Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) ν. Νίκης Βασιλείου, Υπόθεση αρ.: 15868/2013, 29/9/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B138 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15868/2013 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας Λτδ (Πρώην Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας) και Νίκης Βασιλείου Κατηγορουμένης 29 Σεπτεμβρίου, 2015. Για τους παραπονουμένους-αιτητές, εμφανίζεται ο κ. Γ. Φούλιας για τους κ.κ. Δρ. Ανδρέας Π. Ποιητής και Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την κατηγορουμένη-καθ΄ ης η αίτηση, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Πουτζιουρής για τους κ.κ. Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Κατηγορουμένη-καθ΄ ης η αίτηση, παρούσα. Απόφαση (αίτηση ημερομηνίας 26.6.2015 για την έκδοση διατάγματος είσπραξης οφειλόμενων δόσεων ως χρηματικής ποινής) Η κατηγορουμένη-καθ΄ ης η αίτηση («η καθ΄ ης η αίτηση») εκρίθηκε ένοχη για το αδίκημα της καταδολίευσης εξ αποφάσεως πιστωτή, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 3
(1)(γ) του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (Ν.60(Ι)/2008). Επίδικες είναι ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις της περιόδου από τον Μάϊο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2013 (1η έως και 3η κατηγορία). Οι δόσεις αυτές οφείλονται δυνάμει δικαστικού διατάγματος μηνιαίων δόσεων εκδοθέντος στις 17.12.2012 προς το σκοπό εκτέλεσης της απόφασης στην αγωγή αρ. 3365/2011 Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Κοντέας ν. Γεώργιου Θεοδούλου κ.α. (Ε.Δ. Λάρνακας), ημερ. 16.03.2012). Σχετική είναι η απόφαση ημερ. 24.6.2015. Μετά την καταδίκη της καθ΄ ης η αίτηση και επειδή οι παραπονούμενοι-αιτητές («οι αιτητές») επιθυμούν και την έκδοση διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων δόσεων ως χρηματικής ποινής, αυτοί κατεχώρησαν, στις 26.6.2015, την προκείμενη αίτηση («η αίτηση»). Η αίτηση καταγράφει, ως νομικό της υπόβαθρο, τα άρθρα 3
(1)(γ) και 4
(3)του Νόμου 60(Ι)/2008, την Δ.48 θ.θ. 1 έως και 4, 8 και 9 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, καθώς και τον Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 155, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Κατερίνας Κονναρή ημερ. 26.6.
- Η Κατερίνα Κονναρή αναφέρεται σε γεγονότα σχετικά με την έκδοση της καταδικαστικής απόφασης ημερ. 24.6.2015 και υποβάλλει αίτημα όπως εκδοθεί διάταγμα για την είσπραξη των οφειλομένων δόσεων, οι οποίες συμποσούνται στα €4.800,- ως χρηματική ποινή δυνάμει του Κεφ.
- Η αίτηση αντιμετωπίζει την γραπτή ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση ημερ. 10.7.2015, οι λόγοι της οποίας συνοψίζονται ως εξής:
- Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
- Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από το αναγκαίο πραγματικό υπόβαρθο.
- Επιτυχία της αίτησης θα οδηγήσει στην φυλάκιση της καθ΄ ης η αίτηση για αστικό χρέος εφ΄ όσον αυτή αδυνατεί να συμμορφωθεί λόγω της δεινής οικονομικής της κατάστασης. Αυτό είναι αντίθετο με το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Ευρωπαϊκή Σύμβαση»). Οι επίδικες πρόνοιες του Ν.60(Ι)/2008 αποτελούν ένα συγκαλυμμένο τρόπο είσπραξης αστικών χρεών διά της απειλής φυλάκισης. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της καθ΄ ης η αίτηση ημερ. 10.7.
