← Κύπρος

Μάρκος Μάρκου ν. Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης και εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας «JOANNI MARMI LTD» κ.α., Υπόθεση αρ.: 19256/2012, 3/8

Μάρκος Μάρκου ν. Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης και εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας «JOANNI MARMI LTD» κ.α., Υπόθεση αρ.: 19256/2012, 3/8/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B116 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 19256/2012 Μάρκος Μάρκου Και

  1. Επίσημος Παραλήπτης ως παραλήπτης και εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας «JOANNI MARMI LTD»
  2. Τάκη Παπαγεωργίου Κατηγορουμένων Ως τροποποιήθηκε με διατάγματα ημερ. 24.04.2013, 24.02.2015 και 26.06.2015 03 Αυγούστου,
  3. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Θεοδούλου για τους κ.κ. Χ. Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται o κ. Χρ. Χριστάκη Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Απόφαση (άρθρο 74

(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ---------------------------------------------------------------------------------- Μετά την απόσυρση και την απόρριψη της 7ης και της 8ης κατηγορίας και την συνακόλουθη αθώωση και απαλλαγή των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 από τις κατηγορίες αυτές, αντιστοίχως, ο παραπονούμενος παρέμεινε να εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1, μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία τους, για αδικήματα παράλειψης καταβολής μισθού, ως αυτά διαγράφονται από τα άρθρα 2, 3, 5, 6, 9, 19 και 20 του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου του 2007 (Ν.35(Ι)/2007, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η, 3η, 5η, 9η, 11η, 15η, 17η και 19η κατηγορία). Αποδίδει σε αυτούς την ιδιότητα των εργοδοτών του. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε να εγκαλεί, επίσης, τον κατηγορούμενο αρ. 2 για συνέργεια στη διάπραξη των αδικημάτων (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) δια της παρακίνησης των κατηγορουμένων αρ. 1 στην διάπραξη των επίδικων αδικημάτων (2η, 4η, 6η, 10η, 12η, 16η, 18η και 20η κατηγορία). Αποδίδει στον κατηγορούμενο αρ. 2 την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων αρ.
  1. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 δεν εμφανίζονται στη διαδικασία και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτούς, προχώρησε σε απόδειξη. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 αρνείται ενοχή και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτόν, οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδείξει την υπόθεσή του κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο παραπονουμένος Μάρκος Μάρκου (Μ.Κ.1) και εκάλεσε, ως δεύτερο μάρτυρα κατηγορίας, τον Πέτρο Χήρα (Μ.Κ.2). Οι μάρτυρες αυτοί επαρουσίασαν και έγγραφη μαρτυρία (τεκμήρια 1 έως και 9). Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την δήλωση και έγκριση των ακολούθων ως παραδεκτών γεγονότων (τεκμήριο 1): « ........
  2. Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης εγγεγραμμένη σύμφωνα με την νομοθεσία της Κυπριακής Δημοκρατίας και κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ασχολείτο και ασχολείται με την επεξεργασία και παραγωγή προϊόντων μαρμάρου, γρανίτη και πέτρας σε διάφορες περιοχές της Κύπρου.
  3. Ο παραπονούμενος Μάρκος Μάρκου εργαζόταν στην κατηγορούμενη 1 από τον Ιανουάριο του 1980 μέχρι και τις 10/09/
  4. Ο κατηγορούμενος 2 από τις 19/11/2010 μέχρι και σήμερα είναι Διευθυντής της κατηγορούμενης αρ. 1 εταιρείας.
  5. Το μέρος του μισθού που δεν καταβλήθηκε από τον εργοδότη στον παραπονούμενο τον μήνα Μάιο 2012 ανέρχεται στα €878,
  6. Ο μισθός του παραπονουμένου ο οποίος δεν καταβλήθηκε από τον εργοδότη για τον μήνα Ιούνιο 2012 για την περίοδο 01.06.2012 - 30.06.2012 ανέρχεται στα €1,607,
  7. Ο μισθός του παραπονουμένου ο οποίος δεν καταβλήθηκε από τον εργοδότη για τον μήνα Ιούλιο 2012 για την περίοδο 01/07/2012 - 20.07.2012 ανέρχεται στα €1,149,
  8. Το ανάλογο ποσό προς το Ταμείο Υγείας το οποίο ο εργοδότης δεν κατέβαλε στον Μάρκο Μάρκου για την περίοδο 01.10.2010 - 20.07.2012 είναι €509,62 παρά το γεγονός ότι το απέκοπτε από τον μισθό του.
  9. Η ανάλογη συνεισφορά προς το Ταμείο Αργειών την οποία ο εργοδότης δεν κατέβαλε στον Μάρκο Μάρκου για την περίοδο 01.10.2010 - 20.07.2012 είναι €5.778,08, παρά το γεγονός ότι το απέκοπτε από τον μισθό του.
  10. Η ανάλογη συνεισφορά προς το Ταμείο Ανάρρωσης την οποίαν ο εργοδότης δεν κατέβαλε στον Μάρκο Μάρκου για την περίοδο 01.10.2010 - 20.07.2012 είναι €265,71, παρά το γεγονός ότι το απέκοπτε από τον μισθό.
  11. Η ανάλογη συνεισφορά του εργοδότη προς το Ταμείο Αρωγής που έπρεπε να καταβληθεί στη Συντεχνία ΠΕΟ για λογαριασμό του εργοδοτούμενου Μάρκου Μάρκου, ενώ αποκόπηκε από τον μισθό του για την περίοδο 01.10.2010 μέχρι 20.07.2012 είναι €304,
  12. Η συνδρομή του Μάρκου Μάρκου που ο εργοδότης δεν κατέβαλε στην Συντεχνία ΠΕΟ, ενώ την απέκοψε από τον μισθό του για τις περιόδους από 01.10.2010 μέχρι 20.07.2012 είναι €379,
  13. Ο εργοδότης πλήρωνε τον παραπονούμενο μέχρι τις 02.03.2012 με την εβδομάδα αλλά μετά το σύστημα πληρωμής άλλαξε από εβδομαδιαίο σε μηνιαίο». Μετά το τέλος προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονουμένου, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου αρ. 2 εισηγήθηκε πώς δεν κατεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του και εκάλεσε το Δικαστήριο να τον αθωώσει και να τον απαλλάξει από το στάδιο αυτό. Δια της πολυσέλιδης γραπτής αγόρευσής του ο κ. Χριστάκη προβάλλει και αναπτύσσει ποικίλους και πολυσχιδείς λόγους, οι οποίες συνοψίζονται ως εξής: (α) Ουδεμία ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2, δυνάμει του Ν.35(Ι)/2007, δύναται να θεμελιωθεί εφ΄ όσον αυτός δεν είναι ο εργοδότης του παραπονουμένου. Ούτε το άρθρο 20 του Κεφ. 154 δύναται να θεμελιώσει ευθύνη του κατηγορουμένου αρ. 2 εν όψει των ειδικών διατάξεων των παρά.
(4)και
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007. Εν προκειμένω τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής η απόφαση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1999)2 Α.Α.Δ.
  1. (β) Δεν απεδείχθηκε οιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορουμένου αρ. 2 στην τέλεση των παράνομων πράξεων οι οποίες αποδίδονται στους κατηγορουμένους αρ.
  2. (γ) Ιδίως, και όσον αφορά στην 10η, την 12η, την 16η, την 18η και την 20η κατηγορία, στις λεπτομέρειες των οποίων καταγράφεται, ως ουσιώδης χρόνος, η περίοδος από την 01.10.2010 έως και τις 20.07.2012, ο κατηγορούμενος αρ. 2 θα πρέπει να αθωωθεί γιατί, εδιορίσθηκε ως διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 μόλις στις 19.11.
  3. (δ) Το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα γιατί στις εκθέσεις αδικήματος της 2η, της 4ης, της 6ης, της 10ης, της 12ης, της 16ης, της 18ης και της 20ης κατηγορίας καταγράφεται το άρθρο 20 του Ν.35(Ι)/2007 χωρίς να προσδιορίζεται ποιό από τα εδαφ.
(1),
(3)ή
(4)αυτού είναι σχετικό. Επειδή, δια των εδαφίων αυτών ποινικοποιούνται διακεκριμένες πράξεις, η απουσία προσδιορισμού δημιουργεί δυσμενή επηρεασμό στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου αρ. 2. (ε) Το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα γιατί στις εκθέσεις αδικήματος της 2ης, της 4ης, της 6ης, της 10ης, της 12ης, της 16ης, της 18ης και της 20ης κατηγορίας καταγράφονται συλλήβδην τα άρθρα 3, 5, 6 και 9 του Ν. 35(Ι)/2007 τα οποία, σε συνδιασμό με το άρθρο 20
(1)δημιουργούν διακεκριμένα αδικήματα. (στ) Το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα γιατί στις λεπτομέρειες αδικήματος της 10ης, της 12ης, της 16ης, της 18ης και της 20ης κατηγορίας καταγράφεται, ως ουσιώδης χρόνος, η περίοδος από την 01.10.2010 έως και τις 20.07.
  1. Όμως, κατά την περίοδο αυτή διεπράχθηκαν περισσότερα του ενός αδικήματα εφ΄ όσον «κάθε φορά που δεν καταβάλλεται εμπρόθεσμα η εισφορά σε οιονδήποτε από τα ..... ταμεία (δηλ. Ταμείο Υγείας, Ταμείο Αργιών, Ταμείο Ανάρρωσης, Ταμείο Αρωγής) διαπράττεται αδίκημα το οποίο θα έπρεπε να αποτελεί αντικείμενο ξεχωριστής κατηγορίας». (ζ) Το κατηγορητήριο πάσχει από πολλαπλότητα γιατί στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης, της 4ης και της 6ης κατηγορίας καταγράφονται, ως ουσιώδεις χρόνια, οι περίοδοι των μηνών Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου του έτους
  2. Όμως, κατά τη διάρκεια εκάστου των μηνών αυτών διεπράχθηκαν περισσότερα αδικήματα του ενός αδικήματα εφ΄ όσον ο μισθός του παραπονουμένου ήταν εβδομαδιαίος. (η) Το κατηγορητήριο είναι ασαφές και αόριστο εφ΄ όσον δεν καταγράφεται ο ακριβής χρόνος διάπραξης εκάστου των επίδικων αδικημάτων. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος του παραπονουμένου. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2009)2 Α.Α.Δ. 9, 16). Εμελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάστηκε, εξ όψεως, η προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο τον μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεών του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.000 (άρθρο 20). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα καθιερωθέντα, δια του Ν.35(Ι)/2007, αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασής τους, είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή, τουλάχιστον, την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Στις περιπτώσεις αδικημάτων ως τα θεσπισμένα δια του Ν.35(Ι)/2007 το στοιχείο της ένοχης διάνοιας / εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) συναρτάται και περιορίζεται στην ίδια την παράλειψη της καταβολής των μισθών. Οι λόγοι οι οποίοι οδήγησαν στην παράλειψη αυτή είναι αδιάφοροι. Γίνεται παραπομπή, για ανάλογη εφαρμογή, στην απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1989)2 Α.Α.Δ. 235 της οποίας αντικείμενο ήσαν αδικήματα θεσπισμένα δια του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου (Ν.41/1980)και δια του περί Εκτάκτου Εισφοράς δια την Άμυνα Νόμου (Ν.5/1985). Το Εφετείο απέρριψε την θέση του εφεσείοντος «ότι δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) λόγω της αδυναμίας του να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του» (Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 238). Το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, διεπίστωσε, μεταξύ άλλων, πώς η οικονομική αδυναμία του κατηγορουμένου να καταβάλει τις οφειλόμενες εισφορές του δεν αναιρούσε την εγκληματική πρόθεσή του (mens rea) και ούτε αφαιρούσε, από την επίδικη παράλειψη, τον αξιόποινο χαρακτήρα της. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Οικονομίδης ν. Διευθυντή Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ανωτέρω), 240-1: «Η ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης (mens rea) αποτελεί κατά το κοινό δίκαιο συστατικό στοιχείο του κάθε εγκλήματος. Η εγκληματική πρόθεση συνίσταται στην νοητική διάθεση του κατηγορουμένου να επιφέρει εκείνο το οποίο ο νόμος απαγορεύει, συνδέεται με την εκδήλωση της πρόθεσης με πράξη ή παράλειψη και όχι με το κίνητρο για την πράξη ή την επίδειξη αμέλειας. Ούτε εξομοιώνεται ευθέως η εγκληματική πρόθεση με ηθελημένη αντιστράτευση των σκοπών του νόμου. Ο κανόνας για την ύπαρξη εγκληματικής πρόθεσης υπόκειται σε εξαιρέσεις που αφορούν κυρίως κανονιστικές διατάξεις της νομοθεσίας για την επίτευξη συγκεκριμένων κοινωνικών στόχων ... στην προκείμενη περίπτωση το νοητικό στοιχείο για την διάπραξη των αδικημάτων που προβλέπουν τα άρθρα 80
(1)του Ν.41/80 και 13
(1)του Ν.5/85 συναρτούν την διάπραξη του εγκλήματος με την ίδια την παράλειψη ή την αμέλεια όχι με τους λόγους της παράλειψης ή της αμέλειας. Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 9 του Ποινικού Κώδικα ορίζει ρητά: «Unless the intention to cause a particular result is expressly declared to be an element of the offence constituted, in whole or part, by an act or omission, the result intended to be caused by an act or omission, is immaterial ... Συνεπώς ότι πρέπει να μας απασχολήσει ... είναι αν ο εφεσείων βαρύνεται με την παράλειψη καταβολής οφειλομένων εισφορών» Στην περίπτωση όπου εργοδότης είναι εταιρεία, ο διευθυντής ή ο σύμβουλος της θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπός της. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) εν σχέσει τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus) του συνεργού (Halsbury's, Law of England, (ανωτέρω), Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), και Αθανασίου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω). Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Στην προκείμενη υπόθεση, όπου εργοδότης του παραπονουμένου και υποκείμενο των υποχρεώσεων δυνάμει των άρθρων 3,5 και 9 του Ν.35(Ι)/2007 παρουσιάζεται να είναι μια εταιρεία, κανονικά περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο, ως συνεργός του εργοδότη στην τέλεση των επίδικων παράνομων πράξεων, ο διευθυντής της, δηλ. ο κατηγορούμενος αρ.
  1. Επισημαίνεται το γεγονός πώς στο κατηγορητήριο περιέχονται ειδικές κατηγορίες για τον συνεργό κατηγορούμενο αρ. 2 (2η, 4η, 6η, 10η, 12η, 16η, 18η και 20η κατηγορία) οι οποίες, στην έκθεση αδικήματος, καταγράφουν, ως νομικό υπόβαθρό τους, και το άρθρο 20 του Κεφ.
  2. Η προκείμενη υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Peppis Company Ltd v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας (ανωτέρω) όπου ο εργοδότης (επίσης μια νομική οντότητα) και ο συνεργός του (επίσης διευθυντής της νομικής οντότητας) εδιώχθηκαν δια κοινών κατηγοριών με αποτέλεσμα τα γεγονότα τα οποία κατεγράφοντο στις λεπτομέρειες να μην απέδιδαν την ποινική ευθύνη του συνεργού, ως αυτή διαγράφεται από το άρθρο 20 του Κεφ.
  3. Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 σύμφωνα με τις οποίες όταν τα αδικήματα τα οποία ορίζονται στην παρά.
(4)του ίδιου άρθρου διαπράττονται από νομική οντότητα, τότε «κάθε πρόσωπο το οποίο κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος κατέχει θέση συμβούλου, προέδρου, διευθυντή, γραμματέα ή άλλη παρόμοια θέση (στην οντότητα αυτή) ή εμφανίζεται ότι ενεργεί με την ιδιότητα αυτή» θεωρείται, κατ΄ αρχήν, ένοχο για το συγκεκριμένο αδίκημα δεν είναι περιοριστικές. Οι πρόνοιες της παρά.
(5)του Ν.35(Ι)/2007 δεν περιορίζουν την ποινική ευθύνη αξιωματούχου κ.λ.π νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, μόνον στις περιπτώσεις των αδικημάτων της παρά.
(4)του ίδιου άρθρου. Συνεπώς, είναι δυνατή, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, η απόδοση, σε αξιωματούχο νομικής οντότητας, η οποία τυγχάνει εργοδότης, της ευθύνης του συνεργού για άλλα αδικήματα, καθιερωμένα δια του Ν.35(Ι)/
  1. Περιπτώσεις ανάλογες της προκειμένης, δηλ. περιπτώσεις όπου η αυτουργία προϋποθέτει ορισμένη ιδιαίτερη σχέση μεταξύ του κατηγορουμένου αυτουργού και του θύματος, ενώ η συνέργεια όχι, δεν είναι άγνωστες στο ποινικό δίκαιο. Αναφέρεται, ενδεικτικώς, η περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α του Κεφ.
  2. Επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 αδικοπραγεί ο εκδότης της ακάλυπτης επιταγής, δηλ., στην πράξη, ο δικαιούχος του τραπεζικού λογαριασμού από τον οποίον εκδίδεται η επιταγή. Θύμα δε της παράνομης αυτής πράξης είναι ο δικαιούχος της ακάλυπτης επιταγής, δηλαδή το συγκεκριμένο πρόσωπο στο οποίο η τράπεζα θα κατέβαλλε, υπό κανονικές συνθήκες, το ποσόν της επιταγής. Το άρθρο 305Α δεν περιέχει ειδικές ρυθμίσεις στην περίπτωση κατά την οποία εκδότης της ακάλυπτης επιταγής είναι ένα νομικό πρόσωπο. Όμως, πάγια και πλούσια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναγνωρίζει το ενδεχόμενο ορισμένο φυσικό πρόσωπο, το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος αυτού του νομικού προσώπου, να εμπλέκεται στη διάπραξη του διαγραφόμενου, από το άρθρο 305Α του Κεφ. 154, αδικήματος ως συνεργός επί τη βάσει του άρθρου 20 του Κεφ. 154 [(Παύλοπουλος ν. Skopy Shoes Factory Ltd (ανωτέρω)]. Ανάλογα θα πρέπει να αναγνωρισθούν και στην περίπτωση των θεσπισμένων, δια του Ν. 35(Ι)/2007, αδικημάτων τα οποία προϋποθέτουν την ύπαρξη, μεταξύ του κατηγορουμένου και του παραπονουμένου, της ιδιαίτερης σχέσης εργοδότη - εργοδοστουμένου. Απουσία ρητής νομοθετικής διάταξης περί του αντιθέτου, θα πρέπει να αναγνωρισθεί πως, εφ΄ όσον ο αδικοπραγήσας εργοδότης είναι ένα νομικό πρόσωπο, ποινική ευθύνη δύναται να φέρει, ως συνεργός, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, και συγκεκριμένο φυσικό πρόσωπο το οποίο τυγχάνει αξιωματούχος του. Κατ΄ ανάλογην εφαρμογή των παγίως νομολογηθέντων και ισχυόντων στην περίπτωση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής (άρθρο 305Α του Κεφ. 154), όπου η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εκδότης της επιταγής, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εκδότη της ακάλυπτης επιταγής, και στην προκείμενη περίπτωση η δυνατότητα συνέργειας του αξιωματούχου του νομικού προσώπου, το οποίο τυγχάνει αυτουργός ως ο εργοδότης, δεν προϋποθέτει την ύπαρξη, στο πρόσωπο του συνεργού, της ιδιότητας του εργοδότη.
(2)Η κατηγορούσα αρχή υποχρεούται να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τις νομοθετικές διατάξεις επί των οποίων βασίζει τις κατηγορίες καθώς και όλα τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ., 144). Η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή, είτε γιατί το νομικό υπόβαθρο, το οποίο επικαλείται, δεν είναι ορθό και πλήρες είτε γιατί οι λεπτομέρειες, τις οποίες κατέγραψε στο κατηγορητήριο, είναι ανεπαρκείς είτε γιατί οι λεπτομέρειες αυτές είναι λανθασμένες, καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό και προσφέρει έρεισμα για την υποβολή ένστασης ως προς την εγκυρότητά του. Επειδή η ένσταση περί του καταγεγραμμένου ως του νομικού υποβάθρου καθώς και περί της ανεπάρκειας και των σφαλμάτων των λεπτομερειών άπτεται της ουσίας των κατηγοριών, της εγκυρότητας και του νόμω βασίμου του κατηγορητηρίου, αυτή δύναται να προβληθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Ο κατηγορούμενος δύναται να προβάλει τέτοια ένσταση οποτεδήποτε χωρίς να περιορίζεται από το χρονικό πλαίσιο το οποίο θέτει το άρθρο 66 του Κεφ. 155 (Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τίχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251, 254 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Σοφρωνίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803, 806, Αndreas N. Loizou, George M. Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 83). Εν προκειμένω, η καταγραφή στις εκθέσεις αδικήματος της 2ης, της 4ης, της 6ης, της 10ης , της 12ης, της 16ης, της 18ης και της 20ης κατηγορίας του άρθρου 20 του Ν.35
(1)/2007 χωρίς να προσδιορίζεται ποιο από τα εδάφ.
(1),
(3)ή
(4)αυτού είναι σχετικό συνιστά επουσιώδη αντικανονικότητα και κανέναν δυσμενή επηρεασμό του κατηγορουμένου αρ. 2 προεκάλεσε. Ο μέχρι σήμερα χειρισμός της υπόθεσης από υποθέσεις από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου αρ. 2, η δήλωση παραδεκτών γεγονότων και η αντεξέταση την οποίαν υπέβαλε τους μάρτυρες κατηγορίας δεικνύουν πώς αυτός γνωρίζει επακριβώς για ποια αδικήματα διώκεται. Ανάλογα ισχύουν και εν σχέσει με το γεγονός πώς στις προαναφερθείσες εκθέσεις αδικήματος καταγράφονται συλλήβδην τα άρθρα 3, 5, 6 και 9 του Ν. 36(Ι)/2007.
(4)Όμως, ο καθορισμός, στις λεπτομέρειες αδικήματος της 10ης, της 12ης, της 16ης, της 18ης και της 20ης κατηγορίας, ως ουσιώδους χρόνους της περιόδου από την 01.10.2010 έως και τις 20.07.2012 και η καταγραφή του εκάστοτε οφειλόμενου συνολικού ποσού καθίστανται μοιραία δεδομένου του παραδεκτού γεγονότος πώς ο κατηγορούμενος αρ. 2 ανέλαβε διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 στις 19.11.
  1. Άρα, για την περίοδο από την 01.10.2010 έως και τις 18.11.2010 η εγκαλούμενη συνέργεια του κατηγορουμένου αρ. 2 μένει εντελώς μετέωρη. Το ελάττωμα αυτό δεν δύναται να θεραπευθεί δια της τροποποίησης του κατηγορητηρίου με την αντικατάσταση του ουσιώδους χρόνου με αυτός για τον οποίον η προσκομισθείσα μαρτυρία πληροφορεί. Η αδυναμία αυτή έγκειται και στο γεγονός πώς η περίοδος από την 01.10.2010 έως και τις 20.07.2012, συναρτάται προς ορισμένο εκάστοτε οφειλόμενο συνολικό ποσόν. Επί τη βάσει δε της προσκομισθείσας μαρυτρίας δεν είναι δυνατή η αναπροσαρμογή των καταγεγραμμένων, στις κατηγορίες αυτές, οφειλόμενων συνολικών ποσών έτσι ώστε να αντιστοιχούν στην μικρότερη περίοδο κατά την οποίαν ο κατηγορούμενος αρ. 2 ήταν διευθυντής των κατηγορουμένων αρ.
  2. Παραθετικώς σημειώνονται τα εξής: Η ελαττωματικότητα ή η ανεπαρκής διατύπωση ενός κατηγορητηρίου δύναται να θεραπευθεί δυνάμει της εξουσίας την οποίαν παρέχει στο Δικαστήριο το άρθρο 83 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Πρόκειται για ευρεία διακριτική εξουσία η οποία παρέχεται προς το σκοπό προάσπισης της δικαιοσύνης. Η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δύναται να γίνει αυτεπαγγέλτως ή κατώπιν αιτήματος διαδίκου και δύναται να λάβει τη μορφή της τροποποίησης του κρίσιμου νομικού υποβάθρου ή της περιγραφής του αδικήματος, της τροποποίησης των λεπτομερειών του αδικήματος, της υποκατάστασης υφιστάμενης κατηγορίας ή της προσθήκης νέας. Κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας το Δικαστήριο πρέπει να βεβαιώνεται πώς η τροποποίηση του κατηγορητηρίου δεν θα θέσει τον κατηγορούμενο σε δυσμενέστερη θέση και δεν θα τον εμποδίσει να προβάλει την υπεράσπισή του. Η τροποποίηση του κατηγορητηρίου στα αρχικά στάδια εκδίκασης της υπόθεσης είναι ευχερέστερη (Α. Loizou, G. Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, (ανωτέρω), σελ. 71 επ).
(3)Η επιλογή της κατηγορούσας αρχής να διατυπώσει την 10η, την 12η, την 16η, την 18η και την 20η κατηγορία κατά τρόπον ώστε αυτές να αφορούν σε παραλείψεις που παρατηρήθηκαν κατά την περίοδο από την 01.10.2010 έως και την 20.07.2012, 01.11.2012 έως και την 19.12.2012, δεν συνιστά ανεπιθύμητη πολλαπλότητα η οποία οδηγεί σε απόρριψη των κατηγοριών αυτών. Συναφώς αναφέρεται πώς ως πολλαπλότητα στην όψη του κατηγορητηρίου. «...... ορίζεται ως η συμπερίληψη στην ίδια κατηγορία πέραν του ενός αδικήματος. Είναι αυστηρός ο κανόνας ότι η κατηγορία δεν πρέπει να περιέχει περισσότερο από ένα αδίκημα. Για να γνωρίζει η υπεράσπιση επακριβώς τι είναι που αντιμετωπίζει. Αλλιώς ενδέχεται να επηρεαστεί δυσμενώς. Και για να παρέχεται η δυνατότητα διακρίβωσης προηγούμενης καταδίκης ή αθώωσης autrefois convict ή acquit για το ίδιο αδίκημα σε περίπτωση μεταγενέστερης κατηγορίας: βλ. π.χ. The Police v. Economides & Others
(1951)XX (Part II) C.L.R. 11. (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 265)». Κατά την εφαρμογή του κανόνος εναντίον της πολλαπλότητας πρέπει να γίνεται διάκριση μεταξύ των περιπτώσεων στις οποίες αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη αριθμού διακεκριμένων αδικημάτων, οπότε για κάθε τέτοιο διακεκριμένο αδίκημα πρέπει να υπάρχει διακεκριμένη κατηγορία, και των περιπτώσεων στις οποίες αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη αριθμού διακεκριμένων εγκληματικών ενεργειών οι οποίες, όμως, αποτελούν μέρος μιας δραστηριότητας. Στις δεύτερες περιπτώσεις η συμπερίληψη σε μια κατηγορία όλων αυτών των διακεκριμένων εγκληματικών ενεργειών κρίνεται κατάλληλη. Ο κανών εναντίον της πολλαπλότητας εφαρμόζεται λαμβανομένων υπ΄ όψιν της κοινής λογικής καθώς και του τι είναι χρήσιμο και αποτελεσματικό υπό τις περιστάσεις. Παρατίθενται σχετικώς τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstone's Criminal Practice, 2004, Oxford University PRess, σελ. 1299 επ. «THE RULE AGAINST DUPLICITY Duplicity Generally Each count in an indictment must allege only one offence (... where more than one offence is alleged in an indictment, each offence «shall be set out in a separate paragraph called a court»). If a count alleges more than one offence, it is said to be bad for duplicity, and should be quashed before arraignment .. (σελ. 1299). ......... if the particulars of a count can sensibly be interpreted as alleging a single activity, it will not be bad for duplicity, even if a number of district criminal acts are implied. Thus, the rule against duplicity, rests ultimately on common sence and pragmatic considerations of what is fair in all the circumstances .. » (σελ. 1301) Υπό τις περιστάσεις κρίνεται πώς η επιλογή της πλευράς του παραπονουμένου να διατυπώσει μια κατηγορία για κάθε είδος συνεισφοράς ή συνδρομής η οποία οφείλεται στον κατηγορούμενο είναι εύλογη και νόμιμη. Η εισήγηση της πλευράς του κατηγορούμενου αρ. 2 για καταχώριση διακεκριμένων κατηγοριών για κάθε μία από τις πολλές ομοειδείς ληξιπρόθεσμες οφειλές της περιόδου από την 01.10.2010 έως και τις 20.07.2012 θα οδηγούσε σε ένα υπερβολικά και αχρείαστα μακροσκελές και καταπιεστικό κατηγορητήριο (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 207/2013 Σ.Π. Αστυνομία, ημερ. 25.06.2014).
(8)Ο κανών εναντίον της πολλαπλότητας επιβάλλει, επίσης, όπως κατ΄ αρχήν, κάθε κατηγορία περιλαμβάνει αδίκημα το οποίο διεπράχθηκε σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία. Εντούτοις, κατ΄ εξαίρεσιν, εφ΄ όσον η αληθής ερμηνεία ενός αδικήματος καταδεικνύει πώς πρόκειται για συνεχιζόμενο αδίκημα το οποίο διεπράχθηκε είτε συνεχώς είτε κατά διαλείμματα σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τότε είναι δυνατή η αναφορά, στην κατηγορία, πώς το αδίκημα διεπράχθηκε σε περισσότερες από μια ημερομηνίες. Παρατίθενται σχετικώς τα ακόλουθα αποσπάσματα από το σύγγραμμα Blackstones's (ανωτέρω), σελ. 1295 και 1302: «Continuous offences The rule against duplicity (i.e. each count may allege only one offence.) means that, subject to what follows, a count must allege that the offence occurred on one day, not on several days ... However, by way of exception to the general principle just stated, if an offence, on its true construction, is to be regarded as a continuing offence which may take place continuously or intermittently over a period of time, then a count may properly allege that it occurred on more than one day (σελ. 1295). ... Εξ όψεως θεώρηση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά του παραπονουμένου συμπεριλαμβανομένων των παραδεκτών γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα πώς έχει καταδειχθεί, εκ πρώτης όψεως, υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου αρ. 2 όσον αφορά στην 2η, την 4η και την 6η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 καλείται σε απολογία όσον αφορά στην 2η, την 4η και την 6η κατηγορία. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.