← Κύπρος

M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOYLOU LIMITED ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΔΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Υπόθεση αρ.: 5017/2013, 22/10/2015

M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOYLOU LIMITED ν. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΔΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Υπόθεση αρ.: 5017/2013, 22/10/2015 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2015:B154 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 5017/2013 M. AND A. CHRISTAKI CHRISTODOYLOU LIMITED και

  1. ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ ΔΗΜΟΔΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ,
  2. ΧΡΙΣΤΟΥ ΟΡΦΑΝΙΔΗ,
  3. ΧΑΡΙΚΛΕΙΑΣ (ΛΙΑΣ) ΟΡΦΑΝΙΔΗ, Κατηγορουμένων 22 Οκτωβρίου,
  4. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται η κα Χρ. Χριστοφή και η κα Ρ. Καραμανή για τους κ. κ. Δημητρίου και Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την κατηγορουμένη αρ. 1, καμία εμφάνιση. Για τους κατηγορουμένους αρ. 2 και 3, εμφανίζονται ο κ. Γ. Α. Γεωργίου και ο κ. Ν. Τσαρδελλής. Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, παρόντες Απόφαση Το παραδεκτό γεγονός πως έκαστος των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 υπέγραψε, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, μιας εταιρείας νομίμως εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία, μια μεταχρονολογημένη επιταγή, πληρωτέα στις 31.12.2012, η οποία παραμένει, έως και σήμερα, ακάλυπτη, οδήγησε στην καταχώριση του προκείμενου πολυσχιδούς κατηγορητηρίου. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται ως οι εκδότες των ακάλυπτων επιταγών υπ' αριθμόν 09848321 και 09850494, οι οποίες εξεδόθησαν επί του οργανισμού «Marfin Laiki Bank», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμόν 048 ‑ 11‑
  5. Η επιταγή υπ' αριθμόν 09848321 αφορά στο ποσόν των €1,025.53 και η επιταγή υπ' αριθμόν 09850494 αφορά στο ποσόν των €2,
  6. Και οι δύο επιταγές παρουσιάζουν, ως δικαιούχους, τους παραπονουμένους. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 διώκονται ως οι συνεργοί. Επί τη βάσει των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, νομοθετικών διατάξεων και λεπτομερειών, εν σχέσει με την επιταγή υπ' αριθμόν 09848321 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305A

(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) εφ΄όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (1η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (2η κατηγορία), • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 A
(2)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί προεκάλεσαν τη μη εξόφληση της επιταγής (3η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή θα εξαργυρωνόταν (4η κατηγορία). Επί τη βάσει των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, νομοθετικών διατάξεων και λεπτομερειών, εν σχέσει με την επιταγή υπ' αριθμόν 09850494 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται, ομοίως, για: • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 A
(1)του Κεφ. 154 εφ΄ όσον, παρουσιασθείσα στην τράπεζα, η επιταγή δεν εξοφλήθηκε γιατί ο τραπεζικός λογαριασμός ήταν κλειστός (9η κατηγορία) και γιατί υπήρχε έλλειψη διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη (10η κατηγορία), • το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 A