- Διά της ένορκης δήλωσης της η καθ΄ ης η αίτηση επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης. Επιπλέον, και όσον αφορά στην οικονομική της κατάσταση, η καθ΄ ης η αίτηση αναφέρει απλώς ότι αδυνατεί να συμμορφωθεί προς τις υποχρεώσεις της (δείτε στην παρα. 7 της ένορκης δήλωσης της καθ΄ ης η αίτηση, ημερ. 10.7.2015). Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθηκε επί τη βάσει των όσων αναφέρονται στις ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της αίτησης και της ένστασης. Δεν εζητήθηκε η αντεξέταση οιασδήποτε των μαρτύρων και ούτε επεχειρήθηκε η προσαγωγή περαιτέρω μαρτυρίας. Διά της αγόρευσης του ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών, μεταξύ άλλων, υπέδειξε πως το βάρος απόδειξης της οικονομικής της αδυναμίας φέρει η ίδια η καθ΄ ης η αίτηση και πως αυτή δεν το απέσεισε. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της καθ΄ ης η αίτηση επέμεινε στους λόγους ένστασης, ως αυτοί συνοψίζονται πιο πάνω, τους οποίους και ανέπτυξε. Παρέπεμψε δε, μεταξύ άλλων, σε έκθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Νομικών ημερ. 1.7.2008 καθώς και σε γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας περί της συμβατότητας με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση συγκεκριμένης διάταξης της πρότασης νόμου επί τη βάσει της οποίας θεσμοθετήθηκε ο Ν.60(Ι)/
- Εμελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα, υπό το πρίσμα και των όσων οι κ.κ. Φούλιας και Πουτζιουρής ανέφεραν διά των αγορεύσεων τους, και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία. Σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
- Η αίτηση είναι νόμω βάσιμη εφόσον στο σώμα της καταγράφεται σχετικό και επαρκές νομικό υπόβαθρο και εφ΄ όσον η καταχώριση της είναι σύμφωνη με τα όσα έχουν λεχθεί στην απόφαση επί της Ποινικής Έφεσης αρ. 25/2012 Αμβρόσιος Μιχαήλ Προδρόμου ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, ημερ. 20.2.
- Οι διατάξεις του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008, οι οποίες αποτελούν τη δικαιοδοτική βάση για την έκδοση του επιδιωκόμενου διατάγματος είσπραξης των οφειλόμενων μηνιαίων δόσεων ως χρηματική ποινή, δεν παραβιάζουν το Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης και ούτε αποτελούν ένα συγκαλυμμένο τρόπο είσπραξης αστικού χρέους διά της απειλής φυλάκισης. Επισημαίνεται πως, εν προκειμένω, προηγήθηκε η έκδοση, μετά από ακρόαση, καταδικαστικής απόφασης ημερ. 24.6.2015 διά της οποίας εκρίθηκε πως η καθ΄ ης η αίτηση παραλείπει να καταβάλει τις επίδικες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις (προς εξόφληση του εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους της) για λόγους άλλους από οικονομική ή φυσική αδυναμία. Με άλλα λόγια, διά της καταδικαστικής απόφασης ημερ. 24.6.2015 εκρίθηκε πως η καθ΄ ης η αίτηση παραλείπει να καταβάλει τις επίδικες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις παρά το ότι αυτή διαθέτει την οικονομική και φυσική δυνατότητα. Εκρίθηκε, περαιτέρω, πως η καθ΄ ης η αίτηση παραλείπει να πράξει όσα οφείλει εκ προθέσεως. 3. Κατά συνέπειαν δεν συντρέχει, εν προκειμένω, ο όρος της αδυναμίας εκπλήρωσης συμβατικών υποχρεώσεων ως αυτός απαντά στο Άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Ως αναφέρεται στο σύγγραμμα των D.J. Harris, M. O. Boyle, C. Warbrick, Law of the European Convention of Human Rights, Butterworths, 1995, σελ. 558, η εφαρμογή του Άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 4 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης περιορίζεται διά της φράσης "merely on the ground of inability to fulfil a contractual obligation". Έτσι, ο περιορισμός της ελευθερίας δεν απαγορεύεται εάν συντρέχει άλλος λόγος, όπως, για παράδειγμα, η δόλια ή η αμελής άρνηση εκπλήρωσης της υποχρέωσης. Παρατίθεται το σχετικό απόσπασμα: "Article 1 of the Fourth Protocol reads: "No one shall be deprived of his liberty merely on the ground of inability to fulfil a contractual obligation." It extends to a failure to fulfil a contractual obligation of any kind. Article 1 is limited in its application by the words "merely on the ground of inability to fulfil a contractual obligation". Deprivation of liberty is not forbidden if there is some other factor present, as where the detention is because the debtor acts fraudulently or negligently or for some other reason refuses to honour an obligation that he is able to comply with". Περαιτέρω, επειδή ο όρος «αποστέρηση της ελευθερίας» ("deprivation of liberty") απαντά και στο Άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, χρήσιμο είναι να σημειωθεί πως δυνάμει της παρα.
(1)(b) του Άρθρου αυτού, πρόσωπο δυνατόν να στερηθεί της ελευθερίας του σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του με νόμιμο δικαστικό διάταγμα. Τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί συνεπεία αποτυχίας εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα των D.J. Harris, M. O. Boyle, C. Warbrick, Law of the European Convention of Human Rights, (ανωτέρω), σελ. 559: "The term 'deprivation of liberty' is that found in Article 5 of the Convention and can be taken to have the meaning that is there. Under Article 5
(1)(b) of the Convention a person may be deprived of his liberty for non-compliance with lawful order of a Court. This could include a court order that results from the failure to fulfil a contractual obligation. The effect of Article 1 is that, for parties to the Fourth Protocol, the detention of a person for failure to comply with such a court order merely because that person is unable to comply with the contractual obligation is prohibited." Επισημαίνεται πως στην προκείμενη περίπτωση δεν αμφισβητείται η νομιμότητα του διατάγματος μηνιαίων δόσεων ημερ. 17.12.2012 και ούτε προσεφέρθηκε μαρτυρία περί της ακύρωσης, αναστολής ή τροποποίησής του (άρθρο 90
(3)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Επαναλαμβάνεται, επίσης, το γεγονός πως διά της προηγηθείσας καταδικαστικής απόφασης ημερ. 24.6.2015 εκρίθηκε πως η καθ΄ ης η αίτηση παραλείπει να καταβάλει τις επίδικες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές μηνιαίες δόσεις της για λόγους άλλους από οικονομική ή φυσική αδυναμία. 4. Κατ΄ ανάλογην εφαρμογή των ισχυόντων όσον αφορά στην εκδίκαση αίτησης για την έκδοση διατάγματος μηνιαίων δόσεων, καταχωρισμένης δυνάμει του Κεφ. 6, και στην περίπτωση αίτησης ως η προκειμένη, το βάρος απόδειξης της οικονομικής του αδυναμίας έχει ο καθ΄ ου η αίτηση. Θα ήταν υπερβολικό και παράλογο να επιφορτίζεται ο αιτητής, ο οποίος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει την οικονομική και άλλη κατάσταση του καθ΄ ου η αίτηση, με το βάρος να αποδείξει πως ο καθ΄ ου η αίτηση έχει τη δυνατότητα να συμμορφωθεί με διάταγμα είσπραξης των οφειλομένων δόσεων ως χρηματικής ποινής. Παρατίθεται, για ανάλογη εφαρμογή, το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Βασιλειάδης ν. Τσουρή (2007 1(Α) ΑΑΔ 43, 48: ". O εξ αποφάσεως πιστωτής δεν μπορεί να γνωρίζει ποια είναι τα περιουσιακά στοιχεία του εξ αποφάσεως οφειλέτη, τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την έκδοση διατάγματος καταβολής του εξ αποφάσεως χρέους διά μηνιαίων δόσεων. Έτσι το βάρος απόδειξης ότι ο εξ αποφάσεως οφειλέτης δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να εξοφλήσει το χρέος του μετατοπίζεται στους ώμους του...». Εφ΄ όσον, εν προκειμένω, η καθ΄ ης η αίτηση επέλεξε να προβεί σε μια γενική άρνηση της δυνατότητάς της να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, παραλείποντας να είναι συγκεκριμένη και σαφής (δείτε την ένορκη δήλωσή της ημερ. 10.7.2015) κρίνεται πως αυτή δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης το οποίο της αναλογεί. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνεται πως, υπό τις περιστάσεις, είναι ορθό και δίκαιο όπως η δυνάμει του άρθρου 4
(3)του Ν.60(Ι)/2008 διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ των παραπονουμένων-αιτητών. Η αίτηση ημερ. 26.6.2015 επιτυγχάνει. (Υπ.).............. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο