← Κύπρος

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ άλλως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LT

ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ άλλως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 20025/2012, 7/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B122 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 20025/2012 Μεταξύ: ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΠΑΡΑΓΩΓΩΝ ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΘΕΣΕΩΣ ΓΕΩΡΓΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ (ΣΕΔΙΓΕΠ) ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ άλλως ΣΕΔΙΓΕΠ ΛΥΣΗΣ ΛΤΔ, εκ Λάρνακος και 1. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD, εκ Λευκωσίας 2. ΜΙΧΑΛΗ ΖΙΤΤΗ, εκ Λευκωσίας Κατηγορουμένων 7 Αυγούστου, 2015. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται ο κ. Α. Αργυρού με τον κ. Χ. Δημητρίου Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Α. Ε. Πλουτάρχου Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως οι εκδότες ακάλυπτων επιταγών, ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο συνεργός αυτών (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Επίδικες είναι 12 επιταγές οι οποιές εξεδώθηκαν επί του τραπεζικού οργανισμού «Marfin Laiki Bank», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 004-11-026410 («ο τραπεζικός λογαριασμός»), του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 1. Ως δικαιούχοι των επιταγών παρουσιάζονται οι παραπονούμενοι. Η 1η, η 9η έως και την 11η κατηγορία αφορούν στο αδίκημα της ανάκλησης επιταγής χωρίς εύλογη αιτία (άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154). Αντίστοιχα αντικείμενα των κατηγοριών αυτών αποτελούν η επιταγή υπ' αριθμόν 07243862, για το ποσόν των €43.366, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 31.3.2010 (τεκμήριο 1- 1η κατηγορία), η επιταγή υπ' αριθμόν 00644022, για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 14.3.2010 (τεκμήριο 9- 9η κατηγορία), η επιταγή υπ' αριθμόν 00644023 για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 22.3.2010 (τεκμήριο 10- 10η κατηγορία) και η επιταγή υπ' αριθμόν 00644024 για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 28.3.2010 (τεκμήριο 11- 11η κατηγορία). Η 2η έως και την 8η και η 12η κατηγορία αφορούν στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είτε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός δεν διέθετε επαρκή υπόλοιπα είτε γιατί αυτός παγοποιήθηκε και εισήχθηκε στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (Κ.Α.Π) (άρθρο 305
(1)του Κεφ. 154). Αντίστοιχα αντικείμενα των κατηγοριών αυτών αποτελούν η επιταγή υπ' αριθμόν 03643954 για το ποσόν των €18.563,50, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 31.3.2010 (τεκμήριο 2 - 2η κατηγορία),η επιταγή υπ' αριθμόν 00644025 για το ποσόν των €9.281,80 η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 7.4.2010 (τεκμήριο 3 - 3η κατηγορία), η επιταγή υπ' αριθμόν 07243863 για το ποσόν των €43.366, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 30.4.2010 (τεκμήριο 4 - 4η κατηγορία), η επιταγή υπ. αριθμόν 07243864 για το ποσόν των €43.366, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 31.5.2010 (τεκμήριο 5 - 5η κατηγορία), η επιταγή υπ. αριθμόν 07243861 για το ποσόν των €43.366, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 28.2.2010 (τεκμήριο 6 - 6η κατηγορία), η επιταγή υπ. αριθμόν 00644020 για το ποσόν των €9.281,80 η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 28.2.2010 (τεκμήριο 7 - 7η κατηγορία), η επιταγή υπ. αριθμόν 00644021 για το ποσόν των €9.281,80, η οποία ορίζεται πληρωτέα στις 2.3.2010 (τεκμήριο 8 - 8η κατηγορία) και η επιταγή υπ΄ αριθμόν 00643953 για το ποσόν των €18.563,50 η οποία ορίζεται πληρωτέα 30.3.2010 (τεκμήριο 12 - 12η κατηγορία). Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο σημειώνονται τα εξής: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η καθ' οιονδήποτε τρόπον ανάκληση, από τον εκδότη της, της εξόφλησής της πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ΄ όσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του. Ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά επίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθησή του αυτή υπήρξε ειλικρινής και εύλογη υπό τις περιστάσεις, δηλαδή καλόπιστη (N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 και απόφαση στην Ποινική Έφεση ημερ. 18/2012 Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, ημερ. 16.04.2014). Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει πώς ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης. Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Μια επιταγή είναι, ως εκ της φύσεώς της, χρεόγραφο, το οποίο δύναται να μεταβιβαστεί. Κάθε πρόσωπο το οποίο υπογράφει την επιταγή θεωρείται, κατά τεκμήριον, ως μέρος αυτής «για αξία» (άρθρο 30
(1)του περί Συναλλαγματικών Νόμου, Κεφ. 262 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Με άλλα λόγια, η έκδοση μίας επιταγής δηλώνει, κατ' αρχήν, την ύπαρξη νόμιμου ανταλλάγματος. Ο κάτοχος της επιταγής θεωρείται, κατά τεκμήριον, ως κάτοχος κατά τον προσήκοντα τρόπο, δηλ. ότι έδωσε αξιόλογη και καλή αντιπαροχή (άρθρο 30
(2)του Κεφ. 262, Λοίζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 108). Στην πρόσφατη απόφαση Nikiforos Technologies Ltd v. Στυλιανού Γ. Χρήστου (ανωτέρω), ο έντιμος Δικαστής κ. Ναθαναήλ υποδεικνύει τα εξής σχετικώς με τη θέση της επιταγής στις εμπορικές συναλλαγές: « .... Η ποινική .... ευθύνη (εννοείται του εκδότη ακάλυπτης επιταγής) είναι βεβαίως νομοθετική επιλογή και συνάδει με το αξιόγραφο μιας επιταγής, η οποία ισοδυναμεί με μετρητά. Η έκδοση επιταγής είναι κοινή συναλλακτική πρακτική και αποτελεί ένα γρήγορο και αποτελεσματικό μέσο εμπορικής δραστηριότητας. Υπό την προϋπόθεση βεβαίως ότι τιμάται κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα, ώστε να υπάρχει ασφάλεια στις εμπορικές συναλλαγές. Επομένως η ποινικοποίηση της ανάκλησης χωρίς εύλογη αιτία ήρθε να προσθέσει και όχι να αφαιρέσει στην αποτελεσματικότητα της. .....» Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν, μεταξύ άλλων, ο Σταύρος Βασιλειάδης (Μ.Κ.2), ο οποίος, κατά τον ουσιώδη χρόνο, υπήρξε υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Marfin Laiki Bank», και ο Παναγιώτης Χίνης (Μ.Κ.3), αξιωματούχος των παραπονουμένων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας κατετέθηκε και εγγραφή (τεκμήρια 1 έως και 27). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Ο κ. Πλουτάρχου υπέδειξε πώς εφ' όσον δεν έχει προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος έκδοσης των επιταγών, οι οποίες αποτελούν τα αντικείμενα της 2ης έως και την 8η και της 12ης κατηγορίας. (τεκμήρια 2 έως και 8 και 12) δεν έχει στοιχειοθετηθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 302Α
(2)του Κεφ. 154. Επεκαλέσθηκε, προς τούτο, την απόφαση Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου (ανωτέρω). Όσον αφορά στην 1η, την 9η έως και την 11η κατηγορία ο κ. Πλουτάρχου εισηγήθηκε πως δεν απεδείχθηκε η ταυτότητα του προσώπου το οποίο υπέγραψε τις γραπτές εντολές ανάκλησης των επιταγών (τεκμήρια 14 έως και 17). Αντίθετες θέσεις εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ' όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Έχει εξετασθεί η μαρτυρία, την οποίαν επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι, έχει μελετηθεί το κρίσιμο νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο και έχουν ληφθεί υπ' όψιν τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων εισηγήθηκαν δια των αγορεύσεών τους. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ο Παναγιώτης Χίνης (Μ.Κ.3), τον οποίο η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε για να πληροφορήσει για το καθοριστικής σημασίας ζήτημα του χρόνου έκδοσης καθ' ενός από τα τεκμήρια 2 έως και 8 και 12 υπήρξε αντιφατικός και ανακόλουθος. Αρχικώς ο Παναγιώτης Χίνης (Μ.Κ.3) παρεδέχθηκε πως, λόγω της παρόδου μακρού χρόνου, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει, από μνήμης, τον χρόνο αυτό. Όμως, εδήλωσε έτοιμος να το πράξει με την βοήθεια του τεκμηρίου 24, το οποίο αποτελεί κατάσταση λογαριασμού που ετηρούσαν οι παραπονούμενοι εν σχέσει με τις συναλλαγές τους με τους κατηγορουμένους αρ.
