόνιος χρήστης ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών). Η χρήση όμως των ουσιών αυτών και η εξάρτηση του κατηγορούμενου, δεν επέδρασε στην κρίση του κατά τους κρίσιμους χρόνους τέλεσης του επίδικου εγκλήματος και επί αυτής της θεματικής εντρυφήσαμε στην ετυμηγορία με αναφορά και σε όσα περιστοίχισαν τη διάπραξη του κακουργήματος αλλά και τη σπουδή που τούτος επέδειξε προσπαθώντας να καλύψει τα ίχνη του και να αποσυνδεθεί από τη θανάτωση του Μιχάλη Μηνά, με τρόπο (και τούτο) ενδεικτικό του κυρίαρχου των πράξεων του και του αυτοελέγχου που τον χαρακτήριζε στο δεδομένο χρόνο. Μολαταύτα, ο κατηγορούμενος δικαιούται σε αποτίμηση του στοιχείου της χρήσης ναρκωτικών και της εξάρτησης του σε αυτά, μέχρι του βαθμού που τούτο δεν αντιμάχεται των ήδη διατυπωθέντων ευρημάτων μας περί ανυπαρξίας ή μη απόδειξης αντίστοιχων υπερασπίσεων που προβλήθηκαν από μέρους του κατά τη δίκη (βλ. A. Ashworth, Sentencing and Criminal Justice, 4η έκδ. 2005, σελ. 162). Σε ό,τι αφορά στην κατανάλωση αλκοόλ από τον κατηγορούμενο (υπό τις συνθήκες και περιστάσεις που περιγράψαμε στην ετυμηγορία), δεν συμφωνούμε με τον κ. Πολυχρόνη πως η παρούσα περίπτωση αφορά σε μέθη του κατηγορούμενου κατά τους κρίσιμους χρόνους ώστε να εντάσσεται η περίπτωση στο πλαίσιο της νομολογίας που ο ευπαίδευτος συνήγορος παρέπεμψε και συζήτησε, όπως για παράδειγμα την Pernell και Άλλων v Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 417, 435. Πουθενά στη μαρτυρία που κρίναμε ως αξιόπιστη - ή ακόμη (χάριν συζήτησης), στην ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου - δεν υπήρξε ισχυρισμός πως τούτος ήταν μεθυσμένος κατά την τέλεση του εγκλήματος, και εναργής θα πρέπει να είναι (κατά κοινή λογική), η διαφορά μεταξύ κατανάλωσης αλκοόλ και μέθης. Κατά συνέπεια, το στοιχείο της κατανάλωσης αλκοόλ από τον κατηγορούμενο (στο βαθμό που διαφέρει από τη μέθη), χρήζει στάθμισης - και έτσι το ζυγιάσαμε - κατά το ίδιο πάντοτε σκεπτικό και προσέγγιση που υιοθετήσαμε σε σχέση με τη χρήση ναρκωτικών από τον κατηγορούμενο και την εξάρτηση του από αυτά. Περαιτέρω, εκτιμούμε προς όφελος του κατηγορούμενου τη γενικότερη κατάσταση συναισθηματικής έντασης και φόρτισης στην οποία βρισκόταν κατά την κρίσιμη περίοδο πριν από τη διάπραξη του εγκλήματος, είτε τούτη εκπορευόταν από τη χρήση ναρκωτικών (ψυχοδραστικών ουσιών) είτε αλκοόλ (ή από συνδυασμό των δύο), είτε από τα ψυχολογικά του προβλήματα και τη γενικότερη αντικοινωνική του συμπεριφορά (και πάλι, εννοείται, υπό την αίρεση των ευρημάτων μας στην απόφαση). Αναφορικώς με τον ψόγο που απόδωσε ο κ. Πολυχρόνης στο «.σύστημα αντιμετώπισης νεαρών παραβατών, σε όλα τα στάδια και ιδιαίτερα [σ]το στάδιο της σωφρονιστικής αντιμετώπισης τους όταν αντιμετωπίζουν ποινή αποστερητικής της ελευθερίας», οφείλουμε να πούμε πως τα παράπονα του συνηγόρου, όσο και αν θα μπορούσαν ίσως να αποτελέσουν βάση για πρόσθετο προβληματισμό στο κατάλληλο επίπεδο, διόλου δεν συνδέθηκαν με ό,τι εδώ ενδιαφέρει από πλευράς παρούσας ποινολογικής μεταχείρισης του κατηγορούμενου. Η αναφορά του δικηγόρου πως ενώ ο κατηγορούμενος κρατείτο ως υπόδικος σε ακατάλληλο για ανήλικους παραβάτες χώρο (στο πλαίσιο ποινικής υπόθεσης), με παρεπόμενο διάφοροι «.