(2)του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί προεκάλεσαν τη μη εξόφληση της επιταγής (11η κατηγορία) και • το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, εφ΄ όσον αυτοί παρέστησαν στους παραπονουμένους ότι η επιταγή θα εξαργυρωνόταν (12η κατηγορία). Τέλος, και επί τη βάσει, πάντοτε, των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, νομοθετικών διατάξεων και λεπτομερειών οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 διώκονται, δυνάμει του άρθρου 20 του Κεφαλαίου 154, συλλήβδην ως οι συνεργοί των κατηγορουμένων αρ. 1 στην διάπραξη όλων των ως άνω αδικημάτων (5η έως και την 8η και 13η έως και την 16η κατηγορία, αντιστοίχως). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 αρνούνταν ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση, κατ΄ αρχάς, όσον αφορά σε όλους. Προϊούσης της ακροαματικής διαδικασίας οι κατηγορούμενοι αρ. 1 τέθηκαν υπό εκκαθάριση. Μετά το γεγονός αυτό εξεδώθηκε διάταγμα για τη συνέχιση της προκείμενης διαδικασίας. Πλην όμως, και παρά τη σχετική ειδοποίηση των αρμοδίων, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 έπαυσαν να εκπροσωπούνται διαμέσου δικηγόρου. Έτσι, όσον αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1 η υπόθεση παραμένει για απόδειξη. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η πλευρά των παραπονούμενων προσέφερε την προφορική μαρτυρία του Χριστάκη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), εκ των διευθυντών των παραπονουμένων, του Παναγιώτη Κωνσταντά (Μ.Κ.2) και του Μάκη Αδάμου (Μ.Κ. 3), τραπεζικών υπαλλήλων, καθώς και της Μάρως Σάββα (Μ.Κ.4), πρώην τραπεζικού υπάλληλου. Επιπλέον της προφορικής, κατετέθηκε και έγγραφη μαρτυρία. Κληθέντες σε απολογία οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 προέβηκαν σε ανωμοτί δηλώσεις χωρίς να παρουσιάσουν οιανδήποτε περαιτέρω μαρτυρία. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Καταχωρισμένες, στα πρακτικά της διαδικασίας, είναι και οι ανωμοτί δηλώσεις. Η μαρτυρία και οι ανωμοτί δηλώσεις έχουν εξετασθεί σε συνάρτηση με τα επίδικα θέματα και υπό το πρίσμα των εκατέρωθεν λεπτομερών αγορεύσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των διαδίκων. Το ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας και των ανωμοτί δηλώσεων θα παρουσιασθεί τμηματικά και θα σχολιασθεί κατά τη συζήτηση η οποία ακολουθεί: Α. Το γεγονός ότι το κατηγορητήριο επεκτείνεται σε πολλά πεδία καθιστά αναγκαία την κάτωθι εκτενή αναφορά εν σχέσει με το νομοθετημένο και νομολογημένο πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει: Α.1. Η κατηγορούσα αρχή υποχρεούται να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων το οποίο καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365‑6). Α.2. Διαπράττει το διαγραφόμενο, από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, κακούργημα όποιος, μεταξύ άλλων, αποκτά από τρίτον ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, μετερχόμενος ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση. Ως ψευδής θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά και η οποία είναι ψευδής. Το δε πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην παράσταση γνωρίζει ότι πρόκειται περί ψευδούς παράστασης ή δεν πιστεύει ότι πρόκειται περί αληθούς παράστασης (άρθρο 297 του Κεφ. 154). Η γνώση, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, ανάγεται στην νοητική λειτουργία του κατηγορουμένου και αυτή «μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» (Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, 110, δείτε και την Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295). Η εκ μέρους του κατηγορουμένου προβολή των ψευδών παραστάσεων πρέπει να προηγείται της απόκτησης της περιουσίας, πρέπει να λειτουργεί στο μυαλό του θύματος και πρέπει να οδηγεί τις ενέργειές του (δείτε Halsbury's Laws of England, fourth edition, 2006, reissue, vol. 11
(1), παρα. 309 επ., Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1994 re‑issue, vol. 2, παρά. 21‑160). Η απόκτηση της περιουσίας πρέπει να αποτελεί συνέπεια της προβολής των ψευδών παραστάσεων (Blackstone's, Criminal Practise, 2001, Oxford, σελ. 340). Ο κατηγορούμενος για απόκτηση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων είναι ένοχος μόνον εάν οι ψευδείς παραστάσεις προεβλήθηκαν πριν από την απόκτηση της περιουσίας. Κατ΄ αρχήν, ο κατάλληλος τρόπος για να αποδειχθεί το γεγονός πώς οι ψευδείς παραστάσεις ελειτούργησαν στο μυαλό του θύματος και οδήγησαν στην εκ μέρους του μεταβίβαση περιουσίας είναι η παρουσίαση άμεσης μαρτυρίας δια της κατάθεσης του ιδίου του θύματος (δείτε Archbold (ανωτέρω), παρά. 21‑162). Α.3 Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154, αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Α.4. Συστατικά στοιχεία του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 είναι: (α) η έκδοση επιταγής και (β) η καθ' οιονδήποτε τρόπον ανάκληση, από τον εκδότη της, της εξόφλησής της πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29 και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής για την ανάκληση της εξόφλησής της αίρεται εφ΄ όσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει την ύπαρξη εύλογης αιτίας για τις ενέργειές του. Ο εκδότης της επιταγής θα πρέπει να αποδείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά επίστευε ότι εδικαιούτο να ανακαλέσει την εξόφληση της επιταγής και ότι η πεποίθησή του αυτή υπήρξε ειλικρινής και εύλογη υπό τις περιστάσεις, δηλαδή καλόπιστη (N.C. Diamonds Co Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763 και απόφαση στην Ποινική Έφεση ημερ. 18/2012 NikiforosTechnologies Ltd v. Στυλιανού Χρίστου, ημερ. 16.04.2014). Η επίκληση της υπεράσπισης της ανάκλησης της επιταγής για εύλογη αιτία προϋποθέτει πώς ο εκδότης, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή παρουσιάζεται για να πληρωθεί, παρέθεσε γραπτώς, στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου αυτή εξεδόθηκε, το λόγο της ανάκλησης. Α.3. Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560‑1). Α.6. Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση ‑ mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ. Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Α.7. Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, (ανωτέρω), σελ. 18 επ. Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Α.8. Όταν η αποδιδομένη, στον κατηγορούμενο, συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v.Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και Militos Trading Limited v. Μαλέκου
(2012)2 Α.Α.Δ. 609, 612). Α.9. Η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής προϋποθέτει, κατά πρώτον, την έγκυρη και κανονική έκδοση της επιταγής (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 116/2011 L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., ημερ. 30.01.2015). Η εξέταση της παραμέτρου αυτής γίνεται με οδηγό το νομοθετικό ορισμό της επιταγής. Στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154, δίδεται ο εξής ορισμός: «Επιταγή σημαίνει γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Επειδή η επιταγή αποτελεί είδος συναλλαγματικής, ο δια του άρθρου 4 του Κεφ. 154 νομοθετικός ορισμός της πρέπει να αντιμετωπίζεται ως συγκλίνων με τις σχετικές διατάξεις του περί Συναλλαγματικών Νόμου (Κεφ. 262, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια - L.C.D. Domiki Ltd v. R.K.A. Kikkos Developers Ltd κ.α., (ανωτέρω). Το άρθρο 3
(1)και
(2)του Κεφ. 262 διαλαμβάνει τα εξής: «3. Ορισμός συναλλαγματικής
(1)Συναλλαγματική είναι η χωρίς όρους έγγραφη εντολή που απευθύνεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογραμμένη από το πρόσωπο που τη δίδει και η οποία απαιτεί από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται να πληρώσει επί τη εμφάνισει ή σε ορισμένο ή καθορισμένο μελλοντικό χρόνο ορισμένο ποσό χρημάτων σε καθορισμένο πρόσωπο ή σε διαταγή καθορισμένου προσώπου ή στον κομιστή.
(2)Έγγραφο το οποίο δεν πληροί τους όρους αυτούς, ή το οποίο διατάζει όπως γίνει οποιαδήποτε πράξη επιπρόσθετα προς την πληρωμή χρημάτων, δεν αποτελεί συναλλαγματική». Συνεπώς, προϋπόθεση εγκυρότητας μίας συναλλαγματικής, και κατ΄ επέκτασιν μιας επιταγής, είναι η υπογραφή της από τον εντολέα της (Poly G. Knitwear Ltd v. Εφόρου Εταιρειών κ.α.
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ. 96, 101‑2). Ο νομοθετικός ορισμός της «επιταγής» καθιστά σαφές ότι το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα δεν αφορά σε οιονδήποτε τραπεζικό έγγραφο. Αφορά μόνον στα αξιόγραφα τα οποία εμπίπτουν στο σχετικό ορισμό που παρατίθεται στο ερμηνευτικό άρθρο 4 του Κεφ. 154 καθώς και στο άρθρο 3 του Κεφ. 262. Παρενθετικώς, και όσον αφορά στο φαινόμενο των νομοθετικών ορισμών, παρατίθεται το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση στην Υπόθεση αρ. 156/1996 Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λεμεσού ν. Κυπριακής Δημοκρατίας Μέσω Υπουργού Οικονομικών κ.α., ημερ. 20.03.1998 (πρωτόδικη απόφαση του Έντιμου Δικαστή Νικήτα, στα πλαίσια αναθεωρητικής δικαιοδοσίας): «Θα ήταν χρήσιμο να έχουμε υπόψη ότι ο νομοθετικός ορισμός χρησιμοποιείται από το νομοθέτη στην προσπάθειά του να άρει τις αοριστίες που δημιουργεί πολλές φορές η πολυσημία των λέξεων. Ο καθηγητής Π. Σουρλάς εξηγά τις διαστάσεις του φαινομένου στο έργο του «Θεμελιώδη Ζητήματα της Μεθοδολογίας του Δικαίου»
(1986)σελ. 84 και 85: «Μονοσημία της γλώσσας του δικαίου στη σημασιολογική της διάσταση θα μπορούσε βέβαια να επιδιωχθεί με τη βοήθεια ορισμών. Και πράγματι ο νομοθέτης συχνά προσφεύγει στο μέσο αυτό, τους λεγόμενους νομοθετικούς ορισμούς, για να καθορίσει τη σημασία συγκεκριμένων λέξεων που χρησιμοποιούνται στα νομοθετικά κείμενα .... Η χρησιμότητα των νομοθετικών ορισμών έγκειται στο ότι με αυτούς περιορίζεται σε σημαντικό βαθμό το περιθώριο του εφαρμοστή να εκτιμήσει αν συντρέχει ή όχι περίπτωση εφαρμογής των κανόνων δικαίου όπου απαντά η οριζόμενη λέξη, καθώς είναι υποχρεωμένος να αντικαταστήσει τη λέξη αυτή με τις άλλες που συνιστούν τη σημασία της και επιπλέον οι λέξεις τούτες, με το να αποδίδουν την οριζόμενη περιφραστικά και με το να είναι κατά τεκμήριο προσιτότερες από αυτήν στον εφαρμοστή, διαλευκαίνουν τα σημεία ακριβώς εκείνα, για τα οποία ο νομοθέτης προβλέπει ότι χωρίς τον ορισμό θα προέκυπταν ασάφειες και αμφιβολίες» Β. Ο Χριστάκης Χριστοδούλου (Μ.Κ. 1), ο οποίος εκλήθηκε, προφανώς και για να καταθέσει περί των κατ΄ ισχυρισμόν ψευδών παραστάσεων, εδήλωσε σχετικώς τα εξής: Οι παραπονούμενοι και οι κατηγορούμενοι αρ. 1 είχαν πολυετή επαγγελματική συνεργασία στα πλαίσια της οποίας οι πρώτοι πωλούσαν στους δευτέρους εμπορεύματα. Άμα τη παραδόσει των εμπορευμάτων, οι παραπονούμενοι εξέδιδαν τιμολόγια. Για τις αγοραπωλησίες αυτές οι παραπονούμενοι ετηρούσαν χρεωπιστωτικό λογαριασμό, έναντι της εξόφλησης του οποίου οι κατηγορούμενοι αρ. 1 εξέδιδαν επιταγές. Στα πλαίσια αυτής της επαγγελματικής συνεργασίας και προς τον σκοπό εξόφλησης της τιμής ήδη πωληθέντων και ήδη παραδοθέντων εμπορευμάτων εξεδόθηκαν και παρεδόθηκαν στον ίδιο, κατά τον Νοέμβριο του έτους 2012, τόσον η επιταγή υπ' αριθμόν 09849321 (τεκμήριο 2) όσον και η επιταγή υπ' αριθμόν 09850494 (τεκμήριο 4). Άμα τη παραλαβή των επιταγών αυτών, οι οποίες ήσαν μεταχρονολογημένες, ο ίδιος εξέδωσε τις αντίστοιχες αποδείξεις είσπραξης (τεκμήριο 3 και 5, αντιστοίχως). Εφ΄ όσον, ο Χριστάκης Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), ρητώς εδήλωσε πώς οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2 και 4) εξεδόθηκαν και παρεδόθηκαν στον ίδιο μετά από την πώληση και μετά από την παράδοση εμπορευμάτων στους κατηγορουμένους αρ.1, δεν συντρέχει, στην προκείμενη περίπτωση, το συστατικό στοιχείο του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
  1. Επί τη βάσει των ρητών ισχυρισμών του Χριστάκη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), στην προκείμενη περίπτωση, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, δια της συνέργειας των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3, εξασφάλισαν από τους παραπονουμένους εμπορεύματα πριν από την προβολή των ψευδών παραστάσεων περί της ικανότητας του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 048-11-033655 να καλύψει τις επίδικες επιταγές και όχι συνεπεία τέτοιων παραστάσεων. Τούτων δεδομένων, η 4η, η 8η, η 12η και η 16η κατηγορία, οι οποίες αφορούν στο αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, στερούνται ερείσματος. Γ. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός πώς την επιταγή υπ΄ αριθμόν 0984321 (τεκμήριο 2) υπέγραψε, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, η κατηγορουμένη αρ.
  2. Εδηλώθηκε δε από τους μάρτυρες κατηγορίας Χριστάκη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1) και Μάκη Αδάμου (Μ.Κ.3) πώς η επιταγή αυτή δεν ετιμήθηκε γιατί από τις 28.11.2012 και έπειτα η κατηγορουμένη αρ. 3 δεν είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών οι οποίες εξεδίδοντο από τον τραπεζικό λογαριασμό 048-11-
  3. Οι δηλώσεις αυτές είναι ευθυγραμμισμένες με την τραπεζική σφραγίδα επί της επιταγής σύμφωνα με την οποίαν: «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας» (τεκμήριο 2). Οι δηλώσεις αυτές είναι, επίσης, ευθυγραμμισμένες με την σχετική εντολή των κατηγορουμένων αρ. 1 προς τον αρμόδιο τραπεζικό οργανισμό (τεκμήριο 17). Ας σημειωθεί πώς η πλευρά των παραπονουμένων δεν προσέφερε θετική μαρτυρία περί της υπογραφής της επιταγής υπ΄ αριθμόν 0984321 καθ΄ οιανδήποτε συγκεκριμένη ημερομηνία πριν από τις 28.11.
  4. Εξέταση της μαρτυρίας, την οποίαν προσέφερε η πλευρά των παραπονουμένων, όσον αφορά στο χρόνο έκδοσης της επιταγής υπ΄ αριθμόν 0984321 και το λόγο της μη πληρωμής της αποκαλύπτει πώς η επιταγή αυτή (τεκμήριο 2), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της 1ης έως και την 3η και της 5ης έως και την 7η κατηγορία, δεν αποτελεί «επιταγή» εν τη εννοία του νόμου εφ΄ όσον αυτή δεν εξεδόθηκε ως οι κατηγορούμενοι αρ. 1, ένα νομικό πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγές δια των νόμιμων αντιπροσώπων του, απεφάσισαν. Το περιεχόμενο του τεκμήριου 17 επιμαρτυρεί πώς, για τον σκοπό έκδοσης επιταγών από τον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 048-11-033655, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 απεφάσισαν όπως από τις 28.11.2012 ενεργούν δια της υπογραφής αποκλειστικώς του κατηγορουμένου αρ.
  5. Έτσι, από τις 28.11.2012 η έγκυρη και νομότυπη έκδοση επιταγής από τον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 044‑11‑033655 απαιτεί την υπογραφή της από αυτό το εξουσιοδοτημένο φυσικό πρόσωπο. Εφ΄ όσον, λοιπόν, η μαρτυρία την οποίαν επαρουσίασε η πλευρά των παραπονουμένων παρουσιάζει την επιταγή υπ΄ αριθμόν 0984321 (τεκμήριο 2) να έχει υπογραφεί από φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν ήταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, εξουσιοδοτημένο από τον δικαιούχο του κρίσιμου τραπεζικού λογαριασμού έπεται πώς το τραπεζικό αυτό έγγραφο δεν φέρει την υπογραφή του εντολέα και, άρα, δεν αποτελεί συναλλαγματική. Κατ΄ ακολουθίαν εκθεμελιώνεται συστατικό στοιχείο του αδικήματος το οποίο διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)και
(2)του Κεφ. 154. Ως προαναφέρεται (ανωτέρω υπό Α.9.), η στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την έγκυρη και νομότυπη έκδοση της επιταγής. Τούτων δεδομένων η 1η έως και την 3η και η 5η έως και την 7η κατηγορία, οι οποίες αφορούν σε αδικήματα που έχουν ως συστατικό την έγκυρη και νομότυπη έκδοση επιταγής, στερούνται ερείσματος. Δ. Όπως προαναφέρεται [ανωτέρω υπό Α.4], η στοιχειοθέτηση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, προϋποθέτει την πράξη της ανάκλησής της. Στην προκείμενη περίπτωση, η 3η, η 7η, η 11η και η 15η κατηγορία, οι οποίες καταγράφουν, ως νομικό τους υπόβαθρο το άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154, έχουν ως αντικείμενο τους επιταγές οι οποίες δεν έχουν ανακληθεί. Ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε τείνουσα να καταδείξει πως είτε η επιταγή υπ΄ αριθμόν 09848321 (τεκμήριο 2), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της 3ης και της 7ης κατηγορίας, είτε η επιταγή υπ΄ αριθμόν 098504494 (τεκμήριο 4), η οποία αποτελεί το αντικείμενο της 11ης και της 15ης κατηγορίας, έχουν ανακληθεί από τον εκδότη τους. Αντιθέτως, οι τραπεζικές σφραγίδες επί των επιταγών αυτών, οι οποίες, δυνάμει του εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154, δημιουργούν μαχητό τεκμήριο για τον λόγο για τον οποίο εκάστη επιταγή δεν ετιμήθηκε, δεν αναφέρονται σε ανάκληση. Οι σφραγίδες αυτές αναφέρουν άλλους λόγους για τους οποίους οι επιταγές δεν έχουν τιμηθεί: Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 09848321 (τεκμήριο 2) φέρει σφραγίδα με το περιεχόμενο: «Η υπογραφή του εκδότη της επιταγής διαφέρει από το δείγμα στην κατοχή μας». Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 09850494 (τεκμήριο 4) φέρει σφραγίδες με το περιεχόμενο: «Να παρουσιαστεί ξανά - Ανεπαρκή υπόλοιπα», «Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε - Κ.Α.Π.», «Αποταθείτε στον εκδότη - Ακάλυπτη επιταγή». Τούτων δεδομένων η 3η, η 7η, η 11η και η 15η κατηγορία, οι οποίες αφορούν σε αδίκημα που έχει ως συστατικό την πράξη ανάκλησης επιταγής, στερούνται ερείσματος. Ε. Δια των ανωμοτί δηλώσεών τους οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 αναφέρουν πώς όταν υπέγραφαν τις επίδικες μεταχρονολογημένες επιταγές ουδόλως «πέρασε .... από το μυαλό» τους πώς υπήρχε η παραμικρή, η ελάχιστη έστω πιθανότητα αυτές να μην τιμηθούν εφ΄ όσον οι κατηγορούμενοι αρ. 1 προέβαιναν σε καταθέσεις μεγάλων ποσών «για να εξοφλούνται και να πληρώνονται οι επιταγές» τους. Μαρτυρία επί γεγονότων συναρτωμένων με το ζήτημα της πρόθεσης των κατηγορουμένων αρ. 1, 2 και 3 εκλήθηκαν να δώσουν ο Χριστάκης Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), ο Μάκης Αδάμου (Μ.Κ.3) και η Μάρω Σάββα (Μ.Κ.4): Ο Χριστάκης Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), τον οποίον η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε προφανώς για να πληροφορήσει για το καθοριστικής σημασίας ζήτημα του χρόνου έκδοσης κάθε μιας από τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 2 και 4), εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία διεξήχθηκε κυρίως με την ανάγνωση και κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει, τα εξής: «.... Κατά τα μέσα Νοεμβρίου πριν ξεκινήσω να πάω στη δουλειά μου και κατόπιν συνεννόησης μου τόσο με τον κ. Χρίστο όσο και με την κυρία Χαρίκλεια μερικές μέρες προηγουμένως, συνάντησα την κυρία Χαρίκλεια Ορφανίδη, η οποία μου παρέδωσε τις 2 επίδικες επιταγές πληρωτέες και οι 2 στις 31.12.
  1. Οι επιταγές αφορούσαν οφειλές της εταιρείας τους δηλαδή της κατηγορουμένης 1 προς την εταιρεία ...... την επιταγή με αρ. 09848321 την υπέγραψε η κυρία Χαρίκλεια μπροστά μου και την επιταγή με αρ. 09850494 την υπέγραψε ο κ. Χρίστος Ορφανίδης όπως με πληροφόρησε τόσο η κα Χαρίκλεια όσο και ο κ. Χρίστος όταν συναντηθήκαμε και μιλήσαμε μερικές μέρες προηγουμένως και τις 2 επιταγές μου τις παρέδωσε η ίδια η κυρία Χαρίκλεια». Καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο Χριστάκης Χριστοδούλου (Μ.Κ.1) δεν έδωσε θετική μαρτυρία για την συγκεκριμένη ημερομηνία υπογραφής κάθε μιας από τις επίδικες επιταγές. Ο Μάκης Αδάμου (Μ.Κ.3) και η Μάρω Σάββα (Μ.Κ.4), τους οποίους η πλευρά των παραπονουμένων εκάλεσε προφανώς για να πληροφορήσουν για την κίνηση του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 048-11-033655 κατά τον ουσιώδη χρόνο (τεκμήριο 16) καθώς και για την ικανότητά του να καλύψει τις επίδικες επιταγές εδήλωσαν τα εξής: Από το άνοιγμά του έως και τις 10.07.2012 ο τραπεζικός λογαριασμός ελειτουργούσε με προσωρινό όριο παρατραβήγματος ύψους €8.000.
  2. Πλην όμως, στην πράξη, ακόμη και μετά τις 10.07.2013 ο τραπεζικός λογαριασμός ελειτουργούσε με παρατράβηγμα ύψους εκατομμυρίων ευρώ. Αυτό γινόταν με την έγκριση ανωτέρων. Ας σημειωθεί πώς ούτε ο Μάκης Αδάμου (Μ.Κ.3) ούτε η Μάρω Σάββα (Μ.Κ.4) εδήλωσαν να έχουν άμεση, προσωπική γνώση των συνθηκών οι οποίες περιέβαλλαν το γεγονός της λειτουργίας του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 048-11-033655, μετά τις 10.07.2012, με παρατράβηγμα ύψους εκατομμυρίων. Ουδείς εκ των δύο αυτών μαρτύρων κατηγορίας εδήλωσε να έχει άμεση, προσωπική εμπειρία για την καθημερινή λειτουργία του λογαριασμού αυτού κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ας σημειωθεί, επίσης, πώς κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 048-11-033655, η οποία κατετέθηκε ως τεκμήριο 16, αποκαλύπτει πώς καθ΄ όλην την διάρκεια του μηνός Νοεμβρίου του έτους 2012 και ενώ αυτός επαρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εκατομμυρίων ευρώ εξαργυρώθηκαν εκατοντάδες επιταγές, πολλές από τις οποίες για ποσά πολύ μεγαλύτερα από τα ποσά των επίδικων επιταγών. Η μαρτυρία του Χριστάκη Χριστοδούλου (Μ.Κ.1), του Μάκη Αδάμου (Μ.Κ.3) και της Μάρως Σάββα (Μ.Κ.4) χαρακτηρίζεται από ουσιώδη κενά εν σχέσει με γεγονότα συναρτώμενα με την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.
  1. Συγκεκριμένα, υπάρχουν κενά όσον αφορά στον ακριβή χρόνο έκδοσης εκάστης των επιταγών, οι οποίες αποτελούν τα αντικείμενα της 1ης, της 2ης, της 5ης, της 6ης, της 9ης, της 10ς, της 13ης και της 14ης κατηγορίας, καθώς και όσον αφορά στην πραγματική ικανότητα του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 048-11-033655 να καλύψει τις επιταγές αυτές κατά τον χρόνο έκδοσής τους. Επισημαίνεται πώς ο ακριβής χρόνος έκδοσης των επιταγών καθώς και η πραγματική ικανότητα του κρίσιμου τραπεζικού λογαριασμού να τις καλύψει κατά τον χρόνο αυτό είναι στοιχεία κρίσιμα για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, 2 και
  2. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, των επίδικων επιταγών και η προς τούτο συνδρομή των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3, είναι αξιόποινη μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο έκδοσης, είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις τους επάγονται. Εφ΄ όσον ο ακριβής χρόνος έκδοσης των τεκμηρίων 2 και 4 παραμένει άγνωστος και εν όψει μαρτυρίας σύμφωνα με την οποία, παρά την υπέρβαση του ορίου του τραπεζικού λογαριασμού υπ΄ αριθμόν 048-11-033655, εντούτοις, κατά τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2012 εξακολουθούσαν να καλύπτονται εκατοντάδες επιταγές, πολλές από τις οποίες για ποσά μεγαλύτερα των ποσών των επιδίκων, είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων αρ. 1, 2 και 3 ικανά να πείσουν πώς αυτοί εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Με άλλα λόγια δεν μπορεί να αποδοθεί στους κατηγορουμένους αρ. 1, 2 και 3, η πρόθεση έκδοσης ακάλυπτων επιταγών από μόνον το γεγονός ότι ο κρίσιμος τραπεζικός λογαριασμός βρισκόταν κατά τον Νοέμβριο του έτους 2012 σε υπέρβαση, εφ΄ όσον εκατοντάδες άλλες επιταγές τους, πολλές από τις οποίες για ποσά μεγαλύτερα από τα ποσά των επιδίκων, παρουσιασθείσες, κατά τον ίδιο χρόνο, για πληρωμή, εκαλύπτοντο. Η μαρτυρία για έκδοση των επιταγών, οι οποίες αποτελούν τα αντικείμενα της 1ης, της 2ης, της 5ης, της 6ης, της 9ης, της 10ης, της 13ης και της 14ης κατηγορίας, και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων ή λόγω κλεισίματος του τραπεζικού λογαριασμού δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων αρ. 1, 2 και 3 κατά τον χρόνο έκδοσής τους, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Τούτων δεδομένων η 1η, η 2η, η 5η, η 6η, η 9η, η 10η, η 13η και η 14η κατηγορία, οι οποίες προϋποθέτουν την πρόθεση έκδοσης επιταγής η οποία εν τέλει δεν θα τιμηθεί, δεν στοιχειοθετούνται. Εν όψει όλων των πιο πάνω, διαπιστώνεται πώς δεν έχει αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1, 2 και
  3. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.