  1. Ο μάρτυς ανέφερε πως επειδή ελάμβανε ο ίδιος προσωπικώς όλες τις επιταγές την ημέρα που αυτές εξεδίδοντο από τους κατηγορουμένους αρ. 1, δια της υπογραφής του κατηγορουμένου αρ. 2, και επειδή ο ίδιος τις παρέδιδε αυθημερόν στο λογιστήριο των παραπονουμένων και κατεγράφετο αμέσως η σχετική σημείωση στο τεκμήριο 24, το έγγραφο αυτό αποτελεί αξιόπιστη πηγή πληροφόρησης για τους κρίσιμους χρόνους έκδοσης καθ΄ ενός από τα τεκμήρια 2 έως καί 8 καί
  2. Έτσι, συμβουλευόμενος το τεκμήριο 24, ο μάρτυς, κατά τη κυρίως εξέτασή του, προσδιόρισε τους χρόνους έκδοσης των τεκμηρίων 2 έως και 8 και 12 ως εξής: Το τεκμήριο 2 εξεδώθηκε στις 31.3.2010, το τεκμήριο 3 εξεδώθηκε στις 9.2.2010, το τεκμήριο 4 εξεδώθηκε στις 9.2.2010, το τεκμήριο 5 εξεδώθηκε στις 17.5.2010, το τεκμήριο 6 εξεδώθηκε στις 9.2.2010, το τεκμήριο 7 εξεδώθηκε στις 12.2.2010, το τεκμήριο 8 εξεδώθηκε στις 11.2.2010 και το τεκμήριο 12 εξεδώθηκε στις 30.3.
  3. Εντούτοις, στις δηλώσεις αυτές ο μάρτυς δεν έμεινε σταθερός. Κατά την αντεξέτασή του, και όταν του υπεδείχθηκαν ότι συγκεκριμένες καταχωρίσεις στο τεκμήριο 24 δεν συμφωνούν με τα όσα αυτός ανέφερε, ως χρόνους έκδοσης των προαναφερθέντων τεκμηρίων, αυτός διαφοροποιήθηκε και δήλωσε τα εξής: Το τεκμήριο 2 εξεδώθηκε 30.3.2010 και όχι 31.3.2010, ως αρχικώς εδήλωσε, το τεκμήριο 4 εξεδώθηκε 17.5.2010 και όχι 9.2.2010, ως αρχικώς εδήλωσε, το τεκμήριο 5 εξεδώθηκε 9.2.2010 και όχι 17.5.2010, ως αρχικώς εδήλωσε, το τεκμήριο 6 εξεδώθηκε 31.3.2010 και όχι 9.2.2010, ως αρχικώς εδήλωσε και το τεκμήριο 7 εξεδώθηκε 9.2.2010 και όχι 12.2.2010, ως αρχικώς εδήλωσε. Επιπλέον της ουσιώδους αυτής αυτοαναίρεσης του Παναγιώτη Χίνη (Μ.Κ.3), σημειώνεται πως το τεκμήριο 24 δεν υποστηρίζει τις δηλώσεις του Παναγιώτη Χίνη (Μ.Κ.3), σύμφωνα με τις οποίες τα τεκμήρια 8 και 12 εξεδώθηκαν στις 11.2.2010 και 30.3.2010, αντιστοίχως. Στο τεκμήριο 24, και έναντι της ημερομηνίας 11.2.2010 δεν υπάρχει καταχωρισμένο ποσόν αντίστοιχο με αυτό του τεκμηρίου 8, δηλαδή €9.281,
  4. Επίσης, στο τεκμήριο 24 δεν υπάρχει καταχώριση ημερ. 30.3.2010.
(2)Ο Στάυρος Βασιλειάδης (Μ.Κ.2), τον οποίο η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε για να πληροφορήσει για την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού κατά την περίοδο από τις 2.1.2009 έως και τις 31.12.2011 (τεκμήριο 13) καθώς και για τη δυνατότητά του να καλύψει τις επίδικες επιταγές εδήλωσε τα εξής: Κατά την προαναφερθείσα περίοδο ο τραπεζικός λογαριασμός ελειτουργούσε με όριο παρατραβήγματος ύψους €300.
  1. Πλην όμως, στην πράξη, ο τραπεζικός λογαριασμός ελειτουργουσε πολύ πέραν του ορίου αυτού. Κατά ακρίβειαν καθ' όλην τη διάρκεια της λειτουργίας του τραπεζικού λογαριασμού εκαλύπτοντο επιταγές παρά την υπέρβαση του ορίου. Αυτό γινόταν με την έγκριση ανωτέρων του. Για παράδειγμα στις 9.10.2009 ο τραπεζικός λογαριασμός επαρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €419.729,73 ενώ το όριο ήταν €300.
  2. Κατά το πλείστον της περιόδου από τις 4.1.2010 έως και τις 31.12.2010 ο τραπεζικός λογαριασμός εκάλυπτε επιταγές παρά τις σημαντικές υπερβάσεις του ορίου του (τεκμήριο 13). Η κάλυψη επιταγών παρά την υπέρβαση του ορίου των €300.000, έγινε και σε χρόνους κατά τους οποίους ο τραπεζικός λογαριασμός είχε παγοποιηθεί και ήταν εισηγμένος στο Κ.Α.Π. Αγνοεί τον λόγον για τον οποίο δεν εκαλήφθηκαν τα τεκμήρια 2 έως και 8 και 12, ενώ εκαλήφθηκαν άλλες επιταγές, παρά το ότι ο τραπεζικός λογαριασμός επαρουσίαζε υπέρβαση του ορίου. Πιθανολογεί πως οι οδηγίες ανωτέρων του για να μην καλυφθούν οι επίδικες επιταγές «οφείλονται και στα προβλήματα την Λαϊκής που άρχισαν να διαφαίνονται».
(3)Η μαρτυρία που Παναγιώτη Χίνη (Μ.Κ.3) και του Σταύρου Βασιλειάδη (Μ.Κ.2) χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις αντιφάσεις και κενά εν σχέσει με γεγονότα συναρτώμενα με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ. 154. Συγκεκριμένα, υπάρχουν αντιφάσεις και κενά όσον αφορά στον ακριβή χρόνο έκδοσης εκάστης των επιταγών, οι οποίες αποτελούν τα αντικείμενα της 2ης έως και την 8η και της 12ης κατηγορίας, καθώς και όσον αφορά στην πραγματική ικανότητα του τραπεζικού λογαριασμού να καλύψει τις επιταγές αυτές κατά τον χρόνο έκδοσή τους. Η υπόδειξη του κ. Πλουτάρχου είναι βάσιμη. Επισημαίνεται πως ο ακριβής χρόνος έκδοσης των επιταγών καθώς και η πραγματική ικανότητα του κρίσιμου τραπεζικού λογαριασμού να τις καλύψει κατά το χρόνο αυτό είναι στοιχεία κρίσιμα για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, των επιταγών και η προς τούτο συνδρομή του κατηγορουμένου αρ. 2 είναι αξιόποινη μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο έκδοσης, είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις τους επάγονται. Εφ΄ όσον ο ακριβής χρόνος έκδοσης των τεκμηρίων 2 έως και 8 και 12, παραμένει άγνωστος και εν όψει μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία, παρά την υπέρβαση του ορίου του τραπεζικού λογαριασμού, εξακολουθούσαν, εντούτοις, να καλύπτονται επιταγές, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων ικανά να πείσουν πως αυτοί εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Με άλλα λόγια, δεν μπορεί να αποδοθεί στους κατηγορουμένους πρόθεση μη πληρωμής των επίδικων επιταγών εξ αιτίας και μόνον του γεγονότος ότι ο τραπεζικός λογαριασμός βρισκόταν σε υπέρβαση, εφ' όσον άλλες επιταγές τους, παρουσιασθείσες για πληρωμή, εκαλύπτοντο. Η μαρτυρία για έκδοση των επιταγών, οι οποίες αποτελούν τα αντικείμενα της 2η έως και την 8η και της 12ης κατηγορίας, και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων ή λόγω παγοποίησης του τραπεζικού λογαριασμού δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο έκδοσής τους, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας.
(4)Αντιθέτως, εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά των παραπονουμένων δημιουργεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 όσον αφορά στην 1η, την 9η έως και την 11η κατηγορία. Υπάρχει μαρτυρία περί της έκδοσης των επιταγών, οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο των κατηγοριών αυτών, υπάρχει μαρτυρία ότι αυτές ανεκλήθησαν πριν από την ημερομηνία που κατέστησαν πληρωτέες και υπάρχει μαρτυρία πως αυτές εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 όσον αφορά στην 2η, την 3η, την 4η, την 5η, την 6η, την 7η, την 8η και την 12η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται όσον αφορά στην 2η, την 3η, την 4η, την 5η, την 6η, την 7η, την 8η και την 12η κατηγορία. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 καλούνται σε απολογία όσον αφορά στην 1η, την 9η, την 10η και την 11η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.