επιτήδειοι, ενήλικες, βαρυποινίτες άτομα του υπόκοσμου.» να τον οδηγήσουν «.σε ένα ακόμα βήμα προς το κατήφορο που είχε ήδη ξεκινήσει γι' αυτόν», παρέμεινε δίχως μαρτυρική υποστήριξη και ούτε αποτέλεσε ποτέ (δεν μπορεί να παραγνωριστεί), έκφανση που προτάχθηκε από τον κατηγορούμενο στην ανώμοτη του δήλωση ή, έστω, διά αντεξέτασης σε οποιονδήποτε μάρτυρα κατηγορίας. Δεδομένης όμως της απουσίας αμφισβήτησης από την Κατηγορούσα Αρχή σε ό,τι τώρα συζητούμε με αναφορά στην πτυχή αυτή - και τούτο ισχύει για όσα αναφέρονται και στη Δημόσια Παρέμβαση της Επιτρόπου Προστασίας των Δικαιωμάτων του Παιδιού (βλ. Έγγραφο Β) - έχουμε καθήκον να επιμετρήσουμε και τούτο τον παράγοντα (και έτσι πράξαμε), προς όφελος του κατηγορούμενου, κατά τα πρότυπα παρόμοιας προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Οικονομίδης v Δημοκρατίας
(2007)2 ΑΑΔ 100, 123. Αναφορικώς με την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου, υπογραμμίζουμε πως τούτη υπέχει κάποιας συνάφειας με το επίδικο κακούργημα (ιδιαίτερα αυτό της ληστείας με τη χρήση βίας) και ως εκ τούτου θα τη συνυπολογίσουμε δεόντως κατά την επιμέτρηση της ποινής (βλ. G M Pikis, Sentencing In Cyprus: Sentencing Revisited, 2η έκδ., 2007, σελ. 59-62), όπως θα πράξουμε και σε σχέση με τις υπόλοιπες κατηγορίες στις οποίες του επιβλήθηκε ποινή ή που λήφθηκαν υπόψη (και που δεν σταχυολογούνται ως απολύτως σχετικές με το εδώ επίδικο κακούργημα), ως ένδειξη της ευρύτερης στάσης και σεβασμού τού κατηγορούμενου προς τους Νόμους της Πολιτείας (βλ. κατ' αναλογίαν, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας v Ματθαίου, άλλως Μαλέγκου
(1994)2 ΑΑΔ 1, 8-9). Προσεγγίζοντας το ζήτημα της προηγούμενης καταδίκης και έχοντας υπόψη κάποιες επισημάνσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στη Γεωργίου άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 565, 569-571 και στην Παναγιώτου (Αντάρτης) ν Δημοκρατίας
(1997)2 ΑΑΔ 138, 142-143), υπογραμμίζουμε πως σε καμιά περίπτωση δεν πέρασε από το μυαλό μας ότι η προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου θα μπορούσε ποτέ να προταχθεί ώστε να οδηγήσει τον τελευταίο να σχηματίσει την εντύπωση πως τιμωρείται δεύτερη φορά για αδικήματα για τα οποία έχει ήδη τιμωρηθεί, ή ότι η προηγούμενη του καταδίκη υπολογίζεται ως επιβαρυντικό στοιχείο ώστε να απολήξει σε επιβολή ποινής πέραν εκείνης που απαιτεί η σοβαρότητα των γεγονότων της παρούσας υπόθεσης, λαμβανομένης υπόψη μάλιστα και της ακόμη νεαρότερης ηλικίας στην οποία βρισκόταν κατά τους τότε επίδικους και κρίσιμους χρόνους (δηλαδή μεταξύ 14 ετών και 2 μηνών και 16 ετών και 9 μηνών). Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε πως ο κατηγορούμενος διέπραξε το επίδικο κακούργημα λίγους μήνες μετά την επιβολή σε αυτόν τριετούς ποινής φυλάκισης με αναστολή για τα κακουργήματα της ληστείας και του εμπρησμού (μεταξύ άλλων εγκλημάτων), με τη διαγωγή του αυτή να φανερώνει εκ των πραγμάτων άτομο με ροπή προς το σοβαρό έγκλημα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου άλλως Άθως v Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 171, 186). Σχετικώς με τη μεταχείριση κατηγορουμένων σε παρόμοιας φύσης υποθέσεις, προσεγγίσαμε τη σχετική νομολογία γνωρίζοντας πως το Ανώτατο Δικαστήριο (διά του Νικήτα, Δ.), σημείωσε τα ακόλουθα, κατ' αναλογίαν σχετικά, στη Μιχαήλ ν Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123, 130-131, τα οποία είχαμε συνεχώς κατά νουν - όπως και το ότι (ως υπέδειξε ο Ναθαναήλ, Δ.), «. ουδέποτε κατά την επιμέτρηση της ποινής είναι δυνατόν να αντληθεί άμεση βοήθεια από προηγούμενες αποφάσεις λόγω των ιδιαίτερων γεγονότων της κάθε υπόθεσης .» (βλ. LCA Domiki Ltd v RKA Kikkos Developers Ltd και Άλλου, Ποιν. Έφ. 116/2011, ημ. 17.3.15) - : «Οι προηγούμενες υποθέσεις δεν παρέχουν πάντοτε ασφαλή καθοδήγηση. Ο λόγος γι αυτό είναι ότι, παρόλο που μπορεί να παρουσιάζουν ένα ή περισσότερα κοινά χαρακτηριστικά εντούτοις, συχνά, δεν υπάρχει η ταυτοσημία στο βαθμό που θα ήταν σωστό να προοιωνίζεται η ίδια ποινή για κατοπινές υποθέσεις. Η μεγαλύτερη ίσως χρησιμότητα του δικαστικού προηγούμενου στον τομέα αυτό έγκειται στον εντοπισμό των περιστάσεων που θεωρήθηκαν ως ελαφρυντικές ή επιβαρυντικές. Στη Βρετανία επικράτησε η πρακτική να παρέχονται από καιρού εις καιρόν κατευθυντήριες γραμμές σε συμπυκνωμένη μορφή σχετικά με τη φύση και το εύρος των ποινών. Τα σεξουαλικά αδικήματα δεν αποτελούν εξαίρεση: βλ. π.χ. R. ν. Billam [1986] 1 All E.R. 985. Όντως, όπου διαφαίνεται η τάση, πάνω σε στέρεες βάσεις, μπορεί να διαμορφωθεί ένα είδος ταρίφας. Όμως δεν μπορεί να οδηγεί σε αποστέωση της εξουσίας του δικαστηρίου μπροστά στη ζωντανή πραγματικότητα που εμφανίζει κάθε υπόθεση με τις ιδιαιτερότητες της. Αυτό δεν σημαίνει ότι δε θα ισχύσει η διατίμηση, όπου υπάρχουν ουσιαστικές ομοιότητες. Χρειάζεται όμως προσοχή γιατί, παρόλο που τα ανθρώπινα επαναλαμβάνονται, είναι ανιχνεύσιμες διαφορές και λεπτομέρειες που προσδίδουν στο προηγούμενο άλλη, διαφοροποιημένη, διάσταση. Τα λέγουμε αυτά όχι για να μειώσουμε την μεγάλη προσπάθεια του συνηγόρου, να μας ενημερώσει για κάθε τι σχετικό, αλλά για να θέσουμε τις παραμέτρους της χρήσιμης καταφυγής στο προηγούμενο». Επί ενός γενικότερου επιπέδου ανάλυσης, χρήζει επισήμανσης πως στην Ονησίλλου v Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 584, τονίστηκε πως το έγκλημα της ανθρωποκτονίας καλύπτει ένα ευρύ φάσμα εγκληματικής συμπεριφοράς και ότι κατ' ακολουθίαν, δεν είναι ευχερής ο καθορισμός τιμωρητικού πλαισίου, έστω και μέσα σε πλατιά όρια. Όπου όμως το έγκλημα αυτό είναι το αποτέλεσμα ηθελημένης παράνομης πράξης (όπως στην προκειμένη περίπτωση), δικαιολογείται η επιβολή πολύχρονης ποινής φυλάκισης. Στη Lemonas v The Republic
(1986)2 CLR 25, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης διά βίου που είχε επιβληθεί πρωτοδίκως στον δεκαεννιάχρονο κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή) για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Ο κατηγορούμενος βαρυνόταν με προηγούμενες καταδίκες στις οποίες του είχαν επιβληθεί ποινές φυλάκισης. Τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ήσαν σοβαρότερα από αυτά στην παρούσα περίπτωση - και το λέμε αυτό με κάθε σεβασμό προς το θύμα Μιχάλη Μηνά - έχοντας χαρακτηρισθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ως ειδεχθή, επειδή ο κατηγορούμενος, μετά που είχε απαγάγει το θύμα, προσπάθησε να το βιάσει μαχαιρώνοντας το ακολούθως κατ' επανάληψιν σε διαμέρισμα στην Πάφο. Στην Τσιάκκας v Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 349, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε ποινή φυλάκισης 15 ετών (χαρακτηρίζοντας την ως επιεική), που είχε επιβληθεί στον ηλικίας 20 ετών κατηγορούμενο (μετά από παραδοχή και διεξαγωγή δίκης σύμφωνα με τις αρχές Newton). Ο κατηγορούμενος εισήλθε παρανόμως στην οικία του καλύτερου του φίλου όταν αυτός απουσίαζε και μαχαίρωσε το θύμα (σύζυγο του φίλου του), επιφέροντας σε αυτήν δεκατέσσερα τραύματα σε διάφορα μέρη του σώματος. Στην Pernell και Άλλων v Κυπριακής Δημοκρατίας (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 417, το Ανώτατο Δικαστήριο αντικατέστησε με ποινή φυλάκισης 25 ετών τη διά βίου φυλάκιση που είχε πρωτοδίκως επιβληθεί στους νεαρούς κατηγορούμενους (23-26 ετών) - μετά από ακροαματική διαδικασία - για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, λαμβάνοντας υπόψη ανάμεσα σε άλλους παράγοντες, το λευκό τους ποινικό μητρώο και την κατάσταση μέθης στην οποία βρισκόντουσαν κατά το χρόνο διάπραξης του κακουργήματος, τα γεγονότα του οποίου ήσαν σοβαρότερα από αυτά που περιστοιχίζουν την παρούσα περίπτωση καθότι χαρακτηρίζονταν από ιδιαίτερη βαναυσότητα. Οι κατηγορούμενοι, αφού απήγαγαν τη νεαρή αλλοδαπή τουρίστρια και προσπάθησαν να την βιάσουν, την κτύπησαν βίαια με φτυάρι συνολικώς 15 φορές σε διάφορα μέρη του σώματος της, με ένα από αυτά τα κτυπήματα να διαμελίζει σχεδόν στα δύο το πρόσωπο της. Έχουμε ήδη υπογραμμίσει (με αναφορά στη Σύμβαση Περί των Δικαιωμάτων του Παιδιού 1989), πως σημαίνουσα ποινολογική στόχευση σε υποθέσεις που αφορούν σε ανήλικους εγκληματίες είναι η αναμόρφωση και υποβοήθηση τους κατά την (όσο το δυνατό μικρότερη υπό τις περιστάσεις παραμονή τους στη φυλακή ή σε άλλο χώρο κράτησης), να καταστούν (στην έκταση που τούτο είναι εφικτό), καλοί και νομοταγείς πολίτες με την επιστροφή και επανένταξη τους στο κοινωνικό σύνολο. Η αναγκαιότητα όμως για αναμόρφωση δεν εξοβελίζει και τις υπόλοιπες στοχεύσεις της επιβολής ποινής, που αφορούν στην ειδική και γενική αποτροπή και στην προστασία του κοινωνικού συνόλου από συμπεριφορές όπως αυτές του κατηγορούμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Tryphona alias Aloupos v The Republic
(1961)CLR 246, 250). Το νεαρό της ηλικίας - καίτοι διάσταση άκρως υπολογίσιμη - δεν αποτελεί πάντοτε ασπίδα στην αυστηρή μεταχείριση ενός κατηγορούμενου εκεί όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο λόγω της φύσης, των συνθηκών και της σοβαρότητας του εγκλήματος που ο τελευταίος διέπραξε (βλ. κατ' αναλογίαν, Φραντζίδης v Αστυνομίας
(2002)2 ΑΑΔ 77, 79, R v Dodds
(1996)The Times 28 January 1997). Ο κατηγορούμενος Αλέξης Αναστασίου επέδειξε θράσος και ασέβεια στα δικαιώματα του θύματος. Ενώ τελούσε υπό καθεστώς ποινής φυλάκισης με τριετή αναστολή και έχοντας πάρει μια δεύτερη ευκαιρία από το σύστημα που σήμερα ψέγει με τρόπο ισοπεδωτικό, αφαίρεσε αδικαιολόγητα και για ευτελή κίνητρα τη ζωή από ένα νεαρό πρόσωπο όπως ήταν (ο πρώην φίλος του) Μιχάλης Μηνά, που είχε και αυτός δικαιώματα σε αυτή την κοινωνία και που αποτελεί το πραγματικό θύμα σε τούτη την υπόθεση (ας μην το λησμονεί κανείς). Είχε και ο Μιχάλης Μηνά όνειρα (όπως φανταζόμαστε και ο κατηγορούμενος και οι γονείς του), οι οποίοι όμως, σε αντίθεση με τον Μιχάλη Μηνά και τους δικούς του γονείς (και αυτούς που τον αγαπούν), δεν θα μπορέσουν ποτέ να τα υλοποιήσουν ή να τα δουν να υλοποιούνται, όσο αργά και αν ήταν να γίνει τούτο, και αυτό, επειδή, καθόρισε τα πράγματα αλλιώς ο νεαρός κατηγορούμενος, που σκότωσε τον Μιχάλη Μηνά απρόκλητα, με τον τρόπο που περιγράψαμε στην απόφαση - και που ισοδυναμεί με ηθελημένη ανθρωποκτονία - εγκαταλείποντας τον στην τύχη του και αιμόφυρτο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας Isavella Court. Συνεκτιμώντας όλα τα πιο πάνω και έχοντας υπόψη τις συνθήκες διάπραξης του κακουργήματος στο οποίο καταδικάστηκε ο κατηγορούμενος, κρίνουμε πως η μόνη ενδεικνυόμενη ποινή είναι αναποφεύκτως (και κατ΄ έσχατον μέτρον), αυτή της φυλάκισης του. Σταθμίζοντας τα πράγματα και προσπαθώντας να εξισορροπήσουμε ό,τι είναι που πρέπει να εξισορροπηθεί υπό τις περιστάσεις, επιβάλλουμε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 17 ετών. Ενόψει του είδους και έκτασης της ποινής που μόλις έχουμε επιβάλει και με κατά νουν την αρχή της συνολικότητας της ποινής, δεν θεωρούμε ορθό και πρόσφορο να ενεργοποιήσουμε την τριετή ποινή φυλάκισης με αναστολή που είχε επιβληθεί στον κατηγορούμενο στις 29.3.13 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας για τα κακουργήματα της ληστείας και του εμπρησμού (βλ. κατ' αναλογίαν, Jamas v Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 213/11, ημ. 14.1.13, Σύμκασης v Αστυνομίας
(1993)2 ΑΑΔ 1, 7-8). Ο χρόνος που ο κατηγορούμενος τέλεσε σε προφυλάκιση στην παρούσα υπόθεση, να συνυπολογιστεί βάσει του άρθρου 117
(1)του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Το ποσό των εξόδων €220, να καταβληθούν από την Δημοκρατία. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Γ. Κυριακίδου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο